Legislator Case Law & Legislation
1456/2018 AI generated

1456/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1456/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2349/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1332/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/3/2017 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1456/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1456 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1456/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. συζύγου Χ. Κ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοχάρη Δαλακούρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΥΠΟΔΟΧΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΠΟΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΑΛΙΝΟΣΤΟΥΝΤΩΝ ΟΜΟΓΕΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Κυριόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2349/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1332/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/3/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 1332/2016 τελεσίδικη απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών. Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 20-1-2013 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΥΠΟΔΟΧΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΠΟΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΑΛΙΝΝΟΣΤΟΥΝΤΩΝ ΟΜΟΓΕΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ", καθολικός διάδοχος του οποίου κατέστη το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ζήτησε, μετά παραδεκτή διόρθωση του περιεχομένου της και περιορισμό του αιτήματός της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο της οφείλει ως υπόλοιπο της αμοιβής της από σύμβαση έργου μεταφοράς φορτίων πατάτας από την Ορεστιάδα στη Νότια Αλβανία ως επισιτιστική βοήθεια των εκεί ομογενών, το ποσό των 194.688,45€.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την υπ' αριθ. 2349/2013 απόφασή του απέρριψε την άνω αγωγή, αφού έκανε δεκτή την ανατρεπτική ένσταση του εναγομένου περί εξώδικου συμβιβασμού και απέρριψε τις αντενστάσεις της ενάγουσας κατά της ένστασης αυτής και συγκεκριμένα, ότι δεν τη δεσμεύει ο εξώδικος αυτός συμβιβασμός, α) κυρίως, διότι καταρτίστηκε καθ' υπέρβαση της δοθείσας εντολής και πληρεξουσιότητας προς τη δικηγόρο, που τον υπέγραψε ως αντιπρόσωπός της, αυτή δε ουδέποτε τον ενέκρινε, ως αβάσιμη και β) άλλως, διότι τα γεγονότα που κατά το περιεχόμενο της σύμβασης αποτέλεσαν τη βάση του δεν αληθεύουν και υφίστατο πλάνη ως προς αυτά, κατά την κατάρτισή του, στο πρόσωπο της άνω δικηγόρου, την οποία γνώριζε το αντισυμβαλλόμενο και την αποσιώπησε, ως μη νόμιμη.

Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 29-10-2014 έφεση της ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη υπ' αριθ. 2349/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που είχε κρίνει ως μη νόμιμη την προαναφερόμενη αντένσταση, αλλά και στο σύνολό της, κρατήθηκε και δικάστηκε στην ουσία η υπόθεση και απορρίφθηκε η αγωγή, μετά παραδοχή ως βάσιμης της ένστασης του εξώδικου συμβιβασμού και απόρριψη των αντενστάσεων ως αβασίμων κατ' ουσία.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Κατά το άρθρο 293 παρ. 2 ΚΠολΔ ο συμβιβασμός που καταρτίστηκε εκτός του πλαισίου της εκκρεμούς δίκης ή στο πλαίσιο μεν της δίκης, αλλά χωρίς τις διατυπώσεις της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, φέρει το χαρακτήρα εξώδικου συμβιβασμού και κρίνεται ως σύμβαση κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κατά τα άρθρα 871 και 872 ΑΚ.

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο εξώδικος συμβιβασμός, εφόσον συντρέχουν οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεις, δεν καταργεί τη δίκη, αλλά μπορεί να θεμελιώσει ένσταση ανατρεπτική, η οποία, αν προταθεί και αποδειχθεί, υποχρεώνει το δικαστήριο της ουσίας να ρυθμίσει το διατακτικό της απόφασής του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού και αποφανθεί, περαιτέρω, ότι δεν υφίσταται αντικείμενο της δίκης (ΟλΑΠ 578/1980, ΑΠ 540/2011, ΑΠ 990/2007).

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 211, 212, 216, 217, 229 έως 231 και 238 ΑΚ συνάγεται με σαφήνεια ότι σύμβαση συμβιβασμού καταρτισθείσα με αντιπρόσωπο καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας στερείται κύρους και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο, που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα (ΑΠ 1660/2013).

Η έγκριση, αναγόμενη στο χρόνο της δικαιοπραξίας, αναπληρώνει την έλλειψη της εξουσίας αντιπροσώπευσης, γίνεται δε με μονομερή δήλωση απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο, υποβαλλόμενη στον τύπο, που προβλέπεται για τη σύμβαση που αφορά αυτή και δυνάμενη, εφόσον για τη σύμβαση αυτή δεν απαιτείται η τήρηση τύπου, να παρασχεθεί και με σιωπηρή δήλωση βούλησης, συναγόμενη από πράξεις του εγκρίνοντος ή περιστάσεις που καθιστούν αναντίρρητη τη βούληση της έγκρισης (ΑΠ 313/2013).

Εξάλλου, ο ρυθμιζόμενος στο προαναφερόμενο άρθρο 871 ΑΚ συμβιβασμός υπόκειται σε ακύρωση, α) σύμφωνα με την ειδική διάταξη του άρθρου 872 ΑΚ, εφόσον τα γεγονότα, τα οποία κατά το περιεχόμενο της σύμβασης αποτέλεσαν τη βάση του, δεν αληθεύουν, δηλαδή εφόσον υφίσταται πλάνη, όχι ως προς τα γεγονότα εκείνα για τα οποία υπήρχε η έριδα ή η αβεβαιότητα, την οποία σκόπευε να άρει ο συμβιβασμός, αλλά σχετικά με τα περιστατικά, που βρίσκονται εκτός συμβιβασμού και συνιστούν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο αυτού και αν οι συμβαλλόμενοι και όχι μόνον ο ένας από αυτούς γνώριζαν την πραγματική κατάσταση δεν θα γεννιόταν η φιλονικία ή η αβεβαιότητα.

Εάν δε η πλάνη υπάρχει στον ένα μόνο από τους συμβαλλομένους, τότε ασκεί ακυρωτική επίδραση στο συμβιβασμό και εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 872 ΑΚ, αν ο άλλος γνώριζε την πλάνη του αντισυμβαλλομένου του και τη σημασία που έδιδε στην ύπαρξη ή την αλήθεια των περιστατικών που αποτέλεσαν τη βάση του συμβιβασμού και δεν έφερε αντίρρηση (ΑΠ 1068/1980) και β) όπως κάθε σύμβαση, λόγω πλάνης, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 140, 141, 142 και 154 ΑΚ.

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι, αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας η δήλωση δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και ότι είναι ουσιώδης η πλάνη όταν αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητα του προσώπου ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.

Κατά δε το άρθρο 143 ΑΚ η πλάνη που αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης δεν είναι ουσιώδης (ΑΠ 1441/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/06, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Αν υπάρχουν στην προσβαλλόμενη απόφαση κύρια και επικουρική αιτιολογία και αυτές μεταξύ τους αντιφάσκουν, δεν δημιουργείται ο μνημονευθείς λόγος αναίρεσης, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, γιατί το διατακτικό δεν στηρίζεται συγχρόνως επ' αμφοτέρων αυτών των αιτιολογιών, αλλά μόνο επί της μιας εξ αυτών και μάλιστα προεχόντως επί της κυρίας και επιβοηθητικώς επί της επικουρικής ( ΑΠ 1325/1996, ΑΠ 164/1994).

Περαιτέρω, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 719/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τους προταθέντες από την τότε εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρισμούς της προς αντίκρουση της προταθείσας από το εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο ανατρεπτικής ένστασης περί κατάρτισης εξώδικου συμβιβασμού, δεχθέν τα ακόλουθα: "Το Σεπτέμβριο του έτους 1992 καταρτίσθηκε σύμβαση έργου μεταξύ της ενάγουσας και του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΥΠΟΔΟΧΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΠΟΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΑΛΛΙΝΟΣΤΟΥΝΤΩΝ ΟΜΟΓΕΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ (Ε.I.Υ.Α.Π.Ο.Ε)", στη θέση του οποίου υπεισήλθε, μετά τη λύση και εκκαθάρισή του, το ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικός του διάδοχος, δυνάμει του αρθρ. 15 ν. 3072/2002 (ΦΕΚ 294Α).

Με τη σύμβαση αυτή η ενάγουσα ανέλαβε να μεταφέρει πατάτες με φορτηγά αυτοκίνητα εκμετάλλευσής της από την περιοχή Ορεστιάδας Έβρου στη Νότια Αλβανία, ως επισιτιστική βοήθεια στους εκεί ομογενείς. Για τη μεταφορά αυτή, συμφωνήθηκε αμοιβή ύψους 20 δραχμών ανά χιλιόμετρο, ενώ η χιλιομετρική απόσταση Ορεστιάδα - Κρυσταλλοπηγή αρχικά υπολογίστηκε σε 661 χιλιόμετρα.

Σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων η ενάγουσα μετέφερε στη Νότια Αλβανία 7.197.283 Kg πατάτες εκδίδοντας 258 φορτωτικές. Ακολούθως, η ενάγουσα απέστειλε στο αντισυμβαλλόμενο της, Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε, το νόμιμα επικαλούμενο και προσκομιζόμενο, από 20-9-1993 έγγραφό της, το οποίο υπογράφηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ναταλία Κυριακίδου.

Με το έγγραφο αυτό, εξέθεσε, αρχικά, ότι, παρά το ότι η αμοιβή που δικαιούται για την επίδικη μεταφορά ανέρχεται στο συνολικό χρηματικό ποσό των 150.620.117 δραχμών με βάση τις φορτωτικές και τα διανυθέντα χιλιόμετρα, όπως αυτά καταγράφηκαν στους ταχογράφους των φορτηγών αυτοκινήτων της, κατά την άφιξη στον τελικό προορισμό εκφόρτωσης των προϊόντων, εντούτοις το τμήμα ελεγκτών του Ε.I.Υ.Α.Π.Ο.Ε περιέκοψε από αυτήν (την αμοιβή) ποσό ύψους 10.840.092 δρχ., διότι εκτίμησε διαφορετικά τις διανυθείσες χιλιομετρικές αποστάσεις.

Στη συνέχεια, με το ίδιο έγγραφο, η ενάγουσα προέβη σε παρατηρήσεις και ενστάσεις σχετικά με την πράγματι διανυθείσα απόσταση, ζητώντας να επανεξετασθούν οι φορτωτικές και να εγκριθεί η πληρωμή και του υπολοίπου της αμοιβής της, ήτοι του ποσού των 10.840.092 δρχ. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απέστειλε στο αντισυμβαλλόμενο της το νόμιμα επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από 16-11-1993 έγγραφό της, το οποίο υπέγραφε η ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος.

Με το έγγραφο αυτό ζητήθηκε η έγκριση πραγματοποίησης μέτρησης της απόστασης Ορεστιάδας-Κρυσταλλοπηγής από επιτροπή αποτελούμενη από αντιπροσώπους του ιδρύματος, από την τοπική τεχνική υπηρεσία και από αντιπρόσωπο της ενάγουσας. Ενόψει της ως άνω έριδας και αμφισβήτησης σχετικά με την πράγματι διανυθείσα χιλιομετρική απόσταση και συνακόλουθα σχετικά με το ύψος της αμοιβής, που δικαιούτο πράγματι η ενάγουσα, συνετάγη το νόμιμα επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από 12-1-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν ως "πρακτικό συμβιβασμού".

Στο ως άνω συμφωνητικό, το οποίο υπογράφηκε στην Αθήνα, στην έδρα του Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε, από το Γ. Ι. με την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου του ιδρύματος από τη μία πλευρά και από την άλλη από την προαναφερθείσα υπογράφουσα τα προαναφερθέντα έγγραφα Ναταλία Κυριακίδου, δικηγόρο Αθηνών, με την ιδιότητά της ως ειδικής πληρεξούσιας της ενάγουσας, δυνάμει του νόμιμα επικαλούμενου και προσκομιζόμενου με αρ. 26027/23-12-1993 ειδικού πληρεξούσιου της συμβολαιογράφου Ορεστιάδας Ε.

Π., συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: "....Με την από 25-9-1992 απόφαση του Νομάρχη Έβρου ανετέθη στο γραφείο μεταφορών Ορεστιάδας "..." η μεταφορά πατάτας από την Ορεστιάδα σε διάφορες πόλεις της Αλβανίας ως επισιτιστική βοήθεια με τη μεσολάβηση Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε με την τιμή των 20 δρχ. ανά τονοχιλιόμετρο .....Το συνολικό χρηματικό ποσό με βάση τις φορτωτικές ανέρχεται στο ποσό των 150.620.117 δρχ.

και έχει καταβληθεί το ποσό των 139.780.025 δρχ. Η δε διαφορά αυτή των 10.840.092 δρχ. (επισυνάπτεται σχετική κατάσταση και πρακτικό συμβιβασμού) οφείλεται σε λανθασμένη καταμέτρηση των χιλιομετρικών αποστάσεων, που είχε διανύσει κάθε φορτίο. Επειδή, μετά από σειρά διαπραγματεύσεων και για την τελική επίλυση αυτής της διαφοράς ορίστηκε πραγματογνωμοσύνη που πραγματοποιήθηκε την περίοδο από 26-11-1993 έως 1-12- 1993 απεδείχθη ότι η χιλιομετρική απόσταση Ορεστιάδα - Κρυσταλλοπηγή είναι 731 και όχι 660 χιλιόμετρα, όπως καταρχήν είχαν υπολογιστεί για την επιβεβαίωση των πληρωμών.

Το σύνολο των φορτίων που είχαν μεταφερθεί από την Ορεστιάδα μέσω Κρυσταλλοπηγής είναι 7.197.283 τόνοι. Επειδή, μετά από τα νεότερα στοιχεία που προέκυψαν και σύμφωνα με το φύλλο ελέγχου των Οικονομικών ελεγκτών που επισυνάπτεται, το Ε.I.Υ.Α.Π.Ο.Ε κατέβαλε το ποσό των 10.148.170 δρχ. στο Μεταφορικό Γραφείο ... με την επιταγή ..21986-4 (Τράπεζα Αττικής).

Με την υπογραφή του παρόντος το Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε αναγνωρίζει το σύνολο του ποσού που κατέβαλε στο μεταφορικό γραφείο ... σαν δίκαιο και ανταποκρινόμενο στο έργο που το γραφείο είχε αναλάβει. Το μεταφορικό γραφείο θεωρεί το ανωτέρω συνολικό ποσό σαν πλήρη και ολοσχερή εξόφληση για το σύνολο των μεταφορών πατάτας από το νομό Έβρου προς τις διάφορες πόλεις, που ενήργησε με εντολή του Ιδρύματος.

Και οι δυο πλευρές παραιτούνται από οποιαδήποτε παρούσα ή μελλοντική αξίωση σχετική με το έργο (ανάθεση, εκτέλεση, τίμημα, εξόφληση). Η παρούσα γίνεται με σκοπό την αποφυγή δικαστικών διενέξεων και διαφορών και μετά από κοινή συμφωνία των μερών με την οποία παραιτούνται ρητώς πάσης διενέξεως ή διαφωνίας ή αιρέσεως επί του θέματος ......".

Από το ως άνω έγγραφο, το οποίο το εναγόμενο επικαλείται και προσκομίζει ως συστατικό συμβιβασμού αποδείχθηκε πλήρως η σαφής δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης των διαδίκων για συμβιβαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς, ως προς το ύψος της συνολικής αμοιβής της ενάγουσας, η οποία μάλιστα σύμφωνα με το ίδιο συμφωνητικό εξοφλήθηκε ολοσχερώς από το Ε.I.Υ.Α.Π.Ο.Ε.

Επομένως, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην αρχή της παρούσας το ως άνω συμφωνητικό, με το οποίο οι συμβαλλόμενοι έλυσαν με αμοιβαίες υποχωρήσεις την αβεβαιότητα - αμφισβήτηση που αφορούσε το ύψος της συνολικής αμοιβής, αποτελεί σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού. Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι τα ως άνω, σχετικά με το ύψος της αμοιβής, που η ίδια ενάγουσα ισχυριζόταν ότι δικαιούται, όπως και το ύψος του ποσού, που δεχόταν ότι της είχε καταβληθεί από το εναγόμενο, προκύπτουν, πέραν πάσης αμφιβολίας, όχι μόνο από τα ως άνω έγγραφα, αλλά ενισχύονται, σε συνδυασμό με το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, και από το νόμιμα επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από 17-4-2003 έγγραφο, που απέστειλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ο σύζυγος της ενάγουσας Χ.

Κ.. Στο τελευταίο αναφέρεται ότι από το σύνολο της αμοιβής για τη μεταφορά με βάση τις φορτωτικές, που ήταν "της τάξεως των 150.000.000 δρχ.", το μεταφορικό γραφείο έλαβε "ένα μόνο μέρος του της τάξεως των 132.000.000 δρχ.". Αλλά και στην σχετική με αρ. καταθ. 7688/2004 αίτηση ασφαλιστικών που κατέθεσε η ενάγουσα, (η οποία απορρίφθηκε με τη με αρ. 7567/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), όπως και στην προηγηθείσα σχετική αγωγή της με αρ.

καταθ. 32307/2005, (η οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα λόγω αοριστίας με τη με αρ. 6606/2007 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου), η ενάγουσα και πάλι είχε ισχυρισθεί ότι έναντι της αμοιβής της είχε καταβληθεί από το εναγόμενο το ποσό των 139.780.025 δρχ. και μόνο με την υπό κρίση αγωγή της και μάλιστα, μετά την διόρθωση αυτής, ισχυρίζεται, πλέον, προκειμένου να θεμελιώσει το αίτημά της, ότι της έχει καταβληθεί μόνο το ποσό των 84.280.0250 + 10.148.117 δρχ.

ήτοι 94.428.142 δρχ. Πάντως, από τη συνολική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού καθίσταται εμφανές ότι η ίδια η ενάγουσα κατ' αρχήν εκτίμησε και διεκδίκησε από την αρχή ως αμοιβή το ποσό των 150.620.117 δρχ., το οποίο υπολόγισε σύμφωνα με τη διανυθείσα χιλιομετρική απόσταση και τη μεταφερθείσα ποσότητα γεώμηλων, και με βάση αυτά τα πραγματικά δεδομένα στη συνέχεια αφενός μεν εξουσιοδότησε και την άμεσο αντιπρόσωπό της, προκειμένου η τελευταία να εισπράξει το υπόλοιπο και να υπογράψει και το σχετικό συμφωνητικό και αφετέρου σύμφωνα και με όσα αναφέρονται παρακάτω, αποδέχθηκε την καταβολή του ποσού των 10.148.170 δρχ.

σε πλήρη εξόφληση των οφειλόμενων. Η ενάγουσα στηρίζει την υπό κρίση αγωγική της απαίτηση, κατά κύριο λόγο, στο από 16-5-1994 έγγραφο του ορκωτού λογιστή του ιδρύματος Ι. Λ., σύμφωνα με το οποίο την 31-12-1993, (ήτοι πριν τη σύναψη της από 12-1-1994 σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού), προέκυπτε πιστωτικό υπόλοιπο οφειλής ύψους 66.340.092 δρχ.

Μάλιστα, με την αγωγή της ισχυρίζεται ότι η ίδια ζήτησε "να διοριστεί ορκωτός λογιστής προκειμένου να προσδιοριστεί το ακριβές χρεωστικό υπόλοιπο εκ μέρους του... και ως τοιούτος διορίσθηκε ο Ι. Λ., ο οποίος την 16-5-1994 διαπίστωσε, ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο ανερχόταν πράγματι στο ποσό των 66.340.092 δρχ. ή 194.688,45 ευρώ".

Πλην όμως α) από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ως άνω ορκωτός λογιστής ορίσθηκε μετά από δικό της αίτημα για να προσδιορίσει το ακριβές χρεωστικό υπόλοιπο και μάλιστα μετά την κατάρτιση του ως άνω "πρακτικού συμβιβασμού", β) δεν επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο η ύπαρξη "πιστωτικού υπολοίπου" ύψους 66.340.092 δρχ.

είτε πριν είτε μετά την υπογραφή του "πρακτικού συμβιβασμού" και γ) σύμφωνα με το προαναφερθέν από 17-4-2003 έγγραφο, που απέστειλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ο σύζυγος της Χ. Κ., η διεκδίκηση του ποσού των 66.340.092 δρχ. ξεκίνησε, όταν τον Απρίλιο του έτους 2002 η ενάγουσα έλαβε το από 16-5-1994 έγγραφο από τον ορκωτό λογιστή του ιδρύματος Ι.

Λ., σύμφωνα με το οποίο την 31-12-1993, (ήτοι πριν τη σύναψη της από 12-1-1994 σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού), προέκυπτε πιστωτικό υπόλοιπο οφειλής ύψους 66.340.092 δρχ. Μέχρι τότε, ήτοι τον Απρίλιο του 2002, δεν προκύπτει ότι η ενάγουσα αμφισβήτησε το ύψος της οφειλής, όπως και το περιεχόμενο του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού, αλλά ούτε και ότι ισχυρίσθηκε ότι υπήρχε υπόλοιπο αμοιβής που δεν της είχε καταβληθεί.

Το από 16-5-1994 έγγραφο προσκομίζεται τόσο από την τελευταία σε πρωτότυπο, όσο και από το εφεσίβλητο σε φωτοτυπία, της οποίας η γνησιότητα δεν αμφισβητείται και η οποία λαμβάνεται υπόψη κατ' άρθρο 270 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, από το ως άνω νόμιμα επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο δεν αναιρούνται τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά.

Συγκεκριμένα, από το τελευταίο προκύπτει ότι αφενός μεν αυτό έχει αποσταλεί σε δυο αντίτυπα και αφετέρου ότι ο ως άνω ορκωτός λογιστής διαπιστώνει το ως άνω πιστωτικό υπόλοιπο κατά την 31-12-1993 και καλεί την ενάγουσα να του γνωρίσει αν συμφωνεί με αυτό και σε περίπτωση που δεν συμφωνεί α) να αναγράψει το υπόλοιπο που προκύπτει από τα δικά της βιβλία, β) το ένα από τα αντίτυπα της επιστολής να το αποστείλει απευθείας στον ίδιο.

Επίσης, όπως προκύπτει από το έγγραφο, που προσκομίζει και επικαλείται το εφεσίβλητο, υπάρχει επ' αυτού ιδιόχειρη σημείωση περί συμφωνίας με πιστωτικό υπόλοιπο ύψους 10 - 11.000.000 δρχ. και σφραγίδα του "γραφείου μεταφορών Χ. Κ.", ενώ στο έγγραφο που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα και το οποίο αποτελεί προφανώς το δεύτερο αποσταλέν αντίτυπο, το οποίο κράτησε η τελευταία, δεν υπάρχει καμία σημείωση.

Από τα ως άνω προκύπτει η αβασιμότητα των ισχυρισμών της ενάγουσας για υπόλοιπο οφειλής ύψους 66.340.092 δρχ., ενώ και η ίδια συμφωνεί μόνο για πιστωτικό υπόλοιπο ύψους 10 - 11.000.000 δρχ. την 31-12-1993. Επίσης, πρέπει ιδιαίτερα να σημειωθεί ότι, εκτός από το ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, το "πιστωτικό υπόλοιπο" των 66.340.092 δρχ.

δεν επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, η χρονολογία του εγγράφου ήτοι η 16-5-1994 είναι μεταγενέστερη του κατά τα άνω εξώδικου συμβιβασμού, μετά τον οποίο δεν επιτρέπεται η επάνοδος των μερών στο ύψος της οφειλής, αφού το ύψος που αναγνωρίσθηκε ήταν και το οφειλόμενο. Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη η ένσταση που πρόβαλε παραδεκτά το εναγόμενο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Περαιτέρω, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα η αντένσταση της ενάγουσας, την οποία επαναφέρει με λόγο έφεσης και σύμφωνα με την οποία το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό πρέπει να ακυρωθεί: α) διότι η πληρεξούσια δικηγόρος της Ναταλία Κυριακίδου "ενήργησε καθ' υπέρβαση των ορίων πληρεξουσιότητας παραιτούμενη από οποιαδήποτε παρούσα ή μελλοντική αξίωση σχετική με το έργο, ενώ το ειδικό πληρεξούσιο, το οποίο μάλιστα δεν μνημονεύεται στο συμφωνητικό, δεν περιείχε την ειδική εντολή προς παραίτηση", β) "λόγω πλάνης της αντιπροσώπου της ως προς το υπόλοιπο της οφειλόμενης αμοιβής, γεγονός που γνώριζε το Ίδρυμα και το αποσιώπησε και συγκεκριμένα λόγω πλάνης ως προς γεγονότα που κατά αυτήν αποτέλεσαν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο του συμβιβασμού ήτοι "ότι μέχρι τη σύνταξη του σχετικού συμφωνητικού είχε καταβληθεί το ποσό των 139.780.025 δρχ.

και ότι το ποσό των 10.148.092 δρχ. εμπεριέχεται στο ποσό των 150.620.117 δρχ."... Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά: α) η ως άνω αντιπρόσωπος της ενάγουσας χειρίσθηκε από την αρχή την υπόθεση ως πληρεξούσια δικηγόρος της και γνώριζε με ακρίβεια την καταρτισθείσα σύμβαση έργου, την εκτέλεσή της από την εντολέα της ενάγουσα, αλλά και την αμφισβήτηση - έριδα και αβεβαιότητα, που προέκυψε στη συνέχεια μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, για το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής και η οποία οφειλόταν στη διαφορά ανάμεσα στην αρχικά υπολογισθείσα και την πράγματι διανυθείσα χιλιομετρική απόσταση.

Επί πλέον, η ίδια ως άνω αντιπρόσωπος, η οποία, όπως προκύπτει και από τη νόμιμα επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 31-1-1994 απόδειξη πληρωμής, εισέπραξε το ως άνω συμφωνηθέν υπόλοιπο της αμοιβής "σε εξόφληση του λογαριασμού με ...", γνώριζε σαφώς και το ποσό που είχε καταβληθεί μέχρι τότε στην εντολέα της και το οποίο σύμφωνα με το περιεχόμενο των εγγράφων που απεστάλησαν προς το τελευταίο ανερχόταν στο ύψος των 139.780.025 δρχ.

Επομένως, είναι αβάσιμα τα όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα περί πλάνης της αντιπροσώπου της κατά τον χρόνο κατάρτισης του από 12-1-1994 συμφωνητικού. Περαιτέρω, β) από το περιεχόμενο του με αρ. 26027/23-12-1993 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου σύμφωνα με το οποίο "παρέχεται στη Ναταλία Κυριακίδου η εντολή και πληρεξουσιότητα να ζητήσει συμβιβασμό και να υπογράψει ιδιωτικό συμφωνητικό με το ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΥΠΟΔΟΧΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΠΟΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΑΛΛΙΝΟΣΤΟΥΝΤΩΝ ΟΜΟΓΕΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ και να παραλάβει την εξόφληση αυτού", σε συνδυασμό και με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία καταδεικνύουν ότι η Ναταλία Κυριακίδου χειρίστηκε την υπόθεση σε απόλυτη ταύτιση με τις θέσεις της εντολέα της από την αρχή και μέχρι την κατά τα άνω εξόφληση της οφειλής, σημειουμένου και του γεγονότος ότι από το χρόνο υπογραφής του ως άνω συμφωνητικού και εξόφλησης μέχρι και το έτος 2003, η ενάγουσα, ουδέποτε αμφισβήτησε καθ' οιονδήποτε τρόπο τις ενέργειες της πληρεξούσιας δικηγόρου της και την εγκυρότητα του υπογραφέντος συμφωνητικού, προκύπτει με σαφήνεια ότι η αντιπρόσωπος της ενάγουσας ενήργησε εντός των ορίων της δοθείσας πληρεξουσιότητας.

Επιπρόσθετα, η ανεπιφύλακτη από μέρους της ενάγουσας είσπραξη (την οποία δεν αρνείται) του προαναφερόμενου ποσού προς εκπλήρωση της σύμβασης και εξόφληση των απαιτήσεων της, αποτελεί εκ των υστέρων έγκριση των ανωτέρω ενεργειών της δικηγόρου της, όπως αναφέρεται και στην μείζονα σκέψη.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν οι ως άνω ισχυρισμοί - αντενστάσεις της ενάγουσας οι οποίες επαναφέρονται με λόγο έφεσης ως αβάσιμοι από ουσιαστική άποψη...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που είχε κρίνει ως μη νόμιμη την προαναφερόμενη αντένσταση περί πλάνης της αντιπροσώπου της αναιρεσείουσας, αλλά και στο σύνολό της, κράτησε και δίκασε στην ουσία η υπόθεση και απέρριψε την αγωγή, μετά παραδοχή ως βάσιμης της ένστασης του εξώδικου συμβιβασμού και απόρριψη των αντενστάσεων ως αβασίμων κατ' ουσία.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού αιτιολογίες επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της επικληθείσας εκ μέρους της αναιρεσείουσας υπέρβασης της δοθείσας πληρεξουσιότητας εκ μέρους της προς τη δικηγόρο Ναταλία Κυριακίδη, κατά την κατάρτιση του εξώδικου συμβιβασμού μεταξύ αφενός του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε.", καθολικός διάδοχος του οποίου κατέστη το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, και αυτής, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή, των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 211, 217, 229 έως 231 και 238 του ΑΚ, αφού τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού των εφαρμοστέων εδώ κανόνων δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, δεχόμενο ειδικότερα, ότι η άνω αντιπρόσωπός της ενήργησε εντός των ορίων της δοθείσας υπ' αυτής ειδικής πληρεξουσιότητας με το υπ' αριθ. 26027/23-12-1993 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ορεστιάδας Ε.

Π., καθόσον σ' αυτό αναφέρεται ότι παρέχεται στην άνω δικηγόρο η εντολή και πληρεξουσιότητα να ζητήσει συμβιβασμό, να υπογράψει ιδιωτικό συμφωνητικό με το Ίδρυμα και να παραλάβει την εξόφληση αυτού. Δέχτηκε, δηλαδή, ότι η ειδική ως άνω πληρεξουσιότητα δόθηκε για την κατάρτιση συμβιβασμού γενικώς για την όλη έννομη σχέση μεταξύ τους και όχι μόνο για τη διαφορά, που είχε ανακύψει από το διαφορετικό υπολογισμό της χιλιομετρικής απόστασης των μεταφερομένων υπό της αναιρεσείουσας φορτίων, μεταξύ των πράγματι διανυθέντων χιλιομέτρων και των αρχικώς υπολογισθέντων, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Επιπλέον, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί έγκρισης εκ μέρους της αναιρεσείουσας του άνω εξώδικου συμβιβασμού, που προϋποθέτει έλλειψη ειδικής πληρεξουσιότητας για την κατάρτισή του, δεν ιδρύει τον από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αντιφάσκουσα με την προαναφερόμενη αιτιολογία της, σύμφωνα με την οποία η άνω αντιπρόσωπός της ενήργησε κατόπιν ειδικής πληρεξουσιότητας και εντός των ορίων της, καθόσον πρόκειται περί επικουρικής αιτιολογίας και το διατακτικό της δεν στηρίζεται συγχρόνως επ' αμφοτέρων αυτών των αιτιολογιών, αλλά μόνο επί της μιας εξ αυτών και μάλιστα προεχόντως επί της κυρίας, η οποία δεν επλήγη, κατά τα άνω επιτυχώς.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το σχετικό σκέλος του οποίου υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναίρεσης, διότι οι κατ' αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς.

Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το σχετικό του σκέλος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την επάλληλη αιτιολογία της, σύμφωνα με την οποία "...Επιπρόσθετα, η ανεπιφύλακτη από μέρους της ενάγουσας είσπραξη, την οποία δεν αρνείται, του προαναφερόμενου ποσού προς εκπλήρωση της σύμβασης και εξόφλησης των απαιτήσεών της, αποτελεί εκ των υστέρων έγκριση των ανωτέρω ενεργειών της δικηγόρου της...", είναι αλυσιτελής, διότι η άνω κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία η άνω αντιπρόσωπός της ενήργησε κατόπιν ειδικής πληρεξουσιότητας και εντός των ορίων της και η οποία, κατά τα άνω, δεν επλήγη επιτυχώς, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

Σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι με τις παραδοχές του αυτές, με την ανεπιφύλακτη, δηλαδή, από αυτήν είσπραξη του προαναφερομένου χρηματικού ποσού ενέκρινε τον γενόμενο συμβιβασμό, δεν παραβίασε ως προς το σημείο τούτο καμία από τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 211, 212, 229 έως 231 και 238 ΑΚ.

Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, αφού με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι τα γεγονότα που αποτέλεσαν τη βάση του συμβιβασμού ήταν αληθή και συνεπώς δεν υπήρξε πλάνη στο πρόσωπο της συμβληθείσας ως αντιπροσώπου της αναιρεσείουσας, κατά την κατάρτιση του συμβιβασμού, σε σχέση με αυτά, με αποτέλεσμα την απόρριψη του αντίστοιχου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί πλάνης, δηλαδή, της άνω αντιπροσώπου της, την οποία γνώριζε το Ίδρυμα και την αποσιώπησε.

Ειδικότερα, δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή η άρνηση εφαρμογής του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 872 ΑΚ και αρκούσαν για τη θεμελίωση της κρίσης της αυτής οι προαναφερόμενες παραδοχές της, σύμφωνα με τις οποίες η συμβληθείσα ως αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας, πληρεξουσία δικηγόρος της, που χειρίστηκε εξαρχής την υπόθεση, γνώριζε, κατά την κατάρτιση του συμβιβασμού, την καταρτισθείσα σύμβαση έργου, την εκτέλεσή της από την εντολέα της, την αμφισβήτηση-έριδα και αβεβαιότητα, που προέκυψε μεταξύ των συμβαλλομένων για το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής και αναγόταν στη διαφορά μεταξύ της αρχικά υπολογισθείσας (660 χλμ) και της πραγματικά διανυθείσας (731 χλμ) χιλιομετρικής απόστασης για κάθε μεταφορά από την Ορεστιάδα στην Κρυσταλλοπηγή και περαιτέρω ότι το σύνολο της αμοιβής της για τη μεταφορά με βάση τη διανυθείσα χιλιομετρική απόσταση, ανερχόταν στο ποσό των 150.620.117 δραχμών, στο οποίο εμπεριείχετο το ποσό των 10.148.092 δραχμών και ότι μέχρι τη σύνταξη του συμβιβασμού είχε καταβληθεί σ' αυτή (αναιρεσείουσα), σύμφωνα και με έγγραφα, που απεστάλησαν από την ίδια προς το Ίδρυμα, το ποσό των 139.780.025 δραχμών, όπως, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά περιλήφθηκαν στη σύμβαση συμβιβασμού και αποτέλεσαν τη βάση του.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το σχετικό σκέλος του οποίου η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που προβάλλονται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση της παραβίασης του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, ότι τα γεγονότα που αποτέλεσαν τη βάση του συμβιβασμού δεν αληθεύουν, αφού το ποσό των 10.148.092 δραχμών δεν εμπεριείχετο στο ποσό των 150.620.117 δραχμών, αλλά οφειλόταν επιπλέον αυτού και μέχρι τη σύνταξη του συμβιβασμού δεν είχε καταβληθεί σ' αυτή το ποσό των 139.780.025 δραχμών, αλλά μόνο το ποσό των 84.280.025 δραχμών και ότι συνεπώς υφίστατο πλάνη ως προς αυτά της συμβληθείσας ως αντιπροσώπου της είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων σ' αυτές επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, αλλά και των αντίθετων θέσεων αυτής από εκείνες, που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα δικαστικά τεκμήρια, μπορούν να συναχθούν από οποιοδήποτε έγγραφο, επομένως από δηλώσεις και βεβαιώσεις τρίτων, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, συνετάγησαν προ ή κατά τη δίκη ειδικώς προς το σκοπό να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο σε αυτή, γιατί έτσι γίνεται καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 396 επ.

ΚΠολΔ που αναφέρονται στο αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων (ΑΠ 743/2011, ΑΠ 1076/2010). Με το δεύτερο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τη βεβαίωση του Προέδρου της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Ορεστιάδας Συν.Π.Ε., που αποτελεί έγγραφο και από το οποίο προέκυπτε, ότι αυτή από το ποσό των 55.000.000 δραχμών, που είχε καταβάλει το Ίδρυμα στον ανωτέρω Συνεταιρισμό, ουδέν χρηματικό ποσό είχε λάβει, καθόσον αυτό καταβλήθηκε σε άλλους μεταφορείς και όχι σ' αυτή που εισέπραττε τις αμοιβές της απευθείας από το Ίδρυμα και όχι μέσω αυτού, με αποτέλεσμα να μη γίνουν δεκτοί οι αγωγικοί ισχυρισμοί της και να απορριφθεί η αγωγή της, επειδή δέχτηκε ότι αυτή η βεβαίωση συντάχθηκε και προσκομίστηκε ειδικώς για να χρησιμεύσει στη δίκη αυτή.

Ενόψει όμως του ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι η ανωτέρω βεβαίωση δόθηκε ειδικώς προς το σκοπό να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη αυτή, ορθώς δεν το έλαβε υπόψη και δεν το εκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επομένως ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Καμιά όμως διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική αναφορά και τη χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. Η παράβαση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Ο λόγος όμως αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1/2016, ΑΠ 1306/2015, ΑΠ 1763/2007 ).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του προς απόδειξη των θεμελιούντων την αγωγή της πραγματικών περιστατικών και την απόρριψη των ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου και συγκεκριμένα α) τη με ημερομηνία λήξης 24-12-1992 επιταγή έκδοσης του Ιδρύματος εις διαταγήν της, ποσού 70.000.000 δραχμών, β) το παραστατικό της από 27-4-1993 καταβολής από το Ίδρυμα προς αυτή ποσού 7.380.025 δραχμών και γ) το παραστατικό της από 22-2-1993 καταβολής από το Ίδρυμα ποσού 6.900.000 δραχμών στον υπ'αριθ. 22257005 τραπεζικό της λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα από τα οποία προκύπτει, ότι αυτά είναι τα μόνα ποσά, που έλαβε από το Ίδρυμα για την αμοιβή της μέχρι τη σύναψη του επίμαχου συμβιβασμού και ότι συνεπώς οφειλόταν σ' αυτή το με την αγωγή αιτούμενο υπόλοιπο ποσό της αμοιβής της, για το οποίο δεν έδωσε εντολή για συμβιβασμό, ούτε και ενέκρινε αυτόν.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος προεχόντως, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε " όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης...", σε συνδυασμό με το λοιπό περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση αυτών.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 164/2017 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-3-2017αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1332/2016 τελεσίδικης απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ