Legislator Case Law & Legislation
1455/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against death of defendant, ordering partial payment of damages and interest to heirs.

Case Number 1455/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the death of one of the defendants, ruling that the case must continue with the heirs. The court found that the original judgment required the defendant to pay damages and interest, which should now be directed to the heirs. Consequently, the court ordered the defendant to pay the specified sum plus 6% annual interest to the heirs and allocated court costs between the parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290, 573, 580 of the Code of Civil Procedure; Upon the death of a party before the conclusion of oral proceedings, the case is suspended and then tried by the same court, with the substantive claim being accepted in part against the heirs.

Keywords

AI generated
death of party suspension of proceedings heirs as successors partial acceptance of claim court costs allocation interest on damages Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 2882/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1455 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1455/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χ. Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που ανακάλεσε την από 4/10/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Α. του Χ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Δ. χήρας Ν. Α., 3) Μ. Α. του Ν., 4) Χ. Α. του Ν., 5) Α. συζύγου Γ. Π., το γένος Χ. Α., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χορομίδη που ανακάλεσε την από 5/9/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Προεδρεύουσα, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητος Δ. Α. απεβίωσε στις 9/2/2011 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../1/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού 1) Μ. χήρα Δ. Α. - Γ. το Σ. Γ., κάτοικος …, 2) Χ. Α. - Γ. του Δ., κάτοικος ... …, 3) Θ. Α. - Γ. του Δ., κάτοικος …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19745/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1209/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/12/2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χριστοδούλου ανέγνωσε την από 12/5/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την διακράτηση και εκδίκαση της υπόθεσης από το παρόν δικαστήριο. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται, εάν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, ότι η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη και ότι η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.

Ως διάδικος δε υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση του θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο κληρονόμος αυτού, εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου. Στην προκειμένη περίπτωση, μετά τον θάνατο του πρώτου αρχικού αναιρεσιβλήτου Δ. Α., που επήλθε, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου ..., την 9/2/2011, ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, νομίμως συνεχίζεται η δίκη με τους:

α) Μ. χήρα Δ. Α.-Γ., το Σ. Γ., β) Χ. Α.-Γ. του Δ. και γ) Θ. Α.-Γ. του Δ., υπό την ιδιότητά τους ως μοναδικών κληρονόμων του άνω αποβιώσαντος, συζύγου της πρώτης και τέκνων των λοιπών εξ αυτών (βλ. υπ' αριθ. πρωτ. ...22-6-2011 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου Θεσσαλονίκης). Ειδικότερα, από τα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου προκύπτει ότι, οι ως άνω κληρονόμοι, που παρέστησαν κατά τη συζήτηση δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, δήλωσαν την εκ του θανάτου του ανωτέρω επελθούσα βιαία διακοπή της δίκης και την επανάληψή της υπ' αυτών.

II. Με την κρινόμενη από 20-12-2006 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 1209/2006 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναίρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 19745/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 17-3-2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων για το ποσό των 115.509,90 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, απέρριψε την ως άνω έφεση.

Για το παραδεκτό της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται αντίγραφο της υπ' αριθ. 411/2007 γνωμοδότησης του αρμόδιου Α' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 2298/1995, όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης αυτής. Από την ανώτερο) γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους προκύπτει ότι, η γνώμη του ως προς τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από τους αριθμούς 16 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στην παραβίαση του δεδικασμένου, το οποίο απέρρεε από την υπ' αριθ. 1435/1998 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι αρνητική, ήτοι γνωμοδοτεί ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του Ν. 2298/1995, η αίτηση αναίρεσης, καθόσον αφορά τον πιο πάνω λόγο, θεωρείται ότι δεν έχει εισαχθεί. Αντιθέτως, ως προς τον δεύτερο λόγο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, νομίμως εισάγεται προς συζήτηση, μετά την εμπρόθεσμη κατάθεση της πιο πάνω θετικής γνωμοδότησης του Α' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και βάσιμο αυτού (λόγου).

III. Εξάλλου, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από το αναιρεσείον νομίμως και εμπροθέσμως στις 22-12-2006, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2882/2001 προθεσμίας του ενός έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 26-5-2006, η συμπλήρωση μετά ταύτα και μέχρι του προσδιορισμού δικασίμου., χρονικού διαστήματος, πέραν του έτους και συγκεκριμένα δώδεκα ετών, χωρίς να λάβει χώρα άλλη διαδικαστική πράξη, δεν καθιστά αυτήν απαράδεκτη, λόγω "παραγραφής εν επιδικία", σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 261 και 279 ΑΚ, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσίβλητοι με τις νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους, πλέον των είκοσι ημερών πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Και τούτο διότι η διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 4139/2013, αλλά και με τη νέα της μορφή, καθώς και η διάταξη του άρθρου 279 ΑΚ, δεν δύναται να τύχουν εφαρμογής αναλόγως στην προκείμενη περίπτωση ως προς την από την ως άνω διάταξη προβλεπόμενη ανατρεπτική προθεσμία προς άσκηση της αίτησης αναίρεσης, καθόσον δεν συμβιβάζεται η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων (261 και 279 ΑΚ) προς τον επιδιωκόμενο με την εν λόγω δικονομική διάταξη σκοπό, ο οποίος είναι η ταχεία άρση της αβεβαιότητας ως προς την τελεσιδικία με τη λύση των σχετικών αναφυόμενων αμφισβητήσεων και ο οποίος πληρούται με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης εντός της τασσόμενης απ' αυτήν προθεσμίας (ΑΠ 585/1972 ΝοΒ 20-1435, ΑΠ 755/1971 ΝοΒ 20-461).

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 573 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία (αποδοχή) έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της ασκηθείσας μετέπειτα αίτησης αναίρεσης, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησής της, για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου και ως εκ τούτου μπορεί να γίνει είτε ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 ΚΠολΔ, ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου διαδίκου, είτε σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση.

Μετά την άσκηση όμως της αναίρεσης δεν χωρεί πλέον σιωπηρή αποδοχή της απόφασης, αλλά μόνον ρητή, δηλαδή κατά τους διαγραφομένους στο άρθρο 297 τρόπους, καθόσον η αποδοχή στην περίπτωση αυτή υποδηλώνει παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αναίρεση, η οποία μπορεί να γίνει μόνο κατά τους ανωτέρω οριζομένους τύπους, όχι δε και σιωπηρώς.

Προκειμένου όμως περί του Ελληνικού Δημοσίου, τόσο για την αποδοχή της απόφασης όσον και για την παραίτηση από το ένδικο μέσον κατ' αυτής, άρα και από το ένδικο μέσον της αναίρεσης, απαιτείται, σύμφωνα με τα άρθρα 15 του π.δ/τος 671/1982, 39 παρ. 3 του Ν. 1844/1990, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2227/1994, καθώς και τα άρθρα 5 και 6 του Ν. 3086/2002, πλέον των προαναφερομένων διατυπώσεων, σύμφωνη γνώμη της αναφερόμενης εκεί τριμελούς επιτροπής των Νομικών Υπηρεσιών και απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών (ΑΠ 1625/2017, ΑΠ 113/2016, ΑΠ 1268/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση οι επαναλαμβάνοντες τη διακοπείσα δίκη κληρονόμοι του αποβιώσαντος πρώτου των αρχικών αναιρεσιβλήτων και οι λοιποί τούτων με τις προτάσεις τους, που κατατέθηκαν πλέον των είκοσι ημερών πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (άρθ. 570 παρ. 1 ΚΠολΔ), ισχυρίζονται ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της προ πολλού σιωπηρής και ανενδοίαστης αποδοχής από την πλευρά του αναιρεσείοντος της προβαλλόμενης απόφασης.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον η επικαλούμενη αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και οι παραπάνω δεν ισχυρίζονται ότι η αποδοχή αυτή, που υποδηλώνει και παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αναίρεση, έγινε σύμφωνα με τους οριζόμενους τύπους του άρθρου 297 ΑΚ, ούτε ότι τηρήθηκε γι' αυτήν η προβλεπόμενη για το Δημόσιο παραπάνω διαδικασία.

Κατόπιν αυτών η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως προς τον δεύτερο λόγο της ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

V. Με τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (ν.δ. της 26 Ιουν/10 Ιουλ.1944), που εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του ΕισΝΑΚ, ορίζονται τα ακόλουθα: "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου.

Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Η πιο πάνω διάταξη εφαρμόζεται επί όλων των οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες και η διαφοροποίηση που εισάγει σε σχέση με το υψηλότερο, γενικώς ισχύον για τις οφειλές των ιδιωτών, επιτόκιο υπερημερίας, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου προνομιακή μεταχείριση, διότι αποβλέπει στον περιορισμό των οφειλών του Δημοσίου από τόκους και την αποτροπή αυξήσεως του κρατικού χρέους, εν τέλει δε στην ορθή άσκηση της δημοσίας εξουσίας μέσω της διαφυλάξεως της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, προς τον σκοπό εκπληρώσεως των κατά το Σύνταγμα και τους νόμους υποχρεώσεων του Κράτους έναντι των πολιτών, και, ως εκ τούτου, δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, λαμβανομένων δε υπόψη και των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών που ίσχυσαν καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της διάταξης και εξακολουθούν να ισχύουν, δεν αντίκειται ούτε στην κατοχυρωμένη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ.

δ' του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Επιπλέον, η διάταξη αυτή του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν αποτελεί δικονομική, αλλά ουσιαστική διάταξη και ως εκ τούτου από τη διαφοροποίηση του οριζόμενου με αυτήν επιτοκίου, σε σχέση με το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο για τις οφειλές των ιδιωτών, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α., και 2 παρ. 3 περ.

α', β' και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τα οποία κατοχυρώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης, δεδομένου ότι με την ανωτέρω διάταξη το Δημόσιο δεν εξοπλίζεται, έναντι των ιδιωτών, με προνόμια δικονομικού περιεχομένου. Εξάλλου, από την εφαρμογή της ως άνω διάταξης δεν προκαλείται παραβίαση ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., διότι η ρύθμιση αυτή αποβλέπει, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, στην εξυπηρέτηση του προαναφερόμενου σκοπού επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, η ζημία δε που υφίστανται οι ιδιώτες από την καταβολή των οφειλών του Δημοσίου με επιτόκιο 6%, αντί του γενικώς ισχύοντος μεγαλύτερου επιτοκίου, δεν είναι τέτοιας έκτασης, ώστε να θίγει τον πυρήνα της αξίωσης (ΑΕΔ 25/2012, Ολομ ΑΠ 3/2006, ΣτΕ 1819/2018, ΑΠ 338/2018, ΑΠ 595/2017).

Συνεπώς, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 19745/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε υποχρεωθεί αυτό να καταβάλει στους ήδη αναιρεσιβλήτους συνολικά το ποσό των 115.509,90 ευρώ κατά αναφερόμενα ποσοστά για καθένα απ' αυτούς, με βάση το ισχύον για τους ιδιώτες ποσοστό νομίμων τόκων υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και ειδικότερα απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί του αντιθέτου (να υπολογισθούν οι τόκοι υπερημερίας προς ποσοστό 6%), υπέπεσε στην παράβαση της εσφαλμένης ερμηνείας και πλημμελούς εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων, καθόσον θεώρησε την ως άνω διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του δημοσίου ως αντικειμένη στις διατάξεις αυτές.

Κατόπιν τούτων ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, σχετικός λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, ήτοι κατά το κεφάλαιο της που αφορά την απόρριψη του σχετικού λόγου της έφεσης ως προς το ποσοστό του επιτοκίου των επιδικασθέντων σε κάθε ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ποσών.

Κατ' ακολουθίαν τούτων και ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ) κατά το αναιρούμενο μέρος της, στη συνέχεια δε πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η από 12-9-2005 έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 19745/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) και δη κατά το σχετικό λόγο της, να εξαφανισθεί εν μέρει η ως άνω εκκαλουμένη κατά τη σχετική της διάταξη που αναφέρεται στην υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει το επιδικασθέν πρωτοδίκως στους ενάγοντες ποσό κατά τα αναφερόμενα ποσοστά για καθένα απ' αυτούς με το νόμιμο τόκο υπερημερίας επ' αυτού από την επίδοση της αγωγής μέχρι και την εξόφληση.

Ακολούθως, πρέπει να δικασθεί η από 17-3-2003 αγωγή κατά το ως άνω μέρος της, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες κατά τα αναφερόμενα ποσοστά σε καθένα απ' αυτούς (και μετά το θάνατο του πρώτου αυτών στους συνεχίζοντες τη δίκη ως άνω νομίμους κληρονόμους του κατά το ανάλογο ποσοστό για καθένα απ" αυτούς) τόκους προς 6% ετησίως επί του ως άνω επιδικασθέντος ποσού των εκατόν δέκα πέντε χιλιάδων πεντακοσίων εννέα ευρώ και ενενήντα λεπτών (115.509,90), για το χρονικό διάστημα από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής.

Επίσης, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων για τη συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 179 ΚΠολΔ, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής και λαμβανομένου υπόψη ότι στη δίκη της αναίρεσης κατ' απόφασης εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, όπως και η προκείμενη, εφαρμόζονται καθόσον αφορά στη δικαστική δαπάνη οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του ΚΠολΔ (άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 2882/2001).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 1209/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

ΔΙΑΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση κατ' ουσίαν κατά το ίδιο μέρος.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 19745/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς τη διάταξή της που αφορά στο παρεπόμενο αίτημα των τόκων και ειδικότερα ως προς τη διάταξη αυτής με την οποία υποχρεώνει το εναγόμενο να καταβάλει το επιδικαζόμενο με αυτήν ποσό των 115.509,90 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από 17-3-2003 αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες κατά τα αναφερόμενα ποσοστά σε καθένα απ' αυτούς (και μετά το θάνατο του πρώτου αυτών στους συνεχίζοντες τη δίκη ως άνω νομίμους κληρονόμους του κατά το ανάλογο ποσοστό για καθένα απ' αυτούς) τόκους προς 6% ετησίως επί του ως άνω επιδικασθέντος ποσού των εκατόν δέκα πέντε χιλιάδων πεντακοσίων εννέα ευρώ και ενενήντα λεπτών (115.509,90), για το χρονικό διάστημα από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα για τη συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ