Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding defendant's absence valid and fourth appeal argument legally vague.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a property dispute. The appellant argued the defendant abused their rights by delaying a claim for return of funds, but the Court found this argument legally vague and insufficient under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected because the appellant failed to prove the defendant's absence was irregular or that the specific legal grounds for the appeal were substantiated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines whether a procedural act is legally vague or substantively vague, rejecting appeals based on vague assertions of abuse of rights without concrete factual support.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1455 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1455/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γραβιά.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-10-2007 και 12-12-2007 αντίθετες αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2011 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-5-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 29-3-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. .../1-11-2012 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελητρίας στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας … την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι με εντολή του πληρεξουσίου του δικηγόρου ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω απ' αυτή πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου με κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο Χ.
Π. Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά, από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.
Επειδή, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα απ' αυτά.
Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα μολονότι διαλαμβάνονται στην αγωγή τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, ενώ αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του ανωτέρω άρθρου.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 369 και 1033 Α.Κ. για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου. Στον ίδιο τύπο υποβάλλεται και το προσύμφωνο. Εάν και για το προσύμφωνο δεν τηρήθηκε ο συμβολαιογραφικός τύπος, το τίμημα που τυχόν καταβλήθηκε με αυτό από τον αγοραστή για τη μέλλουσα κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου λόγω της κατά τα άρθρα 159, 180 Α.Κ.
ακυρότητας του προσυμφώνου μπορεί να αναζητηθεί με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Κατά την έννοια του άρθρου 904 Α.Κ., υποχρέωση απόδοσης της ωφελείας από εκείνον που έγινε πλουσιότερος από την περιουσία ή με ζημία άλλου, αναγνωρίζεται όχι μόνον στις ενδεικτικώς αναφερόμενες σε αυτό περιπτώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού, δηλαδή της αχρεώστητης παροχής και της παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη, αλλά σε κάθε περίπτωση κατά την οποία από την παροχή του δότη γίνεται πλουσιότερος ο λήπτης χωρίς νόμιμη αιτία.
Τέτοια αιτία που να δικαιολογεί τη διατήρηση της παροχής στο λήπτη δεν υπάρχει όταν η παροχή έγινε σε εκτέλεση συμβάσεων για την οποία δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος από το νόμο τύπος και η οποία, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 159 παρ. 1 και 180 Α.Κ.), αφού η βούληση του δότη που εκδηλώθηκε άτυπα, δεν αναγνωρίζεται από το νόμο.
Κατά συνέπεια, η καταβολή τιμήματος σε εκτέλεση συμβάσεως αγοράς ακινήτου για την οποία δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο που απαιτείται από τα άρθρα 369, 513 και 1033 Α.Κ., επάγεται πλουτισμό του πωλητή χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του αγοραστή. (Α.Π. 852/2000). Εκείνος που έδωσε την παροχή σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης, ναι μεν δικαιούται να αναζητήσει από τον λήπτη που έγινε πλουσιότερος από την περιουσία του αδικαιολόγητα αυτό που έδωσε πλην όμως πρέπει να ισχυρισθεί και αποδείξει κατά τα άρθρα 216 παρ.1,335 και 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., τη δόση ορισμένης παροχής τη συγκεκριμένη αιτία της παροχής και το λόγο για τον οποίο είναι μη νόμιμη η αιτία (Ολ.
Α.Π. 2/1987). Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων με την ένδικη από 25-10-2007 αγωγή ισχυρίστηκε ότι στις 27-5-2004 συνήψε με τον εναγόμενο έγγραφη σύμβαση δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να του πωλήσει με οριστικό συμβόλαιο που θα καταρτιζόταν αργότερα, εκτός των άλλων, και τον ισόγειο όροφο μιάς διώροφης οικοδομής κειμένης επί οικοπέδου εκτάσεως 418 τ.μ.
στη ... Νομού ... αντί τιμήματος 50.000 ευρώ. Ότι κατέβαλε στον εναγόμενο ως προκαταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος το ποσό των 33.000 ευρώ πλην όμως ο τελευταίος δεν τήρησε την υπόσχεσή του περί υπογραφής του οριστικού συμβολαίου μεταβιβάσεως με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η κατάρτιση της παραπάνω συμβάσεως και να γίνει ο εναγόμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος κατά το παραπάνω ποσό.
Με βάση τα παραπάνω ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το παραπάνω ποσό των 33.000 ευρώ. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη περιέχοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής αδικαιολογήτου πλουτισμού προς απόδοση της ωφελείας που αποκτήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου και ειδικότερα το γεγονός της συνάψεως προσυμφώνου που αφορά σε πώληση και μεταβίβαση ακινήτου ακύρως χωρίς συμβολαιογραφικό έγγραφο, τη δόση των 33.000 ευρώ ως προκαταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος της πωλήσεως που θα καταρτιζόταν μεταγενέστερα, την μη μεταβίβαση στον ενάγοντα εκ μέρους του εναγομένου του λεπτομερούς περιγραφομένου ισογείου ορόφου του παραπάνω ακινήτου.
Επομένως το Εφετείο που όμοια έκρινε και απέρριψε την προβληθείσα ένσταση αοριστίας της αγωγής, δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συνακόλουθα ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Πράγμα υπό την έννοια αυτή αποτελεί και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου. Περαιτέρω δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
Α.Π. 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια αφενός μεν για το ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το δεύτερο λόγο της εφέσεως που άσκησε κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης με τον οποίο παραπονείτο ότι "το παραπάνω δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του την ένσταση αοριστίας που προέβαλε της αγωγής, επιδίκασε μη αιτηθέν κονδύλιο της αγωγής", δεν έλαβε υπόψη του τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό του ότι ο αιτηθείς πλουτισμός δεν σώζεται αφετέρου δε γιατί "δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εξαφάνισε εν μέρει για άλλους λόγους την πρωτοβάθμια απόφαση κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση χωρίς όμως να υφίσταται αντίστοιχος λόγος έφεσης από τον αναιρεσίβλητο παραβιάζοντας την αρχή του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.
Και τούτο μολονότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε ασκήσει έφεση και δεν είχε προσβάλει την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου". Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του πρώτου μέρους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το Εφετείο κατά τα προαναφερθέντα έλαβε υπόψη την υποβληθείσα ένσταση αοριστίας του δικογράφου της αγωγής και την απέρριψε, κατά το δεύτερο σκέλος του πρώτου μέρους είναι απορριπτέος ως αόριστος εφόσον δεν προσδιορίζεται ποιο ακριβώς "μη αιτηθέν κονδύλιο" (πράγμα) έλαβε υπόψη του το Εφετείο χωρίς να έχει προταθεί, κατά το τρίτο σκέλος του πρώτου μέρους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος εφόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι ο αιτηθείς "πλουτισμός δεν σώζεται" και τον απέρριψε ως αόριστο.
Ο αυτός λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του είναι απορριπτέος ως αόριστος εφόσον ουδόλως διευκρινίζεται ποιος είναι ο λόγος έφεσης που έλαβε υπόψη το Εφετείο χωρίς να έχει προταθεί παραβιάζοντας την αρχή του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομιστεί καμία απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό ότι το ποσό των 33.000 ευρώ καταβλήθηκε για αγορά του ισογείου ορόφου χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση ως προς την αλήθεια του παραπάνω θεμελιωτικού της αγωγής ισχυρισμού από τα μνημονευόμενα στην απόφαση του αποδεικτικά μέσα και δη, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις και από τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίον εφαρμόστηκε εσφαλμένα ο ορισμός του νόμου για το βάρος της απόδειξης, ποιο είναι το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς το αποδεικτικό βάρος και ακόμη ποιο είναι το θέμα απόδειξης που έχει επιβάλει το Δικαστήριο.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., πράγματι εκ του άρθρου 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης και συγκεκριμένα ότι "αντέστρεψε το νόμιμο βάρος απόδειξης αφού ο ενάγων και αναιρεσίβλητος ήταν κυρίως εκείνος που όφειλε να αποδείξει τον ισχυρισμό του και το δικαστήριο να εκτιμήσει την πειστικότητα των μέσων που προσκόμισε και όχι αντίστροφα.
Με άλλες λέξεις το Δικαστήριο θα έπρεπε να κρίνει αν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου και όχι αν αναιρείται ο δικός μου ισχυρισμός". Ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο αυτό μέρος του είναι απορριπτέος ως αόριστος εφόσον δεν προσδιορίζεται από τον αναιρεσείοντα ποιος ακριβώς είναι ο ισχυρισμός ως προς τον οποίον ισχυρίζεται ότι αντιστράφηκε το βάρος αποδείξεων.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο εκτός από τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης και σε τι συνίστανται οι ελλείψεις στην αιτιολογία ποια δηλαδή επί πλέον περιστατικά έπρεπε να διαλάβει η απόφαση ή αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο παρέλειψε την απαιτουμένη από το νόμο πλήρη και ειδική αιτιολογία και ότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν υφίσταται νόμιμη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την αποδοχή του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου.
Δεν μνημονεύονται όμως οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ούτε και οι συγκεκριμένες ελλείψεις των αιτιολογιών με συνέπεια ο λόγος αυτός κατά το τρίτο μέρος του να είναι απορριπτέος ως αόριστος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα απ' αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ή από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν οι καταθέσεις και των λοιπών μαρτύρων ή τα μη αναφερόμενα έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση με το τέταρτο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης και το πρώτο μέρος του πέμπτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις υπ' αριθμ. .../23-3-2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθήνας που προσκόμισε και επικαλέστηκε, την εκτίμηση της αξίας του επιδίκου ακινήτου από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας και την από 16-3-2009 έκθεση εκτίμησης του κτηματομεσιτικού γραφείου Ι.
Μ.. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή διαβεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις υπ' αριθμ. .../23-3-2009 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών Αγγελικής Δράκου και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ως και την εκτίμηση της αξίας του επιδίκου ακινήτου από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας και την από 16-3-2009 έκθεση εκτίμησης του κτηματομεσιτικού γραφείου Ι.
Μ..
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά τέταρτο μέρος του και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Απορριπτέος ως αόριστος είναι ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο αναιτιολόγητα καθόρισε σε 150 ευρώ μηνιαίως την αποζημίωση χρήσεως του ισογείου ορόφου του επιδίκου ακινήτου κατά την αποδοχή της ενστάσεως συμψηφισμού που αυτός προέβαλε, εφόσον δεν μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως και ποιο το ελλείπον στοιχείο των σχετικών αιτιολογιών.
Επειδή, κατά το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται δηλαδή οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.Α.Π. 17/1995).
Εξ άλλου, η μεν νομική αοριστία της αγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. εάν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε ολιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία των εν λόγω διαδικαστικών πράξεων η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ή 8 του ίδιου Κώδικος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αυτός προέβαλε μεταξύ των άλλων και ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου επικαλούμενος ότι "ο αντίδικος ουδέποτε αναζήτησε την επιστροφή των αξιουμένων με την αγωγή του ποσών που αναμφίβολα κακόπιστα και καταχρηστικά επιδιώκει όψιμα και κατά αντιπερισπασμό αφότου δηλαδή άσκησα τις αξιώσεις μου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Παμίσου για την απόδοση της νομής του ισογείου ορόφου της επίδικης οικοδομής.
Στην πραγματικότητα ο αντίδικος δεν επιδιώκει παρά μόνο αντιπερισπασμό για να πτοηθώ και να συνεχίσει ακώλυτα την παράνομη κατάληψη του ακινήτου μου και μάλιστα χωρίς κανένα οικονομικό αντάλλαγμα για την παράνομη χρήση αυτού". Την ένσταση αυτή επανέφερε ο αναιρεσείων με λόγο εφέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την ένσταση αυτή λόγω νομικής αοριστίας με την αιτιολογία ότι τα ανωτέρω περιστατικά και αν υποτεθούν αληθινά δεν καθιστούν καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου εφόσον ουδεμία των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου αυτού συντρέχει εν προκειμένω.
Το Εφετείο με την κρίση του αυτή, δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι τα ανωτέρω περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων προς θεμελίωση της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, δεν πληρούν το πραγματικό της ως άνω ουσιαστικής διατάξεως, εφόσον καμμία αναφορά δεν γίνεται σε περιστατικά συνδεόμενα με την εν γένει συμπεριφορά του ενάγοντος όπως η επί μακρό χρόνο αδράνεια περί την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος συνοδευομένη και από άλλες περιστάσεις, από τις οποίες διαμορφώθηκε κατάσταση εξ αιτίας της συμπεριφοράς αυτής, η ανατροπή της οποίας επάγεται δυσμενείς συνέπειες για τον ενιστάμενο εναγόμενο.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Μαΐου 2012 αίτηση του Γ. Κ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 90/2011 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ