Legislator Case Law & Legislation
1455/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank judgment for failure to consider plaintiff's claims regarding bank employee misconduct.

Case Number 1455/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of his claim for damages against two banks. The appellant argued that the appellate court failed to consider evidence of bank employees' misconduct and negligence in handling property encumbrances. The court ruled that the appellate court had explicitly rejected these specific claims as legally unfounded, thereby satisfying the requirement to have considered them.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 and 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider a claim is inadmissible if the lower court explicitly rejected that claim as legally unfounded.

Keywords

AI generated
appeal admissibility failure to consider claim bank employee misconduct negligence in encumbrances legal unfounded rejection civil procedure code damages for tort

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 561 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 §2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 70/2020
Supreme Court Case 388/2018
Supreme Court Case 25/2003
Supreme Court Case 488/2020
Supreme Court Case 23/2020
Supreme Court Case 1228/2019
Supreme Court Case 1150/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1455 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1455/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Λ. του Μ., κατοίκου ... Κρήτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κουτσουράκη, που ανακάλεσε την από 16-9-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, από την Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο και κατέθεσε προτάσεις 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου-Τσικρικά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/9/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 315/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/12/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 2/12/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 61/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος-ενάγοντος, κατά της υπ' αριθ. 315/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που είχε απορρίψει ως νόμω αβάσιμη την από 6-9-2013 αγωγή του αναιρεσείοντος-ενάγοντος, για καταβολή αποζημίωσης από αδικοπραξία, δέχθηκε την ως άνω έφεση τυπικά και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Α'. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 346/2017, ΑΠ 1029/2015).

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η ανθρώπινη συμπεριφορά ως αντικειμενικό βασικό στοιχείο θεμελίωσης αδικοπρακτικής ευθύνης, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη. Η παράλειψη, όμως, για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης, πρέπει να είναι παράνομη, ήτοι η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 664/2017, ΑΠ 821/2014, ΑΠ 139/2014)ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005). Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία.

Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013). Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.

Η εκ μέρους δε της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί τη μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του, και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).

Περαιτέρω, αμέλεια, κατ` άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή, δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη, στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 96/2018, ΑΠ 1653/2010, ΑΠ 1500/2002).

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 KΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ ΑΠ 18/2004, ΑΠ 895/2019, ΑΠ 810/2017).

Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 719/2012). Στο πλαίσιο αυτό, ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί με σαφήνεια στην ιστορική βάση της αγωγής του, με την οποία αιτείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και να αποδείξει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 106, 335 και 338 KΠολΔ, όλα τα γεγονότα, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο, ως άνω, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 914 ΑΚ, θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 515/2016, ΑΠ 473/2016).

Έτσι, στην περίπτωση του παράνομου της συμπεριφοράς λόγω παράλειψης οφειλόμενης νομικής υποχρέωσης, ο ενάγων θα επικαλεστεί, εκτός των άλλων, τη συγκεκριμένη νομική υποχρέωση που παρέλειψε ο εναγόμενος, ήτοι τη θετική ενέργεια στην οποία όφειλε να προβεί. καθώς και τη βάση στην οποία κατ` αυτόν θεμελιώνεται η υποχρέωση να προβεί σ` αυτήν (νόμος, δικαιοπραξία, καλή πίστη κλπ).

Β'. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψή του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ. 1 εδ.

α), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 1 εδ. β` ), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), και ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.

α`), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.

Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994.

Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" - και στις τράπεζες - την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή"- και του ιδιώτη επενδυτή- ώστε αυτός να λαμβάνει, τεκμηριωμένα, τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής.

Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία, διαφορετικά, δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως-με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή, με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσόμενων.

Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του ως άνω άρθρου 8 του εν λόγω νόμου, είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017, ΑΠ 1028/2015).

ΙIΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 214/2006).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν απεδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, καθώς και ποια η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε με βάση την τυχόν παραβίαση (ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 1662/2009, ΑΠ 778/2009), στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 19/2020).

Στην υπό κρίση περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της από 6-9-2013 αγωγής, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-ενάγων ισχυρίστηκε : Ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτων της συμβολαιογράφου Ηρακλείου, Μαρίας Βασιλάκη-Αμανάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε την κυριότητα των περιγραφόμενων στην αγωγή τριών οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμέρισμα, αποθήκη και θέση στάθμευσης), με αγορά από τους Γ.

Σ. του Κ., εργολάβο οικοδομών-οικοπεδούχο και από τον ίδιο καθώς και την Φ. Σ. του Γ., ως μέλη της κοινοπραξίας τεχνικού έργου με την επωνυμία "...", κατασκευάστρια του έργου ανέγερσης της οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, έναντι συνολικού τιμήματος από 230.000 ευρώ, από το οποίο ποσό 117.782,50 ευρώ αντιστοιχούσε στο τίμημα πώλησης και ποσό 112.217,50 ευρώ αντιστοιχούσε στο εργολαβικό αντάλλαγμα για επιπλέον εργασίες που θα εκτελούσε ο ως άνω εργολάβος στο πωληθέν διαμέρισμα.

Ότι μέρος του παραπάνω τιμήματος συμφωνήθηκε ότι θα προερχόταν από προϊόν δανείου, με επιδότηση επιτοκίου, από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας, που θα ελάμβανε ο ενάγων-αγοραστής και θα καταβαλόταν, σύμφωνα με ρητό όρο του ως άνω συμβολαίου, μετά την εκ μέρους των πωλητών εξάλειψη των προσημειώσεων υποθηκών που βάρυναν τα πωληθέντα ακίνητα και συγκεκριμένα τριών προσημειώσεων ποσού 565.500 ευρώ, 65.000 ευρώ και 130.000 ευρώ, που είχαν εγγραφεί και βάρυναν το οικόπεδο επί του οποίου είχε ανεγερθεί η οικοδομή επί της οποίας οι αγορασθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες, σε βάρος του Γ.

Σ. και υπέρ της τράπεζας "..." και μίας προσημείωσης ποσού 750.000 ευρώ, που είχε εγγραφεί και βάρυνε τις εν λόγω αγορασθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες, σε βάρος του Γ. Σ. και υπέρ της τράπεζας "...". Ότι πριν από την κατάρτιση του παραπάνω συμβολαίου μεταβίβασης των οριζόντιων ιδιοκτησιών, ο ενάγων επισκέφθηκε το Β' Κατάστημα...

της πρώτης εναγομένης τράπεζας, προκειμένου να ενημερωθεί για τη δυνατότητα χορήγησης στεγαστικού δανείου και αφού προσκόμισε τα αιτηθέντα δικαιολογητικά καθώς και σχετική δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου αναφορικά με το νομικό έλεγχο των ακινήτων από τον οποίο (έλεγχο) προέκυπταν όλα τα ανωτέρω βάρη που υπήρχαν τόσο στο οικόπεδο όσο και στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που επρόκειτο να αγοράσει, η πρώτη εναγομένη προέβη στην προέγκριση χορήγησης του αιτηθέντος δανείου.

Ότι μετά την κατάρτιση του παραπάνω συμβολαίου αγοράς (3-7-2008), συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης-τράπεζας, η από 19-8-2008 σύμβαση στεγαστικού δανείου, με την οποία συμφωνήθηκε η χορήγηση προς τον ενάγοντα ποσού 99.700 ευρώ, μεταξύ δε των συμφωνηθέντων όρων του δανείου ήταν και η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της πρώτης εναγομένης-δανείστριας τράπεζας για ποσό 119.640 ευρώ, σε βάρος των αγορασθέντων οριζόντιων ιδιοκτησιών, προς εξασφάλιση της απαίτησης της τελευταίας από τη δανειακή σύμβαση.

Ότι την 9-9-2008 ο πωλητής Γ. Σ. του ζήτησε να μεταβούν στο Κατάστημα της πρώτης εναγομένης, προκειμένου να υπογράψει για να λάβει ο πωλητής το μέρος του τιμήματος που αντιστοιχούσε στο προϊόν του εγκριθέντος δανείου, αφού προηγουμένως τον διαβεβαίωσε τηλεφωνικά ότι είχε προβεί σε όλες τις ενέργειες για την εξάλειψη των προσημειώσεων που βάρυναν τα πωληθέντα ακίνητα και ότι συνεπώς είχε πληρωθεί ο σχετικός όρος του συμβολαίου μεταβίβασης και επομένως μπορούσε να λάβει το τίμημα που θα προερχόταν από την εκταμίευση του δανείου, γεγονός το οποίο όμως, όπως αργότερα ανακάλυψε ο ενάγων, ήταν ψευδές, αφού οι προσημειώσεις ουδέποτε εξαλείφθηκαν.

Ότι ακολούθως μετέβη με τον πωλητή στο ως άνω Κατάστημα της πρώτης εναγομένης, όπου κατόπιν υπογραφής εκ μέρους του των σχετικών εγγράφων πραγματοποιήθηκε η εκταμίευση του ποσού του δανείου και καταβλήθηκε με επιταγή εκδοθείσα από την εναγομένη τράπεζα στον πωλητή. Ότι ακολούθως μετά την εκταμίευση του ποσού του δανείου και την εξόφληση του τιμήματος προς τον πωλητή, του κοινοποιήθηκε από την τράπεζα "...", υπέρ της οποίας είχαν εγγραφεί οι ως άνω προσημειώσεις, με την ιδιότητά του ως τρίτου κυρίου εμπραγμάτως ενεχομένου, διαταγή πληρωμής εκδοθείσα σε βάρος των πωλητών, με επιταγή προς πληρωμή ποσού 464.272,68 ευρώ, με περιορισμό μέχρι την αξία των οριζόντιων ιδιοκτησιών που αγόρασε, εν συνεχεία δε επιβλήθηκε κατάσχεση στις εν λόγω ιδιοκτησίες του.

Ότι η πρώτη εναγομένη τράπεζα, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η δεύτερη εναγομένη, δια των προστηθέντων σε αυτήν υπαλλήλων της, επέδειξε αδικοπρακτική συμπεριφορά και δεν ενήργησε σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, διότι από βαριά τους αμέλεια οι προστηθέντες υπάλληλοί της, ενώ γνώριζαν τα βάρη των ακινήτων, δεν αξίωσαν, όπως όφειλαν, πριν την καταβολή του ποσού του δανείου παρουσία του απ' ευθείας στους πωλητές, είτε την άρση των βαρών από τους πωλητές σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου αγοράς, είτε την απ' ευθείας συνεννόηση με την τράπεζα "...", υπέρ της οποίας είχαν εγγραφεί οι ως άνω προσημειώσεις, και την καταβολή προς αυτήν του τιμήματος-προϊόντος του δανείου, ώστε η τελευταία να συναινέσει στην εξάλειψη των βαρών, αντιθέτως δε από βαρειά αμέλειά τους τον παρέπεισαν να υπογράψει το ένταλμα πληρωμής για την εκταμίευση του δανείου στο όνομα του πωλητή.

Ζήτησε δε την καταβολή εκ μέρους των εναγομένων αποζημίωσης ύψους 180.000 ευρώ για τη θετική του ζημία και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ύψους 50.000 ευρώ, λόγω αδικοπραξίας των προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης, κατά την παροχή στεγαστικού δανείου που έλαβε από την τελευταία, μετά την θέση της οποίας σε ειδική εκκαθάριση μεταβιβάστηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της προς τη δεύτερη εναγομένη, ευθυνομένη εις ολόκληρον με την πρώτη σε αποκατάσταση της άνω ζημίας του.

Η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα είναι μη νόμιμη και συγκεκριμένα όπως προκύπτει από την επισκόπησή της το Εφετείο δέχθηκε ότι: α) η επικαλούμενη στην αγωγή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, δεν χαρακτηρίζεται υπαίτια ή παράνομη, καθώς τέτοια υποχρέωση αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν πηγάζει από τη δανειακή σύμβαση, ούτε τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία που επικαλείται στην αγωγή ο ενάγων και β) ότι περαιτέρω η αποδιδόμενη ευθύνη της τράπεζας δεν θεμελιώνεται ούτε στην παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, εφόσον η επικαλούμενη ζημία συνέχεται με τη σύμβαση αγοραπωλησίας που εξυπηρετήθηκε βάσει του δανείου και δεν στηρίζεται στη δανειακή σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων από την οποία και μόνο θα μπορούσε να προκύψει σχετική περίπτωση ευθύνης βάσει του νόμου περί καταναλωτών, εξάλλου δεν αφορά παροχή υπηρεσιών τέτοιων (πχ.

πώληση επενδυτικών προϊόντων) που θα επέφεραν τυχόν στον καταναλωτή-πελάτη επιζήμιες συνέπειες. Κατ' ακολουθία δε των ανωτέρω, απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την ένδικη αγωγή του ενάγοντος περί καταβολής αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, για τους κάτωθι λόγους, όπως επί λέξει αναφέρει : α) "...ο ενάγων εν προκειμένω αγοραστής των αναφερομένων σε αυτήν οριζοντίων ιδιοκτησιών, τις οποίες απέκτησε δυνάμει του παραπάνω τίτλου κτήσεως και μέρος του τιμήματος αυτών κάλυψε μέσω σύμβασης δανείου 99.700 ευρώ από την πρώτη εναγομένη κατόπιν έγκρισης του ΟΕΚ, αποδίδει ευθύνη στην τελευταία ως άνω τράπεζα, ...

για τη μη εκπλήρωση όρου του συμβολαίου αγοραπωλησίας που είχε συνομολογήσει με τον πωλητή Γ. Σ., επικαλούμενος ότι από υπαίτια συμπεριφορά των υπαλλήλων της δανείστριας τράπεζας καταβλήθηκε το ποσό του δανείου στον πωλητή, χωρίς να προηγηθεί έλεγχος για την άρση των βαρών που είχαν εγγραφεί υπέρ άλλης τράπεζας επί του όλου ακινήτου στο οποίο υπάγονταν οι πωληθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες.

Ότι τα αρμόδια όργανα της εναγομένης στηρίχθηκαν μόνο στις προφορικές διαβεβαιώσεις του πωλητή ότι είχαν εξαλειφθεί τα βάρη, οι οποίες τελικά απέβησαν ψευδείς, με συνέπεια την πρόκληση ζημίας σε βάρος του λόγω της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης από μέρους της ενυπόθηκης δανείστριας τράπεζας ..., υποστηρίζοντας ότι παρέλειψαν αυτοί να προστατεύσουν τα συμφέροντά του έναντι του πωλητή, επιδεικνύοντας συμπεριφορά που αντιβαίνει στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ως και στις διατάξεις περί προστασίας των καταναλωτών από τις τράπεζες.

Όμως, η περιγραφόμενη ως άνω συμπεριφορά των προστηθέντων στην τράπεζα υπαλλήλων, και αληθής υποτιθέμενη δεν συνιστά παράνομη συμπεριφορά, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, ούτε έρχεται σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, όντας αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δεδομένου ότι κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, η εναγομένη τράπεζα ενεργώντας σύμφωνα με την επικαλούμενη σύμβαση δανείου, εκταμίευσε το εγκριθέν ποσό του δανείου (99.700 ευρώ) και στη συνέχεια το πίστωσε στον ανωτέρω πωλητή (παρουσία και των δύο) έχοντας τη ρητή εντολή του δανειολήπτη (ενάγοντος), ο οποίος για το σκοπό αυτό είχε αιτηθεί τη λήψη δανείου για την εξασφάλιση αγοράς πρώτης κατοικίας μέσω του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, διενεργηθείσας σχετικά αυτοψίας περί της ολοκλήρωσης των εργασιών για την επιδότηση.

Η εκταμίευση λοιπόν του ποσού αυτού ενεργήθηκε στα πλαίσια της συναλλακτικής υποχρέωσης με βάση τη σύμβαση που είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτής και του ενάγοντος. Η δανείστρια εναγομένη τράπεζα κατά την εκτέλεση των εν λόγω υπηρεσιών, δεν παραβίασε έναντι του ενάγοντος τις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, καθόσον δεν είχε υποχρέωση απέναντι στον ενάγοντα δανειολήπτη να διασφαλίσει ότι οι οριζόντιες ιδιοκτησίες που ο τελευταίος αγόρασε ήταν απαλλαγμένες από νομικά ελαττώματα κατά το χρόνο εξόφλησης του πιστωθέντος τιμήματος, αφού η ενέργεια αυτή, ως υποχρέωση, δεν αφορά την επίμαχη σύμβαση δανείου αλλά ανάγεται αποκλειστικά στη ρητή συμβατική υποχρέωση του πωλητή, η οποία περιλαμβάνεται στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας και έπρεπε να προηγηθεί της πράξης εξόφλησης του τιμήματος, η αθέτηση δε αυτής, προξένησε τη ζημία του ενάγοντος.

Την υποχρέωση του ελέγχου είχε πρωτίστως ο ίδιος ο ενάγων, ως αγοραστής και δανειολήπτης, ο οποίος σαφώς γνώριζε τους όρους της αγοραπωλησίας που είχε συνομολογήσει με τον πωλητή και προφανώς όφειλε να επιβεβαιώσει την αλήθεια των προφορικών βεβαιώσεων του πωλητή πριν μεταβεί μαζί με αυτόν στην τράπεζα για να παραλάβει το ποσό του δανείου, ότι δηλαδή είχε πράγματι προβεί στην εξάλειψη των βαρυνουσών τα ακίνητα προσημειώσεων υποθηκών ...".

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν υφίσταται αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης τράπεζας και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων, έναντι του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με τη μορφή των παραβάσεων των περί αδικοπραξιών διατάξεων των άρθρων 914, 932 και 288 ΑΚ, της συναλλακτικής υποχρέωσης για πρόνοια και ασφάλεια και των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 και απέρριψε κατ` ουσίαν τους σχετικούς δεύτερο και τρίτο λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος καθώς και την έφεση στο σύνολό της κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία, ομοίως, είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος ως νόμω αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932, 288, 330 του ΑΚ, και 8 ν. 2251/1994, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής, τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε αφού δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, διέλαβε δε στην απόφασή του, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων.

Τούτο δε διότι υπό τα ως άνω εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούται το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 914, 932, 330 και 288 του ΑΚ, και 8 του ν. 2251/1994, αφού η ανωτέρω επικαλούμενη με την αγωγή συμπεριφορά των υπαλλήλων της πρώτης αναιρεσίβλητης τράπεζας δεν ήταν υπαίτια και παράνομη, υπό την έννοια της αντίθεσής της σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, ή στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και τις επιταγές της έννομης τάξης, ούτε συνιστούσε παραβίαση κοινωνικώς επιβεβλημένης συνετούς συμπεριφοράς, απορρέουσας από την υποχρέωση λήψης των ενδεδειγμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων, στα πλαίσια της συναλλακτικής τραπεζικής πρακτικής.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, επικαλείτο στην ιστορική βάση της αγωγής, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτέθηκε παραπάνω, για τη θεμελίωση της αδικοπραξίας και ειδικότερα του στοιχείου του παρανόμου και υπαίτιου της συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης-αναιρεσίβλητης τράπεζας, ως προϋπόθεσης αδικοπραξίας, την παράλειψη της οφειλόμενης, θετικής ενέργειας από αυτούς, για :

α) τη διασφάλιση και προστασία των απορρεόντων δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος από την καταρτισθείσα μεταξύ αυτού ως αγοραστή και του τρίτου πωλητή, σύμβαση αγοραπωλησίας ακινήτων, για μη καταβολή του μέρους του τιμήματος που αποτελούσε προϊόν στεγαστικού δανείου χορηγηθέν από την ως άνω τράπεζα, έως την εξάλειψη των υφισταμένων επί των μεταβιβασθέντων ακινήτων και υπέρ της τρίτης τράπεζας "...", προσημειώσεων υποθηκών.

Και, β) την τήρηση των απορρεόντων από το ως άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας υποχρεώσεων εκ μέρους του πωλητή, περί εξάλειψης των υπαρχόντων επί των μεταβιβασθέντων ακινήτων προσημειώσεων υποθηκών, πριν την καταβολή του τιμήματος, προερχόμενου από προϊόν δανείου ύψους 99.700 ευρώ που έλαβε ο αναιρεσείων από την πρώτη αναιρεσίβλητη τράπεζα, ισχυριζόμενος ότι δεν αξίωσαν, όπως όφειλαν, πριν την καταβολή του ποσού του δανείου με την παρουσία του απ' ευθείας στους πωλητές, είτε την άρση των βαρών από τους πωλητές σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου αγοράς, είτε την απ' ευθείας συνεννόηση με την τράπεζα "...", υπέρ της οποίας είχαν εγγραφεί οι ως άνω προσημειώσεις, και την καταβολή προς αυτήν του τιμήματος-προϊόντος του δανείου, ώστε η τελευταία να συναινέσει στην εξάλειψη των βαρών, αντιθέτως δε από βαρειά αμέλειά τους τον παρέπεισαν να υπογράψει το ένταλμα πληρωμής για την εκταμίευση του δανείου στο όνομα του πωλητή, χωρίς προηγουμένως να έχουν εξαλειφθεί οι προσημειώσεις.

Ωστόσο, με βάση τα επικαλούμενα στην αγωγή περιστατικά, δεν υπήρχε στο πρόσωπο των προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης τράπεζας ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος του ενάγοντος και εντεύθεν και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ, δεδομένου ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση είναι αυτή της σύναψης σύμβασης στεγαστικού δανείου υπό τη μορφή τοκοχρεωλυτικού δανείου, η φύση και ο σκοπός του οποίου κατ' άρθρο 806 του ΑΚ, ενέχουν στο εννοιολογικό τους περιεχόμενο την παράδοση των κινητών πραγμάτων (χρημάτων) στο δανειολήπτη, ή στο υπ' αυτού υποδειχθέν πρόσωπο (όπως στην προκειμένη περίπτωση), κατά πλήρη κυριότητα, σε εκτέλεση δε της σύμβασης αυτής η εναγομένη τράπεζα εκταμίευσε το εγκριθέν ποσό του δανείου (99.700 ευρώ) και στη συνέχεια το κατέβαλε εκδίδοντας σχετική επιταγή στον πωλητή, παρουσία, με τη συναίνεση και έχοντας τη ρητή έγγραφη εντολή του δανειολήπτη-ενάγοντος.

Η εκταμίευση λοιπόν του ποσού αυτού από την εναγομένη τράπεζα ενεργήθηκε στα πλαίσια της συναλλακτικής υποχρέωσης με βάση τη σύμβαση που είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτής και του ενάγοντος, και δεν προκάλεσε την επικαλούμενη ζημία του ενάγοντος. Εξάλλου, η δανείστρια εναγομένη τράπεζα κατά την εκτέλεση των εν λόγω υπηρεσιών, εκταμίευσης του δανείου, δεν παραβίασε έναντι του ενάγοντος τις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, καθόσον δεν είχε υποχρέωση απέναντι στον ενάγοντα δανειολήπτη κατά την εκταμίευση του δανείου, να διασφαλίσει ότι οι οριζόντιες ιδιοκτησίες που ο τελευταίος αγόρασε ήταν απαλλαγμένες από νομικά ελαττώματα κατά το χρόνο εξόφλησης του πιστωθέντος με το συμβόλαιο αγοράς τιμήματος, και εξοφληθέντος από το προϊόν του δανείου, αφού η ενέργεια αυτή, ως υποχρέωση, δεν αφορά τις υποχρεώσεις της από την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση δανείου, αλλά ανάγεται αποκλειστικά στη ρητή συμβατική υποχρέωση του τρίτου πωλητή, η οποία περιλαμβάνεται στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, στην κατάρτιση του οποίου ουδόλως συμμετείχε με οποιονδήποτε τρόπο η πρώτη εναγομένη τράπεζα, ώστε να ενέχεται κατά οποιονδήποτε τρόπο στην προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων του δανειολήπτη-αγοραστή, τα οποία προσβλήθηκαν εξαιτίας της μη τήρησης των όρων του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου εκ μέρους του τρίτου πωλητή για εξάλειψη των προσημειώσεων πριν την εξόφληση του τιμήματος.

Επιπρόσθετα, από τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν υφίστατο κατά τον κρίσιμο χρόνο, συναλλακτική τραπεζική πρακτική, δυνάμει της οποίας η πρώτη αναιρεσίβλητη τράπεζα όφειλε να διασφαλίσει τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος αγοραστή των ακινήτων, από τη σύμβαση αγοράς, που καταρτίστηκε μεταξύ του τελευταίου και τρίτου προσώπου, στην οποία σύμβαση ουδόλως μετείχε η τράπεζα ούτε και ηδύνατο με οποιονδήποτε τρόπο να επισπεύσει ή να διαμορφώσει τις εξελίξεις από την εφαρμογή της, πολύ δε περισσότερο να ελέγξει την τήρηση των συμφωνηθέντων μεταξύ των σ' αυτήν συμβληθέντων, στην οποία σύμβαση δεν ήταν όπως ήδη αναφέρθηκε, συμβαλλόμενη, ούτε νομικώς είχε δυνατότητα επέμβασης.

Επίσης, η πρώτη αναιρεσίβλητη τράπεζα δεν είχε υποχρέωση -ούτε την ευχέρεια- να ελέγξει τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως του δανειολήπτη, ως προς τη δοθείσα κατά την εκταμίευση του δανείου, συναίνεση και έγγραφη έγκρισή του, για καταβολή του ποσού του δανείου απ' ευθείας στον τρίτο πωλητή. Περαιτέρω, ευθύνη της τράπεζας δεν θεμελιώνεται ούτε στην παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, εφόσον η επικαλούμενη από τον ενάγοντα ζημία συνέχεται αποκλειστικά με τη σύμβαση αγοραπωλησίας, τους όρους της οποίας για εξάλειψη των προσημειώσεων που βάρυναν τα μεταβιβασθέντα ακίνητα, δεν τήρησε ο πωλητής όπως ήταν υποχρεωμένος από αυτήν και δεν στηρίζεται στη δανειακή σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων από την παραβίαση των όρων της οποίας και μόνο θα μπορούσε να προκύψει σχετική περίπτωση ευθύνης βάσει του νόμου περί καταναλωτών.

Ούτε υφίσταται παραβίαση των υποχρεώσεων διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη-ενάγοντος εκ μέρους της πρώτης εναγομένης τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η επικαλούμενη ζημία του τελευταίου προέρχεται από την αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων του τρίτου πωλητή των ακινήτων και όχι από την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση στεγαστικού δανείου, από την κατάρτιση και λειτουργία της οποίας και μόνον θα μπορούσε να προκύψει υποχρέωση πρόνοιας ασφάλειας και προστασίας των αγαθών του ενάγοντος, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου εκ μέρους της τράπεζας, ενώ με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν υφίσταται συγκεκριμένη νομική υποχρέωση που παρέλειψε η πρώτη εναγομένη, ήτοι θετική ενέργεια στην οποία όφειλε να προβεί.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 914, 932, 288, 330 ΑΚ και 8 ν.2251/1994, που προβλέπουν ότι για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος, στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονταν στην αγωγή, καθότι δέχθηκε ότι η επικαλούμενη στην αγωγή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, δεν χαρακτηρίζεται υπαίτια ή παράνομη, καθώς τέτοια υποχρέωση αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν πηγάζει από τη δανειακή σύμβαση, ούτε τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία που επικαλείται στην αγωγή ο ενάγων και ότι περαιτέρω η αποδιδόμενη ευθύνη της τράπεζας δεν θεμελιώνεται ούτε στην παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, εφόσον η επικαλούμενη ζημία συνέχεται με τη σύμβαση αγοραπωλησίας που εξυπηρετήθηκε βάσει του δανείου και δεν στηρίζεται στη δανειακή σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων από την οποία και μόνο θα μπορούσε να προκύψει σχετική περίπτωση ευθύνης βάσει του νόμου περί καταναλωτών, κρίνονται αβάσιμα καθώς και ο ως άνω λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεδομένου με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.

ΙV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 70/2020, ΑΠ 388/2018). Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1150/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β` KΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους αγωγικούς ισχυρισμούς του ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης τράπεζας, επέδειξαν αδικοπρακτική συμπεριφορά και δεν ενήργησαν σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, διότι από βαριά τους αμέλεια, ενώ γνώριζαν τα βάρη των ακινήτων, δεν διασφάλισαν πριν από την εκταμίευση του στεγαστικού δανείου την εξάλειψη των προσημειώσεων που υπήρχαν στα ακίνητα, ούτε ήρθαν σε συνεννόηση με την τράπεζα "...", υπέρ της οποίας είχαν εγγραφεί οι ως άνω προσημειώσεις, ώστε η τελευταία να συναινέσει στην εξάλειψη των βαρών, όπως συμβαίνει με βάση τους γενικούς κανόνες επιμέλειας στην τραπεζική συναλλακτική πρακτική, αντιθέτως δε από βαριά αμέλειά τους δεν τον ενημέρωσαν κατά την υπογραφή του εντάλματος πληρωμής, με αποτέλεσμα το ποσό του δανείου να καταβληθεί με επιταγή απ' ευθείας στο όνομα του πωλητή.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, έλαβε υπόψη τους ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς (καθώς και τους σχετικούς δεύτερο και τρίτο λόγους έφεσης) του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε ρητά ως νόμω αβάσιμους, με τις ως άνω αναφερόμενες παραδοχές του και, συνεπώς, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 KΠολΔ.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-12-2019 αίτηση του Π. Λ. του Μ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 61/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 20 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ