Legislator Case Law & Legislation
1455/2017 AI generated

1455/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1455/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1455/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
notice period service maintenance contract termination of fixed-term contract abandonment of employment lack of standing of association non-binding offer
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1455 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1455/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Θεοδόση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Σακελλαρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 253/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και η 321/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-7-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.’ Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, συνταξιούχος δικηγόρος, επικαλούμενος σύμβαση παροχής δικηγορικών υπηρεσιών προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, η οποία καταγγέλθηκε από την τελευταία, ζήτησε με την ένδικη αγωγή την καθυστερούμενη πάγια αντιμισθία δύο μηνών, τη νόμιμη αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως, την εκ του νόμου προβλεπόμενη καταβολή της αντιμισθίας του μέχρι την εκπλήρωση της υποχρέωσης της εναγομένης για εξόφληση της ως άνω αποζημίωσης και την πληρωμή των ουδέποτε καταβληθέντων επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2006 έως 2010.

Κατά τη συζήτηση της αγωγής, η εναγομένη αρνήθηκε την κατάρτιση της σύμβασης, προέβαλε ότι, άλλως, ο ενάγων διέκοψε οικειοθελώς την παροχή των δικηγορικών του υπηρεσιών και ισχυρίσθηκε ότι, αν ήθελε γίνει δεκτό ότι υφίστανται οι ένδικες αξιώσεις, η άσκησή τους εκ μέρους του ενάγοντος γίνεται με κατάχρηση δικαιώματος.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 253/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία, αφού έγινε δεκτό ότι το ύψος της πάγιας αντιμισθίας του ενάγοντος κατά τον τελευταίο μήνα της απασχόλησής του ήταν υποδεέστερο εκείνου που αναφέρεται στην αγωγή, επιδικάσθηκαν μειωμένα άπαντα τα αιτηθέντα κονδύλια.

Η εναγομένη άσκησε έφεση. Επ’ αυτής εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

2. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι τον Ιανουάριο 2005, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης ξενοδοχειακής εταιρίας, Ν. Δ., προσέλαβε τον ενάγοντα δικηγόρο, που ήταν σύγγαμβρός του, με προφορική σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια, μηνιαία αντιμισθία, προκειμένου να προσφέρει σ’ αυτήν τις νομικές του υπηρεσίες.

Ότι, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που εξέδιδε και χορηγούσε ο ενάγων στην εναγομένη, το ύψος της αντιμισθίας είχε ορισθεί για τους τέσσερις πρώτους μήνες του έτους 2005 στο ποσό των 1.250 ευρώ, για τους επόμενους δύο στο ποσό των 2.500 ευρώ, και για τους υπόλοιπους στο ποσό των 3.000 ευρώ (πλην του Οκτωβρίου 2005, για τον οποίο καταβλήθηκαν 2.850 ευρώ).

Ότι κατά τα έτη 2006 και 2007, το ύψος της μηνιαίας αντιμισθίας ήταν 3.000 ευρώ. Ότι κατά τα έτη 2008 και 2009, το ύψος της μηνιαίας αντιμισθίας ήταν 3.800 ευρώ. Ότι κατά τους μήνες Ιανουάριο έως Ιούνιο του έτους 2010, το ύψος της μηνιαίας αντιμισθίας ήταν 2.500 ευρώ. Ότι, στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής, ο ενάγων παρείχε προσηκόντως τις δικηγορικές του υπηρεσίες τόσο στην εναγομένη όσο και στις λοιπές εταιρίες του ..., απασχολούμενος στα γραφεία της εναγομένης, στην Αθήνα.

Ότι από την ως άνω εικόνα του τρόπου αμοιβής του ενάγοντος, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αποδείξεις [οι οποίες προσδιορίζονται και αξιολογούνται με επιχειρήματα στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης], ελέγχεται αβάσιμος ο αρνητικός ισχυρισμός της εναγομένης, σύμφωνα με τον οποίο δεν είχε καταρτισθεί η ως άνω σύμβαση, αλλά [δήθεν] ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, λόγω της υφιστάμενης συγγενικής σχέσης, ανέθετε κατά προτίμηση στον ενάγοντα το χειρισμό διαφόρων νομικών περιπτώσεων, με αμοιβή ανά υπόθεση.

Ότι, κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 2010, ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, ο οποίος είχε την εξουσία να τη δεσμεύει είτε από κοινού με τους Μ. Δ. και Γ. Δ. είτε και μόνος, έπαυσε να αποδέχεται τις δικηγορικές υπηρεσίες του ενάγοντος και κλείδωσε το γραφείο, το οποίο του είχε παραχωρήσει προηγουμένως για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Ότι με τον τρόπο αυτό, άτυπα και πάλι και χωρίς την καταβολή της κατά νόμον αποζημίωσης, η εναγομένη κατήγγειλε την υφιστάμενη σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής. Ότι πριν από την καταγγελία είχαν διαταραχθεί οι συγγενικές σχέσεις μεταξύ του Ν. Δ. και του ενάγοντος, διότι είχε ξεσπάσει διένεξη μεταξύ του πρώτου και της συζύγου του, που είναι αδελφή της συζύγου του δευτέρου.

Ότι παρά την εν λόγω διατάραξη των συγγενικών σχέσεων, η διακοπή της συνεργασίας των διαδίκων επήλθε λόγω της άτυπης καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης και όχι επειδή ο ενάγων δεν θέλησε να εμπλακεί στην αντιδικία μεταξύ του σύγγαμβρου και της γυναικαδέλφης του και [δήθεν] για το λόγο αυτό αποχώρησε οικειοθελώς από την υπηρεσία της εναγομένης, όπως και πάλι αβασίμως είχε ισχυρισθεί η τελευταία.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι μεταξύ των διαδίκων είχε λειτουργήσει σύμβαση παροχής δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, η οποία καταγγέλθηκε άτυπα εκ μέρους της εναγομένης κατά τον Αύγουστο του έτους 2010, με συνέπεια να γεννηθούν υπέρ του ενάγοντες όλες οι ένδικες αξιώσεις.

Κατόπιν αυτού, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της εναγομένης και με τον τρόπο αυτό επικύρωσε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας με επαρκή σαφήνεια και πληρότητα διατύπωσε τις παραδοχές του επί των πραγματικών περιστατικών, τα οποία δέχθηκε ως αποδειχθέντα και σύμφωνα με αυτές επιδίκασε μέρος από τα αιτούμενα ποσά.

Επομένως, και οι τρεις λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους ίδιους λόγους πλήττονται απαραδέκτως οι αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας.

3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-7-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 321/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 13η Ιουνίου 2017.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ