Legislator Case Law & Legislation
1456/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding death of defendant and property boundaries.

Case Number 1456/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's property judgment. The appellant argued the appeal was admissible due to the death of a co-defendant and alleged errors in the court's assessment of facts and property boundaries. The court ruled that the death of a defendant and the subsequent inheritance by their heirs constitute a single procedural event that does not require a new hearing, and the alleged errors were either non-existent or did not constitute grounds for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) and 559(8b) of the Code of Civil Procedure: The death of a party and the heirs' voluntary resumption of the case are treated as a single procedural act, and appeals based on unreviewed factual assessments or non-existent procedural errors are inadmissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure death of party heirs resumption admissibility of appeal property boundaries factual assessment procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1456 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1456/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντώναρο.

Των αναιρεσίβλητων-καλούντων: Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, Ψ2 και Ψ3.

Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια δικηγόρος Πολυξένη Μπαλτά δήλωσε ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος (Ψ1) απεβίωσε στις 29-5-2007 και κληρονομήθηκε από την Ψ2 (ήδη 2η αναιρεσίβλητη) και την Ψ3 (ήδη 3η αναιρεσίβλητη), οι οποίες συνεχίζουν τη δίκη και εκπροσωπούνται από αυτήν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Παξών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/1994 του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας λόγω αρμοδιότητας, 285/1996 προδικαστική, 319/2003 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και 184/2005 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-10-2005 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1918/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 28-3-2007 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 27-10-2006 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καπερώνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α`, 287 παρ. 1 και 290 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε εξακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, ήτοι α) του με αριθ. πρωτ. ..... αποσπάσματος της ..... ληξιαρχικής πράξης θανάτου, του ληξιάρχου του Δήμου ..... και του με αριθ. πρωτ. ..... πιστοποιητικού κληρονομητηρίου της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει, ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Ψ1 απεβίωσε στις 28-5-2007 και ότι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του είναι οι δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων Ψ2 και Ψ3, σε ποσοστό 1/2 η κάθε μία στην κληρονομιαία περιουσία, οι οποίες, ως κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, εκπροσωπούμενες από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πολυξένη Μπαλτά, δυνάμει του προσκομιζόμενου .....

ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίας Κυριακού, δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης που διακόπηκε βιαίως λόγω του θανάτου αυτού και έτσι παραδεκτώς προχωρεί η συζήτηση της υποθέσεως.

Επειδή, κατά το άρθρο 575 εδ. α, β, γ ΚΠολΔ, με αίτηση του εισαγγελέα, του εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο. Τα εδάφια β' και γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 226 εφαρμόζονται και εδώ.

Νέα αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνο με αίτηση του εισηγητή. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ο Άρειος Πάγος έχει τη δυνατότητα και όχι υποχρέωση, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης, μία μόνο φορά, σε μεταγενέστερη δικάσιμο, η οποία ορίζεται αμέσως, χωρίς την έκδοση απόφασης, με επισημείωση στο πινάκιο, μετά από αίτηση του Εισαγγελέα, του Εισηγητή, κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, υπέβαλε, στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, λόγω του αναφερθέντος κωλύματος του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε ως αβάσιμο, από το Δικαστήριο. Ήδη, ο ίδιος διάδικος, με τις προτάσεις του, που κατατέθηκαν στις 13-5-2008,ήτοι μετά τη συζήτηση της υπόθεσης(7-5-2008), επανέφερε το αίτημα αυτό αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, λόγω του ίδιου κωλύματος του πληρεξουσίου δικηγόρου του, χωρίς όμως και να επικαλείται άλλα, πρόσθετα στοιχεία, πέραν εκείνων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου κατά την υποβολή του απορριφθέντος αιτήματος αναβολής στο ακροατήριο.

Ενόψει τούτων, πρέπει το αίτημα αυτό να απορριφθεί ως αβάσιμο.

Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, αναφορικώς με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων:

Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, ενός αγροτικού ακινήτου, που βρίσκεται στην τοποθεσία "....." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ....., έκτασης 6.710 τ.μ. Την κυριότητα του ακινήτου αυτού απέκτησαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι α) του αποβιώσαντος στις 12-3-1949 πατέρα τους Α1, β) της αποβιώσασας στις 1-6-1968 μητέρας τους Β, και την οποία αποδέχθηκαν με την .....

δήλωση αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτεινής Φλωρά, πού μεταγράφηκε νόμιμα και γ) της αποβιώσασας στις 1-7-2002 τρίτης ενάγουσας, αδελφής τους, Γ, την οποία αποδέχθηκαν νόμιμα. Στον δικαιοπάροχο πατέρα τους Α1 και στον αδελφό του Α2 το ακίνητο αυτό, ως μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας, είχε περιέλθει ισομερώς το έτος 1908, οπότε απεβίωσε ο πατέρας τους Α και ακολούθως κατά αποκλειστική κυριότητα κατόπιν διανομής μεταξύ αυτού και του αδελφού του Α2 στις 19-9-1938, δυνάμει του .....

συμβολαίου διανομής κλήρου τον Ειρηνοδίκη Παξών Γ. Παπαζώη, πού μεταγράφηκε νόμιμα. Στο ακίνητο αυτό ο πατέρας των εναγόντων από το έτος 1908 ασκούσε διακατοχή συνεχή, αδιάκοπο, ειρηνική, δημόσια, αναμφίβολη και επί λόγου κυριότητας μέχρι την 23-2-1946 και στη συνέχεια νεμόταν με διάνοια κυρίου μέχρι τον θάνατό του στις 12-3-1949.

Ακολούθως μετά την επαγωyή της κληρονομίας στους ενάγοντες, την αδελφή τους Γ και την μητέρα τους Β, αυτοί αναμείχθηκαν σ' αυτήν και νέμονταν με διάνοια κυρίου, κατά το ποσοστό της συγκυριότητάς τους, και μετά το θάνατο της μητέρας τους, στις 1-6-1968, κατά το ποσοστό της συγκυριότητάς τους οι ενάγοντες με την αδελφή τους Γ, μετά δε τον θάνατο της τελευταίας, στις 1-7-2002, κατά το ποσοστό της συγκυριότητάς τους οι ενάγοντες, ασκώντας επ' αυτού, είτε οι ίδιοι είτε άλλοι, που ενεργούσαν για λογαριασμό τους, πράξεις νομής, που ταιριάζουν στη φύση και στον προορισμό του, όπως καλλιέργεια, περιποίηση των ελαιοδένδρων, συλλογή του καρπού τους, διατήρηση και συντήρηση των ορόσημων με ξερολιθιά, καθαρισμό από τα αγριόχορτα κλπ.

Με τον τρόπο αυτό οι ενάγοντες κατέστησαν, δια της υπέρ εικοσαετούς συνεχούς νομής και κατοχής του, συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του ανωτέρω αγροτικού ακινήτου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Τις ανωτέρω πράξεις οι ενάγοντες ασκούσαν στο ανωτέρω αγροτικό ακίνητο, κατά το ποσοστό της συγκυριότητάς τους, αδιατάρακτα μέχρι το δεύτερο δεκαήμερο τον μηνός Οκτωβρίου τον έτους 1991, οπότε ο εναγόμενος, ο οποίος είναι κύριος όμορων ακινήτων στην βόρεια και νότια πλευρά τον ακινήτου τους, κατέλαβε δύο τμήματά του, το πρώτο πολυγωνικού, ομοιάζοντας προς τριγωνικό, σχήματος, εμβαδού 816,46 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο του ακινήτου τους και ορίζεται, όπως ειδικότερα στην απόφαση οι πλευρικές του διαστάσεις επακριβώς αναφέρονται, και το δεύτερο, που βρίσκεται νότια του ακινήτου τους, πολυγωνικού σχήματος, εμβαδού 288,13 τ.μ.

και ορίζεται επίσης, όπως στην απόφαση οι πλευρικές του διαστάσεις επακριβώς αναφέρονται. Και στα δύο αυτά τμήματα, τα οποία έχουν κοινό σημείο πάνω στο νότιο όριο του αγροτικού ακινήτου των εναγόντων, η βλάστηση είναι σχεδόν ανύπαρκτη εκτός από ένα κήπο και ένα κυπαρίσσι στο πρώτο τμήμα και δύο μικρά πουρνάρια στη βόρεια πλευρά του δεύτερου τμήματος.

Τα δύο αυτά τμήματα ο εναγόμενος, ενεργώντας παράνομα, τα απέκοψε από το υπόλοιπο αγροτικό ακίνητο των εναγόντων, περιφράζοντάς τα με φράχτη από ξερολιθιά, πάνω στον οποίο τοποθέτησε συρματόπλεγμα, το οποίο αρχίζει από την απώτερη βορειοδυτική γωνία του με κατεύθυνση από βορειοδυτικά προς νοτιοανατολικά, καταλήγει στο νότιο άκρο του και στο κοινό σημείο των τμημάτων αυτών και συνεχίζει, με τεθλασμένη γραμμή και με κατεύθυνση από νοτιοδυτικά προς Βορειανατολικά, μέχρι του σημείου, που κάμπτεται και στη συνέχεια με κατεύθυνση νοτιανατολική και κατόπιν νότια, καταλήγει πάνω στο όριο του υπόλοιπου αγρού των εναγόντων, περίπου στο μέσο της τεθλασμένης πλευράς, που αποτελεί το νότιο όριο όλου του ακινήτου τους.

Ο εναγόμενος, προκειμένου να ενσωματώσει αυθαίρετα τα τμήματα αυτά στην ιδιοκτησία του, εκμεταλλευόμενος την απουσία των εναγόντων, οι οποίοι είναι κάτοικοι Αθηνών, κατέστρεψε διάφορα τμήματα από τις πεζούλες που υπήρχαν εκεί και χρησιμοποίησε τις πέτρες του για την κατασκευή της ξερολιθιάς αυτής. Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο, ότι στο μη καταληφθέν τμήμα του ακινήτου των εναγόντων υπήρχαν ελαιόδενδρα και άλλη βλάστηση, ενώ στα καταλειφθέντα δύο τμήματα το έδαφος ήταν χέρσο και το χρησιμοποιούσαν για την τοποθέτηση ξερόκλαδων, πλην όμως δεν είχε οριοθετηθεί με ξερολιθιά ή χωρίσματα με πεζούλες, αλλά αποτελούσε ενιαία έκταση.

Σχετικά με τα όρια του χέρσου τμήματος, όπου δεν υπήρχε περίφραξη, οι ενάγοντες είχαν δώσει εντολή στους συγγενείς τους και στον εργάτη Δ, να κάνουν σημάδια με κόκκινη μπογιά πάνω στους βράχους, που υπήρχαν σταθεροί στο έδαφος, και να τα ανανεώνουν τακτικά, προκειμένου να είναι εμφανές ότι είναι ενιαία η ιδιοκτησία τους.

Τα κόκκινα αυτά σημάδια αντικατέστησε ο εναγόμενος με κίτρινα προκειμένου να φανεί ότι είναι δικά του και στη συνέχεια άνοιξε πόρτα "πορτόνι" μεταξύ τον δικού του ακινήτου και εκείνου των εναγόντων, γκρέμισε ένα κομμάτι της ξερολιθιάς πάνω στο σύνορο και έτσι απέκτησε πρόσβαση στην ιδιοκτησία των εναγόντων.

Τέλος, δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι δεν αποδείχθηκε κυριότητα του εναγομένου στα επίδικα τμήματα. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτός είχε στην κυριότητά τον δύο όμορα προς τους ενάγοντες αγροτικά ακίνητα, τα οποία δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους, το ένα βόρεια εκείνου των εναγόντων, το οποίο είχε αποκτήσει από κληρονομία της θετής του μητέρας Ε, και το άλλο νότια, το οποίο είχε αποκτήσει από κληρονομία των θετών του γονέων Ε1 και Ε2, με την κατάληψη δε των επίδικων τμημάτων του ακινήτου των εναγόντων επιδίωξε τη συνένωσή τους και τη δημιουργία ενός ενιαίου ακινήτου.

Με βάση τις παραδοχές αυτές , το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 319/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη ,από 29-4-1993, διεκδικητική αγωγή. Κρίνοντας, έτσι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας των επίδικων τμημάτων με έκτακτη χρησικτησία από τους ενάγοντες, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσοστά συγκυριότητας, οι οποίες στηρίζουν το πόρισμά του, το οποίο επίσης είναι σαφές.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, με τον οποίο αποδίδεται έλλειψη αιτιολογίας της πληττόμενης απόφασης ως προς την κτήση της κυριότητας των επίδικων τμημάτων από τους ήδη αναιρεσιβλήτους με έκτακτη χρησικτησία. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από την αυτή ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ,με τον οποίο μέμφεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, καθόσον με αυτήν ενώ έγινε δεκτό ότι οι πράξεις νομής που ενεργούσαν οι ενάγοντες στο ανωτέρω ακίνητο συνίσταντο σε περιποίηση των ελαιοδένδρων, συλλογή του καρπού τους, καθαρισμό του από αγριόχορτα, περαιτέρω, έγινε δεκτό, ότι η βλάστηση στα επίδικα ακίνητα είναι ανύπαρκτη, εκτός από ένα κήπο και ένα κυπαρίσσι στο πρώτο τεμάχιο και δύο μικρά πουρνάρια στη βόρεια πλευρά του δεύτερου τεμαχίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι οι ανωτέρω παραδοχές δεν είναι αντιφατικές, αφού η μεν πρώτη αναφέρεται στη μορφολογία του μη επιδίκου μείζονος αγροτεμαχίου, καθώς και στην άσκηση επ' αυτού πράξεων νομής από τους ενάγοντες, η δε δεύτερη αναφέρεται στη μορφολογία των επίδικων τεμαχίων (και, περαιτέρω, στην άσκηση επ' αυτών πράξεων νομής από τους ίδιους διαδίκους, που αναφέρονται πιο πάνω), η αιτιολογία δε αυτή μόνη στηρίζει το διατακτικό της απόφασης και επιτρέπει τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής από το Δικαστήριο της ουσίας των διατάξεων των άρθρων 974, 983, 1045 ΑΚ, που εφάρμοσε, προκειμένου να κρίνει την κτήση της κυριότητας επί των επιδίκων από τους ενάγοντες με έκτακτη χρησικτησία.

Ο αυτός λόγος αναίρεσης, τρίτο μέρος, από την ίδια ως άνω διάταξη, με τον οποίο αποδίδεται έλλειψη νόμιμης βάσης στην αναιρεσιβαλλομένη, διότι, α) η αποτύπωση των επίδικων τεμαχίων στο τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώ-μονα, που λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, δεν αποτελούν ικανό αποδεικτικό μέσο ώστε να οδηγήσει σε ασφαλή κρίση για την επιδίκαση της κυριότητάς τους, και διότι β) από τα έγγραφα που προσκόμισε ο αναιρεσείων και από τους μάρτυρές του, προκύπτει ότι τα επίδικα τμήματα είχαν περιέλθει στη δικαιοπάροχό του από το έτος 1954, αποτελούν τμήμα του δικού του μεγαλύτερου ακινήτου, το οποίο κατέχει από το έτος 1983 και ότι επ' αυτών ασκούσαν πράξεις νομής η δικαιοπάροχός του και ο ίδιος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος.

Συνεπώς, δεν αποτελούν "πράγματα" και δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, το αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή επανάληψης ή συμπλήρωσης αυτής. Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 8 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος για διενέργεια νέας πραγματογνωμο-σύνης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι, που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην περίπτωση, όμως, διεκδίκησης ακινήτου, όταν το επίδικο περιγράφεται λεπτομερώς στην αγωγή, με τις πλευρικές του διαστάσεις, διεκδικούμενο είναι το τμήμα του ακινήτου που περιλαμβάνεται εντός των προσδιοριζόμενων αυτών ορίων και δεν υπάρχει επιδίκαση πέραν του αιτηθέντος, όταν διατάσσεται η απόδοση του συγκεκριμένου αυτού ακινήτου στον ενάγοντα έστω και αν η περικλειόμενη από τα ανωτέρω όρια επιφάνεια είναι μεγαλύτερη.

Επομένως, είναι απορριπτέος και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 9βΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια, ότι το Δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε στους ενάγοντες, αναφορικά με το δεύτερο των επίδικων τμημάτων, 288,13 τ.μ. αντί των ζητηθέντων με την αγωγή 286,80 τ.μ., αφού το επιδικασθέν αυτό ακίνητο είναι ακριβώς το περιλαμβανόμενο στα αναφερόμενα στην αγωγή όρια (πλευρικές διαστάσεις του).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ.9 β ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι επιδίκασε στους ενάγοντες και το φερόμενο, σύμφωνα με την αγωγή, κοινόχρηστο μονοπάτι, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση,(σελ. 4), το Εφετείο μνημονεύει απλώς ως βόρειο όριο του πρώτου επίδικου ακινήτου "το όριο του μονοπατιού πλάτους 1,80 τ.μ.", το δε δεύτερο επίδικο ακίνητο δεν έχει σχέση με το "μονοπάτι".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-10-2005 αίτηση του Χ για αναίρεση της 184/2005 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ