Supreme Court dismisses appeal against labor contract dismissal due to failure to apply transitional provisions correctly.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision rejecting her claim against the Municipality of Metamorfosis. The appellant argued that successive fixed-term work contracts violated constitutional and statutory prohibitions on indefinite employment, while the lower court correctly applied transitional regulations. The Court upheld the lower court's ruling, finding the appellant's arguments legally unfounded and ordering her to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq., 681 et seq. of the Civil Code; Article 21 of Law 2190/1994; Article 6(1), 2, 3 of Law 2527/1994; Article 103(8) of the Constitution; Articles 5, 6, 7 of Presidential Decree 164/2004; Article 8(1) and (3) of Law 2112/1920: Successive fixed-term contracts do not constitute a violation of the prohibition on indefinite employment if they are justified by transitional provisions or specific temporary needs, and the lower court's application of these rules is binding unless legally flawed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1455 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1455/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Aπριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Φιλιππόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Μεταμόρφωσης Αττικής", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Όλγα Γιακουμάκη, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1492/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2649/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-1-2023 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Με την από 14.9.2010 αγωγή τους, οι 13 ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και η 6η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ιστορούσαν ότι προσλήφθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις έργου, έχοντας ως αντισυμβαλλόμενες τις Δημοτικές Επιχειρήσεις του αναιρεσίβλητου Δήμου με διακριτικό τίτλο "..." και "...".
Ειδικότερα η 6η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε ότι στις 11.7.2005 κατάρτισε με τη δημοτική επιχείρηση "..." του αναιρεσίβλητου Δήμου Μεταμόρφωσης έγγραφη σύμβαση έργου διάρκειας μέχρι 10.7.2006, προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα της εργατοτεχνίτριας. Ότι, εν συνεχεία, κατάρτισε έγγραφες διαδοχικές συμβάσεις έργου με την ανωτέρω δημοτική επιχείρηση και άλλες δύο δημοτικές επιχειρήσεις του αναιρεσίβλητου με διακριτικό τίτλο "..." και "...", προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα της εργάτριας κήπων, της εργάτριας πρασίνου, της βοηθού βρεφονηπιοκόμου, όπως αναλυτικά εκτίθενται στην αγωγή τα στοιχεία εκάστης σύμβασης έργου.
Ότι η τελευταία σύμβαση έργου συνήφθη την 1.9.2009 με διάρκεια μέχρι 31.5.2010, στις δε 19.2.2010, πριν τη λήξη της τελευταίας αυτής σύμβασης έργου, οι ανωτέρω δημοτικές επιχειρήσεις συγχωνεύτηκαν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, στον εναγόμενο Δήμο και συμφωνήθηκε η μεταφορά της αναιρεσείουσας, μοναδικής ως πλεονάζον προσωπικό στον εναγόμενο, απόφαση που ακολούθως υλοποιήθηκε με αποτέλεσμα έκτοτε να παρέχει τις υπηρεσίες της στον εναγόμενο μέχρι τη λήξη της τελευταίας διαδοχικής σύμβασης έργου στις 31.5.2010.
Ότι οι αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις που συνήψε, δυνάμει των οποίων απασχολήθηκε αποκλειστικά ως δημοτική υπάλληλος σε δημοτικές επιχειρήσεις του εναγομένου και στον τελευταίο, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες, των δημοτικών επιχειρήσεων και του εναγόμενου, κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται στην αγωγή, χαρακτηρίστηκαν προσχηματικά κατ' επίφαση ως συμβάσεις έργου, καθώς προσέφερε τις υπηρεσίες της με τους ίδιους όρους όπως το μόνιμο προσωπικό, ανελλιπώς και συνεχόμενα, ενεργώντας πάντοτε υπό τις εντολές και την εποπτεία των προϊσταμένων της.
Ότι επειδή κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες των εκάστοτε εργοδοτών της και δεν δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους ο κατ' επίφαση χαρακτήρας των εργασιακών της συμβάσεων ως συμβάσεις έργου, αφού τιτλοφορούνταν έτσι με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας των συμβάσεων και πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 του ν.2112/1920, που θεωρείται κατάλληλο νομοθετικό μέτρο για την επίτευξη του σκοπούμενο με την Οδηγία 1999/1970 αποτελέσματος, δηλαδή για την αποτροπή της κατάχρησης που προκύπτει από την άνευ αντικειμενικού λόγου χρήση διαδοχικών συμβάσεων έργου, να θεωρηθεί ότι καταρτίστηκε μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Ότι, επομένως, οι διαδοχικές συμβάσεις της στην πραγματικότητα είχαν χαρακτήρα συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και συνεπώς η λήξη του χρόνου διάρκειας της τελευταίας εξ αυτών, συνιστά άκυρη σιωπηρή καταγγελία εκ μέρους του εναγομένου, εφόσον δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις. Ζητούσε δε η αναιρεσείουσα α) να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση που συνδέει αυτήν με το εναγόμενο είναι μία ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να την μεταφέρει στις υπηρεσίες του ή τα νομικά του πρόσωπα, δ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να την απασχολεί στη θέση και την ειδικότητα και με αποδοχές που αντιστοιχούν στην υπηρεσιακή της ένταξη, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών της προσόντων ε) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και στ) να απειληθεί χρηματική ποινή 300 ευρώ σε βάρος του εναγομένου για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί με το διατακτικό της απόφασης.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 1492/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς όλους τους ενάγοντες. Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης ασκήθηκε μόνο από την αναιρεσείουσα η από 16.12.2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2649/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δικάζοντας ερήμην του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ (Δήμου Μεταμόρφωσης) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση.
Κατά της άνω εφετειακής απόφασης η ένατη ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Α. Σ. άσκησε την από 18.10.2021 και με αριθμ. καταθ 8250/1027/25.10.2021 αίτηση αναίρεσης κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1805/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε κατά απόφασης η οποία μπορούσε, κατά το χρόνο της άσκησης της αίτησης, να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας από το αναιρεσίβλητο, της οποίας η προθεσμία δεν είχε αρχίσει λόγω μη επίδοσης της απόφασης στο αναιρεσίβλητο και, επομένως, δεν είχε συμπληρωθεί.
Ακολούθως η ως άνω ένατη ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα επέδωσε την ως άνω υπ'αριθμ. 2649/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στο εναγόμενο ΝΠΔΔ στις 6.12.2022, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. 9859Β/6.12.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Δ. Α.. Η ως άνω απόφαση δεν προσβλήθηκε με ανακοπή ερημοδικίας εντός της οριζόμενης στο άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των δεκαπέντε (15) ημερών, που αρχίζει από την επομένη της επίδοσης (άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι κανένας εκ των διαδίκων δεν ισχυρίζεται στα υπομνήματά του, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι ασκήθηκε από το αναιρεσίβλητο ανακοπή ερημοδικίας κατ' αυτής και συνεπώς κατέστη τελεσίδικη στις 21.12.2022.
Επομένως η ένδικη από 4.1.2023 υπ 'αριθμ. 125/7/5.1.2023 αίτηση αναίρεσης της έκτης ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και κατά της υπ'αριθμ. 2649/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών που ορίζεται από το άρθρο 564 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία αρχίζει από όταν η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 553 του Ιδίου Κώδικα (ΑΠ 990/2017, ΑΠ 585/2017).
Σημειώνεται ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν εμπίπτει στο πραγματικό του άρθρου 555 ΚΠολΔ και στην απαγορευόμενη δι' αυτού από τον ίδιο διάδικο δεύτερη αναίρεση κατά της αυτής απόφασης, δεδομένου ότι η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία η πρώτη αναίρεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, επειδή κατά τις προσβαλλόμενης απόφασης, που είχε εκδοθεί ερήμην κάποιου διαδίκου, υπήρχε δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας (ΑΠ 692/2021, ΑΠ 1316/2014, ΑΠ 1048/2014).
Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νόμιμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 παρ.1 του ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 παρ. 1 ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, ο οποίος έχει κυρωθεί με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία είναι η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτή εργαζόμενο συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο, αφορά δε κυρίως το εργατοϋπαλληλικό προσωπικό (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 28/2005).
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την προβλεπόμενη στο άρθ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως διότι με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο από τον μισθωτό, ενώ με τη σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης. (ΑΠ 598/2019).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ.α' και 3 του Ν. 2112/1920, συνάγεται ότι επί συνάψεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 6/2022).
Οι εν λόγω διατάξεις, όπως εξ αυτών προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνον επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων υποκρυπτουσών σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου θεσπισθέντες εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 20/2007).
Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσεως, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7 και 8/2011).
Εξάλλου επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο και το ευρύτερο δημόσιο τομέα πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση), των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18.4.2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθρων 5 και 11 του σε εφαρμογή της οδηγίας εκδοθέντος Π.Δ/τος 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19.7.2004 και διαγράφουν τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά τη φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, οι ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Π.Δ/τος δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής.
Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 7 και 8/2011).
Αντιθέτως, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίον εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν.2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 795/2020, ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, που έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη-μέλη και που παρέχει στα κράτη-μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C- 212/2004, ΑΠ 829/2019, ΑΠ 1196/2017, ΑΠ 1005/2017).
Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.
Με το άρθρο 5 του Π.Δ/τος 164/2004 ορίζεται ότι "1- Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφ' όσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται, ευθέως και αμέσως, με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.
Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι, που τη δικαιολογούν, αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφ' όσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ' εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη.
Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του. 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου". Ενόψει, όμως, του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν.2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007) και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί αυστηρές προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολουμένου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Έτσι με τη διάταξη του άρθρου 11 αυτού, η οποία ως έκτου μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίσθηκε στην παρ.1 ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς ως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου συμπεριλήφθηκαν στη ρύθμιση της παρ.1 και οι συμβάσεις οι οποίες είχαν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργείς (ΑΠ 15/2022, ΑΠ 538/2020, ΑΠ 788/2017, ΑΠ 280/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 10/2011).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 59/2022, ΑΠ 93/2022, ΑΠ 24/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή, με βάση το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματά της, σε συνδυασμό με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη.
Ειδικότερα και αληθών υποτιθεμένων των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή και εάν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι το είδος της έννομης σχέσης που συνδέει την έκτη ενάγουσα- μοναδική εκκαλούσα με το εναγόμενο- εφεσίβλητο είναι αυτό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι της σύμβασης έργου, καθώς και ότι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες της όντως κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου- εφεσίβλητου, οι επίδικες συμβάσεις έχουν συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν.2190/1994 και δη με ημερομηνία έναρξης της πρώτης εξ αυτών στις 11.7.2005, σύμφωνα με τις οποίες το Δημόσιο και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, όπως εν προκειμένων το εναγόμενο- εφεσίβλητο (ΟΤΑ) αλλά και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, επιτρέπεται μεν υπό προϋποθέσεις να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, πλην όμως, αυτή δεν μπορεί να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου, ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων αυτών, ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι καταρτισθείσες συμβάσεις έργου δεν μπορούν να θωρηθούν εξ αρχής συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, η δε τελευταία επίδικη σύμβαση έργου έπαυσε αυτοδικαίως να ισχύει, όταν έληξε ο χρόνος για τον οποίο καταρτίστηκε. Εξ άλλου στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των μεταβατικών ρυθμίσεων του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 αυτού (ΠΔ 164/2004), με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ και το οποίο προβλέπει στο εν λόγω άρθρο 11 αυτού συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη μετατροπή σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και δη μόνο αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του (19.7.2004) και ήταν ενεργείς κατά το χρονικό αυτό σημείο και όχι αυτών που καταρτίστηκαν μεταγενέστερα, όπως οι επίδικες, οι οποίες συνήφθηκαν από το έτος 2005 και εντεύθεν.
Ούτε τέλος υπό την ισχύ του εν λόγω Π.Δ/τος από 19.7.2004 και εφεξής είναι δυνατός τέτοιος χαρακτηρισμός των επίδικων συμβάσεων ως ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόον9ου, διότι το άνω προεδρικό διάταγμα δεν επιτρέπει αφενός μεν, την έγκυρη κατάρτιση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αφετέρου δε τη μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου, αφού δεν επιτρέπει ούτε την εξ αρχής σύναψη τέτοιας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του ν.2190/1994, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 6 του ν.2527/1997 περί ΑΣΕΠ, έστω και αν με τις άκυρες αυτές συμβάσεις καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, χωρίς η απαγόρευση αυτή να προσκρούει στο άρθρο 25 του Συντάγματος που απαγορεύει την καταχρηστικότητα.
Κατόπιν τούτων πρέπει η αγωγή να απορριφθεί στο σύνολο της ώς μη νόμιμη..." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις ως καταρτιζόμενες, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, για πρώτη φορά με τον αναιρεσίβλητο Δήμο στις 11.7.2005, δηλαδή υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, δεν μπορούν ούτε και με νόμο να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου Δήμου, ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς επίσης ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των μεταβατικών ρυθμίσεων του άρθρου 11 του π.δ.164/2004, αφού πρόκειται για συμβάσεις που καταρτίστηκαν, κατά την αγωγή, σε μεταγενέστερο της έναρξης ισχύος του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος χρόνο και απορρίπτοντας έτσι ως μη νόμιμη την αγωγή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ., 681 επ.
ΑΚ, 21 ν.2190/94, 6 παρ.1, 2 και 3 του ν.2527/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 ν.3812/2009, 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και 5, 6, 7 του π.δ.164/2004 και ορθά δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, που δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και δεν προσέδωσε σ' αυτές, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ανωτέρω αγωγικών αιτημάτων, έννοια διαφορετική από την αληθινή, όπως η έννοια τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ανωτέρω στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, που κυριαρχικά εκτιμήθηκαν από αυτό και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού του περί του νόμω αβασίμου της αγωγής.
Συνεπώς, οι λόγοι (πρώτος και δεύτερος) της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με τις αιτιάσεις ότι α) εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 103 παρ.8 του Συντάγματος, αν και δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, αφού ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της επίδικης συμβατικής σχέσης δεν αποτελεί μετατροπή της συμβατικής σχέσης από διαδοχικές συμβάσεις έργου σε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ώστε να εμπίπτει στην ανωτέρω συνταγματική απαγόρευση, η οποία (απαγόρευση) αφορά μόνο τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πρόσκαιρες, απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες και όχι εκείνες που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και β) παρέλειψε να εφαρμόσει το άρθρο 8 παρ.1 και 3 του ν.2119/1920, αφού η απασχόλησή της με περισσότερες διαδοχικές συμβάσεις έργου δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της παρεχόμενης εργασίας, αλλά επιβλήθηκε ως συμβατικός όρος από τον αναιρεσίβλητο Δήμο, επιπλέον δε οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 8 του ν.2112/1920 κατισχύουν αυτών του π.δ/τος 164/2004, είναι αβάσιμοι.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, (άρθρ. 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένης, όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 276 παρ.1 και 281 παρ.2 του ν.3463/2006 (ΑΠ 300/2021, ΑΠ 3/2020), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.1.2023 και με αριθ. καταθ. 125/7/2023 αίτηση για αναίρεση της 2649/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ