Legislator Case Law & Legislation
1456/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure of appellants to appear in court without valid representation.

Case Number 1456/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two sisters against a first-instance court judgment. The sisters failed to appear at the hearing or provide a valid power of attorney, violating procedural requirements. Consequently, the court proceeded with the discussion despite their absence and upheld the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1) and 2(γ) of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: The court may proceed with the discussion of an appeal even if the appellants are absent and unrepresented, provided the appeal was properly served.

Keywords

AI generated
failure to appear unrepresented parties procedural default dismissal of appeal Code of Civil Procedure court proceeding service of documents

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and 2(γ) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1456 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1456/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1 χας Ε, το γένος Ζ και 2. Χ2 χας Κ, το γένος Ζ, κατοίκων ... οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, καθώς και με την από 5-3-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 610/2005 του Εφετείου Κρήτης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 850/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κρήτης. Το Εφετείο Κρήτης εξέδωσε την 379/2008 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8-10-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 9-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την έκθεση επιδόσεως ... του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ηρακλείου ..., την οποία προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 8-10-2008 αίτησης αναίρεσης, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίσθηκε η αναφερομένη στην αρχή της αποφάσεως αυτής, με κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τις αναιρεσείουσες, οι οποίες επισπεύδουν τη συζήτησή της, στον αναιρεσίβλητο Ψ. Όμως, οι αναιρεσείουσες δεν εμφανίσθηκαν κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ.1 και 2 εδαφ.γ' του ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ'αυτού, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. (Ολ.

ΑΠ 33/2005, Ολ.ΑΠ 7/2002, Ολ.ΑΠ 8.2001, Ολ.ΑΠ 19/1998, Ολ.ΑΠ 17/1995, ΑΠ 701/2009). Οι πράξεις, επίσης, του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 62/1990).

Εξάλλου, η ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος μπορεί να αντιταχθεί και κατά της διεκδικητικής (ή αναγνωριστικής κυριότητας) ακινήτου αγωγής (Ολ.ΑΠ 8.2001-ΑΠ 701/2009). Περαιτέρω, οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 559 αρ.1,19 και 8 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως ιδρύονται, ο πρώτος όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στον εν λόγω κανόνα, ο δεύτερος όταν στη δεύτερη (ελάσσονα) πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλ-λόμενης αποφάσεως δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και ο τρίτος όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκανή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως "πραγμάτων" νοουμένων των αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ 25/2003).

Δεν αποτελούν, όμως "πράγματα" την προαναφερθείσα έννοια, οι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων. Ο τελευταίος αυτός λόγος (από τον αριθ.8 του άρθρ.559 ΚΠολΔ), δεν ιδρύεται, επίσης, και όταν το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1991).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, αναφορικά με την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση των αναιρεσειουσών κατά της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής του αναιρεσιβλήτου, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της δημόσιας διαθήκης ... του συμβ/φου Ηρακλείου Ζ.

Βογιάκη, η οποία δημοσιεύθηκε με το πρακτικό 109/1978 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η Σ, γιαγιά όλων των διαδίκων, η οποία απεβίωσε το έτος 1978, κατέλειπε την κληρονομία επί ενός οικοπέδου 188 τετρ. Μέτρων που βρίσκεται στην οδό ... στο ..., με την επ'αυτού οικοδομή, στην οποία προέβη και σε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, ορίζοντας ως κληρονόμους της, ως προς μεν τα προς βορρά διαμέρισματα της οικοδομής (ισόγειο και ανώγειο) τον γιό της Ζ, πατέρα όλων των διαδίκων, ως προς δε τα προς νότο διαμερίσματα τον γιό της Τ, κατά πλήρη μεν κυριότητα στο ανώγειο, κατά ισόβια δε επικαρπία στο ισόγειο, την ψιλή κυριότητα του οποίου κατέλειπε στα τρία τέκνα του Ζ (διαδίκους) κατά ίσα μέρη.

Ο Ζ προαποβίωσε της μητέρας του το έτος 1974, την θέση αυτού δε ως εκ διαθήκης κληρονόμου της μητέρας του ο οποίος δεν ζούσε κατά τον χρόνο επαγωγής, παίρνουν οι δικοί του κατιόντες, δηλαδή οι διάδικοι, οι οποίοι κλήθηκαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1711, 1791 ΑΚ, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, γεγονός που οι διάδικοι συνομολογούν, αν και οι εφεσίβλητες εσφαλμένως αναφέρουν ότι και η μητέρα τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα τους κατέστη επίσης κληρονόμος στην κληρονομιά της Σ.

Την κληρονομιά αυτή αποδέχθηκαν, ο μεν εκκαλών με την πράξη ... της συμβ/φου Ηρακλείου Α. Σπαχή, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι δε εφεσίβλητες με την πράξη ... της συμβ/φου Ηρακλείου Εμ. Καμπάνη που μεταγράφηκε επίσης νόμιμα. Ο Τ απεβίωσε το έτος 1991, οπότε η επικαρπία του προς νότο ισογείου διαμερίσματος ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα των διαδίκων επ'αυτού, επειδή δε δεν είχε κατιόντες, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου επί του ανωγείου προς νότο διαμερίσματος από την σύζυγό του κατά τα 3/6 εξ αδιαιρέτου και από τους διαδίκους σε ποσοστό 1/6 ο καθένας από αυτούς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1814, 1820 ΑΚ.

Την κληρονομία του αποδέχθηκαν διάδικοι, οι εφεσίβλητες με την προαναφερόμενη πράξη και, ο εκκαλών με την πράξη 7357/2002 της ιδίας συμβ/φου, νόμιμα μεταγραμμένης. Κατόπιν αυτών οι διάδικοι κατέστησαν με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, λόγω κληρονομίας, συγκύριοι των προαναφερομένων τεσσάρων οριζοντίων ιδιοκτησιών σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, πλην της προς νότο ανώγειας ιδιοκτησίας επί της οποίας το ποσοστό συγκυριότητας τους είναι 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Ως προς τις προς νότο δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες, η αγωγή του εκκαλούντος έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δεν προσβάλλεται κατά τούτο. Περαιτέρω, ως προς τις προς βορρά οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι εφεσίβλητες ισχυρίζονται με την αγωγή τους ότι, μετά την δημοσίευση της διαθήκης ο εκκαλών τους γνωστοποίησε ότι δεν επιθυμεί την κληρονομία αυτών, αφού δεν κατοικεί σ'αυτές, και σκοπεύει να αγοράσει δικό του σπίτι.

Ότι μετά την δήλωση αυτή οι ίδιες άρχισαν να νέμονται τις ιδιοκτησίες και κατά το δικό του ποσοστό, με διάνοια κυρίων για διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, κατοικώντας η κάθε μία αντίστοιχα στο ισόγειο και ανώγειο και προβαίνοντας σε εργασίες ανακαίνισης και συντήρησής τους και έγιναν έτσι συγκύριοι αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία, ως προς το ποσοστό που ανήκε στον εκκαλούντα.

Πλην όμως, ουδεμία ρητή γνωστοποίηση προς τον εκκαλούντα ότι αυτές νέμονται τις ιδιοκτησίες και κατά τη δική του μερίδα έγινε, ούτε άλλωστε επικαλούνται κάτι τέτοιο. Ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι αποτελεί σιωπηρή εκ μέρους των εφεσίβλητων γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού, το ότι δηλαδή επιλήφθηκαν της νομής επί ολοκλήρου του πράγματος και ως προς την μερίδα του εκκαλούντος μετά την προς αυτές δήλωση του ότι δεν επιθυμεί την κληρονομία, γεγονός που αυτός γνώριζε, δεν αποδεικνύεται ότι έγινε δήλωση του εκκαλούντος με το περιεχόμενο αυτό.

Περί αυτού καταθέτει μόνο η μάρτυρας των εφεσίβλητων και κόρη της δεύτερης από αυτής ..., ότι ήταν παρούσα όταν το έτος 1978, και ο εκκαλών θείος της έκανε την πιο πάνω δήλωση. Η ίδια μάρτυς καταθέτει ότι γεννήθηκε το έτος 1972 και συνεπώς κατά το χρόνο της φερομένης δηλώσεως ήταν έξι ετών. Εξ αυτού όμως του λόγου η κατάθεση της κρίνεται μη αξιόπιστη, εφόσον δεν είναι δυνατό να θυμάται ως ενήλικη μετά τόσα έτη συζήτηση που αφορούσε δυσνόητα και αδιάφορα για ένα παιδί αυτής της ηλικίας θέματα, ώστε να εντυπωθούν στην μνήμη της.

Άλλωστε, όταν περί το έτος 2001 πριν την έγερση της κρινόμενης αγωγής του, ο εκκαλών απέστειλε εξώδικη δήλωση στις εφεσίβλητες και τους ζητούσε να αγοράσουν το μερίδιο του, όπως τούτο προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων έστω και αν δεν προσκομίζεται η δήλωση αυτή, οι εφεσίβλητες ουδέν απάντησαν περί του ότι απώλεσε το δικαίωμα του ή άλλο τι.

Από την κατάθεση της πιο πάνω μάρτυρος όμως προκύπτει ότι, σε επικοινωνία που είχε η μάρτυρας με την δικηγόρο Σπαχή του εκκαλούντος, ενδιαφέρθηκε να μάθει, για λογαριασμό των εφεσίβλητων, μόνο για το ύψος της οικονομικής του αξίωσης, για την οποία ότι η δικηγόρος της είπε ότι ζητεί 12.000.000 δραχμές για το μερίδιο του, σύμφωνα με την κατάθεση και όχι για να της διαβιβάσει ότι αυτός δεν είχε δικαίωμα στις ιδιοκτησίες αυτές.

Ούτε οι ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες των εφεσίβλητων γνωρίζουν περί της δήλωσης αυτής με άμεση γνώση, αλλά από όσα οι εφεσίβλητες τους έχουν διηγηθεί. Η κατάθεση της εξ αυτών ..., κουνιάδας της δεύτερης εφεσίβλητης, ότι έτυχε σε συζήτηση με τον εκκαλούντα και τον άκουσε να λέει ότι δεν ήθελε μερίδιο από το σπίτι, εκτός του ότι είναι ασαφής εφόσον δεν αναφέρει πότε έγινε η συζήτηση αυτή, αν είναι δηλαδή η ίδια συζήτηση του έτους 1978 για την οποία καταθέτει και η μάρτυρας...

ή μεταγενέστερη και πότε, δεν είναι αξιόπιστη εφόσον η ίδια καταθέτει ότι ο εκκαλών ενώ δεν είχε καλές σχέσεις με τις αδελφές του και την μητέρα (για άγνωστο λόγο), παρά ταύτα πήγαινε στο σπίτι τους και ενώπιον της δήλωνε τα παραπάνω. Και είναι μεν αληθές ότι οι εφεσίβλητες από της επαγωγής της κληρονομιάς το έτος 1978, κατοικούν στις ιδιοκτησίες αυτές μέχρι σήμερα, η πρώτη στο ισόγειο και η δεύτερη στο ανώγειο, μαζί με την μητέρα των διαδίκων που απεβίωσε το έτος 1999 και ότι προέβαιναν στις αναγκαίες επισκευές και συντηρήσεις αυτών με δαπάνες τους για τις οποίες δεν ζήτησαν την συμμετοχή του εκκαλούντος, ο οποίος επίσης δεν ζήτησε ποτέ την ωφέλεια που τους παρείχε κατά την μερίδα του η αποκλειστική χρήση των ιδιοκτησιών, λόγω της συγγενικής τους σχέσης και του γεγονότος ότι φιλοξενούσαν σ'αυτές και φρόντιζαν την μητέρα του.

Ούτε άλλο ενδιαφέρον επέδειξε για τις ιδιοκτησίες αυτές ο εκκαλών εφόσον ο ίδιος από το έτος 1976 μέχρι το έτος 1988 περίπου έλειπε στην ... όπου εργαζόταν και μετά έμεινε σε δικό του σπίτι με την οικογένειά του. Εφόσον όμως δεν υπήρξε εκ μέρους των εφεσίβλητων καμία κατά τα ανωτέρω γνωστοποίηση, ρητή ή σιωπηρή, περί του ότι νέμονται τις δύο ιδιοκτησίες για λογαριασμό τους και κατά την μερίδα του εκκαλούντος και μάλιστα ότι συννέμονταν από κοινού την μερίδα αυτή στην κάθε ιδιοκτησία, παρότι η κάθε μία κατοικούσε σε διαφορετική οριζόντια ιδιοκτησία, θεωρείται ότι κατείχαν τις ιδιοκτησίες κατά την μερίδα που ανήκει στον εκκαλούντα για λογαριασμό του, σύμφωνα με τις σκέψεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Συνεπώς δεν μπορούν να αντιτάξουν κατ'αυτού ως συγκληρονόμου, κτήση συγκυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ή την δια της εικοσαετούς παραγραφής απόσβεση του εκ του άρθρου 1094 ΑΚ δικαιώματος του. Επομένως η αγωγή των εφεσίβλητων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το μέρος με το οποίο ζητούν να αναγνωριστεί ότι είναι συγκύριοι και της προαναφερόμενης μερίδας του εκκαλούντος επί των δύο προς βορρά οριζοντίων ιδιοκτησιών, ενώ για την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους στο υπόλοιπο επ'αυτών μερίδιό τους του 1/3 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία, το δικαίωμα αυτό δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από τον εκκαλούντα και συνεπώς δεν υφίσταται έννομο συμφέρον να ζητούν την αναγνώρισή του...Ενόψει των παραπάνω περιστατικών που αποδείχθηκαν και συγκεκριμένα, της μη γνωστοποίησης, ρητής ή σιωπηρής, των εφεσίβλητων προς τον εκκαλούντα ότι κατέχουν και νέμονται τα ακίνητα κατά ποσοστό μεγαλύτερο από εκείνο που τους ανήκει και καλύπτει και την δική του μερίδα επ αυτών, ούτε της υπάρξεως άτυπης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων ή οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης με τα ίδια αυτά περιστατικά αφού πρόκειται περί συγκυριότητας ακινήτων και οι εφεσίβλητες θεωρείται ότι κατέχουν τα ακίνητα και για λογαριασμό του συγκυρίου εκκαλούντος, ο οποίος έχει την πεποίθηση αυτή που του παρέχει ο νόμος και αγνοεί καθ'όλο το προαναφερόμενο διάστημα την πρόθεση τους να νέμονται και το δικό τους μερίδιο για λογαριασμό τους, πρόθεση την οποία μόλις αντιλήφθηκε αντέδρασε ασκώντας την κρινόμενη αγωγή.

Επομένως καμία πραγματική κατάσταση, υπό ειδικές μάλιστα συνθήκες, αντίθετη στον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος δημιουργήθηκε από την ενοίκηση των οριζοντίων ιδιοκτησιών επί σειρά ετών, ώστε η ανατροπή της με την αποδοχή της αγωγής να τους δημιουργεί επαχθείς συνέπειες, τις οποίες άλλωστε δεν επικαλούνται, ούτε η διενέργεια σ'αυτά δαπανών, αναγκαίων άλλωστε για την ενοίκηση, χωρίς αντίρρηση ή συμμετοχή εκ μέρους του εκκαλούντα, ο οποίος άλλωστε ούτε αυτός αξίωσε την ωφέλεια από την χρήση τους κατά το μερίδιο του, αποτελεί ικανό περιστατικό, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, ώστε να του δημιουργήσει εύλογη πεποίθηση περί μη ασκήσεως του δικαιώματος του".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι δεν ενέχει κατάχρηση δικαιώματος η από μέρους του αναιρεσίβλητου, με την ένδικη αγωγή του, άσκηση του δικαιώματός του προς διεκδίκηση των ανωτέρω επιδίκων ακινήτων κατά το αναφερόμενο ως άνω ποσοστό συγκυριότητάς του. Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε, ότι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου πρέπει να απορριφθεί, ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, μετά δε και την απόρριψη των ενστάσεων των αναιρεσειουσών περί κτήσης ιδίας κυριότητας στα διεκδικούμενα κατά το ποσοστό (1/3) του αναιρεσίβλητου και περί παραγραφής, έκρινε, περαιτέρω, ότι η διεκδικητική αγωγή του αναιρεσίβλητου πρέπει να γίνει δεκτή κατ'ουσίαν, όσον αφορά τα ανωτέρω επίδικα, κατά παραδοχή δε ως κατ'ουσίαν βάσιμης της έφεσής του (αναιρεσίβλητου) κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που είχε απορρίψει, ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την εν λόγω αγωγή, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και δέχθηκε,, κατ'ουσίαν, την αγωγή.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα της μη εφαρμογής της εν λόγω διάταξης.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, ότι εκτός του ότι ουδέποτε έλαβε χώρα δήλωση του αναιρεσιβλήτου ότι δεν επιθυμεί την κληρονομιά, δεν υπήρξε εκ μέρους των αναιρεσειουσών καμία γνωστοποίηση, ρητή ή σιωπηρή, ότι θα νέμονται τις δύο ιδιοκτησίες για λογαριασμό τους και κατά το ποσοστό (1/3) συγκυριότητας του αναιρεσιβλήτου και μάλιστα ότι θα συνέμονταν από κοινού το ποσοστό του στην κάθε μία ιδιοκτησία, αν και κάθε μία από αυτές (αναιρεσείουσες) διέμενε σε διαφορετική οριζόντια ιδιοκτησία.

Η επιμέλεια δε και φροντίδα που αυτές επέδειξαν, δαπανώντας μάλιστα διάφορα χρηματικά ποσά, για την επισκευή και συντήρηση των επιδίκων, ήταν αυτονόητη αφού και αυτές διέμεναν σ'αυτά, συνεχώς, για μεγάλο χρονικό διάστημα και έπρεπε αυτά να προσφέρονται για άνετη διαμονή. Και είναι αλήθεια ότι οι αναιρεσείουσες δεν ζήτησαν από τον αναιρεσίβλητο να συμμετάσχει σ'αυτές (δαπάνες), όχι διότι ο τελευταίος είχε αποξενωθεί των δικαιωμάτων του επί των επιδίκων, αλλά διότι και αυτός ουδέποτε απαίτησε την ωφέλεια που τους παρείχε κατά το ως άνω ποσοστό του, με το να διαμένουν σ'αυτά χωρίς να του καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό, λόγω της συγγενικής τους σχέσης, και του γεγονότος ότι αυτές φιλοξενούσαν και φρόντιζαν τη μητέρα του.

Το γεγονός δε ότι ο αναιρεσίβλητος διέμενε για μεγάλο χρονικό διάστημα (1976 έως 1988) στη ... δεν σημαίνει ότι και απεμπόλησε τα επί των επιδίκων δικαιώματά του. Με το δεδομένα αυτά, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση από τους αριθ.1 και 19 πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γνώσης και ανοχής του αναιρεσίβλητου, ότι οι αναιρεσείουσες νέμονταν τα επίδικα, αποκλειστικά, για δικό τους λογαριασμό και, ακολούθως, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση των αναιρεσειουσών περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος διεκδίκησης των επιδίκων ακινήτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περιπτ.β' του ίδιου άρθρου (559 ΚΠολΔ) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών α) ότι ο αναιρεσίβλητος προέβαλε το πρώτον δικαιώματα στα επίδικα το έτος 2001, όταν αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα και β) ότι αυτός (αναιρεσίβλητος) γνώριζε τη "μόνιμη οίκησή" τους στα επίδικα και τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν αυτές επ'αυτών, χωρίς τη συμμετοχή του και στις οποίες δεν θα προέβαιναν αν πίστευαν ότι αυτός θα ασκούσε το επίδικο δικαίωμά του, οι οποίοι αυτοτελώς λαμβανόμενοι υπόψη θα μπορούσαν να θεμελιώσουν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, είναι, όσον αφορά τον με στοιχ. (α) ισχυρισμό, απαράδεκτος, διότι αυτός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά επιχείρημα των αναιρεσειουσών, όσον αφορά δε τον με στοιχ. (β) ισχυρισμό, αβάσιμος, διότι, από τις ανωτέρω αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο (έλαβε υπόψη) τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ως αβάσιμο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από τον νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Για το ορισμένο της αντίστοιχης αγωγής, το δικόγραφό της, σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, εκτός των άλλων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου.

Επομένως, επί διεκδικητικής αγωγής ο ενάγων οφείλει να εκθέσει στο δικόγραφο αυτής όλα τα απαιτούμενα για την κτήση της κυριότητάς του στοιχεία. Έτσι, αν η αγωγή, που αφορά ακίνητο, στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και ειδικότερα, σε κληρονομική διαδοχή, πρέπει ο ενάγων να περιλάβει σ'αυτήν τα απαιτούμενα από τα άρθρα 1846, 1193 και 1198 ΑΚ για κτήση της κυριότητας περιστατικά, δηλαδή το γεγονός ότι αποδέχθηκε την κληρονομία και, περιατέρω, ότι είχε προβεί σε μεταγραφή αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, ο ενάγων-αναιρεσίβλητος εκθέτει τα εξής: " Η Σ χήρα Ψ, το γένος ..., αποβιώσασα στο ... στις 6-7-78, αφήκε την υπ'αρ. ... δημοσία διαθήκη του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ζαχαρία Βογιάκη, η οποία, δημοσιευθείσα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου στις 20-9-78, έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "Κέκτημαι κατά πλήρη κυριότητα μια οικία κειμένην επί της οδού ...

του Δήμου και Ειρηνοδικείου Ηρακλείου αποτελούμενην εκ δύο ισογείων διαμερισμάτων εν προς Βορράν και εν έτερον προς Νότον αποτελούμενα ένα έκαστον διαμέρισμα από ένα δωμάτιον και κουζίνα με κοινήν αυλήν δυτικώς των διαμερισμάτων εντός της οποίας υπάρχει κοινόν αφοδευτήριον χωριζόμενα τα διαμερίσματα ταύτα από διάδρομον, επί των ισογείων τούτων διαμερισμάτων υφίστανται δύο ανώγεια διαμερίσματα εκ των οποίων το μεν προς Βορράν αποτελείται από δύο δωμάτια, μαγειρείον, χωλ και αφοδευτρήριον, το δε προς Νότον εκ δύο δωματίων και ενός μαγειρείου.

Το προς βορράν κείμενον ισόγειον διαμέρισμα μετά του επ'αυτού, υφιστάμενον τοιούτον και της ύπερθεν αερίνης στήλης καθ'όλον το ύψος απεριορίστως αφήνω στον υιόν μου Ζ τον οποίον εγκαθιστώ δυνάμει της παρούσης μου κληρονόμον κατά πλήρη κυριότητα νομής και κατοχήν με δικαίωμα συγκυριότητος εφ όλου του οικοπέδου της οικοδομής εμβαδού 188 τετραγωνικών μέτρων κατά τον Νόμον 3741/1929 περί οριζοντίου ιδιοκτησίας, το δε προς νότο διαμέρισμα αφήνω στον υιόν μου ...κατ'επικαρπίαν το ισόγειον, το δε επ'αυτού υφιστάμενον ανώγειον κατά πλήρη κυριότητα νομήν και κατοχήν μετά της ύπερθεν αερίνης στήλης με δικαίωμα συγκυριότητας εφ όλου του άνω οικοπέδου κατά είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%) αδιαιρέτως κατά τον Νόμον 3741/1929 μετά δε τον θάνατον του υιού μου Κ τον οποίον εγκαθιστώ κληρονόμον μου και την σύζυγον αυτού η επικαρπία του ισογείου διαμερίσματος εις ύψος τριών μέτρων και είκοσι μέτρων θα περιέρχεται εις τα τέκνα του υιού μου Ζκοινώς εξ ίσου και αδιαιρέτως εις ους αφήνω από τούδε την ψιλήν κυριότητα αυτού με δικαίωμα συγκυριότητος κατά 25% αδιαιρέτως συνορεύει δε η ως άνω οικία μου νοτίως ..., βορείως ..., δυτικώς ...

και ανατολικώς με την οδό .... Η αυλή της ως άνω οικίας θα είναι ακάλυπτος και θα έχωσιν την χρήσιν αυτής πάντε οι κληρονόμοι". Το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει στην διαθέτιδα δυνάμει του υπ' αρ. ... παραχωρητηρίου του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας το οποίο μεταγραφή στο Υποθ/κείο Ηρακλείου Τόμο .... Το έτος 1991 απεβίωσε ο υιός της διαθέτιδος Τ.

Εγώ και οι εναγόμενοι είμεθα τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού της διαθέτιδος .... Με βάση λοιπόν την διαθήκη και τον νόμο, εμείς οι διάδικοι κατέστημεν συγκληρονόμοι της γιαγιάς μας Σ κατά ποσοστό ενός τρίτου (1/3) εξ αδιαιρέτου επί των διηρημένων ιδιοκτησιών που δημιουργήθησαν με εκείνη (διαθήκη). Την επασχθείσα κληρονομιά αποδέχθηκε αμέσως, επιληφθείς, καλοπίστως, της νομής και κατοχής των κληρονομιαίων στοιχείων, επισκεπτόμενος και επιβλέπων αυτά.

Παράλληλα αντιπροσωπεύόμουν στην άσκηση της νομής και από τις εις αυτά ενοικούσες εναγόμενες αδελφές μου. Την δήλωση μου περί αποδοχής της κληρονομιάς της μητέρας μου περιέβαλα και στον συμβολαιογραφικό τύπο ήτοι στο υπ'αρ. ... δηλωτικό της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Αργυρής Σπαχή-Πολυχρονάκη το οποίο μετεγράφη στο αρμόδιο Υποθ/κείο Ηρακλείου.

Η δήλωση περί αποδεοχής κληρονομιάς του Νικολάου Σουτζή περιλαμβάνεται στο υπ'αρ. ... συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Ηρακελίου Αργυρώς Σπαχή το οποίο μετεγράφη νόμιμα στο Υποθ/κείο Ηρακλείο (αρ. μεταγρ. ...). Το όλο ακίνητο έχει περιληφθεί και στο Κτηματολόγιο. Έτσι έγινα κύριος του περιγραφέντος πράγματος με τίτλο κληρονομικής διαδοχής και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.

Την κτηθείσα συγκυριότητα μου αείποτε αναγνώριζαν οι εναγόμενες. Όμως το έτος 2001 αντιμετωπίζοντας σοβαρώτατα, λόγω της αναπηρίας μου, οικονομικά προβλήματα εζήτησα απ'αυτές να αγοράσουν αν ήθελαν το ιδανικό μερίδιο μου, αυτές όμως άλλοτε μεν εδήλωναν θετικά, και άλλοτε αρνητικά, προσφάτως δε αρνήθηκαν και το δικαίωμά μου".

Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζητεί, με την ένδικη αγωγή, να αναγνωρισθεί συγκύριος των επίδικων κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες-αναιρεσείουσες να του αποδώσουν αυτά (επίδικα), κατά το ως άνω ιδανικό μερίδιο του. Η αγωγή, με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, είναι πλήρως ορισμένη, ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας επί των επιδίκων από τον αναιρεσίβλητο, ήτοι την κληρονομική διαδοχή, αφού σαφώς αναφέρεται τόσο η αποδοχή της κληρονομίας εκ μέρους του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, όσο και η μεταγραφή αυτής.

Επομένως, ορθά το Εφετείο, έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περιπτ. 1 και 14 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι πλημμέλειες ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί αοριστίας της ένδικης αγωγής και παρά τον νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου της ίδιας από τον παραπάνω λόγο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Οκτωβρίου 2008 αίτηση των Χ1 χας Ε και Χ2 χας Κ, για αναίρεση της 379/2008 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ