Supreme Court dismisses appeal against lawyer's fee award, ruling old law governs pre-existing fee agreements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court's decision awarding legal fees to a lawyer. The appellant argued for the application of new legislation, but the court held that fee agreements established under prior law remain binding and cannot be overturned by subsequent statutes. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118, 117, 216 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 9 of the Code of Civil Procedure; Article 68 of the Code of Civil Procedure; Article 522 of the Code of Civil Procedure; Article 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure: Fee agreements concluded under the law in force at the time remain valid and cannot be invalidated by subsequent legislative changes, and an appellant must demonstrate a direct legal interest to challenge a judgment regarding a separate claim that was not transferred to the appellate court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1456 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1456/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τσουκαλά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Φ. του Ε., δικηγόρου..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου.
Εκδόθηκαν η 38/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 134/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-9-2016 αίτησή του και τους από 2-3-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αναιρεσίβλητου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Ειδικότερα, επί αγωγής δικηγόρου με την οποία ζητείται η επιδίκαση της αμοιβής που συμφωνήθηκε με τον εντολέα του για δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, συναφείς προς το δικηγορικό λειτούργημα, μετά την εκτέλεση τούτων, αρκεί στο δικόγραφο αυτής να μνημονεύονται το περιεχόμενο της εντολής, η εκτέλεση αυτής και η συμφωνία περί αμοιβής, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση κάθε μιας των επί μέρους ενεργειών στις οποίες προέβη ο δικηγόρος (ΑΠ 1645/1995).
Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 21-4-2011 αγωγή του αναιρεσίβλητου δικηγόρου, το περιεχόμενο της οποίας επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 παρ.2), ιστορούνται τα ακόλουθα: Ότι, περί τις αρχές Ιουλίου 2009, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ζήτησε από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο δικηγόρο την παροχή των νομικών και δικηγορικών του υπηρεσιών προκειμένου να καταστεί εφικτή η εκτέλεση της ...2005 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία είχε υποχρεωθεί η ανώνυμη εταιρία "...
ΑΕ" να καταβάλει προς τον εναγόμενο (ως αιτούντα την έκδοση της διαταγής πληρωμής) το χρηματικό ποσό των 212.435 ευρώ νομιμοτόκως από 29-8-2005, καθώς και δικαστικά έξοδα 4.300 ευρώ. Ότι η συνδρομή του ενάγοντος ζητήθηκε διότι η οφειλέτρια εταιρία είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων την από 8-9-2005 ανακοπή κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής και είχε επιτύχει αναστολή της εκτελεστότητάς της με την 3183/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και, περαιτέρω, διότι αν και η ανακοπή είχε απορριφθεί πρωτοδίκως με την 164/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η αναστολή εξακολουθούσε να ισχύει μέχρι την τελεσιδικία της απόρριψης, για την επέλευση της οποίας δεν είχε γίνει επίδοση της οριστικής αποφάσεως.
Ότι ο ενάγων αποδέχθηκε την εντολή και ζήτησε από τον εναγόμενο, προσωρινώς, την καταβολή μόνο της ελάχιστης αμοιβής, όπως ενσωματώνεται στο γραμμάτιο προείσπραξης του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Ότι αμφότεροι επιφυλάχθηκαν για τη ρύθμιση της αμοιβής με μεταγενέστερη συμφωνία, κατά την οποία θα λαμβανόταν υπ' όψη και το ύψος της απαίτησης.
Ότι ο ενάγων επέλεξε ως πρώτη ενέργεια για την εκτέλεση της εντολής την άσκηση αιτήσεως για ανάκληση της 3183/2005 αποφάσεως λόγω αφερεγγυότητας της οφειλέτριας, με ταυτόχρονο αίτημα προσωρινής διαταγής. Ότι το αίτημα προσωρινής διαταγής απορρίφθηκε και, ύστερα από παρεξήγηση που συνέβη μεταξύ των διαδίκων λόγω της καχυποψίας, την οποία επιδείκνυαν ο εναγόμενος και η σύζυγός του προς τον ενάγοντα, ο τελευταίος ζήτησε να λύσουν τη συνεργασία τους.
Ότι, κατά μήνα Δεκέμβριο 2009, ο εναγόμενος πλησίασε και πάλι τον ενάγοντα και του ζήτησε να συνεχίσει να τον εκπροσωπεί στην ίδια υπόθεση, υποσχόμενος να του καταβάλει αμοιβή 6% επί του ποσού που ήδη είχε επιδικασθεί με τη διαταγή πληρωμής, σε περίπτωση που θα επιτυγχανόταν η είσπραξή του. Ότι ο ενάγων αποδέχθηκε την πρόταση, με την παράλληλη συμφωνία ότι μέχρι τότε ο εναγόμενος θα εξακολουθούσε να πληρώνει την αξία των γραμματίων προείσπραξης.
Ότι επί της αιτήσεως ανακλήσεως εκδόθηκε η 186/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία ανακλήθηκε η 3183/2005 απόφαση αναστολής και άνοιξε ο δρόμος για την αναγκαστική εκτέλεση. Ότι μετά την επίδοση της από 31-8-2010 επιταγής προς εκτέλεση της διαταγής πληρωμής, η οφειλέτρια άσκησε ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως και με βάση αυτήν, με την από 6-9-2010 αίτηση ζήτησε την αναστολή της, με ταυτόχρονο αίτημα προσωρινής διαταγής.
Ότι ο ενάγων παραστάθηκε και επέτυχε τη μη χορήγηση προσωρινής διαταγής μη εκτελέσεως. Ότι, κατόπιν, ο ενάγων συνέταξε εντολή για την επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης, αλλά ο εναγόμενος ήρθε σε συνεννόηση με την οφειλέτρια και αποδέχθηκε να λάβει από αυτήν τρία διαμερίσματα οικοδομής, που ικανοποιούσαν την επιδικασθείσα απαίτησή του και τους τόκους.
Ότι, εκτός από την ως άνω υπόθεση, ο εναγόμενος είχε αναθέσει στον ενάγοντα τη σύνταξη και κατάθεση προς το Δικηγορικό ... αναφοράς σε βάρος της δικηγόρου Μ. Κ.. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητεί με την ένδικη αγωγή αφ' ενός ως συμφωνηθείσα αμοιβή για τις ενέργειές του προς είσπραξη της διαταγής πληρωμής το ποσό των [(κεφάλαιο 212.435+τόκοι 123.792)*6%=] 20.173,62 ευρώ και επί πλέον το ΦΠΑ και αφ' ετέρου ως αμοιβή για τη σύνταξη και κατάθεση της αναφοράς το ποσό των 5.000 ευρώ.
Με αυτό το ιστορικό, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και ορθώς το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, με την προσβαλλόμενη 134/2015 απόφασή του, απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και με τον τρόπο αυτό επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως. Πράγματι, στην αγωγή εκτίθεται με επάρκεια το περιεχόμενο της δοθείσας εντολής, η εκ μέρους του ενάγοντος δικηγόρου εκτέλεσή της με αίσιο αποτέλεσμα για τον εναγόμενο εντολέα και η συμφωνηθείσα αμοιβή, η οποία, αν και υπολογίσθηκε σε ποσοστό, ήταν εξ αρχής συγκεκριμένη, διότι συνδεόταν με κεφάλαιο και τόκους που είχαν ήδη επιδικασθεί.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
2. Με τους δεύτερο και τέταρτο από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης α) παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου και με αντιφατικές αιτιολογίες, τις ουσιαστικές διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων (ν.δ 3026/1954) και συγκεκριμένα αυτές των άρθρων 92, 98, 99 επ., 114, 116 παρ.3 και 178 παρ.1, διότι ενώ δέχθηκε συμφωνία περί αμοιβής του ενάγοντος δικηγόρου με βάση τα νόμιμα, ελάχιστα όρια του κώδικα, παραλλήλως δέχθηκε και συμφωνία περί ποσοστιαίας αμοιβής σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως της δίκης, χωρίς, μάλιστα, να διαλάβει σαφή παραδοχή περί συνάψεως εγκύρου συμβάσεως εργολαβίας δίκης και β) παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι ενώ δέχθηκε ασάφεια ως προς τις δηλώσεις των διαδίκων σχετικά με τον καθορισμό της αμοιβής του ενάγοντος δικηγόρου, παρέλειψε να προσφύγει στους κανόνες αυτούς κατά την αναζήτηση της αληθινής βούλησης των μερών.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όμως, προκύπτει ότι το μονομελές εφετείο, πέραν των όσων αναφέρονται παραπάνω ως προς τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί ο ενάγων και οι οποίες επαληθεύτηκαν, δέχθηκε εν προκειμένω και τα εξής ουσιώδη: Ότι ως προς την αμοιβή του ενάγοντος, είχε συμφωνηθεί να καταβάλλεται περιοδικώς η εκάστοτε ελαχίστη, όπως αποτυπώνεται στο προς την επιχειρούμενη ενέργεια αντίστοιχο γραμμάτιο προείσπραξης, το οποίο εκδίδει ο οικείος δικηγορικός σύλλογος.
Ότι, επί πλέον της αμοιβής αυτής και σε περίπτωση που ήθελε επιτευχθεί η εκτέλεση της διαταγής πληρωμής, συμφωνήθηκε να λάβει ο ενάγων επί του οφειλομένου ποσού και των τόκων κάποιο ποσοστό, το οποίο δεν είχε προσδιορισθεί εξ αρχής. Ότι μετά τη διακοπή και την επανάληψη της συνεργασίας των διαδίκων, περί τις αρχές Δεκεμβρίου 2009, προσδιορίσθηκε η εν λόγω ποσοστιαία αμοιβή σε 6% επί του αντικειμένου της διαφοράς.
Ότι για όλες τις διαδικαστικές ενέργειες, στις οποίες προέβη ο ενάγων, λάμβανε πάντοτε την αξία του γραμματίου προείσπραξης, γι' αυτό και, όταν κατέστη εφικτή η εκτέλεση της διαταγής πληρωμής, ο εναγόμενος όφειλε σ' αυτόν και την ποσοστιαία αμοιβή. Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει με σαφήνεια ότι α) το δικαστήριο της ουσίας δεν διέγνωσε κανένα κενό ως προς το περιεχόμενο της περί αμοιβής συμφωνίας των διαδίκων, με συνέπεια να μην αναγκασθεί να προβεί σε κάποια διαδικασία ερμηνείας αυτής ή αναζήτησης της αληθινής βούλησης των μερών, οπότε και μόνο θα ήταν απαραίτητη και αναιρετικώς ελεγκτέα η εφαρμογή των ΑΚ 173, 200, β) το δικαστήριο της ουσίας ουδόλως δέχθηκε την ύπαρξη συμφωνίας εργολαβίας δίκης, την οποία, άλλωστε, ακόμη και ο ενάγων δικηγόρος ρητώς απέκλεισε, με συνέπεια να μην αποτελεί μια τέτοια, ανύπαρκτη συμφωνία θεμέλιο της νομίμου βάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) το δικαστήριο της ουσίας σαφώς δέχθηκε ειδική συμφωνία περί αμοιβής, καταρτισθείσα στο πλαίσιο τη αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) και μη προσκρούουσα σε κάποια, αναγκαστικού δικαίου, διάταξη του κώδικα περί δικηγόρων, οπότε και δεν υπήρχε λόγος εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεως, τις οποίες οι εξεταζόμενοι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως προϋποθέτουν ως παραβιασθείσες.
Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι είναι αβάσιμοι.
3. Με τον τρίτο από τους πρόσθετους λόγους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το μονομελές εφετείο παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις του νέου κώδικα των δικηγόρων (ν. 4194/2013), παρά το γεγονός ότι κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης (31-8-2015) ο νόμος αυτός είχε ήδη τεθεί σε ισχύ.
Και είναι μεν αληθές ότι, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ.2 και 535 παρ.1 ΚΠολΔ., σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το πρώτο στάδιο της έκκλητης δίκης, κατά το οποίο αποβλέπει αποκλειστικά στον έλεγχο της κατά το χρόνο αυτό νομικής ορθότητας της απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος με ρητή διάταξη καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου.
Ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία ευδοκίμησης κάποιου λόγου έφεσης, εξαφανίζει την εκκληθείσα απόφαση και δικάζει εκ νέου στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οφείλει να εφαρμόσει το νέο νόμο (ΑΚ 2), αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, ασχέτως αν έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και αν η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 997/2014).
Αυτό, όμως, δεν μπορεί να ισχύσει στην περίπτωση που κρίνονται έννομες σχέσεις, οι οποίες δημιουργήθηκαν και εξελίχθηκαν υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος δικαίου και δεν επιτρέπεται να ανατραπούν από την επελθούσα νομοθετική μεταβολή. Επομένως, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι οι διατάξεις του ν. 4194/2013 ευνοούν τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, αυτές δεν μπορεί να έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, αφού η συμφωνία περί αμοιβής καταρτίσθηκε υπό την ισχύ του ν.δ. 3026/1954.
4. Με τον πέμπτο από τους πρόσθετους λόγους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι, μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου λόγω της ενώπιον εκείνου ερημοδικίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, το μονομελές εφετείο παρέλειψε να κρίνει το κεφάλαιο της ένδικης αγωγής που είχε ως αντικείμενο την προς τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του από παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου και της συνεναγομένης συζύγου του, η οποία δεν συνεχίζει τη δίκη μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης. Ο εξεταζόμενος λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων, ως εναγόμενος, δεν επικαλείται άμεσο έννομο συμφέρον (ΚΠολΔ 68) για να προσβάλει την εφετειακή απόφαση ως προς κεφάλαιο της κατ' αυτού αγωγής, το οποίο φέρεται ότι παρέμεινε εκκρεμές. Πέραν τούτου, όμως, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ως προς το περί χρηματικής ικανοποιήσεως κεφάλαιο η αγωγή είχε διαχωρισθεί, ότι η εκδίκαση αυτού είχε διαταχθεί κατά την τακτική διαδικασία και ότι ως προς το ζήτημα αυτό (του διαχωρισμού των δύο κεφαλαίων) δεν υπήρξε μεταβίβαση της υποθέσεως στο εφετείο (ΚΠολΔ 522), με συνέπεια η πρωτόδικη απόφαση να μην έχει εκκληθεί ούτε εξαφανισθεί ως προς αυτό.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, κύριος ή πρόσθετος, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-9-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 134/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 13η Ιουνίου 2017.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ