Legislator Case Law & Legislation
1455/2012 AI generated

1455/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1455/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1658/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5214/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2011 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1455/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου κα ζημιογόνου αποτελέσματος.

Keywords

AI generated
excessive speed illegal overtaking manoeuvre traffic offence road traffic law extreme speeding offence offences against public transport
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1455 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1455/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου- Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. συζύγου Α. Κ., το γένος Ζ., κατοίκου ..., 2. Α. Κ. του Ν., κατοίκου ομοίως ως άνω, 3. Σ. Κ. του Α., κατοίκου ... και 4. Θ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., όλοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μάριου Παναγιωτόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Επικουρικού Κεφαλαίου Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων Ν.Π.Ι.Δ. που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1658/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5214/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 19-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ.β' και 914 AK συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα η προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου κα ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, άτι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκίνητων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38 παρ.4 εδ. α, β και ζ του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται, α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν, β) αν στη διάβαση πεζών την οποία πρόκειται να χρησιμοποιήσουν, υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες πεζών, να συμμορφώνονται στα σήματά τους και ζ) να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα χωρίς να βραδυπορούν ή να σταματούν σε αυτό αδικαιολόγητα.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 5214/2008 απόφασή του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 2-6-2004 και περί ώρα 22:15', η Α. Κ., θυγατέρα των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφή της τρίτης ενάγουσας, βρισκόταν στην Αθήνα, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας και συγκεκριμένα, στο πεζοδρόμιο που βρίσκεται δεξιά σε σχέση με το ρεύμα κυκλοφορίας, που οδηγεί προς την Λεωφόρο Κηφισίας και στο ύψος της διασταύρωσης της Λεωφόρου Αλεξάνδρας με την οδό Κομνηνών.

Τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αλεξάνδρας χωρίζονται με νησίδα ασφαλείας και η κυκλοφορία πεζών και οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες. Ειδικότερα όταν ανάβει πράσινο ο φωτεινός σηματοδότης για την διάβαση των πεζών από το πεζοδρόμιο της οδού Κομνηνών προς τη διαχωριστική νησίδα του ρεύματος της Λεωφόρου Αλεξάνδρας προς Λεωφόρο Κηφισίας, την ίδια χρονική στιγμή διακόπτεται η κίνηση των οχημάτων επί του ρεύματος αυτού της Λεωφόρου Αλεξάνδρας προς Λεωφόρο Κηφισίας και ταυτόχρονα ανάβει ο φωτεινός σηματοδότης που ρυθμίζει την κυκλοφορία των οχημάτων που διασχίζουν κάθετα τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας και κατευθύνονται από την οδό Κομνηνών προς την οδό Μουστοξύδη.

Η χρονική διάρκεια του πράσινου φωτεινού σηματοδότη για τους πεζούς είναι περίπου 10 δευτερόλεπτα και στη συνέχεια ανάβει κόκκινο και αντίστοιχα πράσινο στο φωτεινό σηματοδότη για την κίνηση των οχημάτων στο άνω ρεύμα ανόδου της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, ενώ στο ρεύμα καθόδου αυτής ο αντίστοιχος φωτεινός σηματοδότης έχει μεγαλύτερη διάρκεια για τη διάβαση των πεζών.

Έτσι, η ανωτέρω πεζή έχοντας την πρόθεση να διασχίσει κάθετα το ρεύμα ανόδου της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, που έχει πλάτος οδοστρώματος 1030 μέτρα και χωρίζεται σε τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, μόλις άναψε για τους πεζούς το πράσινο φανάρι του φωτεινού σηματοδότη, που βρίσκεται επί της άνω διαχωριστικής νησίδας της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, ξεκίνησε τη διέλευση της επί της διαγραμμισμένης διάβασης των πεζών, κατευθυνόμενη προς την διαχωριστική νησίδα.

Ενώ είχε διανύσει ήδη 930 μέτρα και απέμενε ένα μέτρο για να ολοκληρώσει την κίνηση της και να ανέλθει στη νησίδα ασφαλείας, ο πράσινος φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς, που, όπως προεκτέθηκε, διατηρείται για μικρή χρονική διάρκεια, έτσι ώστε για να προλάβει ένας πεζός να περάσει πρέπει να κινείται με ταχύ βήμα (βλ.

ένορκη προανακριτική κατάθεση της αυτόπτου μάρτυρος Μ. Τ.), μεταβλήθηκε σε ερυθρό και αντίστοιχα άναψε πράσινο φως ο φωτεινός σηματοδότης για τα οχήματα του ρεύματος ανόδου προς Κηφισίας. Κατ' εκείνη τη χρονική στιγμή η με αριθμ. κυκλ-. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας YAMAHA, μεγάλου κυβισμού (600 κ.εκ.), με οδηγό τον T.

Κ., ο οποίος εκινείτο, υπό την επίδραση οινοπνεύματος (0,58 χιλιοστόγραμμα /100 κυβ. εκ.αίματος ) και χωρίς να διαθέτει την απαιτουμένη για τη μοτοσικλέτα του άνω κυβισμού άδεια ικανότητας οδηγού, με την υπερβολική ταχύτητα των 80 χλμ./ώρα, τουλάχιστον, σε πυκνοκατοικημένη περιοχή, με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος ανόδου της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, όταν πλησίασε στη διασταύρωση με την οδό Κομνηνών, λόγω της αλλαγής του φωτεινού σηματοδότη από ερυθρό σε πράσινο φως για τα οχήματα του ρεύματος πορείας της, συνέχισε με την ίδια αυξημένη ταχύτητα και ερχόμενη εξ αριστερών της άνω πεζής, η οποία, όπως προεκτέθηκε, βρισκόταν εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας σε ένα μέτρο απόσταση από τη νησίδα ασφαλείας και σε σημείο που δεν περιοριζόταν η ορατότητα από κανένα εμπόδιο και είχε επαρκή τεχνητό φωτισμό, παρά την τροχοπέδηση των 28,60 μέτρων που επιχείρησε, έπεσε με ορμή στο σώμα της και την παρέσυρε επί 24,70 μέτρα κατά μήκος του οδοστρώματος.

Αποτέλεσμα ήταν να προκληθούν βαριές κακώσεις στο κεφάλι και στο υπόλοιπο σώμα της πεζής Α. Κ., από τις οποίες ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος της ακαριαία. Στον τόπο του ατυχήματος απεβίωσε λόγω βαρειών κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων και ο άνω οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας. Πρέπει να σημειωθεί, ότι κατά τον ως άνω χρόνο, εκτός από την Α.

Κ., διερχόταν την ίδια διάβαση και η πεζή Μ. Τ., μη έχουσα σχέση με την θανούσα, η οποία κατά τύχη δεν τραυματίστηκε, παρότι η μοτοσικλέτα, περνώντας σε οριακή απόσταση από πίσω της, ακούμπησε την τσάντα που κρατούσε και ελαφρώς, το αριστερό της πόδι, με αποτέλεσμα να την κάνει να χάσει την ισορροπία της και να πέσει στο οδόστρωμα, στη συνέχεια δε επέπεσε στο σώμα της Α.

Κ. και την παρέσυρε. Οι άνω συνθήκες του ατυχήματος προκύπτουν από τη συνεκτίμηση της απλής έκθεσης αυτοψίας και του πρόχειρου σχεδιαγράμματος της Υποδιεύθυνσης Τροχαίας Αθηνών και των ενόρκων καταθέσεων των αυτόπτων μαρτύρων της προανακριτικής δικογραφίας,που αναφέρονται στην έκθεση αυτοψίας, Δ. Κ., Π.

Λ. και Μ. Τ. και δεν αναιρούνται από τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων A. A., Γ. Ι., Κ. Ε. και Π. Α.. Ειδικότερα όσον αφορά τον τελευταίο, ο οποίος κατέθεσε και ως μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πρέπει να λεχθεί ότι κατά τη στιγμή του ατυχήματος βρισκόταν ακινητοποιημένος στο ρεύμα καθόδου της Λεωφόρου Αλεξάνδρας με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του προ του ερυθρού φωτεινού σηματοδότη και από τη θέση αυτή, όπως και ό ίδιος κατέθεσε, δεν μπορούσε να δει τους φωτεινούς σηματοδότες του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας, οι οποίοι, όπως προεκτέθηκε λειτουργούν διαφορετικά και συγκεκριμένα ο φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς σβύνει πιο γρήγορα από αυτόν του ρεύματος καθόδου και αντίστοιχα ανάβει πιο γρήγορα πράσινο ο φωτεινός σηματοδότης για τα οχήματα του ρεύματος ανόδου από αυτόν του ρεύματος καθόδου.

Με βάση τα προεκτιθέμενα περιστατικά το ατύχημα και ο εξ αυτού θανατηφόρος τραυματισμός της άνω πεζής οφείλεται στη συντρέχουσα αμέλεια τόσο του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας όσο και της πεζής και κατά ποσοστό 70% του πρώτου και 30% της δεύτερης. Ειδικότερα η αμέλεια του άνω οδηγού συνίσταται στο ότι δεν επέδειξε την προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως συνετός οδηγός κατά τις συγκεκριμένες περιστάσεις και δεν ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία επί του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και με επιτυχία να αποφύγει την πτώση της δίκυκλης μοτοσικλέτας στο σώμα της πεζής, με δεδομένο το άνω ποσοστό συγκέντρωσης οινοπνεύματος στο αίμα του και την έλλειψη της απαιτούμενης άδειας ικανότητας οδηγού.

Επιπλέον είχε αναπτύξει την άνω αυξημένη ταχύτητα, παρότι βρισκόταν σε κατοικημένη περιοχή και η άνω πεζή βρισκόταν στην τροχιά του και καθυστερούσε να απομακρυνθεί, με συνέπεια, λόγω της άνω αμελούς οδηγικής του συμπεριφοράς, να μην μπορέσει να εκτελέσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, ώστε να αποφύγει την πεζή, η οποία εκινείτο προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς τα αριστερά, η δε τροχοπέδηση που επιχείρησε να αποβεί ανεπιτυχής, λόγω της μεγάλης ταχύτητας της δίκυκλης μοτοσικλέτας και να επιπέσει με σφοδρότητα στο σώμα της πεζής, το οποίο παρέσυρε, μετά την πρόσκρουση, για 24,70 μέτρα, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 3 και 20 παρ.1 του K.Ο.Κ., που τελούν σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του ατυχήματος και τον επελθόντα θανατηφόρο τραυματισμό της άνω πεζής.

Από την άλλη πλευρά η αμέλεια της θανούσας πεζής συνίσταται στο ότι δεν εκινείτο με σύνεση και τεταμένη την προσοχή της, αφού ενώ διέσχιζε καθέτως την προαναφερθείσα οδό, δεν κινήθηκε με ταχύ βήμα, όπως είχε υποχρέωση από τη σχετική διάταξη του ΚΟΚ (άρθ. 38 παρ Α ζ) και για τον επιπλέον λόγο που ήταν κάτοικος της περιοχής και γνώριζε τη λειτουργία και διάρκεια των φωτεινών σηματοδοτών, με συνέπεια να ανάψει ερυθρό φως στο φωτεινό σηματοδότη για τους πεζούς, πριν προλάβει αυτή να ανέλθει στη διαχωριστική νησίδα ασφαλείας και ενώ βρισκόταν σε απόσταση ενός μέτρου από αυτή, να παρεμβληθεί στην κατά τα άνω πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας και να συντελέσει η αμελής αυτή συμπεριφορά της στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 38 παρ. 4 β, ζ του Κ.Ο.Κ, τελούν σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του ατυχήματος και τον επελθόντα θανατηφόρο τραυματισμό της.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την ένσταση περί συνυπαιτιότητας της πεζής που πρότεινε το εκκαλούν -εναγόμενο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ενδίκου ατυχήματος τον άνω οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο μοναδικός λόγος της έφεσης περί συνυπαιτιότητας της πεζής στην επέλευση του θανατηφόρου τραυματισμού της.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300 ΑΚ και 38 παρ. 4 του Κ.Ο. Κ. Και τούτο διότι η αναφερόμενη στις παραδοχές συμπεριφορά της παθούσας από το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, ότι "δεν κινήθηκε με βήμα ταχύ", όταν διέσχιζε κάθετα τη διαγεγραμμένη διάβαση πεζών, κατευθυνόμενη στη διαχωριστική νησίδα της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, δεν θεμελιώνει παραβίαση της ως άνω διατάξεως του Κ.Ο.Κ. και κατ' επέκταση αμέλεια αυτής στην πρόκληση του ατυχήματος, καθόσον, η εν λόγω διάταξη επιβάλλει στους πεζούς που διέρχονται διάβαση επί της οποίας η κίνηση πεζών και οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, να μη βραδυπορούν, όχι δε και να κινούνται με βήμα ταχύ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ως προς τους αναιρεσείοντες, πρώτη (μητέρα), δεύτερο (πατέρα) και τρίτη (αδελφή) της θανούσας, ενώ ως προς τον τέταρτο των αναιρεσειόντων (Θ. Ζ.) που είναι θείος της θανούσας και δεν δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, διότι η αγωγή, ως προς αυτόν, απερρίφθη πρωτοδίκως, ως μη νόμιμη και η έφεση του αναιρεσιβλήτου, ως προς αυτόν, ως απαράδεκτη, αυτός δε δεν παραπονείται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης με οποιονδήποτε λόγο που να αφορά τον ίδιο.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ως προς τον τέταρτο των αναιρεσειόντων, καταδικαστεί δε αυτός, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ), αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους τρεις πρώτους αναιρεσείοντες, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των τριών πρώτων αναιρεσειόντων (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης, ως προς τον τέταρτο των αναιρεσειόντων (Θ. Ζ. του Α.).

Καταδικάζει αυτόν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Αναιρεί την 5214/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τους τρεις πρώτους αναιρεσείοντες (Μ. σύζυγο Α. Κ., το γένος Α. Ζ., Α. Κ. του Ν. και Σ. Κ. του Α.).

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει στο αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των τριών πρώτων αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ