1455/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/5/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5651/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3889/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/5/2016 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1455/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (κυρίου ή προσθέτου) αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη α'ιτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ. 495§4ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων σε δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 1455 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1455/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Χ., 2, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ροδόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τανταρούδα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. (Μ.) Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Διαλυνά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/5/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5651/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3889/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/5/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου", ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση, για την παράνομη περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που προξένηθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα που θίγει την τιμή ή την υπόληψη παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 Α.Κ.
υπαιτιότητα, ή κατά το άρθρο 919 Α.Κ. πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 Α.Κ. γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν αυτός είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου και περαιτέρω κατά την παρ. 2, καθορίζονται κατώτατα όρια χρηματικής ικανοποίησης, αναλόγως του τόπου εκδόσεως του εντύπου (κέντρο ή επαρχία).
Επίσης, κατά το άρθρο 3 παρ.1 τοιχ. β' του ν. 2328/1995, οι κάθε είδους εκπομπές (συμπεριλαμβανομένων και των διαφημίσεων), που μεταδίδουν οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί, πρέπει να σέβονται την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, την επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου, μεταδίδονται, ενώ κατά το άρθρο 4 παρ. 10 του ίδιου ν. 2328/1995, ορίστηκε ότι στο άρθρο μόνο του ν. 1178/1981 (όπως έχει τροποποιηθεί), υπάγονται και οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί.
Στα κατά το ν. 1178/1981 "δημοσιεύματα" περιλαμβάνονται και τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές. Προκειμένου για τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, ως "εκδότης" νοείται ο νόμιμος ή οι περισσότεροι νόμιμοι εκπρόσωποι της αδειούχου εταιρίας, ως "διευθυντής", ο υπεύθυνος προγράμματος και, προκειμένου για ειδησεογραφικές εκπομπές ο διευθυντής του τμήματος ειδήσεων, ως "συντάκτης" δε του δημοσιεύματος, ο παραγωγός ή ο δημοσιογραφικός υπεύθυνος ή ο δημοσιογράφος-συντονιστής ή παρουσιαστής της εκπομπής, ανάλογα με το είδος και τη δομή της (ΑΠ 366/2011, ΑΠ 311/2009, ΑΠ 1904/2008).
Εξάλλου, το άρθρο 14 παράγραφος 1 του Συντάγματος κατοχυρώνει (βλ. συναφώς και τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παράγραφος 1 της Ε.Σ.Δ.Α.) την ελευθερία εκφράσεως, βασική εκδήλωση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα του καθενός να διαδίδει μέσω του τύπου, της ραδιοφωνίας και της τηλεοράσεως ειδήσεις, σχόλια και απόψεις (δικαίωμα του πληροφορείν).
Με την αυτή συνταγματική διάταξη, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος, κατοχυρώθηκε, εξ άλλου, ως αναγκαίο λογικώς παρακολούθημα του δικαιώματος του πληροφορείν, το δικαίωμα του καθενός να ενημερώνεται τακτικά, ελεύθερα και από κάθε διαθέσιμη πηγή για κάθε θέμα που τον ενδιαφέρει, το τελευταίο δε τούτο δικαίωμα (δικαίωμα στην πληροφόρηση) κατοχυρώνεται ήδη και ρητώς στο άρθρο 5Α παράγραφος 1 του Συντάγματος.
Όπως ευθέως συνάγεται από τις προμνησθείσες συνταγματικές διατάξεις (βλ. συναφώς και τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παράγραφος 2 της Ε.Σ.Δ.Α.), η άσκηση, τόσο του δικαιώματος του πληροφορείν, όσο και του δικαιώματος στην πληροφόρηση τελεί υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως, μεταξύ άλλων, των κανόνων δικαίου που κατοχυρώνουν δικαιώματα και ελευθερίες άλλων.
Η εφαρμογή των τελευταίων αυτών κανόνων μπορεί, επομένως, να δικαιολογήσει περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και του δικαιώματος στην πληροφόρηση, τούτο, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί παρίστανται, εν όψει και της κατοχυρουμένης στο άρθρο 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητος, ως απολύτως αναγκαίοι για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων.
Εν όψει των ανωτέρω, περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και του δικαιώματος στην πληροφόρηση μπορεί να δικαιολογηθούν και στην περίπτωση που οι περιορισμοί αυτοί παρίστανται ως απολύτως αναγκαίοι για την προστασία του δικαιώματος τρίτου προσώπου στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του, το δικαίωμα δε τούτο κατοχυρώνεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του Συντάγματος (βλ.
και άρθρο 8 παράγραφος 1 της Ε.Σ.Δ.Α. ) και καλύπτει, πλην άλλων, το δικαίωμα του προσώπου να προστατεύει την εικόνα του, ως στοιχείο ουσιώδες για τη συγκρότηση της προσωπικότητός του (πρβλ., περί του δικαιώματος προστασίας της εικόνας του προσώπου ως ιδιαίτερης εκφάνσεως του δικαιώματος στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αποφάσεις της 21.2.2002, Sch?ssel κατά Αυστρίας, της 24.6.2004, Von Hannover κατά Γερμανίας και της 11.1.2005, Sciacca κατά Ιταλίας).
Κατά το μέρος, ειδικώς, που αφορά στην τηλεόραση, το Κράτος, στο οποίο ανατίθεται, με το άρθρο 15 παράγραφος 2 του Συντάγματος, ο άμεσος έλεγχος των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, οφείλει νά ελέγχει την τήρηση, εκ μέρους των ασκούντων μέσω της τηλεοράσεως το δικαίωμα του πληροφορείν, της κατά τα ανωτέρω υποχρεώσεώς τους να σέβονται, κατά την άσκηση του δικαιώματός τους, τα δικαιώματα των άλλων, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος του καθενός στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του, δεδομένου, μάλιστα, ότι ο άμεσος έλεγχος του Κράτους επί της τηλεοράσεως σκοπεί, μεταξύ άλλων, κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 15 παράγραφος 2 του Συντάγματος, στη διασφάλιση του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, στην αποτελεσματική προάσπιση της οποίας αποσκοπεί και η συνταγματική κατοχύρωση των επί μέρους ατομικών δικαιωμάτων και, κατ εξοχήν, του δικαιώματος του καθενός να απαιτεί σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του.
Η καταγραφή, εξ άλλου, με κρυφά μέσα, εικόνας, η οποία έχει ως κύριο ή ως μοναδικό θέμα συγκεκριμένο πρόσωπο, συνιστά, κατ αρχήν, προσβολή του δικαιώματος του προσώπου τούτου επί της εικόνας του, το δικαίωμά δέ αυτό προστατεύεται, κατά τα ήδη εκτεθέντα, από τα άρθρα 9Α παράγραφος 1 του Συντάγματος και 8 παράγραφος 1 της Ε.Σ.Δ.Α., ως ιδιαίτερη έκφανση του δικαιώματος στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής.
Επομένως, η μετάδοση δια της τηλεοράσεως ειδήσεως, της οποίας αποκλειστική ή κύρια πηγή αποτελεί εικόνα συγκεκριμένου προσώπου, καταγραφείσα με κρυφά μέσα, δεν μπορεί, κατ αρχήν, να θεωρηθεί ως θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, έφ όσον η μεταδιδόμενη είδηση έχει ληφθεί υπό συνθήκες που στοιχειοθετούν προσβολή του δικαιώματος τρίτου επί της εικόνας του.
Είναι, εν τούτοις, δυνατόν να κριθεί κατόπιν ειδικής και πλήρως αιτιολογουμένης σταθμίσεως, ότι η μετάδοση ειδήσεως, με αποκλειστική ή κύρια πηγή εικόνα, καταγραφείσα με κρυφά μέσα, συνιστά θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, επειδή' ο προερχόμενος από τη μετάδοση της συγκεκριμένης ειδήσεως περιορισμός του δικαιώματος του εικονιζόμενου προσώπου επί της εικόνας του δικαιολογείται, εν όψει και της ιδιότητος του προσώπου τούτου, λόγω της συμβολής της μεταδοθείσης ειδήσεως σε συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος (πρβλ.
συναφώς την προμνησθείσα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επί της υποθέσεως Von Hannover, ιδίως §§ 60 και επ.). Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία η μετάδοση της ως άνω ειδήσεως θεωρείται, για τους εκτεθέντες λόγους, ως θεμιτή 'ασκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, τούτο δε σημαίνει, άνευ ετέρου, ότι καθίσταται θεμιτή και η μετάδοση από την τηλεόραση της εικόνας που κατεγράφη με κρυφά μέσα και συνιστά την πηγή της θεμιτώς μεταδοθείσης ειδήσεως.
Τούτο δε διότι η μετάδοση από την τηλεόραση της εικόνας που ελήφθη με κρυφά μέσα αποτελεί περιορισμό του συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος του εικονιζομένου προσώπου επί της εικόνας του, κατά πολύ εντονότερο του περιορισμού που συνιστά για το εν λόγω δικαίωμα η απλή μετάδοση της ειδήσεως που έχει ως πηγή την επίμαχη, κρυφίως ληφθείσα εικόνα.
Κατά συνέπεια, ο εντονότερος αυτός περιορισμός του δικαιώματος του εικονιζομένου προσώπου επί της εικόνας του μπορεί να θεωρηθεί ως θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, μόνο στην περίπτωση που η θεμιτή, για τους εκτεθέντες λόγους, μετάδοση της συγκεκριμένης ειδήσεως είναι απολύτως αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής χωρίς την μετάδοση της εικόνας που ελήφθη με κρυφά μέσα και αποτελεί την πηγή της ειδήσεως (ολ ΣτΕ 1213/2010).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του δικαιούται να αξιώσει: α)την άρση της προσβολλής, β)την παράλειψή της στο μέλλον, γ)αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ) και δ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επίσης, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, για την προαναφερθείσα αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται, επιπλέον, σχετική υπαιτιότητα του προσβάλλοντος. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας κάποιου, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του, δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, στο δικαίωμα της προσωπικότητας περιλαμβάνεται τόσο ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας του δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη αυτής.
Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας προσώπου ή της φήμης και της επαγγελματικής πίστεως ανωνύμου εταιρείας μπορεί να προέλθει και από κάποια από τις ποινικά κολάσιμες πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362, 363 και 364 του ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, ή την εμπιστοσύνη του κοινού στην (ανώνυμη) εταιρεία και τις επιχειρήσεις της, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο η ανώνυμη εταιρεία, γεγονός που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Ως ισχυρισμός θεωρείται ανακοίνωση που προέρχεται εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή από μετάδοση εκ τρίτου προσώπου, ενώ διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης.
Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται, συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'-δ' του ΠΚ, το άδικο των προβλεπομένων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρου 367 ΠΚ), για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. του ΑΚ. Επομένως, με την κατά τα άνω άρση του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής (ΑΠ 1976/2014). Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ), και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν κατά προβολή σχετικής αντενστάσεως από τον προσβληθλέντα (ΑΠ 1573/2005), συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης του άρθρου 363 ΠΚ ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή, της τιμής του άλλου (ΑΠ 632/2015, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 1455/14).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚπολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την απέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες υφίστανται όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλομένη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογής της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι, κατά νόμο, το αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 217/2016 ΑΠ 2119/2014).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της νομοτύπως και εμπροσθέσμως (άρθρα 495§1 564§3 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθ 1.3 ν.4335/2015) ασκηθείσης αναιρέσεως προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι, από το άρθρο 559 αρ 1 και 19, αιτιάσεις με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 57, 59 914 ΑΚ 361, 362, 363, 367 ΠΚ 2,14,15,5,5Α Συντ 8, 10 §2 ΕΣΔΑ απέρριψε την κατά των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα (από 7-5-2003) αγωγή του, με την οποία αυτός (αναιρεσείων) ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την σε βάρος του διαπραχθείσα από τους αναιρεσιβλήτους αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση) δεχθείσα, με ανεπαρκείς αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου αφενός την ουσιαστική βασιμότητα της προβληθείσας από τους αναιρεσιβλήτους (εναγομένους), από το άρθρο 367 παρ. 1 εδαφ γ ΠΚ ενστάσεως (ύπαρξη δικαιολογημένου συμφέροντος), και αφετέρου την αβασιμότητά της προς κατάλυσης της τελευταίας (ενστάσεως), από τα άρθρα 367 παρ. 2Α ΠΚ προταθείσης απ' αυτόν (αναιρεσείοντα) αντενστάσεως (ύπαρξη σκοπού εξυβρίσεως) παρόλο που τα ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά επέβαλλαν την αντίθετη, τόσο επί της ενστάσεως όσο και επί της αντενστάσεως κρίση.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τ' ακόλουθα αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα. "Ο ενάγων, ήδη εκκαλών (αναιρεσείων) είχε εκλεγεί βουλευτής Ν.
Αχαΐας του ΠΑΣΟΚ κατά τις εθνικές εκλογές του 2000, ενώ είχε διατελέσει βουλευτής και κατά την προηγούμενη τετραετία. Τον Απρίλιο του 2001 προτάθηκε από το τότε κυβερνών κόμμα να αναλάβει με την παραπάνω ιδιότητα του την προεδρία της άτυπης διακομματικής επιτροπής της Βουλής, προκειμένου να εισηγηθεί στον αρμόδιο Υπουργό αποτελεσματικά μέτρα για την αντιμετώπιση της αύξησης των παράνομων ηλεκτρονικών παιγνίων στη χώρα μας όπως και έγινε.
Η ...... Α.Ε.", τυγχάνει ιδιοκτήτρια του τηλεοπτικού σταθμού, με τον διακριτικό τίτλο "..." και περιλαμβάνεται στon πίνακα των αδειούχων τηλεοπτικών σταθμών εθνικής εμβέλειας. Ο δεύτερος εναγόμενος (αναιρεσίβλητος), δημοσιογράφος, έστειλε στην Πάτρα, όπου διέμενε ο ενάγων, τηλεοπτικό συνεργείο, το οποίο μαγνητοσκόπησε με κρυφή κάμερα να επιδίδεται σε παράνομα μηχανήματα τυχερών παιγνίων "επί χρήμασι" εντός του καταστήματος, με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στην πόλη των Πατρών.
Κατά την 24-1-2002 μεταδόθηκε από τον εν λόγω τηλεοπτικό σταθμό η εκπομπή, με την επωνυμία "...", της οποίας συντονιστής ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, ήδη δεύτερος των εφεσιβλήτων. Ειδικότερα κατά τη διάρκεια της εκπομπής αυτής προβλήθηκε ταινία μικρού μήκους (βίντεο), που είχε ληφθεί από το συνεργάτη του δεύτερου εναγομένου, Ε.
Κ., στην οποία εμφανιζόταν ο ενάγων να εισέρχεται στο εν λόγω κατάστημα και να επιδίδεται στα παραπάνω παράνομα παίγνια. Ακολούθως στην ίδια εκπομπή προβολή μαγνητοσκοπημένη ταινία, στην οποία παρακολούθησε ο ενάγων, προκειμένου αυτός να σχολιάσει τη στάση του. O τελευταίος, προκειμένου ν' αποφύγει τον εξευτελισμό του, πρότεινε σ' αυτούς, να παρουσιάσει σε επικείμενη εκπομπή τον εαυτό του ότι εισήλθε (δήθεν) στο κατάστημα, όχι για να επιδοθεί στα εν λόγω τυχερά παίγνια, αλλά για να δοκιμάσει, ως πρόεδρος της προαναφερόμενης διακομματικής Επιτροπής της Βουλής, τη λειτουργεία μηχανημάτων τέτοιου είδους και ότι σε περίπτωση που η πρότασή του γίνόταν δεκτή, θα συμμετείχε αυτοπροσώπως στη σχετική εκπομπή και θα παρείχε διάφορα στοιχεία που γνώριζε, έτσι ώστε να αυξηθεί το ενδιαφέρον των τηλεθεατών στα συνακόλουθα το ποσοστό τηλεθέασης του εν λόγω τηλεοπτικού σταθμού.
Στη συνέχεια κατά τη διάρκεια της ίδιας εκπομπής προβλήθηκε άλλη μαγνητοσκοπημένη ταινία, στην οποία εμφανίζεται ο ενάγων να συνομιλεί αυτή τη φορά με το δεύτερο εναγόμενο στο γραφείο του τελευταίου, ενόψει προγραμματισθείσας για τις εσπερινές ώρες προβολής της πρώτης ταινίας (που τον εμφάνιζε να εισέρχεται στο ως άνω κατάστημα) των Πατρών) από τον εν λόγω τηλεοπτικό σταθμό.
Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας αυτής ο ενάγων δήλωσε ότι πράγματι έχει παίξει, παράνομα ηλεκτρονικά παίγνια στο παρελθόν (χαρακτηριστικά αυτό με την ονομασία "φρουτάκια"), ιδίως κατά την περίοδο των τεέυταίων εορτών Χριστουγέννων-Νέου Έτους, αλλ' ότι ουδεμία σχέση έχει με ορισμένους επιχειρηματίες (στη στηλίτευση και αποδοκιμασία της δράσεως των οποίων στόχευαν τα "ρεπορτάζ" του δευτέρου εναγομένου και των συνεργατών του εκείνη την περίοδο), που οργανώνουν της ως άνω παράνομη δραστηριότητα με την ανάπτυξη δικτύου καταστημάτων και διαθέτουν ηλεκτονικά καταστήματα κατάλληλαν γι' αυτά τα παίγνια, ενώ συγχρόνως προέβη στην αποκάλυψη ονομάτων ετέρων πολιτικών και προσώπων, που κατείχαν δημόσιες θέσεις και διατηρούσαν αθέμιτες σχέσεις με αυτούς.
Επιπρόσθετα κατά την παραπάνω ημερομξνία και λίγες ώρες πριν από τη μετάδοση της ως άνω εκπομπής, κατά τη διάρκεια μετάδοσης του κεντρικού δελτίου ειδήσεων, μεταδόθηκε διάλογος μεταξύ του δεύτερου εναγομένου και του ενάγοντος, ο οποίος σημειωτέον συμμετείχε τηλεφωνικά, κατά τον οποίο ο ενάγων κατηγόρησε εμμέσως αυτόν (εναγόμενο) ότι κάνει χρήση ναρκωτικών και ευθέως ότι είναι μέλος της αίρεσης της σαϊεντολογίας, ενώ ο τελευταίος απάντησε με ύβρεις εναντίον του.
Ενόψει των παραπάνω ο ενάγων άσκησε την από 12-6-2002 αγωγή του μεταξύ των άλλων και των νυν εναγομένων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ισχυριζόμενος ότι από την παραπάνω εκπομπή, η οποία παρουσίασε σκηνές με πρωταγωνιστή τον ίδιο που είχαν ληφθεί εν αγνοία του με κρυφή κάμερα, αλλά και από τα δυσμενή σχόλια των εναγομένων και των λοιπών προσκεκλημένων στην προαναφερόμενη εκπομπή προσβλήθηκε παράνομα η προσωπικότητά του, επιδιώκοντας την επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 706/2003 οριστική απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή του ως και ουσιαστικά βάσιμη κι του επιδίκασε το ποσό των 100.000 ευρώ. Ακολούθως ασκήθηκε έφεση επ' αυτής και εκδόθηκε η με αριθμό 115/2004 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία δέχτηκε την έφεση κατ' ουσίαν και αφού εξαφά νισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ρην αγωγή ως αόριστη.
Στη συνέχεια ο ενάγων άσκησε την από 10-3-2004 νέα αγωγή του για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, ςπί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 3117?/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμ, κατά ουσιαστική παραδοχή των σχετικών ενστάσεων του δευτέρου εναγομένου περί άρσης του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων του λόγω δικαιολογημένου δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος του και λόγω δικαιολογημένης αγανάκτησης αυτού (άρθρ. 367 παρ. 1 και 361 παρ. 3 του Π.Κ.).
Επί της εν λόγω αποφάσεως ασκήθηκε έφεση εκ μέρους του ενάγοντος, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την με αριθμό 913/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρ. Πειραιώς έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη. Ακολούθως μετά την προαναφερόμενη εκπομπή επακολούθησαν νέες εκπομπές κατά τις ημερομηνίες 26-1-2003, 27-2-2003, 2-3-2003 και 16-3-2003 στον ίδιο τηλεοπτικό σταθμό, όπου προβλήθηκαν νέα σχόλια και σε επανάληψη τα εν λόγω πλάνα από κρυφή κάμερα με πρωταγωνιστή τον ενάγοντα.
Σημειώνεται ότι η παραπάνω τελεσίδικη απόφαση δεν παράγει δεδικασμένο για την ένδικη υπόθεση, καθόσον αφορά μεν τους ίδιους διαδίκους με την ίδια ιδιότητα, πλήν όμως ο ενάγων στην προκειμένη περίπτωση στηρίζει το αγωγικό του αίτημα σε άλλη ιστορική αιτία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στην εκπομπή του δεύτερου εναγόμενου- δημοσιογράφου "..." της 26-1-2003, ο τελευταίος αναφερόμενος στην παρακάτω υπόθεση είπε: ... "η προσπάθεια συναλλαγής του βουλευτή Χ.
μαζί μας, με τους συνεργάτες μου, προκειμένου να μην προβληθεί η συμμετοχή του ως παίκτη σε καταστήματα ηλεκτρονικού Τζόγου στην Πάτρα. Δημιουργήθηκε μεγάλο θέμα, εξεδιώχθη από το ΠΑΣΟΚ όπως θυμόσαστε..." και στη συνέχεια επαναπροβλήθηκε η εικόνα του ενάγοντος ντυμένου με καμπαρτίνα να παίζει μπροστά σε μηχάνημα τυχερών παιγνίων, υπό την μουσική υπόκρουση του τραγουδιού "money" του μουσικολυ συγκροτήματος "...", ενώ οι καλεσμένοι της εκπομπής σχολίασαν την χρησιμότητα της κρυφής κάμερας για την αποκάλυψη εγκληματικών πράξεων, όπου ο καλεσμένος Γ.
Α. είπε: "Σύχναζε λοιπόν ο ίδιος (ο ενάγων) σε ένα κατάστημα το οποίο λειτουργούσε παράνομα, γινόταν χρήση κάποιων μηχανημάτων εκεί παράνομη και έκανε αυτές τις προτάσεις στους συνεργάτες σας ... την οιωνεί δωροδοκία που επιχείρησε να κάνει...". Τέλος, ο δεύτερος εναγόμενος συμπήρωσε: "... θα δουν χειρότερα τα μάτι μας καταγραμμένα με αυτή τη διαδικασία όταν είναι τέτοιες οι εγκληματικές πράξεις που δεν μπορείς πραγματικά να κάνεις τίποτε άλλο, είναι αδύνατον να αντιμετωπίσεις διαφορετικά".
Ακολούθως, την 27-2-2003 στην εκπομπή "..." του δεύτερου εναγομένου, ο τελευταίος ανακοίνωσε την έκδοση της προαναφερόμενης με αριθμό 706/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικίου Πειραιώς, με την οποία καταδικάστηκε ο τελευταίος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσ'των 100.000 ευρώ σχολιάζοντας: "είναι μια απίστευτη απόφαση για να καταλάβετε αυτή είναι η σημασία της κάμερας μέσα στα δικαστήρια...
θέλω να σας θυμίσω ότι ο πρωθυπουργός απομάκρυνε τον κο Χ. από το κόμμα, θέλω να σας θυμίσω ότι ο κόσμος δεινοπάθησε απ' όλη αυτή τη συμμορία με τον ηλεκτρονικό τζόγο και θέλω να σας θυμίσω ότι ο κ. Χ.ς ήταν επικεφαλής μις επιτροπής στη Βουλή για την αντιμετώπιση του προβλήματος του τζόγου και ο ίδιος ταυτόχρονα παίκτης...
Ο άνθρωπος δηλ. Ο οποίος μας ζητούσε να μην παίξουμε για να μας δώσει απόρρητα πρακτικά από την Βουλή ... γι' αυτήν τη συμπεριφορά τη συγκεκριμένη απεφάνθη το δικαστήριο ότι δεν υπήρξε συναλλαγή ή προσπάθεια συναλλαγής. Απίστευτ πράγματα σας λέω, ακατανόητα που σ' εξοργίζουν, αλλά σεβόμενος τη δικαιοσύνη για μια τόσο απίστευτη και προκλητική απόφαση θα μιλήσουμε την Κυριακή".
Περαιτέρω κατά την 2-3-2003 στην εκπομπή του δευτέρου εναγομένου "...", ο τελευταίος σχολιάζοντας εκ νέου την εν λόγω δικαστική απόφαση, είπε "μ' όλα αυτά ξεχάσαμε τη δική μας υπόθεση τον Χ., διότι αποδέχεται την κρυφή κάμερα το δικαστήριο λέει ορθώς έπραξε το δικαστήριο, αλλά δεν δέχεται ότι υπήρχε συναλλαγή, μια ώρα μας έψηνε εκεί πέρα να δώσει τα απόρρητα έγγραφα της Βουλής (εννοεί τον ενάγοντα) ...
αυτός ο δικαστής που δίκασε δεν έχει δει τα βίντεο, αλλά δεν θα τα παίξω τώρα, θα κάνουμε ειδική εκπομπή ούτε αυτό το δέχτηκε η πρόεδρος και όλα τα υπόλοιπα λέει ότι βγήκαμε στην εκπομπή σου εκεί στο ΟΛΑ που με είχε βγάλει και ότι κάναμε πλάκα εις βάρος του σοβαρού βουλευτή... Εμείς τώρα κάνουμε τον αγώνα να επιστρέψει στο ΠΑΣΟΚ ο σοβαρός βουλευτής να τον χαίρονται ...".
Τέλος, στις κατά 16-3-2003 κατά την εκπομπή του παραπάνω εναγομένου "..." όπου επαναπροβλήθηκε η παραπάνω ταινία ο τελευταίος είπε: "καταδικαστήκαμε στη μια περίπτωση για τα φρουτάκια στον ηλεκτρονικό τζόγο την υπόθεση του σημερινού ανεξάρτητου βουλευτή τότε του ΠΑΣΟΚ ο οποίος ήταν και υπεύθυνος στη επιτροπή της Βουλής γαι τον ηλεκτρονικό τζόγο...
Αυτή η ιστορία συντάραξε το πανελλήνιο, δεν ήταν μια ιστοριούλα που πέρασε έτσι και που έγινε αιτία να εξαφανιστούν προς στιγμή αυτά τα μηχανήματα και να επανέλθουν δια της μαύρης οδού, γιατί σήμερα συνεχίζεται το πανηγύρι, μας κόστισε 100.000 ευρώ. Εμείς θα πολεμήσουμε την υπόθεση... η απίστευτη ιστορία να καταδικάζεται ο δημοσιογράφος όταν παρουσιάζει αυτά τα θέματα και καταγράφει μια θλιβερή πραγματικότητα εξαιτίας της οποίας αναγκάζεται ο ίδιος ο πρωθυπουργός να κάνει παρέμβαση, να απομακρύνει τον βουλευτή του και να διώξει όλα τα μηχανήματα από την χώρα...
δεν είμαστε αποφασισμένοι να σκύψουμε το κεφάλι και να τρώμε τέτοιες σφαλιάρες, γιατί αυτή η συμπαιγνία δεν ξέρω ποιου είναι, θα το ανακαλύψουμε όμως, δεν μπορεί να συνεχίζεται... Είναι απίστευτο ότι έχουμε καταδικαστεί 2 φορές... στη μία.. μετά από αγωγή του βουλευτή Α. Χ., πρωταγωνιστή τότε στην υπόθεση του ηλεκτρονικού τζόγου για τη δική του εμπλοκή...
Ακολούθησε η επαναπροβολή των πλάνων που απεικονίζουν τον ενάγοντα να παίζει ηλεκτρονικά παίγνια, καθώς και η συνομιλία του ενάγοντος με συνεργάτες του δευτέρου εναγομένου και συρραφή φωτογραφιών του ενάγοντος με διάφορα άλλα πλάνα που εμφανίζουν τον τελευταίο να ομιλεί, σε συνδυασμό με την ανάγνωση του διατακτικού της απόφασης, ενώ η εκπομπή συνεχίστηκε με γενική συζήτηση των προσκεκλημένων της εκπομπής με το δεύτερο εναγόμενο επί του περιεχομένου της προαναφερόμενης δικαστικής αποφάσεως.
Μεταξύ άλλων, επαναπροβλήθηκε και απόσπασμα διαλόγου μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου από τηλεοπρική συζήτηση που είχε πραγματοποιηθεί από το δελτίο ειδήσεων της πρώτης εναγομένης την 24-1-2002 (και είχε επίσης αποτελέσει περιεχόμενο της από 10-3-2004 αγωγής), όπου ο β' εναγόμενος "... Ευτυχώς που δεν τον είχαν στην επιτροπή για ναρκωτικά γιατί θα βάραγε ενέσεις και θα έπαιρνε κόκα.
Δηλαδή αυτό που μας λέει τώρα". Ακολούθησε απάντηση του ενάγοντος, ο οποίος υπαινίχθηκε ότι ο εναγόμενος ανήκει στην αίρεση της σαϊεντολογίας και κάνει χρήση ναρκωτικών. Απαντώντας ο εναγόμενος είπε: "είστε βρωμιάρηδες, βρωμιάρηδες,είστε βρωμιάρηδες τρισάθλιοι βρωμιάρηδες, είστε βρωμιάρηδες, σας αξίζει ένα φτου, ένα τεράστιο φτου από τον ελληνικό λαό.
Ένα φτου σας αξίζει". Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η προρρηθείσα κινηματογράφηφη- βιντεοσκόπηση του ενάγοντος, καθώς και η επαναπροβολή των προρρηθεισών ταινιών κατά τις ως άνω εκπομπές έγιναν χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου. Πλην όμως η λήψη και αναμετάδοση των εν λόγω εικόνων, οι οποίες σχετίζονται με τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά του ενάγοντος ως πολιτικού ανδρός, καθόσον βρισκόταν (ως πρόσωπο της σύγχρονης επικαιρότητας) στο κέντρο του ενδιαφέροντος του κοινωνικού συνόλου και μάλιστα των καταγομένων από το νομό Αχαΐας, στον οποίο εκλέγεται ως βουλευτής (και μάλιστα για δεύτερη βουλευτική περίοδο 2000-2004), ήταν επιτρεπτή, αφού αναγόταν στην πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού (από υγιές δημοσιογραφικό ενδιαφέρον), αποστολή την οποία εκπληρώνει τόσο ο έντυπος, όσο και ο ηλεκτρονικός τύπος κατά την ενάσκηση της ελευθερίας που του αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα.
Ειδικότερα, αποτελεί εκδήλωση τηε ελευθεροτυπίας και της ελεύθερης δημοσιογραφίας, που συναρτάται με την ελεύθερη διάδοση των στοχασμών και αποσκοπεί στη συμβολή του Τύπου στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης με την άσκηση- έστω και έντονης- κριτικής και ελέγχου στα πρόσωπα του δημοσίου βίου. Σημειώνεται ότι κατά τον χρόνο που διενεργήθηκε η παραπάνω δημοσιογραφική έρευνα και επαναπροβλήθηκαν οι παραπάνω εκπομπές από τον ως άνω τηλεοπτικό σταθμό, αποτέλεσε ζήτημα της επικαιρότητας που απασχόλησε σχεδόν το σύνολο του Τύπου, το θέμα της ανεξέλεγκτης διάδοσης των παράνομων ηλεκτρονικών παιγνίων και επομένως βρισκόταν στην επικαιρότητα και το πρόσωπο του ενάγοντος, που ενώ ήταν επιφορτισμένος ως Πρόεδρος της προαναφερόμενης επιτροπής με την πάταξη του φαινομένου αυτού, εμφανιζόταν να επιδίδεται κατά την ίδια χρονική περίοδο στην παραπάνω παράνομη δραστηριότητα.
Εξάλλου, η κινηματογράφηφη και επαναπροβολή της εικόνας του προσώπου του δεν έγινε υπό συνθήκες που μειώνουν την τιμή και την υπόληψή του ή που παραβιάζουν το απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής, ούτε συνιστά παγίδευση αυτού, ούτε συνοδευόταν από υβριστικές φράσεις, ώστε να είναι απαγορευμένη. Άλλωστε αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε συναντηθεί με τους συνεργάτες του δεύτερου εναγομένου, παρακολούθησε τη μαγνητοσκοπημένη ταινία και συζήτησε το ενδεχόμενο προβολής των εικόνων αυτών θέτοντας κάποιους όρους, όπως επίσης συναντήθηκε και με το δεύτερο εναγόμενο στο γραφείο του ύστερα από δική του πρωτοβουλία, όπως προεκτέθηκε.
Η εκ μέρους του επίκληση ότι η συζήτηση αυτή θα ήταν "off the record" δεν αποτελεί συμφωνία για το θέμα αυτό, ενόψει του ότι η αρχή αυτή ενέχει χαρακτήρα μάλλον συνήθειας στο χώρο της δημοσιογραφίας παρά ρητής δέσμευσης. Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα κρίνεται ότι η λήψη και επαναπροβολή των παραπάνω εικόνων ήταν επιτρεπτή, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση κάμπτεται η αρχή της αναγκαιότητας συναίνεσης του εικονιζόμενου λόγω δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος του δευτέρου εναγομένου.
Κατά συνέπεια αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της παραπάνω πράξης του δευτέρου εναγομένου και παραδοχή της σχετικής ένστασής του ως και ουσιαστικά βάσιμης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα όσα ισχυρίστηκε εκ νέου ο δεύτερος εναγόμενος στις ένδικες τηλεοπτικές εκπομπές για τον ενάγοντα, ότι δηλαδή αυτός ήταν παίχτης και ότι συνηλλάγη με συνεργάτες του (δευτέρου εναγομένου), προκειμένου να μην προβληθεί η συμμετοχή του ως παίχτη στο παραπάνω κατάστημα ηλεκτρονικού τζόγου στην Πάτρα ήταν αλήθή.
Ως κ τούτου η συμπεριφορά του (δευτέρου εναγομένου) δεν πληροί την αντικειμενική υπόσταση της συκοφαντικής δυσφήμησης. Τα γεγονότα, όμως, αυτά αν και ήταν αληθή, ήταν αντικειμενικά πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, ο οποίος εμφανιζόταν να παίζει παράνομα ηλεκτρονικά παίγνια και να συναλλάσσεται, και πράγματι τη μείωσε, αφού το πληροφορήθηκε αόριστος αριθμός τηλεθεατών που παρακολούθησαν τις ένδικες εκπομπές.
Συνεπώς, η συμπεριφορά του πληροί την αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφήμησης. Βέβαια, ο εναγόμενος-παρουσιαστής των παραπάνω ένδικων εκπομπών προέβη στις συγκεκριμένες ενέργειες από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και στα πλαίσια του δημοσιογραφικού του καθήκοντος προς ενημέρωση των πολιτών, καθόσον δεν θα μπορούσε να αδιαφορήσει, από τη στιγμή που έλαβε γνώση των παραπάνω συμβάντων, για τα οποία μάλιστα κινήθηκε αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη σε βάρος του για την πράξη της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας κατ' εξακολούθηση και χρήση των μαγνητοταινιών ή μαγνητοσκοπήσεων από δράστη που τελεί τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα ή επέτρεπε την είσπραξη αμοιβής.
Στη συνέχεια εκδόθηκε το με αριθμόμν3385/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο σημειωτέον αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατ' αυτού για την παραπάνω πράξη. Ήταν δε γνωστό ότι για το πραπάνω θέμα (ηλεκτρονικού τζόγου) ενόψει και της ιδιότητας του ενάγοντος ως βουλευτή, για το οποίο, όπως προεκτέθηκε είχε συσταθεί από τη Βουλή άτυπη διακομματική επιτροπή, υπήρχε εδώ και καιρό έντονο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, ενώ το δικαίωμα των πολιτών στην πληροφόρηση κατοχυρώνεται στο άρθρο 5Α παρ. 1 του Συντάγματος.
Έτσι, η παράλειψη αναφοράς στα παραπάμω γεγονότα ενόψει μάλιστα και τις νέες εξελίξεις στην υπόθεση μετά την έκδοση της προαναφερόμενης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αν και είχε περιέλθει σε γνώση του εναγομένου, θα έθετε σε αμφισβήτηση το κύρος και την αξιοπιστία του, σε σχέση με τη διαφανή, αξιόπιστη, διαρκή και αντικειμενική ενημέρωση της κοινής γνώμης.
Όμως, ο εναγόμενος δημοσιογράφος, σχετικά με τα παρουσιαζόμενα θέματα, δεν αποδείχθηκε ότι υπερέβη το αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο, για την εκπλήρωση του σχετικού του δημοσιογραφικού καθήκοντος, με τη γνωστοποίηση εκ νέου στο ευρύ κοινό των παραπάνω γεγονότων. Πό τον τρόπο δε που εκφράστηκε δεν προκύπτει σαφλως ειδικός σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος, καθόσον με την παραπάνω πράξη του δεν αποδείχθηκε ότι είχε την πρόθεση (δόλο) να προσβάλλει την τιμή αυτού με αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του ως ανθρώπου και βουλευτή του ελληνικού Κοινοβουλίου ή με περιφρόνηση προς το πρόσωπο αυτού.
Ενόψει των προεκτεθέντων αίρεται στην προκειμένη περίπτωση ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της απλής δυσφήμησης, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης του δευτέρου εναγομένου προσβολή της τιμής του ενάγοντος με τη χρήση των ως άνω υβριστικών πράξεων, πλην όμως αυτός παρασύρθηκε στην πράξη του αυτή από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας των προσβητικών εκφράσεων που προηγήθηκαν κατά την ανταλλαγή κατηγοριών εκατέρωθεν (αμεσότητα τόπου και χρόνου) για το πρόσωπο του ενάγοντος (ως χρήστη ναρκωτικών ουσιών και ως μέλους αιρέσεως), που ήταν ιδιαίτερα σκληρές, διότι τον εξέθεταν ενώπιον του τηλεοπτικού κοινού και τον εμφάνιζαν ως ένα πρόσωπο που εμφορείται από παρεκκλίνουσες θέσεις περί το θρησκευτικό συναίσθημα και τις αξίες της ζωής.
Κατά συνέπεια η εκ μέρους του δευτέρου εναγομένου προβληθείσα ένσταση περί άρσης του αδίκου χαρακτήρα της πράξης της εξύβρισης λόγω δικαιολογημένης αγανάκτησης (άρθρ. 361 παρ. 3 του Π.Κ.) πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη. Τούτο δε διότι η εξισορρόπηση των εκατέρωθεν ενεργειών επιτάσσει τα παραπάνω , όταν η συμπεριφορά του δράστη είναι απόρροια προηγηθείσας ενέργειας του θύματος -που κρινόμενη αντικειμενικώς- θεωρείται ως αιτία της μεταγενέστερης ενέργειας του προσβληθέντος (που θεωρώντας τον εαυτό του θιγόμενο αντιδρά κατά τα προεκτεθέντα) (βλ.
Και ΑΠ 1931/2001 Α' δημοσίευση Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Κατά συνέπεια ενόψει των προεκτεθέντων η αγωγή, με την οποία ο εν'αγων ζητεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς αμφότερους τους εναγομένους, αφού άλλωστε η ευθύνη της πρώτης εξ αυτών, αδειούχου του παραπάνω τηλεοπτικού σταθμού, είναι αντικειμενική κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα σκέψη και προϋπόθέτει την ύπαρξη ευθύνης του δευτέρου, που στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τους παραπάνω λόγους πλημμέλειες καθόσον, μετ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των, ως άνω προαναφερθεισών, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων απέρριψε την κατά των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσα και επί των εν λόγω διατάξεων θεμελειωθείσα (από 7-5-03) αγωγή του αναιρεσείοντος δεχθείσα, με πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του διακνικών της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα α) Ότι η επιδειχθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων - αναιρεσιβλήτου δεν πληροί την αντικειμενική υπόσταση της συκοφαντικής δυσφήμησης αλλά αφενός της απλής δυσφήμησης "ενόψει του ότι αποδείχθηκε ότι τα όσα ισχυρίστηκε ο δεύτερος εναγόμενος (αναιρεσίβλητος), στις ένδικες τηλεοπτικές εκπομπές για τον ενάγοντα (αναιρείοντα) ήταν αληθή, δυναμενα όμως να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτού, τις οποίες και μείωσε ..." και αφετέρου και της εξυβρίσεως (για το διάλογο της 24/1/2002) β) ότι συντρέχει η κατ' ένσταση υποβληθείσα από τους αναιρεσιβλήτους περίπτωση άρσεως του άδικου χαρακτήρος της επιδειχθείσας απ' αυτούς ως άνω συμπεριφοράς τους συνισταμέμης, για μεν την περίπτωση της απλής δυσφήμησης στην ύπαρξη δικαιολογημένου δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος προς ενημέρωση των πολιτών "αφού η λήψη και μετάδοση της εικόνας του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) σχετίζονται με τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά αυτού ως πολιτικού ανδρός καθόσον βρισκόταν στο κέντρο του ενδιαφέροντος του κοινωνικού συνόλου, αναγόμενες στην πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού ενόψει του ότι το θέμα της ανεξέλεγκτης διάδοσης των παράνομων ηλεκτρονικών παιγνίων αποτέλεσε ζήτημα της επικαιρότητας όπως και το πρόσωπο του ενάγοντος που, ενώ ως Πρόεδρος αρμοδίας επιτροπής ήταν επιφορτισμένος με την πάταξη του φαινομένου αυτού, εμφανιζόταν να επιδίδεται στην παραπάνω δραστηριότητα" γι' αυτήν δε (περίπτωση) της εξυβρίσεως "στη συνδρομή δικαιολογημένης αγανάκτησης από την οποία παρασύρθηκε στην πράξη αυτή εξαιτίας των προσβλητικών εκφράσεων που προηγήθηκαν κατά την ανταλλαγή κατηγοριών εκατέρωθεν (αμεσότητα τόπου και χρόνου) για το πρόσωπο του εναγομένου ως χρήστη ναρκωτικών ουσιών και ως μέλους αιρέσεως που ήταν ιδιαίτερα σκληρές διότι τον εξέθεταν ενώπιον του τηλεοπτικού κοινού και τον εμφάνιζαν ως ένα πρόσωπο που εμφορείται από παρεκκλίνουσες θέσεις περί το θρησκευτικό συναίσθημα και τις αξίες της ζωής γ) ότι δεν καταφασκούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της προς κατάλυσηςτης παραπάνω (από το άρθρο 367§1ΠΚ) ενστάσεως προταθείσης αντενστάσεως του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) από το άρθρο 367 παρ 2βΠΚ περί υπάρξεως ειδικού σκοπού εξυβρίσεως.
Ενόψει του ότι δεν "απεδείχθη ότι ο εναγόμενος-δημοσιογράφος (δεύτερος αναιρεσίβλητος) υπερέβη το αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για την εκπλήρωση του σχετικού δημοσιογραφικού καθήκοντος αφού δεν προκύπτει σαφώς ειδικός σκοπός εξύβρισης και δ) ότι η αναφορικά με την επιδειχθείσα συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, μετάδοση τόσο της ειδήσεως με κύρια πηγή εικόνα που έχει καταγραφεί με κρυφή κάμερα όσο και της ίδιας της εικόνας συνιστά συνιστά θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ενόψει της ιδιότητος του προσώπου του αναιρεσείοντος ως βουλευτού αλλά και προέδρου της αρμόδιας για τα ηλεκτρονικά τυχερά παίγνια επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων επιδεικνύοντος συμπεριφορά αντίθετη προς εκείνη που υπέβαλε η παραπάνω δημόσια θέση του, η περί της οποίας μετάδοση της σχετικής ειδήσεως χωρίς την προβολή και της εικόνας του αναιρεσείοντος ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής "αφού θα έθετε σε αμφισβήτηση το κύρος και την αξιοπιστία του δευτέρου αναιρεσιβλήτου σε σχέση με τη διαφανή, αξιόπιστη, διαρκή και αντικειμενική ενημέρωση της κοινής γνώμης" κινδυνεύοντας διαφορετικά να θεωρηθεί ανυπόσταστη ή συκοφαντική.
Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προσβαλλόμενες από το άρθ 559 αρ, 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (κυρίου ή προσθέτου) αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη α'ιτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ. 495§4ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων σε δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΙΠΤΕΙ την [από 30-5-16 και με αριθμ. Κατάθ. 504/2016] αίτηση αναιρέσεως της 3889/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ