1456/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1456/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο εμβαδού 260 τμ με την εντός αυτού ισόγεια οικία 60 τμ, η οποία αποτελείται από δυο κύρια δωμάτια, κουζίνα, λουτρό, βρίσκεται δε στη Νέα Σμύρνη Αττικής επί της οδού Α.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1456 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1456/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φ. Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Π. του Α. και 2. Χ. Π. του Α., κατοίκων Νέας Σμύρνης Αττικής, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαύρο.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Π. του Μ., κατοίκου Νικαίας Πειραιώς, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κυρπόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6998/1997 (ανέστειλε την πρόοδο της δίκης), 3623/1998 μη οριστική, 654/2002 (χορηγεί νέα προθεσμία), 3176/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2779/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-10-2008 αίτησή τους και με τους από 11-2-2010 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 5-3-2010 έκθεση της Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου αυτής λόγου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου λόγου και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει το χρόνο της δικής του νομής στο χρόνο εκείνης του άμεσου δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ), εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο εμβαδού 260 τμ με την εντός αυτού ισόγεια οικία 60 τμ, η οποία αποτελείται από δυο κύρια δωμάτια, κουζίνα, λουτρό, βρίσκεται δε στη Νέα Σμύρνη Αττικής επί της οδού Α.
… και συνορεύει Βόρεια σε πλευρά 24,75 μέτρων με ιδιοκτησία Π. Π. και ήδη με πολυκατοικία ιδιοκτησίας αγνώστων, Νότια σε πλευρά 18,30 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Σ. και ήδη με πολυκατοικία αγνώστων ιδιοκτητών, Ανατολικά με την οδό Α. επί προσώπου 12 μέτρων, και Δυτικά σε πλευρά 13,70 μέτρων με ιδιοκτησία αδελφών Σ..
Με την 100872/1939 απόφαση του Υπουργείου Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως η Ε. χήρα Β. Π., ως πρόσφυγας που είχε έρθει το 1924 από την Κωνσταντινούπολη, αναγνωρίσθηκε δικαιούχος αστικής αποκατάστασης, της παραχωρήθηκε δε προσωρινά μετά από κλήρωση, αντί τιμήματος 47.000 δραχμών, προς αυτοστέγαση της ίδιας και της οικογενείας της, η οποία σύμφωνα με την από 8.7.1939 υπεύθυνη δήλωση της, κατά το χρόνο εκείνο, αποτελούνταν από το γιό της Μ.
Π., τη σύζυγό του Ό. και τον ανήλικο 11 ετών εγγονό της Κ. Π. του Μ. δηλαδή του ενάγοντα, το πιο πάνω οικόπεδο με την τότε υπάρχουσα εντός αυτού οικία που περιλάμβανε ένα κύριο δωμάτιο, λουτρό, κουζίνα. Η ανωτέρω αρχική δικαιούχος είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη το έτος 1874 και απεβίωσε στις 22.12.1942 σε ηλικία 68 ετών.
Κατά το χρόνο του θανάτου της άφησε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς και κληρονόμους της τον ως άνω εγγονό της Κ. Π., (ενάγοντα), τέκνο του προαποβιώσαντος γιού της Μ., καθώς και τον έτερο γιό της Α. Π., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα στην κληρονομιαία περιουσία της, οι οποίοι υπεισήλθαν και αναμίχθηκαν στην κληρονομιά της θανούσας σύμφωνα με τις διατάξεις του Βρ.δ., που ισχύει ενόψει του χρόνου επαγωγής της κληρονομιάς, ενώ άλλα τέκνα δε αποδείχθηκε ότι είχε το δικαίωμα κυριότητας της ως άνω παραχωρησιούχου Ε.
Π., ως εκ το χρόνου κατά τον οποίο έλαβε χώρα η παραχώρηση του επίδικου προσφυγικού ακινήτου, διέπεται από το Β.Δ 15/28.7.1938 και το τίμημα πωλήσεως, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι τούτο πραγματικά εξοφλήθηκε, θεωρείται ότι έχει εξοφληθεί την 11.11.1944, με βάση τα άρθρα 5 του Ν. 18/1944 και 1 παρ. 3 του ΑΝ 1073/46, ενώ κατά το άρθρο 12 παρ. 2 του ως άνω ΒΔ, μετά την παρέλευση ενός έτους από την κατά ως άνω πλασματική αποπληρωμή του τιμήματος δηλαδή από 11.11.1945 η αρχική δικαιούχος και λόγω του επελθόντος θανάτου της, οι πιο πάνω κληρονόμοι αυτής, απέκτησαν πλήρες και απεριόριστο δικαίωμα κυριότητας σε αυτό, δυναμένου όμως οποιουδήποτε τρίτου να χρησιδεσπόσει επί αυτού.
Στο εν λόγω ακίνητο από το έτος 1941 εγκαταστάθηκαν η Ε. Π., υπέρ ης η διάθεση, ο γιος της Μ., ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα αλλά και προβλήματα υγείας με τη σύζυγό τους Ό. Κ., επίσης πρόσφυγας από τα Άδανα Μικράς Ασίας, και τον ανήλικο γιό τους Κ. Π. (ενάγοντα), οι οποίοι μέχρι τότε διέμεναν σε μισθωμένη οικία στην Κοκκινιά Πειραιά.
Στις 9.8.1941 απεβίωσε σε ηλικία 45 ετών από φυματίωση πνευμόνων ο Μ. Π., μετά δε το θάνατο του τελευταίου καθώς και της Ε. Π. ο ενάγων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της συνέχισε να μένει με τη χήρα μητέρα του στην κληρονομιαία οικία με διάνοια συγκληρονόμου μέχρι το έτος 1946 που μετακόμισαν στην Κοκκινιά προκειμένου η Ό.
Π. να είναι πλησιέστερα στον τόπο εργασίας, Μύλους Αγίου Γεωργίου Κερατσινίου, ενώ ακολούθως εγκαταστάθηκαν σε ακίνητο που τους παραχώρησε το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας στον αστικό προσφυγικό συνοικισμό Νίκαιας Πειραιά με το .../1957 παραχωρητήριο. Η κρίση ότι ο ενάγων υπεισήλθε και αναμίχθηκε στην κληρονομιά της γιαγιάς του Ε.
Π. κατοικώντας στο προσφυγικό ακίνητο μετά το θάνατό της ενισχύεται από το γεγονός ότι στην οικία αυτή απεβίωσε ο πατέρας του, σύμφωνα και με το αριθμ. πρωτ. 63/9.1.1987 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του του ληξίαρχου Νέας Σμύρνης, στο οποίο σημειώνεται ως τόπος θανάτου "Οίκοι Α. … Ν. Σμύρνη", ο δε ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο θανών ζούσε εκεί διότι βρισκόταν σε διάσταση με τη σύζυγό τους δεν αποδεικνύεται.
Εξάλλου, ο ενάγων ο οποίος ήταν εγγεγραμμένος στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Νίκαιας και είχε φοιτήσει σε αυτό τα σχολικά έτη 1938-1939, 1939-1940, 1940-1941 στις Β, Γ και Δ τάξεις, λαμβάνοντας ενδεικτικό με γενικό βαθμό 7, 6 και 6 αντίστοιχα, λόγω της διαμονής τους στη Νέα Σμύρνη τα σχολικά έτη 1941-1942 και 1942-1943 δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει τα μαθήματά του, έτσι δεν βαθμολογήθηκε, με συνέπεια να μείνει στάσιμος και να μην προαχθεί στην επόμενη τάξη.
Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι στην επίδικη οικία μετά τον ενάγοντα εγκαταστάθηκε ο θείος του Α. Π., γιός της αρχικής δικαιούχου, συγκληρονόμος με την οικογένειά του ήτοι τη σύζυγό τους Ε. το γένος Χ. Μ. και τα τέκνα του Α. (πρώτο εναγόμενο) και Β., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, οι οποίοι μέχρι τότε κατοικούσαν στην Καλλιθέα Αττικής ....
Ο Α. ενόψει του ότι η ως άνω οικία δεν κάλυπτε στοιχειωδώς τις στεγαστικές τους ανάγκες μετέτρεψε την κουζίνα σε δωμάτιο, την τουαλέτα σε κουζίνα, ενώ έκτισε άλλη τουαλέτα και έτσι διαμορφώθηκε η περιγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης επίδικη οικία. Σε αυτήν ο Α. έζησε μέχρι το θάνατό του, που συνέβη την 1.9.1965, ενώ μετά το θάνατό του, με τη σιωπηρή συναίνεση του ενάγοντος - συγκληρονόμου εξακολούθησε να μένει εκεί μόνη η σύζυγός του Ε., αφού στο μεταξύ τα τέκνα τους είχαν δημιουργήσει δικές τους οικογένειες και είχαν μετοικήσει αλλού, ενώ κατά το τελευταίο έτος πριν το θάνατό της εφιλοξενείτο σε οίκο ευγηρίας στην Καλλιθέα Αττικής, όπου απεβίωσε στις 4.8.1987 σε ηλικία 90 ετών.
Ωστόσο από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται, ότι η Ε. Π., τον Ιανουάριο 1941 δηλαδή ενάμισι έτος μετά την προσωρινή παραχώρηση σε αυτήν του επιδίκου, ατύπως δώρισε τούτο στη νύφη της Ε. σύζυγο Α. Π., διότι ουδένα λόγο είχε να προβεί στην ενέργεια αυτή, ενώ ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι προέβη στην εν λόγω δωρεά σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες που της παρείχε η νύφη της δεν κρίνεται αξιόπιστος, αφού δεν αποδεικνύεται ότι η θανούσα όσο ζούσε δέχονταν τις ιδιαίτερες φροντίδες και περιποιήσεις της νύφης της.
Εξάλλου εάν η ανωτέρω Ε. Π. είχε την επιθυμία αυτή στην προαναφερόμενη από 8.7.1939 υπεύθυνη δήλωσή της την Ε. και την οικογένειά της θα ανέφερε ως μέλη της οικογενείας της και δικαιούχους αποκατάστασης και όχι την οικογένεια του γιού της Μ., όπως προεκτέθηκε, και ακόμη εάν πράγματι είχε τούτο συμβεί η φερομένη κατά τα ως άνω δωρήτρια θα φρόντιζε να επιβεβαιώσει την επιθυμία της εγγράφως για να αποφευχθούν τυχόν διεκδικήσεις του συγκληρονόμου εγγονού της δηλαδή του ενάγοντος.
Έτσι, η Ε. Π., αν και επί μακρό χρονικό διάστημα κατοικούσε στο επίδικο, ουδέποτε νεμήθηκε τούτο ως αποκλειστική κυρία, αλλά αρχικά έκανε χρήση αυτού, ως σύζυγος του συγκυρίου Α. Π., ενώ μετά το θάνατό του (1965) συνέχισε να κατέχει και να νέμεται αυτό ως κληρονόμος του συζύγου της με διάνοια συγκυρίας, ούτε ποτέ εκδήλωσε στους λοιπούς συγκυρίους και συγκληρονόμους δηλαδή τον ενάγοντα ανιψιό της, ο οποίος ενίοτε την επισκεπτόταν αλλά και τα τέκνα της, τα κληρονομικά δικαιώματα των οποίων γνώριζε, τη βούληση ότι νέμεται τούτο αποκλειστικά για δικό της λογαριασμό.
Συνεπώς, όταν το έτος 1976 σε ηλικία 80 ετών μεταβίβασε αιτία πωλήσεως, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος 39004/31.3.1976 πωλητηρίου συμβολαίου, το επίδικο προσφυγικό ακίνητο στη νύφη της Φ. Α., σύζυγό του γιου της Α., πρώτου εναγομένου, η τελευταία δεν κατέστη κυρία αυτού, αφού η δικαιοπάροχός της και πωλήτρια Ε.
Π. δεν είχε καταστεί κυρία τούτου, δεδομένου ότι ποτέ δεν χρησιδέσποσε σε αυτό και πιο συγκεκριμένα δεν νεμήθηκε τούτου, ήτοι δεν άσκησε σε αυτό εμφανείς διακατοχικές πράξεις και ειδικότερα στοιχειώδεις πράξεις συντήρησής του με διάνοια αποκλειστικής κυρίας με τη θέληση δηλαδή να το έχει αποκλειστικά δικό της, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, κρίση του Δικαστηρίου που ενισχύεται και από το γεγονός ότι στο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο η υπάρχουσα επί του πιο πάνω οικοπέδου οικία περιγράφεται ως λίαν πεπαλαιωμένη και κατεδαφιστέα.
Αλλά και η Φ. Π., η οποία δε έμεινε ποτέ στο επίδικο, αλλά έμενε σε ιδιόκτητη μονοκατοικία επί της οδού Σ. … στη Νέα Σμύρνη, δεν νεμήθηκε τούτο και ειδικότερα αφότου φέρεται ότι το αγόρασε (1976) μέχρι το έτος 1989 που με τα ... και .../28.9.1989 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Γενοβέφας Αθητάκη, που νόμιμα μεταγράφηκαν, μεταβίβασε αιτία πωλήσεως το 1/2 εξ αδιαιρέτου και αιτία γονικής παροχής το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου στη δεύτερη εναγομένη, θυγατέρα της, καμιά πράξη φυσικής εξουσίασής του δεν ενήργησε με διάνοια αποκλειστικής κυρίας με τη θέληση δηλαδή να το έχει αποκλειστικά δικό της και σε κάθε περίπτωση με καλή πίστη δεδομένου ότι τούτο εξακολούθησε να βρίσκεται στην ίδια κακή κατάσταση, ενώ η χρήση του ακαλύπτου χώρου (αυλής) του επιδίκου με την τοποθέτηση εντός αυτού ενός τροχόσπιτου, μιας βάρκας και μηχανών θαλάσσης γίνονταν πάντοτε από τον συγκληρονόμο και συγκύριο τούτου σύζυγό της Α.
Π., κληρονόμο εξ αδιαθέτου των γονέως του Α. και Ε.. Έτσι, η δεύτερη εναγομένη δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (πώληση και γονική παροχή) αφού η δικαιοπάροχος μητέρα της Φ. Π. δεν είχε, όπως προεκτέθηκε, καταστεί, κυρία τούτου με παράγωγο τρόπο, ούτε με πρωτότυπο (χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη).
Επιπροσθέτως η ίδια (β' εναγομένη) δεν έχει καταστεί κυρία του επιδίκου ούτε με χρησικτησία, δεδομένου ότι αν και νεμήθηκε τούτο υποθηκεύοντάς το, πληρώνοντας το 1996 τα δημοτικά τέλη των ετών 1990, 1991, 1992, 1993, 1994 και 1995 και αναθέτοντας 1996 σε εργολάβο την ανέγερση πολυκατοικίας με το σύστημα της αντιπαροχής, με τον οποίο και βρίσκεται σε αντιδικία λόγω της πιο πάνω διεκδίκησης, εν τούτοις ο χρόνος όπου έχει χρησιδεσπόσει δεν επαρκεί για τη συμπλήρωση στο πρόσωπό της του απαιτούμενου για τη κτήση της κυριότητας με χρησικτησία είτε τακτικής (10ετία) είτε έκτακτης (εικοσαετία)....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, αλλά και άλλες που δεν ενδιαφέρουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση της δεύτερης αναιρεσείουσας περί κτήσης ίδιας κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο τρόπο και με πρωτότυπο τρόπο, καθώς και τη συναφή με αυτή ένσταση της ίδιας περί αποσβεστικής παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αντιδίκου της και δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την κρινόμενη διεκδικητική ακινήτου αγωγή, αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο συγκύριο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να του αποδώσουν τον εν λόγω ακίνητο κατά το πιο πάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό, εξαφανίζοντας, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει διαφορετική κρίση.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε, ότι η άμεση δικαιοπάροχος της δεύτερης αναιρεσείουσας, μητέρα της, Φ. Π. δεν άσκησε ποτέ με διάνοια κυρίας και με καλή πίστη διακατοχικές πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο από το έτος 1976, αφότου το αγόρασε από την πεθερά της Ε.
Π., με βάση το 39.004/31.3.1976 πωλητήριο συμβόλαιο και εφεξής μέχρι το έτος 1989, οπότε, με βάση τα ... και .../28-9-1989, αντίστοιχα, συμβόλαια (πωλητήριο και συμβόλαιο γονικής παροχής) μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο λόγω πώλησης και γονικής παροχής στη δεύτερη αναιρεσείουσα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ότι ο σύζυγος της Φ.
Π. ,Α. και ήδη πρώτος αναιρεσείων, εξ αδιαθέτου κληρονόμος των γονέων του Α. και Ε., χρησιμοποιούσε τον αύλειο χώρο του επίδικου ακινήτου για την τοποθέτηση σ' αυτόν ενός τροχόσπιτου, μιας βάρκας και μηχανών θάλασσας ως συγκληρονόμος και συγκύριος του εν λόγω ακινήτου και, τέλος, ότι η απώτερη δικαιοπάροχος της δεύτερης αναιρεσείουσας, γιαγιά της, Ε.
Π. δεν νεμήθηκε ποτέ το επίδικο ακίνητο ως αποκλειστική κυρία του, αλλά αρχικά έκανε χρήση του τελευταίου ως σύζυγος του συγκύριου Α. Π., μετά δε το θάνατο αυτού (1965) συνέχισε να κατέχει και να νέμεται το πιο πάνω ακίνητο με διάνοια συγκυρίας, ως κληρονόμος του συζύγου της, ενώ, παράλληλα, δεν εξεδήλωσε η ίδια ποτέ στους λοιπούς συγκυρίους, δηλαδή στον αναιρεσίβλητο, ανηψιό της και τα τέκνα της, την πρόθεσή της να νέμεται αποκλειστικά το όλο ακίνητο για δικό της και μόνο λογαριασμό.
Με τα δεδομένα αυτά, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, καθώς και ο συναφής με αυτόν πρόσθετος λόγος, με τον οποίο προβάλλονται οι αναιρεσείοντες την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να μη διευκρινίσει, εάν ο πρώτος αναιρεσείων ασκούσε τις συγκεκριμένες πράξεις νομής (τοποθέτηση σκάφους κ.ά.) στο επίδικο ακίνητο ιδιογνωμόνως ή ως αντιπρόσωπος νομής της συζύγου του Φ.
και, περαιτέρω, να μη δεχθεί, ότι η Ε. Π. παρέδωσε τη νομή του επιδίκου ακινήτου στη νύφη της Φ. Π., με την ειδικότερη μορφή του συμφώνου της αντιφώνησης της νομής, δηλαδή της παραμονής της πρώτης στην ενοίκηση του επιδίκου και μετά το έτος 1976, κατά παράκληση, ως αντιπροσώπου της νέας εφεξής νομέα του Φ. Π., ούτε ότι η τελευταία παρέδωσε τη νομή του εν λόγω ακινήτου στη δεύτερη αναιρεσείουσα, κόρη της, χωρίς, παράλληλα, να διευκρινίζει, εάν η Ε.
Π. και η Φ. Π. όφειλαν, προκειμένου να χρησιδεσπόσουν, να ανακοινώνουν στον αναιρεσίβλητο την από μέρους τους αντιποίηση της νομής ολόκληρου του διεκδικούμενου ακινήτου, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976, 977, 980, 982, 1041,1045, 1046 και 1051, αντίστοιχα, του ΑΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγος της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του πεποίθηση περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις το από 21-12-2000 Πιστοποιητικό της Διευθύντριας του 2ου Δημοτικού Σχολείου Νίκαιας Αττικής, καθώς και τα από 23-10-2003 πρακτικά συνεδρίασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, που ενσωματώνονται στην 70.590/2003 απόφαση του εν λόγω ποινικού Δικαστηρίου, με την οποία καταδικάστηκε η μάρτυρας απόδειξης Μ.
Ν. για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, αντίστοιχα, έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών τους, ότι ο αναιρεσίβλητος φοίτησε στην Πέμπτη τάξη του 2ου Δημοτικού Σχολείου Νίκαιας Αττικής, κατά το σχολικό έτος 1943-1944 "παρακολούθησε τα μαθήματα κανονικά, δεν κρίθηκε άξιος προαγωγής ή παρέμεινε στάσιμος και δεν έλαβε το ενδεικτικό ή απολυτήριο" και, συνακόλουθα, δεν μπορούσε, κατά το παραπάνω έτος, να διαμένει στο επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται στη Νέα Σμύρνη και, περαιτέρω, ότι η μητέρα του -αναιρεσιβλήτου- Ό.
Π. άρχισε να απασχολείται ως εργάτρια στους Μύλους Αγίου Γεωργίου στο Κερατσίνι από το έτος 1943. Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα....
που οι διάδικοι νόμιμα με επίκληση προσκομίζουν ...", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, από τα οποία μάλιστα την 70.590/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών μνημόνευσε ρητά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία του πρώτου από τα επίμαχα έγγραφα ή χωριστή αξιολόγηση του περιεχομένου του καθενός απ' αυτά.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, από την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 469/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγου της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περίπτ.
α' του άρθρου ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι στο επίδικο ακίνητο εγκαταστάθηκαν εκτός της Ε. Π. μόνο ο αναιρεσίβλητος και οι γονείς του, ενώ ο πρώτο αναιρεσείων, ο αδελφός του Β. και οι γονείς του κατοικούσαν μέχρι το έτος 1946 στην Καλλιθέα, στο ..., έλαβε υπόψη αγωγικό ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από τον αναιρεσίβλητο, δηλαδή ισχυρισμό περί εγκατάστασης στο παραπάνω ακίνητο μόνο της δικής του οικογένειας και όχι και εκείνης της οικογένειας των αναιρεσειόντων.
Ο αναιρετικός αυτός, λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως μεν, γιατί ο αμέσως πιο πάνω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά συνιστά επιχείρημα αντλούμενο από την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά δεύτερο δε λόγο, γιατί με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των συνιστώντων την ουσία της υπόθεσης πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338 - 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα (Ολ. ΑΠ 14/2005) με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.
ΑΠ 498/1978). Απαιτείται, επίσης, να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο μέμφονται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις η δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, συνισταμένη στην παραδοχή από τον ίδιο δυσμενούς ως προς αυτόν γεγονότος, δηλαδή του γεγονότος ότι στην επίδικη οικία εγκαταστάθηκαν, εκτός της δικαιούχου προσφυγικής αποκατάστασης Ε.
Π., τόσο ο ίδιος και η οικογένειά του, όσο και ο πρώτος αναιρεσείων και η οικογένειά του, είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν στο Εφετείο το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε, επίσης, προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, καθώς και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, λ.χ.
στη δικαστική ομολογία όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία. Ο αμέσως όμως πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του αποδεικτικού μέσου, κρίνει ότι αυτό δεν περιέχει στοιχεία που άγουν σε απόδειξη του (αποδεικτέου) θέματος.
O δεύτερος, επομένως, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν προσέδωσε στην προμνημονευόμενη δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου την ισχύ της πλήρους απόδειξης, είναι απορριπτέος, λόγω της αντιφατικότητάς του προς τον αμέσως προηγούμενο αναιρετικό λόγο (από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ).
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγος από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν παρακολούθησε τα μαθήματα του 2ου Δημοτικού Σχολείου Νίκαιας Αττικής κατά τα σχολικά έτη 1941-1942 και 1942-1943, αντίστοιχα, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των δύο από 21-12-2000, Πιστοποιητικών του Γραφείου Στοιχειώδους Εκπαίδευσης της Νομαρχίας Πειραιά, στα οποία βεβαιώνεται, ότι ο αναιρεσίβλητος γράφτηκε κατά τα παραπάνω σχολικά έτη στην Ε' τάξη του 2ου Δημοτικού Σχολείου Νίκαιας Πειραιά, μετά δε το τέλος των εν λόγω σχολικών ετών δεν βαθμολογήθηκε, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς τον αληθινό περιεχόμενο των επίμαχων πιστοποιητικών, δηλαδή, λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-10-2008 αίτηση των Α. Π. κ.λπ. για αναίρεση της 2779/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 10-2-2010 πρόσθετους λόγους. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Ε.Λ.