Legislator Case Law & Legislation
1455/2014 AI generated

1455/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1455/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Α. Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1455/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του δικαιούται να αξιώσει: α)την άρση της προσβολής β)την παράλειψή της στο μέλλον, γ)αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ) και δ)χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1455 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Απόφαση 1455 / 2014 (Α1 ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1455/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Α. Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Θ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 2. Α. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 3.Φ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., και 4. Ό. Μ. του Κ., κατοίκου ..., των δύο τελευταίων ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικής διαδίκου-εναγομένης Π. Γ. του Θ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Βέλλη.

Των αναιρεσιβλήτων:1Π. Σ. συζ. Ν. Τ. και 2.Α. Τ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσουμάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Ιουλίου 2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 538/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 274/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Νοεμβρίου 2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 26 Οκτωβρίου 2014 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πέμπτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της , καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του δικαιούται να αξιώσει: α)την άρση της προσβολής β)την παράλειψή της στο μέλλον, γ)αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ) και δ)χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επίσης, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, για την προαναφερθείσα αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται, επιπλέον, σχετική υπαιτιότητα του προσβάλλοντος. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας κάποιου, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του, δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, στο δικαίωμα της προσωπικότητας περιλαμβάνεται τόσο ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας του δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη αυτής.

Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο, γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Ως ισχυρισμός θεωρείται ανακοίνωση που προέρχεται εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή από μετάδοση εκ τρίτου προσώπου, ενώ διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης.

Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται, συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ.

Αντικείμενο της προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'-δ' του ΠΚ, το άδικο των προβλεπομένων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρου 367 ΠΚ) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεσαι αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. του ΑΚ. Επομένως, με την κατά τα άνω άρση του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ), και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης του άρθρου 363 ΠΚ ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ1254/10, ΑΠ 179, 495/13).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13).

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ, 362, 363 και 367 παρ.1 και 2 ΠΚ, έκανε δεκτή, ως και (εν μέρει) ουσιαστικά βάσιμη με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, την κατ' αυτών (από 3-2-2007) αγωγή των αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι τελευταίοι από την σε βάρος τους διαπραχθείσα απ' αυτούς (αναιρεσείοντες) αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση), απορρίπτοντας την προς απόκρουσή της (αγωγής) προβληθείσα από τους ίδιους (αναιρεσείοντες) ένσταση, από το αρθρ. 367 παρ.1 εδαφ. γ ΠΚ (ύπαρξη δικαιολογημένου συμφέροντος) κατ'αποδοχή της προταθείσας, προς κατάλυση της τελευταίας (ένστασης), από το άρθρο 367 παρ.2α ΠΚ αντένστασης (συνδρομή συστατικών της πράξης του 363 ΠΚ στοιχείων).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους, αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα.

"Οι εκκαλούσες, (αναιρεσίβλητες) από τις οποίες η πρώτη είναι μητέρα της δεύτερης, είναι συγκύριες σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία, ενός οικοπέδου στον ... του Δήμου Κεντρικού Ζαγορίου Ιωαννίνων, εμβαδού 304,13 τ.μ., το οποίο απέκτησαν κατά κυριότητα με τα ... και ... συμβόλαια αγοραπωλησίας και δωρεάς αντίστοιχα της συμβολαιογράφου Στυλιανής Καΐση-Λαμπρίδου, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζαγορίου στον τόμο … με αύξ.

αριθμό … και … αντίστοιχα, στις .... Μέσα στο οικόπεδο υπάρχει παλαιά οικία, χτισμένη από το 1920, όπως αναφέρεται στα ανωτέρω συμβόλαια, η οποία ανακαινίσθηκε πρόσφατα, όπως θα εκτεθεί ειδικότερα παρακάτω. Οι εκκαλούσες απέκτησαν το οικόπεδο αυτό με την οικία από τις μέχρι τότε συγκύριες του ακινήτου Ε. Κ.

και Α. Κ. (θεία και μητέρα της πρώτης εκκαλούσας αντίστοιχα), οι οποίες είχαν καταστεί συγκύριες αυτού ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους Αθανασίου Κ. και της μητέρας τους Π. Κ., οι οποίοι απεβίωσαν το 1949 και το 1962 αντίστοιχα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ανωτέρω συμβόλαια το οικόπεδο των εκκαλουσών συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησίες Κ.

Κ. και Κ. Π., νότια με ιδιοκτησίες Θ. Γ. (πρώτος των εφεσίβλητων), κληρονόμων Δ. Σ. και με δημοτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία Θ. Γ. και δυτικά με ιδιοκτησία Κ. Κ.. Ειδικότερα, ανατολικά της ιδιοκτησίας των εκκαλουσών βρίσκεται η ιδιοκτησία των εφεσίβλητων, ήτοι των αδελφών Θ. Γ., Α. Γ. και Π. Γ., η οποία, όπως προαναφέρθηκε απεβίωσε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου απο τα παιδιά της Φ.

Μ. και Ό. Μ., τα οποία συνεχίζουν τη δίκη αυτή. Συγκεκριμένα, οι εφεσίβλητοι είναι συγκύριοι κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός οικοπέδου, εμβαδού, όπως ισχυρίζονται 334,90 τ.μ., το οποίο παραχωρήθηκε άτυπα σ' αυτούς από τη μητέρα τους Σ. Γ., το έτος 1980. Η τελευταία είχε αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου αυτού και της επ' αυτού οικίας από τον Χ.

Χ., με το … συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Γεωργίου Κυρκόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζαγορίου. Μεταξύ των ιδιοκτησιών των εκκαλουσών και των εφεσίβλητων και συγκεκριμένα ανατολικά σε σχέση με την ιδιοκτησία των εκκαλουσών και δυτικά σε σχέση με την ιδιοκτησία των εφεσίβλητων, βρίσκεται μια εδαφική λωρίδα εμβαδού 15,61 τ.μ., η οποία αποτυπώνεται με τα στοιχεία 32-33-ΛΚ-30-31-32, στο τοπογραφικό σκαρίφημα που έχει επισυναφθεί στις από 20-8-2006 και 18-1-2007 αγωγές που άσκησαν οι εφεσίβλητοι κατά των εκκαλουσών ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζαγορίου, όπως θα αναφερθεί ειδικότερα παρακάτω.

Από το έτος 2004, οπότε οι εκκαλούσες άρχισαν να ανακαινίζουν την υπάρχουσα στο ακίνητο τους παλαιά οικία, ανέκυψαν διαφωνίες μεταξύ των διαδίκων σχετικά με την κυριότητα της ανωτέρω εδαφικής λωρίδας, καθώς οι μεν εκκαλουσες ισχυρίζονται ότι ανήκει στο οικόπεδο που απέκτησαν το 2002 από τις Ε. και Α. Κ., οι δε εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι ανήκει στο δικό τους οικόπεδο, που μεταβιβάστηκε σε αυτούς άτυπα από τη μητέρα τους Σ.

Γ.. Ειδικότερα, ο Ν. Τ., σύζυγος και πατέρας αντίστοιχα των δύο εκκαλουσών, ενεργώντας ως αντιπρόσωπος τους και για λογαριασμό τους, αφού προηγουμένως εκδόθηκε η 357/29-5-2003 οικοδομική άδεια, ανέθεσε τον Απρίλιο του 2004 στον εργολάβο ... την ανακαίνιση της παλαιάς οικίας. Στα πλαίσια των εργασιών αυτών κατασκευάστηκε νέο αποχωρητήριο στην ανατολική πλευρά της οικίας και στο βόρειο τμήμα αυτής, το οποίο χτίστηκε στη θέση παλαιού αποχωρητηρίου, που καθαιρέθηκε και που είχε κατασκευασθεί ως προσθήκη κολλητά με τον ανατολικό τοίχο της οικίας, με την οποία επικοινωνούσε με εσωτερική πόρτα, που ανοίχθηκε στον εν λόγω ανατολικό τοίχο.

Έγιναν επίσης σταδιακά και άλλες εργασίες και συγκεκριμένα αντικαταστάθηκε η παλιά στέγη, έγιναν εργασίες μετατροπής των δύο παλιών παραθύρων στον ανατολικό τοίχο της οικίας, τοποθετήθηκαν οριζόντιες και κάθετες υδρορροές της στέγης, τοποθετήθηκε σωλήνας -καπνοδόχος του καυστήρα της κεντρικής θέρμανσης, ο οποίος επενδύθηκε με τούβλα και σοβά και τοποθετήθηκε σωλήνας ύδρευσης της νότιας αυλής της οικίας.

Όλες αυτές οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το φθινόπωρο του 2005. Εξ άλλου, για την εξυπηρέτηση του νέου αποχωρητηρίου τοποθετήθηκε κατά το ίδιο πιο πάνω χρονικό διάστημα, σωλήνας αποχέτευσης, μήκους 9 περίπου μέτρων, ο οποίος διερχόταν κάτω από το έδαφος της ανωτέρω εδαφικής λωρίδας των 15,61 τ.μ. Για την τοποθέτηση του σωλήνα αυτού ο πρώτος των εφεσίβλητων Θ.

Γ.ς διαμαρτυρήθηκε περί το Νοέμβριο του 2004 στον αντιπρόσωπο των εκκαλουσών Ν. Τ., θεωρώντας ότι η τοποθέτηση αυτή έγινε στο δικό του οικόπεδο, χωρίς να δοθεί συνέχεια, τουλάχιστον άμεση στο θέμα αυτό. Μετά την πάροδο, όμως, ενός και πλέον έτους οι εφεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζαγορίου την από 20-8-2006 αρνητική αγωγή τους (αριθμ.

έκθ. κατάθ. 18/24-8-2006) κατά των εκκαλουσών, την οποία επέδωσαν στις τελευταίες στις 5-10-2006 και με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι οι εκκαλούσες, τότε εναγόμενες, δεν έχουν κανένα δικαίωμα κυριότητας στην ανωτέρω εδαφική λωρίδα των 15,61 τ.μ. και να υποχρεωθούν αυτές να άρουν την προσβολή της κυριότητας τους στην εν λόγω λωρίδα, αφαιρώντας τον αποχετευτικό αγωγό μήκους 9 μέτρων που τοποθέτησαν εντός της λωρίδας αυτής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 16/2007 απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια αυτοψίας και στη συνέχεια 18/2008 οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Ασκηθείσης εφέσεως κατά της οριστικής αυτής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ζαγορίου από τους εφεσίβλητους, εκδόθηκε η 97/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποίαν κρίθηκε ότι πρόκειται για αρνητική αγωγή και ότι επομένως αρμόδιο για την εκδίκαση της ήταν όχι το Ειρηνοδικείο, του οποίου εξαφάνισε την απόφαση, αλλά το Πολυμελές Πρωτοδικείο, στο οποίο παρέπεμψε την υπόθεση.

Περαιτέρω, με την ίδια πιο πάνω από, 20-8-2006 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζαγορίου, οι εφεσίβλητοι (αναιρεσείοντες) ισχυρίστηκαν για τις εκκαλούσες (αναιρεσίβλητες) (τότε εναγόμενες) ότι "Οι εναγόμενες συμπεριέλαβαν στο τοπογραφικό διάγραμμα της οικοδομικής αδείας των το ως άνω τμήμα της ιδιοκτησίας μας των 15,61 τ.μ.

ως τμήμα της ιδιοκτησίας των προφανώς για να εμφανίσουν στον εργολάβο ως νομότυπες τις εργασίες κατασκευής των αγωγού λυμάτων μέσα στην ιδιοκτησία μας". Ο ισχυρισμός αυτός συνάπτεται με το ζήτημα της κυριότητας της επίδικης εδαφικής λωρίδας των 15,61 τ.μ., για την οποία πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:

Οι εφεσίβλητοι, κατ' εκτίμηση των όσων παραθέτουν στις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις τους, ισχυρίστηκαν ότι κατέστησαν κύριοι κατά το 1/3 εξ αδιαίρετου ο καθένας του ακινήτου τους, που βρίσκεται ανατολικά του ακινήτου των εκκαλουσών και στο οποίο περιλαμβάνεται και η επίδικη λωρίδα των 15,61 τ.μ., με έκτακτη χρησικτησία, καθώς το νέμονται με τις αναφερόμενες πράξεις νομής από το 1980, οπότε τους το παραχώρησε άτυπα η μητέρα τους Σ.

Γ.. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός και όσον αφορά ειδικότερα την ως άνω επίδικη λωρίδα, δεν αποδέχθηκε βάσιμος. Ειδικότερα, η μάρτυρας τους δεν κατέθεσε τίποτα σχετικό με πράξεις νομής στη λωρίδα αυτή ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας τους Γ. Ν. καταθέτοντας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζαγορίου κατά την εκδίκαση της ως άνω από 20-8-2006 αγωγής τους, κατέθεσε ότι στην επίδικη λωρίδα κανείς από τους (τότε) διαδίκους δεν ασκούσε πράξεις νομής (βλ.

τα 16/2007 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Ζαγορίου, όπου ο μάρτυρας αυτός καταθέτει "Έξω από τον τοίχο τους, εκεί που είναι ο σωλήνας του βόθρου, δεν καθάριζε κανένας"). Είναι δε αξιοσημείωτο ότι, όπως κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου ο αυτός ως άνω μάρτυρας, μέχρι το 1985, ο Θ. Γ. (πρώτος εφεσίβλητος) επισκεπτόταν την παλαιά οικία που υπήρχε στο οικόπεδο των εφεσίβλητων και έμενε, σ'αυτήν, δεδομένου ότι μετά το έτος αυτό η οικία ερειπώθηκε και γκρεμίστηκε (βλ.

και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, που απεικονίζουν τη σημερινή κατάσταση της οικίας αυτής). Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα των 15,61 τ.μ., περιλαμβάνεται στο οικόπεδο των εκκαλουσών. Συγκεκριμένα, όπως αποδείχθηκε, η οικία των εκκαλουσών από την κατασκευή της ήταν ελεύθερη από όλες τις πλευρές της.

Ακόμα δε και η βόρεια πλευρά της, όπου δεν έχουν ανοιχθεί παράθυρα, απέχει περί τα δύο μέτρα από τον μαντρότοιχο, που αποτελεί το όριο με την προς βορρά ιδιοκτησία, η απόσταση δε αυτή μειώνεται στα 50 με 60 εκατοστά περίπου στα βορειοδυτικά του οικοπέδου. Στην ανατολική δε πλευρά της, η οποία "βλέπει" προς το οικόπεδο των εφεσίβλητων, είχε αφεθεί μία λωρίδα μήκους 12 περίπου μέτρων και πλάτους 2 μέτρων περίπου.

Το αποχωρητήριο της οικίας, η οποία όπως προαναφέρθηκε, χτίστηκε το έτος 1920, κατασκευάστηκε στο νοτιοδυτικό μέρος του οικοπέδου, δίπλα και δεξιά για τον εισερχόμενο στο οικόπεδο από την είσοδο του, σύμφωνα με τη τότε επικρατούσα συνήθεια να κατασκευάζονται οι χώροι αυτοί έξω και μακριά από τις οικίες (βλ.

την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα Γ. Ν. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζαγορίου, σε συνδυασμό και με το τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού τ.ε. Ν. Ζ., που έχει επισυναφθεί στο πιο πάνω 17044/2002 συμβόλαιο των εκκαλουσών και όπου το αποχωρητήριο αυτό απεικονίζεται με τα στοιχεία WC). Κατά την περίοδο των ετών από 1955 έως 1960, κατασκευάσθηκε ως προσθήκη στο βόρειο μέρος της πιο πάνω (ανατολικής) εδαφικής λωρίδας του οικοπέδου των εκκαλουσών, ένα πρόχειρο αποχωρητήριο, κολλητά με τον ανατολικό τοίχο της οικίας, με στέγη από τσίγκους, το οποίο επικοινωνούσε με την οικία με πόρτα που ανοίχθηκε στον ανατολικό τοίχο αυτής.

Ο ανατολικός τοίχος του αποχωρητηρίου αυτού ήταν σε επαφή με μαντρότοιχο, που οριοθετούσε στο σημείο εκείνο το οικόπεδο των εκκαλουσών από τη γειτονική ιδιοκτησία των εφεσίβλητων, ανήκε δε (ο μαντρότοιχος αυτός) στο οικόπεδο των εκκαλουσών, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους τελευταίους. Με άλλα λόγια, το εν λόγω πρόχειρο αποχωρητήριο κατασκευάσθηκε μεταξύ του ανατολικού τοίχου της οικίας των εκκαλουσών και του ανωτέρω μαντρότοιχου.

Νότια του αποχωρητηρίου αυτού συνεχιζόταν η ανωτέρω εδαφική λωρίδα, προς την οποία υπήρχε και ένα μικρό παράθυρο (φεγγίτης) του αποχωρητηρίου και η οποία αποτελεί την επίδικη λωρίδα των 15,61 τ.μ. Στον ανατολικό δε τοίχο της οικίας, που βρίσκεται σε επαφή με την επίδικη αυτή εδαφική λωρίδα, είχαν ανοιχθεί από την κατασκευή της οικίας δύο μεγάλα παράθυρα και ένα μικρότερο, από τα οποία το ένα (από τα δύο μεγάλα και ειδικότερα το νοτιότερο) κλείστηκε στη συνέχεια με τοιχοποιία.

Τα παντζούρια των παραθύρων αυτών άνοιγαν προς την επίδικη λωρίδα, εισερχόμενα κατά μισό περίπου μέτρο σ' αυτήν, ενώ στην ίδια λωρίδα εκτείνονταν και οι πέτρινες πλάκες της στέγης σε μήκος 20 με 25 εκατοστών περίπου. Επίσης, στην ίδια λωρίδα εκτεινόταν κατά ένα μέρος και ο βόθρος του πρόχειρου αποχωρητηρίου, ο οποίος καταργήθηκε στη συνέχεια με την ανακαίνιση της οικίας και την κατασκευή νέου αποχωρητηρίου στη θέση του παλαιού, τα λύματα του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, διοχετεύονται πλέον μέσω σωλήνων που διέρχονται μέσα από την επίδικη λωρίδα στο νέο βόθρο που κατασκευάστηκε 'στο ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας Ρ..

Εξ άλλου, στον ανατολικό τοίχο της οικίας των εκκαλουσών και πριν την κατασκευή του πρόχειρου αποχωρητηρίου, δεν υπήρχε θύρα εισόδου στην ανωτέρω εδαφική λωρίδα των 12 μέτρων μήκους (βλ. για το θέμα αυτό την κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα των εφεσίβλητων, τότε εναγόντων, Γ. Ν., που περιέχεται στα ανωτέρω 16/2007 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Ζαγορίου), καθώς η λωρίδα αυτή δεν αποτελούσε αυλή, ώστε να παρίσταται ανάγκη τέτοιας πρόσβασης, αλλά χώρος χρησιμοποιούμενος για να αερίζεται και φωτίζεται η οικία στην ανατολική πλευρά της, αλλά και για τη συντήρηση της πλευράς αυτής (βλ.

για τη χρησιμότητα της λωρίδας αυτής, την κατάθεση του μάρτυρα των εκκαλουσών, τότε εναγομένων, Ν. Τ. στα ίδια πιο πάνω πρακτικά). Άλλωστε η πρόσβαση στην ανωτέρω λωρίδα ευχερώς μπορούσε να γίνει από την βορειοανατολική πλευρά του οικοπέδου, αλλά και από τη νότια-νοτιοανατολική πλευρά αυτού, αφού η οικία, όπως προαναφέρθηκε, ήταν πανταχόθεν ελεύθερη μετά δε την κατασκευή του πρόχειρου αποχωρητηρίου, η πρόσβαση στην επίδικη λωρίδα των 15,61 τ.μ.

γίνεται πλέον, έστω και περιορισμένα, από τη νότια αυλή του σπιτιού, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας των εκκαλουσών ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Ν. Τ., του οποίου μάλιστα η κατάθεση επιβεβαιώνεται τόσο από την 680/2006 ένορκη βεβαίωση του Ν. Τ., όσο και από την 2α/17-3-2008 έκθεση αυτοψίας του Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων, που δίκασε την ανωτέρω αγωγή των εφεσίβλητων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζαγορίου.

Για την ύπαρξη εξ άλλου του πρόχειρου αποχωρητηρίου στο βόρειο τμήμα της 12 μέτρων μήκους λωρίδας, που κατασκευάσθηκε ως προσθήκη και σε επαφή με την οικία των εκκαλουσών, καθώς και για το βόθρο του αποχωρητηρίου αυτού, που εκτεινόταν σε μέρος της επίδικης λωρίδας των 15,61 τ.μ., κατέθεσε τόσο ο ανωτέρω μάρτυρας των εκκαλουσών, όσο και ο Ν.

Τ., αλλά και ο αρχιτέκτονας μηχανικός Χ. Σ. (ο οποίος επιμελήθηκε της έκδοσης της 357/2003 οικοδομικής άδειας της οικίας των εκκαλουσών και επέβλεψε τις σχετικές εργασίες αναπαλαίωσης) με τις 680/2006 και 269/2007 αντίστοιχα ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ιωαννίνων. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, το οικόπεδο των εκκαλουσών οριοθετείται, σε σχέση με το ακίνητο των εφεσίβλητων, στο βόρειο μέρος της ανατολικής πλευράς του, με μαντρότοιχο, ο οποίος ήταν σε επαφή με τον ανατολικό τοίχο του παλαιού (πρόχειρου) αποχωρητηρίου, ενώ εξακολουθεί να εφάπτεται με τον ίδιο τοίχο του νέου αποχωρητηρίου που κατασκεύασαν οι εκκαλούσες στη θέση του παλαιού.

Πέραν του μαντρότοιχου αυτού και προς τα νότια, η οριοθέτηση του οικοπέδου των εκκαλουσών γινόταν με πέτρες, οι οποίες υπήρχαν σε ευθεία με το μαντρότοιχο και οι οποίες συγκεκριμένα οριοθετούσαν την επίδικη λωρίδα των 15,61 τ.μ. από το γειτονικό οικόπεδο των εφεσίβλητων, όπως σαφώς κατέθεσε για το θέμα αυτό ο μάρτυρας Ν.

Τ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζαγορίου (βλ. τα πιο πάνω 16/2007 πρακτικά), η δε κατάθεση του αυτή επιβεβαιώνεται τόσο από την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση του Ν. Τ., όσο και από τις προσκομιζόμενες από τις εκκαλούσες φωτογραφίες, που απεικονίζουν τις πέτρες αυτές σε σειρά και σε προέκταση του μαντρότοιχου, ανάμεσα σε αυτοφυή βλάστηση και οι οποίες φωτογραφίες ελήφθησαν σε ανύποπτο χρόνο, πριν την καθαίρεση του παλαιού αποχωρητηρίου, ενόψει της επικείμενης αναπαλαίωσης της οικίας των εκκαλουσών.

Όλα τα ανωτέρω εξ άλλου σχετικά με το γεγονός ότι η επίδικη λωρίδα των 15,61τ.μ. περιλαμβάνεται στο οικόπεδο των εκκαλουσών, το οποίο περιήλθε σ' αυτές κατά κυριότητα με τα ανωτέρω αναφερόμενα συμβόλαια, όπως άλλωστε η λωρίδα αυτή απεικονίζεται και στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού τ.ε. Ν.

Ζ. που έχει επισυναφθεί στα 17044/2002 και 17045/2002 συμβόλαια, σαφώς αποδείχθηκαν τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα των εκκαλουσών Ν. Τ., όσο και από την πιο πάνω 680/2006 ένορκη βεβαίωση του Ν. Τ.. Ο τελευταίος, ο οποίος όπως κατέθεσε, διατέλεσε και επί σειρά ετών πρόεδρος της Κοινότητας Ελαφοτόπου, κατέθεσε επίσης, πέραν των όσων εκτέθηκαν ανωτέρω, ότι η δικαιοπάροχες των εκκαλουσών αδελφές Ε.

και Α. Κ., οι οποίες κατάγονταν από τον ... και ζούσαν από ετών στη ..., είχαν αναθέσει στον ίδιο και στη σύζυγο του την επίβλεψη της παλαιάς οικίας τους, παραδίδοντας μάλιστα σ' αυτούς και τα κλειδιά της, από το 1980 περίπου. Ότι επίσης, ο ίδιος με τη σύζυγο του καθάριζαν όλα αυτά τα χρόνια τις αυλές του σπιτιού από τα αυτοφυή χόρτα και ότι εισερχόμενοι στην επίδικη λωρίδα από τη νότια αυλή της οικίας, καθάριζαν και τη λωρίδα αυτή από τα χόρτα και τις κληματίδες που έπνιγαν τον τοίχο και τα παράθυρα, που ήταν χαμηλά, όπως κατέθεσε, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα για τις εργασίες τους αυτές στην επίδικη λωρίδα και ειδικότερα από τον πρώτο των εφεσίβλητων Θ.

Γ.. Όλα τα ανωτέρω εξ άλλου δεν αναιρούνται από τα προσκομιζόμενα από τους εφεσίβλητους αποδεικτικά στοιχεία. Η Α. συζ. Κ. Π., το γένος Κ. Τ., η οποία γεννήθηκε το έτος 1918, κατέθεσε βέβαια με την 158/2008 ένορκη βεβαίωση της ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ιωαννίνων ότι, όταν έγινε η πρώτη μεταβίβαση του οικοπέδου των εκκαλουσών από τον Β.

προς τον Κ. (δηλαδή προς τον πατέρα των δικαιοπαρόχων των εκκαλουσών) η τότε παλαιά οικία δεν είχε καθόλου παράθυρα προς ανατολάς και κατά την επισκευή της ανοίχθηκαν τα παράθυρα που υπάρχουν και σήμερα. Κατέθεσε επίσης ότι απ' ό,τι θυμάται είχε διαμαρτυρηθεί τότε έντονα ο τότε ιδιοκτήτης της ιδιοκτησίας Γ.

θείος της και αδελφός της μητέρα της Χ. Χ. και θα κατέφευγε στα δικαστήρια, αλλά σταμάτησε λόγω μετακίνησης του στην Αθήνα για οικογενειακούς λόγους. Για την κατάθεση αυτή πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Κατ' αρχήν, η πρώτη μεταβίβαση της οικίας των εκκαλουσών μετά του οικοπέδου της, για την οποία κατέθεσε, έγινε το έτος 1924, δυνάμει του ...

συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Μιχαήλ Κυρκόπουλου, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούσες, με πωλητή το Γ. Β. και αγοραστή τον Α. Κ. Είναι, επομένως, λίαν αμφίβολο αν πράγματι η ανωτέρω μάρτυρας γνωρίζει γεγονότα που έλαβαν χώρα όταν αυτή ήταν ηλικίας 6 ετών και μάλιστα ότι η οικία που μεταβιβάστηκε τότε δεν είχε καθόλου παράθυρα στην ανατολική της πλευρά, τα οποία ανοίχθηκαν αργότερα.

Ανεξάρτητα, όμως, από αυτό, η κατάθεση της ελέγχεται για την αξιοπιστία της, αν ληφθεί υπόψη ότι κατά την κατάθεση αυτή η οικία κατασκευάσθηκε εξ αρχής χωρίς τα δωμάτια της που βρίσκονταν στην ανατολική πλευρά της να έχουν παράθυρα, ήταν δηλαδή σκοτεινά και χωρίς αερισμό, πράγμα αντίθετο στη λογική, δεδομένης και της έκτασης του όλου οικοπέδου.

Άλλωστε, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, που απεικονίζουν την ανατολική πλευρά της οικίας, φαίνεται καθαρά ότι τα δύο μεγάλα παράθυρα, που προαναφέρθηκαν, κατασκευάσθηκαν με περίτεχνη διακόσμηση στο επάνω μέρος τους (σημειωτέον ότι η διακόσμηση παρέμεινε στο ένα από τα δύο αυτά παράθυρα, που έκλεισε στη συνέχεια με τοιχοποιία, κατά τα ανωτέρω, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες), γεγονός που δείχνει ότι δεν πρόκειται για πρόχειρα ανοίγματα, που χρησιμοποιήθηκαν για παράθυρα, αλλά για εξαρχής επιμελημένη κατασκευή, όπως επέβαλε η αρχιτεκτονική των πετρόκτιστων σπιτιών της περιοχής Ζαγορίου.

Είναι δε αξιοσημείωτο ότι ο μάρτυρας των εκκαλουσών Ν. Τ. κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζαγορίου ότι "τα δύο παράθυρα (ενν. αυτά που απέμειναν μετά το κλείσιμο του τρίτου και την αναπαλαίωση της οικίας), φωτίζουν αποκλειστικά και το παλιό και το νέο καθιστικό", ενώ ο μάρτυρας των εφεσίβλητων Γ. Ν. κατέθεσε ότι "αν κλείσουν τα παράθυρα, δεν ξέρω αν θα υπάρχει φως στο δωμάτιο" (βλ.

τα πιο πάνω 16/2007 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Ζαγορίου - βλ. επίσης και την 2α/2008 έκθεση αυτοψίας του Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων, όπου αναφέρεται ότι τα δύο παράθυρα, όπως αυτά διαμορφώθηκαν μετά την αναπαλαίωση της οικίας των εκκαλουσών, ανήκουν στο καθιστικό της οικίας αυτής). Περαιτέρω, όπως σαφώς αποδείχθηκε, οι εκκαλούσες συμπεριέλαβαν στο τοπογραφικό διάγραμμα της 357/2003 οικοδομικής άδειας για την ανακαίνιση της οικίας τους το επίδικο εδαφικό τμήμα των 15,61 τ.μ., όπως άλλωστε αυτό είχε περιληφθεί και στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού τ.ε.

Ν. Ζ., που επισυνάφθηκε στα 17044/2002 και 17045/2002 συμβόλαια, με τα οποία αυτές απέκτησαν την κυριότητα του οικοπέδου με την οικία. Οι εφεσίβλητοι, βέβαια, είχαν κάθε δικαίωμα να αμφισβητήσουν την κυριότητα, νομή και κατοχή των εκκαλουσών στο ανωτέρω εδαφικό τμήμα και να θεωρήσουν ότι αυτό περιλαμβάνεται στο δικό τους οικόπεδο, που απέκτησαν με άτυπη δωρεά από τη μητέρα τους Σ.

Γ.. Είχαν επίσης το δικαίωμα στα πλαίσια του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος τους και της διαφύλαξης και προστασίας του δικαιώματος κυριότητας που θεωρούσαν ότι είχαν στο εν λόγω εδαφικό τμήμα και σύμφωνα με τκ διατάξεις των άρθρων 1000, 1001 και 1108 ΑΚ, να ασκήσουν την ανωτέρω από 20-8-2006 αγωγή τους κατά των εκκαλουσών (τότε εναγομένων) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζαγορίου με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, όπως βάσιμα ισχυρίστηκαν κατ' ένσταση πρωτοδίκως και επαναφέρουν τον Ισχυρισμό αυτό και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Η χρησιμοποίηση, όμως, της πιο πάνω περικοπής στην αγωγή τους και συγκεκριμένα ότι οι τότε εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες συμπεριέλαβαν στο τοπογραφικό διάγραμμα της_οικοδομικής τους άδειας το επίδικο εδαφικό τμήμα των 15,61 τ.μ. ως τμήμα της ιδιοκτησίας τους "προφανώς για να εμφανίσουν στον εργολάβο ως νομότυπες τις εργασίες κατασκευής του αγωγού λυμάτων μέσα στην ιδιοκτησία μας.." υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την προστασία του δικαιώματος τους και για την εκδήλωση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος τους με την άσκηση της αγωγής τους.

Συγκεκριμένα, η ανωτέρω περικοπή της αγωγής τους ούτε αναγκαία ήταν, αλλά ούτε επιβαλλόταν και από κάποιο άλλο λόγο, αναφερόμενο στη θεμελίωση του δικαιώματος της κυριότητας τους στην επίδικη εδαφική λωρίδα, υπερβαίνοντας έτσι το αντικειμενικά αναγκαίο για τη συγκεκριμένη περίσταση μέτρο, αφού εμφάνιζε χωρίς λόγο τις εκκαλούσες-τότε εναγόμενες να εξαπατούν τον εργολάβο Ιωάννη Λαχανά με την προσκόμιση της οικοδομικής άδειας και να τον πείθουν ότι οι εργασίες κατασκευής του αγωγού λυμάτων επρόκειτο να γίνουν σε δική τους ιδιοκτησία, ήτοι στην ανωτέρω εδαφική λωρίδα των 15,61 τ.μ., που όμως δεν ανήκε σ' αυτές.

Οι εφεσίβλητοι δε, όπως αποδείχθηκε, γνώριζαν ότι το τοπογραφικό διάγραμμα που συμπεριελήφθη στην 357/2003 οικοδομική άδεια ταυτιζόταν με το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα που επισυνάφθηκε στους τίτλους κτήσης των εκκαλουσών, αφού τα 17044/2002 και 17045/2002 συμβόλαια είχαν μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζαγορίου από το 2002.

Η έρευνα δε που προηγήθηκε της άσκησης της αγωγής τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζαγορίου, ασφαλώς δεν περιελάμβανε μόνο την οικοδομική άδεια, αλλά και τους τίτλους κτήσης των εκκαλουσών, που βρίσκονταν στο Υποθηκοφυλακείο. Το ψευδές δε γεγονός που εν γνώσει τους ισχυρίστηκαν οι εφεσίβλητοι κατά τα ανωτέρω με την από 20-8-2006 αγωγή τους, μπορούσε να βλάψει, και πράγματι έβλαψε στη συγκεκριμένη περίπτωση την τιμή και την υπόληψη των εκκαλουσών, αφού τις εμφάνιζε ενώπιον του δικαστικού επιμελητή, του γραμματέα και του δικαστή του Ειρηνοδικείου Ζαγορίου, ως άτομα που ενεργούν παράνομα, εξαπατώντας ακόμα και τον εργολάβο τους προκειμένου να κάνει παράνομες εργασίες σε ξένη ιδιοκτησία, κατά το βάσιμο περί τούτου σχετικό ισχυρισμό που πρότειναν οι εκκαλούσες κατ' αντένσταση και καθ' υποφοράν με την αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη και τον οποίο ισχυρισμό επαναφέρουν και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την έφεση τους.

Κατά συνέπεια και με βάση όλα τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε ότι όσα ανωτέρω ισχυρίστηκαν οι εφεσίβλητοι με την αγωγή τους ήταν αληθή, καθώς με παρεμπίπτουσα κρίση του δέχθηκε ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα των 15,61 τ.μ. ανήκει στο οικόπεδο τους εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούσες με τους σχετικούς λόγους της έφεσης τους, καθώς και με τους πρόσθετους λόγους της...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 914 Α.Κ., 362, 363 και 367 ΠΚ αναφορικά με τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα της συνδρομής αφενός των θεμελιωτικών της επικαλούμενης από τις αναιρεσίβλητες αδικοπρακτικής, συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και αφετέρου των προϋποθέσεων αποκλεισμού της, κατ' ένσταση (367 παρ.1γ ΠΚ) από τους αναιρεσείοντες (ως εναγομένους) προβληθείσας, περιπτώσεως άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της αποδιδομένης σ'αυτούς συμπεριφοράς δεχθείσα ως προς μεν το πρώτο ζήτημα α) ότι η διαλαμβανόμενη στην από 20-8-2006 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων περικοπή κατά την οποία "οι εναγόμενες συμπεριέλαβαν στο τοπογραφικό διάγραμμα της οικοδομικής αδείας των το ως άνω τμήμα της ιδιοκτησίας μας των 15,60 τμ ως τμήμα της ιδιοκτησίας των προφανώς για να εμφανίσουν τον εργολάβο ως νομότυπες τις εργασίες κατασκευής του αγωγού λυμάτων μέσα στην ιδιοκτησία μας" αποτελεί γεγονός και όχι αξιολογική κρίση όπως εσφαλμένως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες αφού συνιστά συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και μπορεί ν'αποδειχθεί (συμπερίληψη της έκτασης των 15,61 τ.μ.

στο ως άνω τοπογραφικό), ο χαρακτήρας του οποίου, (ως γεγονότος) δεν αναιρείται από τη συνοδευτική αξιολογική κρίση "προφανώς για να εμφανιστούν.....ως νομότυπες τις εργασίες κατασκευής..." αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, στην έννοια του γεγονός μπορεί υπαχθεί και αξιολογική κρίση εφόσον αυτή συνδέεται και σχετίζεται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζει την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητα αυτού (γεγονότος) όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, β) ότι το γεγονός αυτό ήταν ψευδές και γ)ότι οι αναιρεσείοντες εγνώριζαν την αναλήθεια του εν λόγω γεγονότος αλλά το συμπεριέλαβαν στην αγωγή τους προκειμένου να βλάψουν, (όπως και έβλαψαν) την τιμή και υπόληψη των αναιρεσιβλήτων, ως προς δε το δεύτερο (ζήτημα) ότι ο συκοφαντικός χαρακτήρας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων απέκλειε την εφαρμογή της προταθείσας απ' αυτούς προς άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης τους, ένστασης (αρθρ. 367 παρ.1γ ΠΚ) του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, κατ'αποδοχή της από τις αναιρεσίβλητες προταθείσας σχετικής αντένστασης (από το άρθρο 367 παρ.2α ΠΚ) με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ότι "το ψευδές δε γεγονός που εν γνώσει τους ισχυρίστηκαν οι εφεσίβλητοι (αναιρεσείοντες) ....

έβλαψε... την τιμή και υπόληψη των εκκαλουσών (αναιρεσιβλήτων) αφού τις εμφάνιζε ως άτομα που ενεργούν παράνομα, εξαπατώντας ακόμα και τον εργολάβο τους...κατά το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό που πρότειναν οι εκκαλούσες (αναιρεσίβλητες) κατ'αντένσταση και καθυποφορά με την αγωγή τους...". Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η διαλαμβανομένη στην απόφαση παραδοχή ότι "...

η χρησιμοποίηση της παραπάνω περικοπής υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την προστασία του δικαιώματός τους και για την εκδήλωση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος αφού η περικοπή αυτή ούτε αναγκαία ήταν αλλά ούτε επιβαλλόταν και από κάποιο άλλο λόγο... υπερβαίνοντας έτσι το αντικειμενικά αναγκαίο για τη συγκεκριμένη περίσταση μέτρο....." από την οποία φαίνεται να καταφάσκεται η εκδοχή του χαρακτηρισμού της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων ως απλώς δυσφημιστικής ή εξυβριστικής και η απόρριψη της προβληθείσας από τους αναιρεσείοντες από το αρθρ. 367 παρ.1γ ΠΚ ένστασης του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κατ'αποδοχή της αντένστασης των αναιρεσιβλήτων που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ.2β ΠΚ (σκοπός εξύβρισης- υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου) και όχι αυτή του 367 παρ.2α, ΠΚ δεν καθιστά αντιφατική του αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης αφού αυτή είναι πλεοναστική μη επηρεάζουσα το αποδεικτικό πόρισμα το οποίο επαρκώς και αποκλειστικά θεμελιώνεται στην υποστηρίζουσα αυτό ορθή παραδοχή της συκοφαντικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της προβληθείσας απ'αυτούς ένστασης του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος (367 παρ.2α ΠΚ) όπως αυτός σαφώς προκύπτει από την παραδοχή κατά την οποία "Το ψευδές αυτό γεγονότα που εν γνώσει τους ισχυρίστηκαν οι εφεσίβλητοι, έβλαψε την τιμή και την υπόληψη των εκκαλουσών κατά το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό που πρότειναν οι εκκαλούσες κατ' αντένσταση..." ευχερώς εντεύθεν συναγομένου ότι, ο λόγος για τον οποίο απορρίφθηκε (χωρίς ρητή διατύπωση) η από τα αρθρ. 367 παρ.1γ ΠΚ ένσταση των αναιρεσειόντων περί δικαιολογημένου συμφέροντος ήταν η ευδοκίμηση της αντένστασης που θεμελιώνεται στο συκοφαντικό χαρακτήρα της συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων (367 παρ.2α ΠΚ) και όχι αυτός της υπέρβασης του αναγκαίου μέτρου που καταδεικνύει σκοπό εξύβρισης (367 παρ.2α ΠΚ), .ο οποίος προϋποθέτει έλλειψη συκοφαντικής συμπεριφοράς την οποία όμως ρητά αποδέχεται ως συντρέχουσα στην ένδικη περίπτωση η προσβαλλομένη απόφαση.

Υπό τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις (914 ΑΚ, 363, 367 ΠΚ) διαλαβούσα στο σκεπτικό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καλύπτουν με πληρότητα το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο με αποτέλεσμα να κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες οι προβαλλόμενες (από το αρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) αιτιάσεις.

Ο από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λογος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το εφετείο, ενεργώντας καθ'υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως του εναγομένου ερευνά κεφάλαια της υπόθεσης που δεν είχαν προσβληθεί με την έφεση και επομένως δεν είχαν μεταβιβαστεί ενώπιόν του, στερούμενο, συνακολούθως, της εξουσίας προς εξέταση τους (ΑΠ 1635/08).

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο προέβη στην έρευνα της από το άρθρο 367 παρ.2α ΠΚ αντένστασης, που οι αναιρεσίβλητοι προέβαλλαν πρωτοδίκως προς κατάλυση της από το άρθρο 367 παρ.1γ ΠΚ ένστασης των αναιρεσειόντων παρόλο που το σχετικό κεφάλαιο της εκκαλουμένης με την έφεση των αναιρεσιβλήτων υπ'αρθ. 538/09 πρωτόδικης απόφασης του Μ.Πρ.Ιωαννίνων, η οποία έκανε δεκτή την προβληθείσα ένσταση, απορρίπτοντας την περί συκοφαντικής συμπεριφοράς αντένσταση αναιρεσιβλήτων, δεν είχε μεταβιβαστεί με σχετικό και δη πρόσθετο λόγο της έφεσης τους ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση Εφετείου.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ουσιαστικά αφού από την παραδεκτή (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης των αναιρεσιβλήτων προκύπτει η προσβολή της εκληθείσας μ'αυτήν πρωτόδικης απόφασης και κατά το εν λόγω κεφάλαιο, όπως σαφώς συνάγεται από τις διαλαμβανόμενες σ'αυτό (δικόγραφο έφεσης) αιτιάσεις κατά τις οποίες "τα όσα αποδειχθέντα ψευδή, ισχυρίστηκαν και διέδωσαν (οι αναιρεσείοντες) προσέβαλαν βάναυσα την τιμή και την υπόληψη μας και σε καμμιά περίπτωση δεν συντρέχει η εφαρμογή του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ όπως εσφαλμένα δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο (σελ. 41 εφετηρίου)...

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αγνόησε την αγωγή μας και τις προτάσεις μας και όλα τα αποδεικτικά μέσα και δέχθηκε εσφαλμένα... αποβάλλοντας από εκείνα που ισχυρίστηκαν τα κρίσιμα στοιχεία που στοιχειοθετούν την εις βάρος μας συκοφαντική δυσφήμηση (σελ. 20-21 έφεσης) ... εσφαλμένα δέχθηκε το αντίθετο η εκκαλουμένη αφού είναι πλήρως αποδεδειγμένη και η εν προκειμένω συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος μας (σελ. 34 ευρετηρίου)".

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' και γ....ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λπ.). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. Α.Π. 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. Α.Π.13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το αρθρ 559 περ. 11γ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 87, 483, 495, 1461/13). Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το αρθ 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους ίδιους έγγραφα προς απόκρουση της προταθείσας από τις αναιρεσίβλητες αντέντασης από το άρθρο 367 παρ.2α ΠΚ και ειδικότερα "α. Την αριθ. 97/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων μ ε την οποία εξαφανίστηκε η αριθ. 18/ 2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ζαγορίου και παρέπεμψε την από 20.8.2006 και με αριθ. πραξ. κατ. 18/2006 αγωγή μας στο καθ' ύλην αρμόδιο Πολυμελές Ιωαννίνων.

β. Την αριθ. 181/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που εξαφάνισε την αριθ. 18/ 2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ζαγορίου.

γ. Το αριθ. 352/2011 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Ιωαννίνων σε συνδυασμό με το αριθ.136/2013 Πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων από το οποίο αποδεικνύεται και προκύπτει ότι κατ' αυτού δεν ασκήθηκε οποιοδήποτε ένδικο μέσο - με το οποίο το Συμβούλιο απεφάνθη αμετακλήτως να μην γίνει οποιαδήποτε κατηγορία σε βάρος μας, συνεπεία της επίσης προσαγόμενης από 11.5.2007 εγκλήσεως της πρώτης των αντιδίκων (Α.Β.Μ.2147/2007) με την οποία και με περιεχόμενο πανομοιότυπο με την υπό κρίση αγωγή τους, ζητούσε την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος μας για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμισης.

δ. Την αριθ.342/2001 Πρόταση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ιωαννίνων .

ε. Την αριθ.40/ 2011 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Ιωαννίνων με την οποία έγινε δεκτή η επίσης προσαγόμενη με αριθ. 2/12.9.2012 προσφυγή του πρώτου από μας κατά της από 29.8.2011 απ' ευθείας κλήσεως μου (Α.Β.Ω. 267/2011 ).

στ. Την αριθ. 211/ 2011 Διάταξη της κ. Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ιωαννίνων με την οποία και για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους απορρίφθηκε η από 11.5.2007 έγκληση των αντιδίκων." Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, η τελευταία έλαβε υπόψη (και) τα παραπάνω έγγραφα, αφενός με τη ρητή αναφορά των υπό στοιχ. α και β και αφετέρου με τη γενική μνεία της λήψης υπόψη "... και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" από την οποία, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί του ότι (και) τα εν λόγω έγγραφα έχουν ληφθεί υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, η δια του ερευνομένου λόγου προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκληση της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθ. 561 παρ 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/13, ΑΠ495/13, ΑΠ 1127/13).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1884 και 1885 ΑΚ προκύπτει ότι, συντρεχόντων περισσοτέρων κληρονόμων, η κληρονομιά καθίσταται κοινή κατά το λόγο της μερίδας εκάστου απ' αυτούς και οι απαιτήσεις καθώς και τα χρέη της κληρονομίας διαιρούνται αυτοδικαίως μεταξύ των συγκληρονόμων ανάλογα με την κληρονομική τους μερίδα, ορίζοντας δε το άρθρο 2026ΑΚ ότι οι αξιώσεις κατά της κληρονομιάς ασκούνται κατά του κληρονόμου πρόδηλη έχει την έννοια ότι η άσκηση αυτή χωρεί κατά την έκταση η οποία αναλογεί στην κληρονομική μερίδα εκάστου συγκληρονόμου (ΑΠ 142/79).

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1884 και 1885 ΑΚ, η προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέωσε αυτούς (και τους λοιπούς συνεναγομένους τους) στην εις ολόκληρο καταβολή, σε κάθε μία από τις αναιρεσίβλητες (ενάγουσες) του ποσού των 3000 ευρώ, παρόλο που αυτοί, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αρχικής εναγομένης Π.

Γ., στη θέση της οποίας υπεισήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης (538/2009), λόγω του επισυμβάντος, κατά την 3.5.2009 θανάτου της, ευθύνονται προς ικανοποίηση της κατά της κληρονομιάς της ως άνω αποβιώσας δικαιοπαρόχου τους ασκηθείσας αξίωσης των αναιρεσιβλήτων κατά το ποσοστό που αναλογεί στην κληρονομική τους μερίδα και όχι κατά το υπερβαίνον αυτή, για το οποίο και καταδικάστηκαν.

Ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και ιδίως της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει η βασιμότητα των προς θεμελίωση του επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών και ειδικότερα τόσο η ιδιότητα των τρίτου και τετάρτης των αναιρεσειόντων ως μοναδικών εξ αδιαθέτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, κληρονόμων της μετά την έκδοση της πρωτόδικης ως άνω απόφασης αποβιώσασας (κατά την 3.5.2002) αρχικής εναγομένης Π.

Γ., στην θέση της οποίας υπεισήλθαν, συνεχίσαντες την αρξαμένη σε βάρος της δικαιοπαρόχου τους δίκη όσο και η εκ του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτουσα πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο. Ενόψη δε του ότι η ένδικη υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση πρέπει, απορριπτομένης της αναιρέσεως ως ουσιαστικά αβάσιμης ως προς τους πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειουσών να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες αυτοί (πρώτος και δεύτερος) σε ανάλογο μέρος της δικαστικής δαπάνης του παρόντος βαθμού των αναιρεσιβλήτων κατά τα εις το διατακτικό.

Στη συνέχεια πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τους τρίτο και τέταρτη των αναιρεσειόντων να αναιρεθεί ως προς τους εν λόγω αναιρεσείοντες η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την καταψηφιστική της διάταξη των 3000 ευρώ για τον καθένα αλλά κατά ένα μέρος και κατά τη διάταξη της για την επιβολή δικαστικής δαπάνης σε βάρος όλων των εναγομένων η οποία περιορίζεται στο ποσό των 350 ευρώ για τους δύο πρώτους εναγομένους ενιαία.

Στη συνέχεια .....να κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο παρόν δικαστήριο, διατασσομένων των αναφερομένων στο διατακτικό και να επιστραφεί το παράβολο στους εν μέρει νικήσαντες ως άνω αναιρεσείοντες (αρ.495 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των τρίτου και τέταρτου των αναιρεσειόντων που νίκησαν στον παρόντα βαθμό και των αναιρεσιβλήτων αλλά και εκείνα που οι τελευταίοι δικαιούνται αναλόγως ως ενάγοντες που νίκησαν, θα κατανεμηθούν μεταξύ των (αναλόγως) κατά το εις το διατακτικό (αρθ.183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-11-2013 και με αριθμ.κατ.31/2013 αίτηση αναίρεσης της 274/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τους πρώτο και δεύτερη (Θ. Γ. και Α. Γ.) των αναιρεσειόντων.

Καταδικάζει τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων οκτακοσίων (800) ευρώ.

Αναιρεί την ως άνω τελεσίδικη με αριθμ. 274/2013 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τους τρίτο και τέταρτη των αναιρεσειόντων (Φ. Μ. και Ό. Μ.) κατά την αναφερόμενη στην ως κληρονόμων έκταση ευθύνης τους διάταξή της και κατά το ποσό των εκατόν πενήντα (150) ευρώ ως προς τη διάταξη της επιβαλλομένης δικαστικής δαπάνης.

Διατάσσει την απόδοση στους ίδιους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Κρατεί και Δικάζει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση.

Δέχεται εν μέρει την από 3-7-2007 αγωγή των Π. Σ. και Α. Τ..

Υποχρεώνει τους εκ των εναγομένων Φ. Μ. και Ό. Μ., ως συνεχιζόντων τη δίκη για λογαριασμό της αρχικής εναγόμενης Π. Γ. να καταβάλλουν, συμμετρως σε κάθε μία από της παραπάνω ενάγουσες το ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ και εις ολόκληρο και μέχρι του ίδιου ποσού με τους λοιπούς συνεναγομένους αυτών (Θ. Γ. και Α. Γ.) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν στους τρίτο και τετάρτη των αναιρεσειόντων (Φ. Μ. και Ό. Μ.) ως διαφορά των δικαστικών εξόδων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας και των δικαστικών εξόδων του οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται ως ενάγοντες το ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ