1456/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2008 αγωγή των 1ου και 2ου ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και την από 15-7-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του 3ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5691/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1491/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-5-2011 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1456/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1456 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1456/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Β. Π. του Δ., κατοίκου ..., 2. Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικόλαου Μαράκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Δ. του Κ., 2. Κ. Δ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3. Του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα ως διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "LE MONDE ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2008 αγωγή των 1ου και 2ου ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και την από 15-7-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του 3ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5691/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1491/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-5-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 11-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 3ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες 4803Γ'/19-7-2011 και 4802Γ'/19-7-2011 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και πράξης προσδιορισμού δικασίμου με κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-4-2012), με επιμέλεια των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν τη συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, αντιστοίχως, προς τον πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Γ. Δ. του Κ. και Κ. Δ. του Γ., οι οποίοι, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Επομένως, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος ανεύρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997 ΕλλΔνη 1997 σελ. 1573).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από τα δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990, ΑΠ 2105/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 1491/2010 απόφασή του, ύστερα από αξιολόγηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που αφορούν τους λόγους αναίρεσης: "Την 11-8-2006 και περί ώρα 13.30, ο πρώτος εναγόμενος Β. Π., οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, κυριότητας του δευτέρου εναγομένου Δ. Π., το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "LE MONDE AAE", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, το "Επικουρικό Κεφάλαιο" και έβαινε στη διπλής κατεύθυνσης, πλάτους 8,3 μέτρων, οδό ..., στον Ασπρόπυργο Αττικής, με κατεύθυνση προς τον Ασπρόπυργο.
Αυτός, όταν έφθασε στο σημείο που η ως άνω οδός διασταυρώνεται με τη διπλής κατεύθυνσης, πλάτους 9,5 μέτρων, λεωφόρο ΝΑΤΟ, από αμέλεια του συνισταμένη στη μη προσήλωσή του στην οδήγηση, ενόψει και του ότι αυτός οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, καθόσον βρέθηκε ποσοστό αλκοόλης στην εκπνοή 0,26% κατά την πρώτη μέτρηση και 0,27% κατά της δεύτερης (άρθρο 42 του ΚΟΚ), γεγονός που δεν του επέτρεπε να οδηγεί με σύνεση και νηφαλιότητα, δεν διέκοψε, ως όφειλε, την πορεία του οχήματος του προ της, επί της οδού ..., υπάρχουσας πινακίδας "Υποχρεωτικής διακοπής πορείας (stop)" (Ρ-2), προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα διέλευσης στα επί της ως άνω λεωφόρου και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, βαίνοντα οχήματα.
Αντίθετα αυτός συνέχισε την πορεία του οχήματός του, με αποτέλεσμα να βρεθεί προ της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, κυριότητας του δεύτερου ενάγοντος Κ. Δ., οδηγούμενη από τον πρώτο ενάγοντα Γ. Δ., που πήγαινε κανονικά στην ως άνω λεωφόρο ΝΑΤΟ, με κατεύθυνση από την Ελευσίνα προς τα Λιόσια, αποφράζοντας την πορεία αυτής (μοτοσυκλέτας), η οποία στη συνέχεια με το μπροστινό της μέρος έπεσε στη μπροστινή δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου, το οποίο, αφού είχε ήδη διανύσει το από αριστερά του ρεύμα κυκλοφορίας της λεωφόρου από τα Λιόσια, έμπαινε στο από τα δεξιά του ρεύμα κυκλοφορίας, όπου πήγαινε η μοτοσυκλέτα.
Αποτέλεσμα της ως άνω σύγκρουσης των δύο οχημάτων ήταν να τραυματισθεί ο οδηγός της μοτοσυκλέτας-ενάγων και να υποστεί υλικές ζημιές αυτή (μοτοσυκλέτα). Τα ως άνω δεν αναιρούνται από τον, σε κάθε περίπτωση, αναπόδεικτο ισχυρισμό του εναγομένου οδηγού του αυτοκινήτου, κατά τον οποίο αυτός είχε προτεραιότητα πορείας έναντι της μοτοσυκλέτας, καθόσον ο οδηγός ενός φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο έβαινε στην ως άνω λεωφόρο ΝΑΤΟ με κατεύθυνση προς τα Λιόσια, του είχε παραχωρήσει προτεραιότητα, ενώ η μοτοσυκλέτα προσπέρασε αντικανονικά και δη από δεξιά το ως άνω σταματημένο φορτηγό.
Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το ατύχημα αυτό οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του οδηγού του πρώτου οχήματος (εναγομένου), ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια, που επιβάλλεται αντικειμενικά και αφηρημένα και την οποία θα κατέβαλε κάθε μέσος συνετός οδηγός κάτω από τις ανάλογες περιστάσεις.
Αντίθετα, δεν βαρύνει κάποιο ποσοστό συνευθύνης τον οδηγό της μοτοσυκλέτας, γι' αυτό και πρέπει η νόμιμη (300 ΑΚ) προβληθείσα σχετική ένσταση να απορριφθεί από την ουσιαστική της άποψη. Ακολούθως, το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος, κράτησε την κύρια αγωγή και δέχθηκε εν μέρει αυτή, καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου (Β. Π.), ο οποίος, κατά τις εν λόγω παραδοχές, δεν οδηγούσε με νηφαλιότητα, αλλά υπό την επίδραση οινοπνεύματος, παραβίασε την πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (stop)" (Ρ-2) και αντί να συμμορφωθεί με αυτή, σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου, συμμορφώθηκε (κατά τους αναπόδεικτους ισχυρισμούς του, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης), με τις υποδείξεις τρίτου προσώπου, δηλαδή οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, ο οποίος του παραχώρησε προτεραιότητα διέλευσης (δηλαδή παραβίασης του STOP), παρά τις επιταγές του νόμου.
Επομένως το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 519 αριθ.19 ΚΠολΔ, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής νια να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικό μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν.
προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Αρκεί νια την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα.
Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί Βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιερχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 740/2009, ΑΠ 310/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.11γ' ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α)την κατάθεση του μάρτυρα Η. Α. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που περιέχεται στα πρακτικά αυτού, β)την 981/2008 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Φ. Κ.-Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αχαρνών και γ)την 982/2008 ένορκης βεβαίωση της μάρτυρα Ε. Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αχαρνών.
Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως ανωτέρω αναφέρεται, ότι έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του προταθέντος από τους εναγομένους μάρτυρα και τις υπ' αριθμ. 981/2008 και 982/2008 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αχαρνών, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο (αρθρ.681 Α' ΚΠολΔ) δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, επειδή το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δέχθηκε μείζονα αποδεικτική δύναμη στην ανωμοτί εξέταση του πρώτου ενάγοντος, από την ένορκη κατάθεση του προταθέντος από τους εναγομένους μάρτυρα και από όλο το αποδεικτικό υλικό που οι εναγόμενοι προσκόμισαν και με το οποίο με πλήρη ευθύνη βεβαίωσαν τρίτοι, αντικειμενικοί και εξ ιδίας αντιλήψεως καταθέσαντες μάρτυρες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττώνται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου τρίτου αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-5-2011 αίτηση για αναίρεση της 1491/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου τρίτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ