1455/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1455/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1455 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1455/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Φραράκη.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σαλαμαστράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-1983 αγωγή του Βασιλείου Κώτη, ήδη αναιρεσείoντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, το οποίο εξέδωσε την 257/1984 απόφαση του ερήμην του εναγομένου (Γεωργίου Κώτη). Κατά της παραπάνω αποφάσεως ο Γεώργιος Κώτης άσκησε την από 3/15-11-2001 ανακοπή ερημοδικίας.
Εκδόθηκε η 133/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και 81/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-6-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 9-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 503, 507 και 509 ΑΚ προκύπτει, ότι επί δωρεάς υπό τρόπο, ο οποίος μπορεί να συνίσταται και σε υποχρέωση του δωρεοδόχου για διατροφή του δωρητή ή τρίτου, ο δωρητής ή ο κληρονόμος του έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος παραλείπει υπαίτια να εκτελέσει τον τρόπο υπό τον οποίο έγινε η δωρεά, η ανάκληση δε της δωρεάς γίνεται με άτυπη (ακόμη και όταν το αντικείμενο της δωρεάς είναι ακίνητο) σχετική δήλωση του δωρητή ή του κληρονόμου του, η οποία επιφέρει τα αποτελέσματά της από την περιέλευσή της στο δωρεοδόχο, εφόσον ο λόγος της ανάκλησης είναι αληθινός και νόμιμος.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αποδοχή της, πριν από την άσκηση κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησής του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυναμένη να γίνει ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του Κώδικος αυτού και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός.
Η αποδοχή δε της απόφασης επάγεται ως δικονομική συνέπεια την απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου για έλλειψη έννομου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ. 2 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ. 15/2008). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την από 10.12.1983 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που άσκησε κατά του ανιρεσιβλήτου, ισχυρίστηκε ότι ο αποβιώσας πατέρας τους, Ν. Κ. του Γ., μεταβίβασε στον αναιρεσίβλητο τα 7/11 εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου ακινήτου με συμβόλαιο .../27.11.1978 του συμβολαιογράφου Ρόδου Χρήστου Γιώρτσου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, με δωρεά εν ζωή, την οποία ο δωρητής με την υπ' αριθ. .../1-10-1981 πράξη της συμ/φου Ρόδου Μαρίας Λυριστή, όπως και ο ίδιος ο αναιρεσείων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του δωρητή -με την αγωγή του αυτήν ανακάλεσε για το λόγο ότι ο αναιρεσίβλητος (δωρεοδόχος) παρέλειψε υπαίτια να εκτελέσει τον τρόπο (δηλαδή την ισόβια διατροφή του ανάπηρου αδελφού του, Φ.
Κ. του Ν.) υπό τον οποίο έγινε η δωρεά από το δωρητή, και ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η ανάκληση από αυτόν της δωρεάς είναι αληθής και νόμιμη. Επί της αγωγής αυτής του αναιρεσείοντος, η οποία συζητήθηκε ερήμην του αναιρεσιβλήτου, εκδόθηκε η απόφαση 257/1984 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που την έκανε δεκτή.
Ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της απόφασης αυτής -η οποία του είχε επιδοθεί ως πρόσωπο που είχε τότε (ήτοι το 1987) την κατοικία του στην αλλοδαπή (ΗΠΑ)- τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3/2001 ανακοπή ερημοδικίας, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αγωγής, που έγινε δεκτή με την 133/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, κατ' αυτή, δε ο αναιρεσείων άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου, που απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Με το πρώτο και μοναδικό -λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ανακοπή ερημοδικίας για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, δεδομένου ότι ο ανακόπτων (αναιρεσίβλητος) είχε αποδεχθεί την ανακοπτόμενη απόφαση, αφού "όπως αποδεικνύεται από το προσαγόμενο σε αντίγραφο πιστοποιητικό κυριότητας με αριθμό 11365/01 του Κτηματολογίου Ρόδου, η ανακοπτόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε στο κτηματολόγιο της 11 Μαΐου 1988 (αριθμός διατάξεως του Κτηματολογικού Δικαστή 4409/1988) και μετά από αυτήν το έτος 1990 (αριθμοί διατάξεων του ίδιου Δικαστή 3935/17 Απριλίου 1990 και 4685/14 Μαΐου 1990) καταχωρίσθηκε κληρονομητήριο με αριθμό 116/1990 του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ρόδου που εκδόθηκε έπειτα από απόφαση με αριθμό 460/1983 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, σύμφωνα με το οποίο ο ανακόπτων αναγνωρίσθηκε ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος του πατέρα (τους) Ν.
Κ., μαζί με άλλα πέντε παιδιά του (και) φυσικά πληροφορήθηκε το γεγονός ότι ήταν ήδη μεταγεγραμμένη η ανακοπτόμενη απόφαση". Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε, ότι "από το έγγραφο αυτό (πιστοποιητικό κυριότητας με αριθμό 11365/01 του Κτηματολογίου Ρόδου) που επικαλέστηκ(ε) νομίμως και προσκόμισ(ε), αποδείχθηκε ότι α) και ο ίδιος ο εφεσίβλητος (ανακόπτων αναιρεσίβλητος) είχε ζητήσει και επιτύχει την έκδοση κληρονομητηρίου του πατέρα (τους) και τη μεταγραφή του στο κτηματολόγιο και είχε αποκτήσει συγκυριότητα του επιδίκου ιδανικού μεριδίου (αυτού που του είχε δωρηθεί προηγουμένως και του οποίου η δωρεά είχε ανακληθεί από τον ίδιο πατέρα -τους-) και β) ως εκ τούτου είχε φυσικά πληροφορηθεί ότι το μερίδιο αυτό είχε επιστρέψει στην κυριότητα του πατέρα (τους) και είχε καταστεί μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας και γ) συνεπώς η δωρεά του μεριδίου αυτού από τον πατέρα (τους) προς αυτόν είχε ανακληθεί δικαστικώς, είχε μεταγραφεί στο κτηματολόγιο η ανάκληση αυτή και είχε παύσει να φέρεται ο ίδιος στο κτηματολόγιο ως κύριος του επίδικου ιδανικού μεριδίου, και δ) συνεπώς ο εφεσίβλητος (ανακόπτων αναιρεσίβλητος) γνώριζε πολλά χρόνια προτού να ασκήσει την ανακοπή ερημοδικίας, ότι η δωρεά του επιδίκου μεριδίου είχε ακυρωθεί δικαστικώς και τούτο δεν του ανήκε πια".
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτής της έφεσης, με την αιτιολογία, ότι "στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός (που προβάλλεται με το λόγο της έφεσης κατατείνει στο να καταδείξει το εκπρόθεσμο της ανακοπής ερημοδικίας, λόγω των αναφερόμενων περιστατικών γνώσης της ανάκλησης της δωρεάς (αλλά) η προθεσμία της άσκησης της ανακοπής αρχίζει από την νομότυπη επίδοση αυτής και όχι από τη γνώση της έκδοσης της ερήμην απόφασης".
Με το να δεχθεί, όμως, αυτά το Εφετείο, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, κατά το βάσιμο πιο πάνω- και μοναδικό- λόγο της αναίρεσης, αφού ο εφεσίβλητος (ανακόπτων αναιρεσίβλητος), με τις πράξεις του που προετέθηκαν και, ειδικότερα με το να έχει ζητήσει πριν την άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας την έκδοση κληρονομητηρίου της κληρονομίας του πατέρα του και επίσης με το να ζητήσει να γίνει η μεταγραφή του κληρονομητηρίου, γνωρίζοντας από το περιεχόμενό του, ότι είχε ήδη γίνει η δικαστική πιο πάνω ανάκληση της δωρεάς, αφού με βάση το κληρονομητήριο αυτό-ενόψει της δικαστικής ανάκλησης της δωρεάς- είχε καταστεί (όχι αποκλειστικός δικαιούχος των 7/11 εξ αδιαιρέτου ως δωρεοδόχος του πατέρα του, αλλά) συνδικαιούχος του εν λόγω ακινήτου κατά το μερίδιο συμμετοχής του στην κληρονομία του -πατέρα του-, είχε αποδεχθεί την ανακοπτόμενη απόφαση ενόψει και της άσκησης της ανακοπής ερημοδικίας μετά δέκα και πλέον χρόνια από την έκδοση του κληρονομητηρίου, και συνεπώς η ανακοπή ερημοδικίας έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη έννομου συμφέροντος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 81/2008 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ