Legislator Case Law & Legislation
1455/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property transfer, ruling lower court properly considered all evidence.

Case Number 1455/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four women against a first-instance court decision regarding a property transfer dispute. The appellants argued that the Court of First Instance failed to consider specific documents and administrative decisions proving the title's validity. The court rejected this claim, stating that the lower court had implicitly taken all submitted evidence into account without needing to list each item separately.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335 and 338-340 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's review of evidence sufficiency is satisfied by a general reference to the types of evidence considered, provided the record clearly shows the lower court evaluated the relevant materials without requiring a separate assessment of every document.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation property transfer lower court review administrative documents

Cited Legislation

AI generated
Article 1033 of the Civil Code
Articles 974, 1045, 1051 of the Civil Code
Articles 335 and 338-340 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, item 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1455 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1455/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομέ-νου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Ε. συζ. Η. Γ., το γένος Ν. Δ., κατοίκου …, 2. Φ. συζ. Κ. Κ., το γένος Η. Γ., κατοίκου …, 3. Β. συζ. Χ. Μ., το γένος Ν. Δ., κατοίκου … και 4. Μ. συζ. Π. Γ., το γένος Χ. Μ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ροϊνιώτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. χας Π. Δ., το γένος Ν. Δ., 2. Ν. Δ. του Δ. και 3. Κ. Δ. του Δ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καλονόμο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 371/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 21-7-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 8-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.

Συνακόλουθα επί διεκδικητικής αγωγής που έχει ως βάση τον παράγωγο αυτό τρόπο κτήσεως της κυριότητας, πρέπει το επίδικο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στο μεταβιβαστικό τίτλο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού, με δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Ο τρόπος απόκτησης της νομής του πράγματος δεν έχει σημασία. Αυτή μπορεί να αποκτήθηκε αυτογνωμόνως ή με παράδοσή της από τον προηγούμενο νομέα, με κάποιον από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 976, 977 και 979 ΑΚ τρόπους. Φυσική εξουσίαση του πράγματος αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 480,08 τ.μ., βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού ... του Δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ... Νομού Αργολίδας και ορίζεται ανατολικά, επί πλευράς μήκους 31,50 μ., με τον επαρχιακό δρόμο ..., νότια, επί πλευράς μήκους 15,29 μ., με δημοτικό δρόμο πλάτους 6 μ., δυτικά, επί πλευράς μήκους 31,85 μ., με τμήμα του παλαιού δρόμου ...

που έχει καταργηθεί και έχει προσαρτηθεί στην ιδιοκτησία των εναγουσών και βόρεια, επί πλευράς μήκους 15,05 μ., με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Γ.. Η επίδικη έκταση είναι περιφραγμένη, έχει μία πόρτα περιφράξεως στην ανατολική πλευρά προς τον επαρχιακό δρόμο και περιέχει αρκετά πεύκα μεγάλου μεγέθους.

Το επίδικο ακίνητο αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης πενήντα (50) στρεμμάτων, οριζόμενης τότε δυτικά με θάλασσα, νότια με ιδιοκτησία Δ. και βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ.. Ολόκληρη η εν λόγω έκταση ανήκε κατά κυριότητα, αρχικά στο Ν. Δ. του Δ., ο οποίος έγινε κύριος αυτής με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον τη νεμόταν από το έτος 1920 μέχρι το θάνατό του (1955) με διάνοια κυρίου και καλή πίστη (μέχρι 23-2-1946).

Στις 21-6-1955 πέθανε ο Ν. Δ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και η παραπάνω έκταση των 50 στρεμμάτων περιήλθε κατά κυριότητα στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και συγκεκριμένα, στη σύζυγο του Α. κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου και σε καθένα από τα τέκνα του Β., Δ., Δ., Ε. και Π. Δ. κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου. Οι ανωτέρω αποδέχθηκαν την κληρονομία με την ...

δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Βασιλείου Παπανδριανού, που μεταγράφηκε νόμιμα. Οι Α. χήρα Ν. Δ. και Β. θυγ. Ν. Δ. δυνάμει του ... συμβολαίου του ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησαν και μεταβίβασαν κατά κυριότητα τα παραπάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητάς τους επί του προαναφερόμενου ακινήτου στον Δ.

Δ., ο οποίος έτσι κατέστη συγκύριος του ακινήτου αυτού κατά ποσοστό 11/20 εξ αδιαιρέτου και δη κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου δυνάμει κληρονομικής διαδοχής και κατά ποσοστό 8/20 εξ αδιαιρέτου δυνάμει αγοράς. Στη συνέχεια οι συγκύριοι του εν λόγω ακινήτου Δ., Ε., Π. και Δ. Δ. "από τμήμα εμβαδού τριών (3) στρεμμάτων αυτού, το οποίο ορίζεται δυτικά με θάλασσα, ανατολικά με δρόμο, βόρεια με ακίνητο κληρονόμων Ν.

Γ. και νότια με προικώο ακίνητο Κ. Δ." μεταβίβασαν κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου της συμ/φου Ναυπλίου Μαγδαληνής Παπανδριανού, που μεταγράφηκε νόμιμα, στις Ε. συζ. Η. Γ. και Β. σύζ. Χ. Μ.-πρώτη και τρίτη των εκκαλουσών και ήδη πρώτη και τρίτη των αναιρεσειουσών "εκ του βορείου μέρους έκτασιν επί προσόψεως 32 μέτρων ανατολικώς και δυτικώς καθόλη την έκτασιν μεταξύ δρόμου και θαλάσσης συνολικής εκτάσεως περίπου (1920) χιλίων εννεακοσίων είκοσι τετραγωνικών μέτρων".

Όπως δέχεται το Εφετείο, ο δρόμος που αναφέρεται ως όριο στο συμβόλαιο αυτό είναι ο παλαιός δρόμος ..., ίχνη του οποίου υπάρχουν και σήμερα και βρίσκεται δυτικά της επίδικης έκτασης, ενόψει του ότι ο σημερινός επαρχιακός δρόμος δεν είχε διανοιχθεί το 1969. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται, στη μεταβιβασθείσα προς τις ανωτέρω εκκαλούσες πιο πάνω έκταση δε συμπεριλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο (των 480,08 τ.μ.), όπως, άλλωστε, γι' αυτό αποφαίνεται και ο διορισθείς πραγματογνώμονας, ο οποίος στη νομοτύπως συνταχθείσα και κατατεθείσα σχετική ως άνω έκθεσή του, ρητά και κατηγορηματικά βεβαιώνει ότι "η επίδικη εδαφική λωρίδα που περιγράφεται στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α, επιφανείας 480,08 τ.μ., δεν ανήκει στην ιδιοκτησία Γ. - Μ..

Η αρχική ιδιοκτησία Γ. - Μ. είναι αυτή με στοιχεία 1-2-3-4-5-6-1, στην οποία μεταγενεστέρως προσαρτήθηκε η επιφάνεια της παλαιάς οδού, η οποία και καταργήθηκε, με αποτέλεσμα η τελική ιδιοκτησία που διαμορφώθηκε να είναι αυτή με τα στοιχεία Δ-Γ-2-3-4-5-6-ΙΔ και έχει εμβαδόν 1.150,55 τ.μ.". Ο ισχυρισμός των εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών, ότι το επίδικο τμήμα περιλαμβάνεται στην έκταση που μεταβιβάστηκε σ' αυτές με το ...

συμβόλαιο της συμ/φου Ναυπλίου Μαγδαληνής Παπανδριανού, όπως διορθώθηκε με την ... συμπληρωματική πράξη αυτής, καθόσον το σταθερό προς ανατολάς όριο της μεταβιβασθείσας με το παραπάνω συμβόλαιο έκτασης ήταν η νέα επαρχιακή οδός ..., η οποία και αναφέρεται στο εν λόγω συμβόλαιο ως "δρόμος", κρίνεται απορριπτέος, αφού ως όριο αναφέρεται η παλαιά οδός ..., η οποία και ενσωματώθηκε μεταγενεστέρως στην ιδιοκτησία των εκκαλουσών και όχι η νέα επαρχιακή οδός ..., η οποία το πρώτο διανοίχθηκε το έτος 1972 και επομένως δεν μπορεί να αποτελεί το δρόμο που αναφέρεται στο προγενέστερο συμβόλαιο ως όριο της μεταβιβαζόμενης ιδιοκτησίας.

Την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου προσεπιβεβαιώνει και η ύπαρξη μανδρότοιχου και πόρτας στην ανατολική πλευρά της μεταβιβασθείσας ιδιοκτησίας των εκκαλουσών σε επαφή με τον παλαιό δρόμο (απομεινάρια του οποίου υπάρχουν και σήμερα και έχουν αποτυπωθεί στο συνημμένο στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα), αφού το γεγονός αυτό καταδεικνύει σαφή διαχωρισμό της ιδιοκτησίας των εκκαλουσών από τη μη μεταβιβασθείσα λοιπή ιδιοκτησία των μεταβιβασάντων εφεσίβλητων.

Απορριπτέος επίσης ως ουσιαστικά αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός των εκκαλουσών σύμφωνα με τον οποίο η βόρεια και νότια πλευρά της μεταβιβασθείσας προς αυτούς από τους εφεσίβλητους έκτασης ανέρχεται σε 64,2 τ.μ., όπως αναγράφεται στην ... διορθωτική του μεταβιβαστικού ... συμβολαίου πράξη και, επομένως, η επίδικη εδαφική λωρίδα περιλαμβάνεται στη μεταβιβασθείσα ως άνω έκταση, καθόσον σε περίπτωση απόδειξης αυτού ως αληθινού θα έπρεπε η ιδιοκτησία αυτή να επεκτεινόταν και να καταλάμβανε ολόκληρο το πλάτος της διανοιγείσας μεταγενέστερης νέας επαρχιακής οδού ...

και συνακόλουθα θα έπρεπε να αναγράφεται στους κατ' έτος 1981 από την ΤΥΔΚ συνταχθέντες για την απαλλοτρίωση προς διάνοιξη της εν λόγω οδού από 21-11-1981 κτηματολογικούς πίνακες, πράγμα όμως που δεν έχει συμβεί (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι οι ..., ...

και ... οικοδομικές άδειες που έχουν εκδοθεί ύστερα από αίτηση των εκκαλουσών από την πολεοδομική Αρχή του Ναυπλίου, έχουν εκδοθεί "με βάση τη διορθωτική ως άνω πράξη του μεταβιβαστικού συμβολαίου με την οποία, όπως προαναφέρθηκε και το επίδικο τμήμα φέρεται ότι περιλαμβάνεται στην πραγματικά μεταβιβασθείσα ως άνω έκταση, καθόσον από το φάκελο της ...

προγενέστερης οικοδομικής άδειας, που επίσης έχει εκδοθεί ύστερα από αίτηση των εκκαλουσών από την ίδια ως άνω πολεοδομική αρχή, αποδεικνύεται ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα σημειώνεται εκτός από τα όρια της νέας επαρχιακής οδού, ευχερώς εντεύθεν συναγομένου ότι η διορθωτική ως άνω πράξη εγένετο προς εξυπηρέτηση των αναγκών αρτιότητας και οικοδομησιμότητας του ακινήτου που περιγράφεται στο αρχικό μεταβιβαστικό συμβόλαιο.

Περαιτέρω, όπως στη συνέχεια δέχεται το Εφετείο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι οι εκκαλούσες είχαν στη νομή τους το επίδικο ακίνητο, αντιθέτως αποδείχθηκε ότι αυτό το νέμονταν οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι. Ειδικότερα, κατά 1972 το επίδικο τμήμα περιήλθε στη νομή, από άτυπη διανομή, των μη όντων διαδίκων στην παρούσα δίκη Π.

Δ. και Δ. Δ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Από τότε αυτοί νέμονταν, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας, το επίδικο ακίνητο μέχρι το έτος 1996 ο Π. Δ. και μέχρι το έτος 1975 ο Δ. Δ.. Ειδικότερα ο Π. Δ. νεμόταν το επίδικο ακίνητο μέχρι τις 6-3-1996 που πέθανε. Μετά το θάνατό του το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του επί του παραπάνω ακινήτου περιήλθε στη σύζυγό του Α.

χήρα Π. Δ. (πρώτη εφεσίβλητη) με την ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε από το Πρωτοδικείο Ναυπλίου με το 190/5-9-1996 πρακτικό του, το οποίο αποδέχθηκε δυνάμει της ... δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Γεωργίου Τόμπρα, που μεταγράφηκε νόμιμα. Επίσης ο Δ. Δ. νεμόταν το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του επί του παραπάνω ακινήτου μέχρι το έτος 1975, οπότε το παρέδωσε λόγω άτυπης δωρεάς κατ' ισομοιρία στα τέκνα του Ν.

Δ. και Κ. Δ. (δεύτερο και τρίτο των εφεσιβλήτων). Έκτοτε, οι εφεσίβλητοι νέμονταν, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, το επίδικο ακίνητο μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (Σεπτέμβριος 2001). Συγκεκριμένα τόσο οι εφεσίβλητοι όσο και οι δικαιοπάροχοί τους το επόπτευαν, το περιποιούνταν, το είχαν οριοθετήσει, από το έτος 1975 είχαν φυτέψει σ' αυτό πεύκα, ευκαλύπτους και αρμυρίκια, καθάριζαν κάθε χρόνο τα ξερά φύλλα και ράντιζαν τα αγριόχορτα.

Το επίδικο ακίνητο οι εναγόμενοι το έχουν περιφράξει από το έτος 1982, που ρυθμίστηκε το θέμα της παλαιάς κοινοτικής οδού και διανοίχθηκε ο δρόμος προς τη θάλασσα κατά μήκος της νότιας πλευράς του, χωρίς να εμποδιστούν ή να παρενοχληθούν ποτέ από κανένα τρίτο, έχουν εγκαταστήσει πόρτα στην ανατολική πλευρά αυτού που εφάπτεται στη νέα κοινοτική οδό, ενώ η πρόσβαση σ' αυτό δεν είναι δυνατή από κανένα άλλο σημείο και βέβαια δεν υπάρχει καμία επικοινωνία της ιδιοκτησίας των εκκαλουσών που βρίσκεται δυτικά της καταργηθείσας παλαιάς κοινοτικής οδού με το επίδικο.

Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο έκρινε, ότι η ένδικη αρνητική κυριότητας ακινήτου αγωγή, με την οποία οι ενάγουσες- αναιρεσείουσες ζητούσαν να αναγνωριστεί το δικαίωμα συγκυριότητάς τους κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου, το οποίο απέκτησαν με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι στην άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, είναι ουσιαστικώς αβάσιμη, εφόσον το επίδικο ακίνητο δεν συμπεριλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας των εναγουσών-εκκαλουσών και ούτε αποδείχθηκε ότι οι τελευταίες ενήργησαν πράξεις νομής σ' αυτό από το έτος 1969 και εφεξής μέχρι την άσκηση της αγωγής, και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αγωγής και, ειδικότερα, εξέθεσε σ' αυτήν, με σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και με βάση τα οποία οι ενάγουσες-αναιρεσείουσες δεν απέκτησαν τη συγκυριότητα του επιδίκου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο, δεδομένου ότι αυτό (επίδικο) δεν συμπεριλαμβάνεται στους επικαλούμενους απ' αυτές τίτλους, όσο και με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον δεν αποδείχθηκε νομή αυτού εκ μέρους τους επί τον απαιτούμενο, από το νόμο, χρόνο, και, συνακόλουθα, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ.

Συνεπώς, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου και της διενέργειας πράξεων νομής επ' αυτού εκ μέρους τους, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς οι αναιρεσείουσες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο δε συμπεριλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας των αναιρεσειουσών και δεν ήταν στη νομή τους επί τον απαιτούμενο για τη χρησικτησία χρόνο, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, απαράδεκτοι.

2. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.α' ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται, εκτός των άλλων, τα "πράγματα", ήτοι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή οι λόγοι έφεσης, που παρά τον νόμο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, μολονότι δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαράδεκτα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης.

Επίσης από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι για να είναι ορισμένοι οι λόγοι που προβλέπονται από τους αριθ.11 περ.8 και 12 του ίδιου άρθρου πρέπει, στην πρώτη περίπτωση (αριθ.11 περ. 8), να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη και να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και στη δεύτερη περίπτωση (αριθ.12) να εξειδικεύεται το αποδεικτικό μέσο και να αναφέρεται στο αναιρετήριο, για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο, ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποία αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποίο είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.8 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων που περιέχονταν στις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις τους, τους οποίους επανέφεραν στο Εφετείο, με τις προτάσεις τους, χωρίς όμως νόμιμο τρόπο, ήτοι χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.11 περ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες μέμφονται το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, παρότι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους ενώπιόν του σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 240 ΚΠολΔ. Επίσης, οι αναιρεσείουσες, με το τρίτο μέρος του ίδιου λόγου, από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγουν το Εφετείο, διότι παραβίασε την αποδεικτική δύναμη των προσκομιζόμενων από τους εναγομένους αποδεικτικών μέσων.

Τέλος με το τέταρτο μέρος (του ίδιου λόγου αναίρεσης), από τον αριθ.14 του 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτους τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά μέσα των εναγομένων, που δεν επαναφέρθηκαν νομίμως ενώπιόν του. Όλοι οι ως άνω λόγοι είναι αόριστοι και συγκεκριμένα ο πρώτος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται καθόλου οι ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων, που λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο χωρίς να έχει γίνει νόμιμη επαναφορά αυτών ενώπιόν του, ούτε τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης, ο δεύτερος, διότι δεν εξειδικεύονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο παρά το νόμο, ο τρίτος, διότι δεν αναφέρονται ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα ως προς τα οποία το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμή τους και δεν προσδιορίζεται ποια αποδεικτική δύναμη προσέδωσε σ' αυτά το Εφετείο και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασης και, τέλος, ο τέταρτος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται ποιοί είναι ειδικότερα οι ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά μέσα των αναιρεσιβλήτων, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, παρόλο ότι δεν επαναφέρθηκαν ενώπιόν του νομίμως. 3.

Σύμφωνα με το άρθρο 270 παράγραφο 4 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, αν είναι αναγκαίο, διατάσσει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Στην ανακοίνωση αυτή προσδιορίζεται ο τόπος, ο χρόνος, τα ονόματα των πραγματογνωμόνων, το θέμα της πραγματογνωμοσύνης, η προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εξήντα ημέρες, καθώς και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο.

Στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνονται σε μία δικάσιμο, ενώ στην παράγραφο 6 ορίζεται ότι έως τη δωδεκάτη ώρα της ογδόης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση ή από την αυτοψία ή από τη λήξη της προθεσμίας για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων κατά την αντίκρουση των ισχυρισμών που προβλήθηκαν οψίμως κατά το άρθρο 269 παρ.2.

Εξάλλου, μετά την κατάργηση του άρθρου 389 ΚΠολΔ, δυνάμει του άρθρου 14 του ν. 2915/2001, δε τίθεται πλέον ζήτημα προθεσμίας συζητήσεως της υποθέσεως (μετά την πραγματογνωμοσύνη), αφού η πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται και η διεξαγωγή της ολοκληρώνεται στο πλαίσιο της ίδιας συζητήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής 3 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου στις 2-10-200, το δικαστήριο αυτό, μετά την εξέταση των μαρτύρων στο ακροατήριο, διέταξε, κατ' εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 270 παρ.4 ΚΠολΔ, πραγματογνωμοσύνη με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, με την οποία (ανακοίνωση) προσδιορίστηκαν όλα τα πιο πάνω στοιχεία, ενώ το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να εκδώσει την οριστική απόφασή του μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης.

Η διορισθείσα πραγματογνώμων Ε. Μ., τοπογράφος μηχανικός, αντικαταστάθηκε με την 3/2003 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) με τον τοπογράφο μηχανικό Σ. Μ., ο οποίος και κατέθεσε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις ... την με την με ίδια ημερομηνία έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Εν συνεχεία, (μετά την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης), εκδόθηκε η 117/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένδικη αρνητική κυριότητας ακινήτου αγωγή. Οι αναιρεσείουσες, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμησή του, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε, κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεώς τους, ακυρότητα της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφού αυτό (πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) "διέταξε πραγματογνωμοσύνη με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά του και, χωρίς, εν συνεχεία, να αναβάλει την υπόθεση ή να διακόψει τη συζήτηση της υπόθεσης για άλλη δικάσιμο, όπως έπρεπε, προκειμένου να δοθεί στους διαδίκους η δυνατότητα αξιολόγησης της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, εξέδωσε την οριστική του απόφαση μετά την κατάθεση αυτής".

Σύμφωνα, όμως, με τα προαναφερθέντα, η, κατ' άρθρο 270 παρ.4 ΚΠολΔ, πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται και η διεξαγωγή της ολοκληρώνεται στο πλαίσιο της ίδιας συζητήσεως, και κατά συνέπεια δεν υπήρχε υποχρέωση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (μετά τη διαταγή διενέργειας πραγματογνωμοσύνης με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά) για αναβολή της υπόθεσης σε άλλη δικάσιμο ή διακοπή της συζήτησης για άλλη ημέρα, προκειμένου να κατατεθεί (προηγουμένως) η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και μετά να επακολουθήσει (νέα) συζήτηση της υπόθεσης.

Επομένως, ορθώς απέρριψε το Εφετείο το σχετικό λόγο έφεσης, χωρίς να υποπέσει στην αμέσως πιο πάνω πλημμέλεια και γι' αυτό ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν, "επικουρικώς", στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.11 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι λήφθηκαν "υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν". Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος διότι, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του λόγου αυτού, η μη προσκόμιση των "αποδεικτικών μέσων" αναφέρεται στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. 4. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση ενώπιόν του για την απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους τίτλους και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη:

α) το από 23-11-1973 διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Δ. Μ., που ήταν προσαρτημένο στο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Γεωργίου Τόμπρα, β) την 2953/1998 απόφαση του ΣτΕ, γ) τις 9281/1983 και 90/1993 αποφάσεις του Νομάρχη Αργολίδας, δ) τις 24/1991 και 6/1982 αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου ... και τα υπ' αριθ. πρωτ.826/1981 και 303/1982 έγγραφα της Κοινότητας ...

προς την Νομαρχία Αργολίδας, δ) το από 6-11-1981 έγγραφο του Προϊσταμένου της ΤΥΔΚ και το τοπογραφικό διάγραμμα που συντάχθηκε από την ΤΥΔΚ και, τέλος, ε) το υπ' αριθ. Α11987/23-11-1981 έγγραφο της Δ/νσης Εσωτερικών Τμήμα Τοπ. Αυτοδιοίκησης της Νομαρχίας Αργολίδας, καθώς και το 3694/1982 έγγραφο της Νομαρχίας Αργολίδας.

Από την υπάρχουσα όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα προσκομισθέντα από αυτούς έγγραφα, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του και τα παραπάνω έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα προμνημονευόμενα έγγραφα.

Επομένως, και ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21 Ιουλίου 2008 αίτηση των Ε. Γ. κλπ για αναίρεση της 371/2007 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ