Supreme Court dismisses appeal against appealable judgment regarding waste disposal damages and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by a construction company and individuals against the Athens Court of Appeal's 2011 decision. The lower court had awarded damages to a charity society for unauthorized waste dumping on its property, rejecting the appellants' claim that they had already moved the waste legally. The Court found the appeal arguments based on alleged procedural errors and lack of evidence regarding the waste transfer to be unfounded. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appellants were ordered to pay the appeal costs and the charity's legal expenses.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is admissible only if it raises a serious question of law or fact, and the Supreme Court will not overturn a lower court's factual findings or evidentiary assessment absent a clear legal error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1456 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1456/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Αριστείδη Πελεκάνο και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΗΛΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΡΓ.ΗΛ. ΑΤΕ" που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Γ. Γ. του Χ., κατοίκου ... και 3. Π. Γ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπούζα. Του αναιρεσιβλήτου: Αναγνωρισμένου Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΗΝΩΝ (ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟ)", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Ανανιάδου-Τσουκαλά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Σεπτεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3090/2002 μη οριστική και 8633/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4223/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17 Ιουλίου 2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 30 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4223/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς τόσο την από 25.5.2009 έφεση του αναιρεσίβλητου σωματείου όσο και την από 13.7.2009 αντίθετη έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 8633/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, που εκδόθηκε μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που διέταξε η υπ' αριθ. 3090/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, έγινε εν μέρει δεκτή η από 12.9.2000 αγωγή του αναιρεσίβλητου σωματείου και υποχρεώθηκαν εις ολόκληρο οι τρείς πρώτοι των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντες να του καταβάλουν νομιμοτόκως το ποσό των 13.295,30 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία που του προκάλεσαν υπαίτια με την αυθαίρετη εναπόθεση σε ακίνητό του προϊόντων εκσκαφής, ενώ ως προς τους λοιπούς εναγομένους η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ήδη με την προεκδοθείσα υπ' αριθ. 3090/2002 ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996, ΕλλΔνη 1996.1597? 70/2008? 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων για την έκβαση της δίκης αυτοτελών ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που άσκησαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002? ΑΠ 911/2002? 1021/2002? 864/2003? 105/2005? 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008).
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1011/1994? 1795/2012).
Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993? 8/2013). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005? 1072/2005? 798/2010).
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995? 567/1996? 969/2012).
Εξ άλλου κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Το ενάγον φιλανθρωπικό σωματείο (αναιρεσίβλητο)...
έχει στην κυριότητά του ένα ακίνητο, εμβαδού 11.765 m2, το οποίο βρίσκεται επί της οδού ..., στη θέση ...... Η εναγόμενη εταιρεία, νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας είναι οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων (αναιρεσείοντες), ανέλαβε με την από 12.10.1999 σύμβαση που υπέγραψε με την ΕΥΔΑΠ και υπό τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή ειδικότερους όρους και συμφωνίες, να εκτελέσει εργασίες εξυγίανσης του δικτύου ύδρευσης στην περιοχή ...
και συγκεκριμένα από την οδό ... μέχρι και την οδό ..., συνολικού μήκους 2.500 m. Στο αναληφθέν έργο συμπεριλαμβανόταν η διενέργεια χωματουργικών εργασιών προς τοποθέτηση σωληνώσεων ύδρευσης, για την εκτέλεση των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 22144/1999 άδεια εκσκαφής από την Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Αμαρουσίου, σύμφωνα με την οποία οι εργασίες θα εκτελούνταν εντός της προθεσμίας από 21.10.1999 έως 1.12.1999.
Τα προϊόντα της εκσκαφής, που δεν θα χρησιμοποιούνταν για επιχωματώσεις των διανοιχθέντων χαντακιών, θα μεταφέρονταν, σύμφωνα με τη σύμβαση, στη χωματερή Άνω Λιοσίων... Σε εκτέλεση της εν λόγω σύμβασης η εναγόμενη εταιρεία προέβη σε εκσκαφές για τη δημιουργία χαντακιών τοποθέτησης των σωληνώσεων ύδρευσης..., όμως, όπως και οι εναγόμενοι ομολογούν, τα προϊόντα των εκσκαφών (τεμάχια ασφάλτου, πέτρες, χώματα) τοποθετήθηκαν στο χώρο του ακινήτου του ενάγοντος σωματείου, επειδή κατά το ανωτέρω διάστημα είχαν κλείσει οι χωματερές λόγω απεργίας των εκεί εργαζομένων.
Ειδικότερα οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων έδωσαν, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά τους, εντολή σε υπαλλήλους τους να εναποθέσουν τα μπάζα από τις εκσκαφές... στο ακίνητο του ενάγοντος σωματείου, εν αγνοία και χωρίς την άδειά του. Αποτέλεσμα ήταν να καταστραφεί η βλάστηση που υπήρχε στο ακίνητο και συγκεκριμένα να σκεπαστούν με τα μπάζα τα χαμηλά φυτά (θάμνοι) σε αρκετά σημεία του ακινήτου, όπως έγινε δεκτό και με την υπ' αριθ. 55.763/2005 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων καταδικάστηκαν, με την ως άνω ιδιότητά τους, σε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών ο καθένας για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε φθορά ξένης ιδιοκτησίας κατ' εξακολούθηση.
Το ενάγον σωματείο, μόλις πληροφορήθηκε την παράνομη αυτή ενέργεια των εναγομένων, διαμαρτυρήθηκε έντονα και με την από 25.11.1999 εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία, που επέδωσε στην πρώτη εναγομένη την 1.12.1999..., την κάλεσε να αφαιρέσει τα μπάζα, που είχε εναποθέσει παράνομα και αυθαίρετα στο ακίνητό του, εντός τριών ημερών από τη λήψη της εξώδικης πρόσκλησης και να επαναφέρει το ακίνητο στην προηγούμενη κατάστασή του, διαφορετικά θα διεκδικούσε τα δικαιώματά του δικαστικώς.
Η εναγόμενη όμως εταιρεία ούτε στην αποκομιδή των προϊόντων εκσκαφής προέβη ούτε απάντησε με οποιοδήποτε τρόπο στην εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία του ενάγοντος σωματείου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο όγκος των μπάζων, που τοποθετήθηκε στο ανωτέρω ακίνητο, λαμβανομένου υπόψη ότι τα έργα εκτελέστηκαν σε μήκος 2.500 m, το βάθος της εκσκαφής ήταν 1 m και το πλάτος αυτής 0,45 m, ανέρχεται σε 1.125 (2.500 Χ 1 Χ Ο,45) m3 και όχι σε 10.000 m3, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το ενάγον σωματείο.
Το αντίθετο δεν συνάγεται από την... από 30.3.2000 έκθεση αυτοψίας των μηχανικών Κ. Δ. και Ε. Σ., οι οποίοι... επισκέφθηκαν το επίδικο ακίνητο κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία... και διαπίστωσαν, όπως, κατά λέξη αναφέρουν στην έκθεσή τους, ότι "... συνεργεία, κατά πάσα πιθανότητα της ΕΥΔΑΠ, όπως και παλαιότερα, απέθεσαν κατά καιρούς μπάζα και άλλα υλικά μέσα στο χώρο του κτήματος..., οι τελευταίοι όγκοι χωμάτων περιείχαν κομμάτια κατεστραμμένου ασφαλτοτάπητα από εκσκαφές δρόμων της περιοχής..."...
Μάλιστα ο Κ. Δ., εξεταζόμενος και ως μάρτυρας του ενάγοντος σωματείου, ανέφερε στην κατάθεσή του ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, ότι "δεν μπορώ να γνωρίζω εάν όλα τα άχρηστα υλικά, που ήταν στο κτήμα του Γηροκομείου, τα εναπέθεσε η εναγόμενη εταιρεία, εκείνο που μπορώ όμως να πω είναι ότι διαπίστωσα ότι αυτοκίνητα της εναγόμενης εταιρείας εναπέθεταν προϊόντα εκσκαφών στο κτήμα του Γηροκομείου...".
Αβάσιμος επίσης ελέγχεται και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η εναπόθεση των προϊόντων εκσκαφής στο ακίνητο του ενάγοντος σωματείου... ήταν προσωρινή, καθόσον τα μετέφεραν στη συνέχεια, πριν από την 30.11.1999, στη χωματερή Λιοσίων. Εάν, πράγματι, συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα φρόντιζε η εναγόμενη εταιρεία να απαντήσει στο παραπάνω εξώδικο του ενάγοντος σωματείου, το περιεχόμενο του οποίου θεωρεί αναληθές.
Τέλος... για την αποκομιδή των παραπάνω μπάζων από το ακίνητο του ενάγοντος σωματείου... θα απαιτηθεί το ποσό των 13.295,30 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται και η αντίστοιχη ζημία του ενάγοντος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε στην ουσία τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και επικύρωσε την πρωτόδικη οριστική απόφαση που έκρινε με τον ίδιο τρόπο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε νόμιμης βάσης την απόφασή του, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, αφού προς το σκοπό αυτό έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, επομένως και το από 31.1.2001 με αριθμό πρωτοκόλλου 252480 έγγραφο της ΕΥΔΑΠ, όπως ρητά διαβεβαιώνεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αλλά και προκύπτει από το όλο περιεχόμενό της.
Ειδικότερα ναι μεν στο έγγραφο αυτό, που εκδόθηκε κατ' αίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας ύστερα από το από 15.11.2000 έγγραφό της προς την ΕΥΔΑΠ, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής, η ΕΥΔΑΠ, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι πριν από την παράδοση σ' αυτή, στις 30.11.1999, ολοκληρωμένου του έργου που εκτέλεσε κατά τη μεταξύ τους σύμβαση η πρώτη αναιρεσείουσα, έγινε πλήρης από αυτή αποκομιδή και μεταφορά στη χωματερή Λιοσίων των προϊόντων από τις εκσκαφές του έργου, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προσωρινά είχαν τοποθετηθεί σε τμήμα μόνο του ακάλυπτου χώρου του ακινήτου του αναιρεσίβλητου σωματείου, όμως το έγγραφο αυτό, το οποίο ως ιδιωτικό δεν δημιουργεί πλήρη απόδειξη και μάλιστα για γεγονότα που δεν έγιναν από το συντάκτη του εγγράφου ή ενώπιόν του, αφού η ΕΥΔΑΠ, ανήκει μεν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα του άρθρ. 1§6 του ν. 1256/1982, όμως αποτελεί κατά το άρθρ. 1 του ν. 1068/1980 νομικό πρόσωπο του ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς τα έγγραφα που εκδίδουν οι υπάλληλοί της είναι ιδιωτικά (βλ.
και ΑΠ 282/1995), το Εφετείο, δεν το θεώρησε πειστικό, όχι μόνον επειδή αν αλήθευε το περιεχόμενό του η πρώτη αναιρεσείουσα θα έπρεπε, όπως ειδικά στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, να είχε απαντήσει στην από 25.11.1999 εξώδικη προς αυτή πρόσκληση και διαμαρτυρία του αναιρεσίβλητου σωματείου, που της επιδόθηκε την 1.12.1999, αλλά κατέληξε το Εφετείο σε αντίθετο προς αυτό αποδεικτικό πόρισμα, αφού το συνεκτίμησε ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και προπάντων, όπως σαφώς προκύπτει από την απόφασή του, με την καταδικαστική για τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων υπ' αριθ. 55.763/2005 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στη φθορά του ακινήτου του αναιρεσίβλητου σωματείου και περαιτέρω με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Κ.
Δ., που ανέφερε ότι διαπίστωσε κατά την επίσκεψή του στο ακίνητο του αναιρεσίβλητου σωματείου, στις 30.3.2000, αυτοκίνητα της πρώτης αναιρεσείουσας να εναποθέτουν ακόμη και τότε στο ακίνητο αυτό μπάζα.
Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται τόσο με τον πρώτο από τον αριθμό 19 όσο και με τον δεύτερο των λόγων της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι το Εφετείο, με το να παραλείψει να λάβει υπόψη του το ως άνω έγγραφο της ΕΥΔΑΠ, που ήταν κρίσιμο για την απόδειξη του αρνητικού της ένδικης αγωγής ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι οι ίδιοι πριν ήδη από τις 30.11.1999 μετέφεραν με δαπάνες τους στη χωματερή Λιοσίων τα μπάζα που προσωρινά μόνον είχαν εναποθέσει σε τμήμα του ακινήτου του αναιρεσίβλητου σωματείου, δηλαδή πρόκειται για έγγραφο ανταποδεικτικό της ένδικης αγωγής, κατέληξε με ανεπαρκείς αιτιολογίες και με αυθαίρετη εικασία στο αποδεικτικό πόρισμά του, δεχόμενο ότι δεν αληθεύει ο ως άνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων απλώς και μόνον επειδή αν πράγματι αυτός αλήθευε, θα είχαν ασφαλώς απαντήσει στη σχετική εξώδικη διαμαρτυρία του αντιδίκου τους.
Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες με τα υπ' αριθ. 13242281, 13376445 και 13376446/2013 διπλότυπα είσπραξης, σειράς VI, της ΙΓ' Δ.Ο.Υ.
Αθηνών, όπως αυτά αναφέρονται στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 121/21.2.2013 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Εξ άλλου οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.7.2012 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΗΛΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και των Γ. και Π. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4223/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες με τα υπ' αριθ. 13242281, 13376445 και 13376446/2013 διπλότυπα είσπραξης, σειράς VI, της ΙΓ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, όπως αυτά αναφέρονται στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 121/21.2.2013 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 16η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ