Supreme Court dismisses appeal on landlord's eviction claim, ruling tenant's business failure due to space removal justifies contract termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision rejecting the landlord's claim for early contract termination. The tenants argued their business collapse was due to construction violations, but the court found the eviction resulted from the removal of specific commercial spaces, not the underlying violations. Consequently, the court held that the tenants' inability to continue operations after losing the removed areas legally justified the contract's cancellation without compensation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 585 and 587 of the Civil Code; The court ruled that a lease termination based on the removal of specific leased premises constitutes a valid ground for early dissolution, absolving the tenant of liability for damages arising from the resulting business failure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1455 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1455/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5, 6) Χ6, 7) Χ7, 8) Χ8, 9) Χ9, 10) Χ10, 11) Χ11, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αναγνωστόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Τελώνη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/3/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 659/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 565/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/7/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 16/10/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν είναι όμως αναγκαία η ειδική αναφορά και η ξεχωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που συνεπάγεται την αναίρεση της αποφάσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει το έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως έχει πραγματικά, οδηγείται σε κρίση, ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διαφορετική από εκείνη την οποία ο αναιρεσείων, που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο του, θεωρεί ως σωστή.
Γενικά ο λόγος αυτός αναιρέσεως συντρέχει όταν έγινε σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτό περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο κατά ένα μέρος λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται τα εδάφια 8 και 11 και στους δύο λόγους καθώς και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στις προβλεπόμενες από τις διατάξεις αυτές πλημμέλειες, γιατί: α) δεν έλαβε υπόψη τους διαλαμβανόμενους στο μισθωτήριο συμφωνητικά όρους, αναφορικά με τον τρόπο και την έκταση της χρήσης των μισθίων καταστημάτων, τους οποίους αυτοί επικαλέσθηκαν και τους διαλαμβανόμενους στον δεύτερο λόγο αναίρεσης ισχυρισμούς για αφαίρεση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης των μισθωτών που προσβάλλουν τους αναιρεσίβλητους μισθωτές ένσταση περί λύσεως της μισθωτικής συμβάσεως με καταγγελία λόγω αφαίρεσης της χρήσης του αίθριου και μέρους της στοάς της οικοδομής που βρίσκεται στα μίσθια καταστήματα που λειτουργούσαν ως "Καφέ-Μπάρ", "Σνακ-Μπάρ" και εστιατόριο (β) δεν έλαβε υπόψη την από 29-10-2001 έκθεση αυτοψίας των αρμοδίων υπαλλήλων της πολεοδομίας για τις αυθαίρετες κατασκευές που έκαναν οι αναιρεσίβλητοι μισθωτές στα μίσθια καταστήματα εξαιτίας των οποίων ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της επιχείρησης και γ) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω εκθέσεως αυτοψίας, αλλά και της 80/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών, καταλήγοντας σε αποδεικτικό πόρισμα εντελώς διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από τα ως άνω έγγραφα.
Ο πρώτος από τους πιο πάνω λόγους είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων συνιστούν άρνηση της ενστάσεως, που προέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι και δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια του εδαφίου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο δεύτερος από τους πιο πάνω λόγους, από το εδάφιο 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία για λήψη υπόψη, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι που παρέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την προαναφερθείσα έκθεση αυτοψίας, την οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες.
Τέλος, ο τρίτος από τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο κατέληξε στο επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες πόρισμα, συνεκτιμώντας το αληθινό περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων με τα άλλα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και όχι από λάθος στην ανάγνωση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, η οποία θεσπίσθηκε για την προστασία του εκμισθωτή από τον κίνδυνο πρόωρης και αιφνιδιαστικής λύσης της μίσθωσης, ο μισθωτής μπορεί με την πάροδο διετίας να καταγγείλει προώρως τη μίσθωση και τα αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από αυτή οπότε οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα τεσσάρων (4) μηνών.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η ως άνω αποζημίωση δε οφείλεται, όταν ο μισθωτής καταγγείλει προώρως τη μίσθωση, σύμφωνα με τα άρθρα 281, 288, 522, 672 και 766 ΑΚ για σπουδαίο λόγο, οπότε τα συγκροτούντα το λόγο αυτό περιστατικά πρέπει να αποτελούν και το περιεχόμενο της καταγγελίας. Έτσι, εναγόμενος ο μισθωτής, προς καταβολή των ως άνω αποζημιώσεως για την πρόωρη απ' αυτόν καταγγελία της μίσθωσης, μπορεί να προβάλει κατ' ένσταση ότι η καταγγελία της μίσθωσης έγινε για σπουδαίο λόγο, οπότε δεν υποχρεούται προς αποζημίωση του εκμισθωτή.
Περαιτέρω, στην εμπορική μίσθωση, εφαρμόζοντας συμπληρωματικά οι περί μισθώσεως διατάξεις του ΑΚ, μεταξύ των οποίων και εκείνες του άρθρου 585 ΑΚ, που ορίζει ότι αν ο μισθωτής παρεμποδίσθηκε στην συμφωνημένη χρήση που του παραχωρήθηκε, έχει δικαίωμα, πλην άλλων να καταγγείλει τη μίσθωση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται, κατά περίπτωση κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα, αναφορικά με το λόγο λύσης της επίδικης μίσθωσης και την υποχρέωση των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων μισθωτών για καταβολή αποζημίωσης στους αναιρεσείοντες - ενάγοντες εκμισθωτές: "Δυνάμει των από 19-2-1996 και 23-9-1996 ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης οι 1ος, 4ος, 6ος και 8ος των εναγόντων εκμίσθωσαν στους δύο πρώτους εκ των εναγομένων τρία ισόγεια καταστήματα επιφάνειας 206 τ.μ., 26 τ.μ.
και 14 τ.μ. μιας πολυόροφης οικοδομής που βρίσκεται στην ... και επί της οδού ... αρ. ..., αντί μηνιαίου μισθώματος 800.000 δραχμών, 150.000 δρχ. και 150.000 δρχ. αντιστοίχως, αναπροσαρμοζομένου κατά 15% κατ' έτος, προκειμένου οι εναγόμενοι να τα χρησιμοποιήσουν για τη στέγαση επιχείρησης "Καφέ - Μπάρ, "Σνάκ - Μπαρ" και εστιατορίου.
Με τα υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Πατρών Κωνσταντίνας Καρατζά, η επικαρπία όλης της πολυόροφης οικοδομής και των μισθίων ακινήτων περιήλθε κατά τα εις αυτά αναφερόμενα ποσοστά σε όλους τους ενάγοντες της κρινόμενης αγωγής. Τα παραπάνω περιστατικά δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους.
Οι εναγόμενοι παρέλαβαν τα μίσθια και εγκατέστησαν σ' αυτά τη συμφωνημένη επιχείρηση. Με την από 18-4-2003 έγγραφη καταγγελία των εναγομένων μισθωτών, που επιδόθηκε νόμιμα σ' όλους τους ενάγοντες στις 21-4-2003 κατήγγειλαν τη μίσθωση ενώ στις 9-5-2003 παρέδωσαν τη χρήση τους στους εκμισθωτές. Με την προαναφερόμενη έγγραφη καταγγελία της μίσθωσης οι εναγόμενοι μισθωτές εκθέτουν ότι αυτή (καταγγελία) οφείλεται σε μη τήρηση εκ μέρους των εκμισθωτών της σύμβασης μίσθωσης και ειδικότερα για το λόγο ότι τους στέρησαν τη χρήση του αιθρίου της οικοδομής και τη χρήση μέρους της εκεί υφισταμένης στοάς με αποτέλεσμα να μη μπορούν να τοποθετήσουν εκεί τραπεζοκαθίσματα και έτσι να μη μπορούν να λειτουργήσουν τα μίσθια καταστήματά τους και να υποστούν σοβαρές οικονομικές ζημιές.
Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: Η πολυόροφος οικοδομή στο ισόγειο της οποίας βρίσκονται τα προαναφερόμενα μίσθια καταστήματα επικοινωνεί με την οδό ... της ... με στοά σε σχήμα Γ που καταλήγει στην οδό ... . Εκατέρωθεν της στοάς υπάρχουν διάφορα καταστήματα, μεταξύ των οποίων και τα μίσθια καταστήματα, ενώ πριν την καμπή της στοάς υπάρχει το αίθριο της οικοδομής, έκτασης 60 τ.μ.
περίπου. Από τα προαναφερόμενα συμφωνητικά μίσθωσης προκύπτει ότι οι ενάγοντες δεν εκμίσθωσαν την παραπάνω στοά ούτε και το αίθριο, ούτε παραχώρησαν τη χρήση τους στους εναγομένους μισθωτές. Όμως οι εναγόμενοι αμέσως μετά την έναρξη λειτουργίας της επιχείρησής τους τοποθέτησαν τραπεζοκαθίσματα σε μέρος της στοάς καθώς και στο αίθριο της οικοδομής, διαμορφώνοντας κατάλληλα το χώρο αυτό (αίθριο) ως υπαίθριο κατάστημα συνέχεια του στεγασμένου.
Αυτό έγινε υπό τα όμματα των εκμισθωτών, οι οποίοι ουδεμία αντίρρηση έφεραν. Έτσι οι εναγόμενοι από το έτος 1996 που συνήφθη η σύμβαση μίσθωσης έκαναν αποκλειστική χρήση των παραπάνω χώρων. Το έτος 1998 άρχισαν έριδες ως προς τη χρήση των παραπάνω χώρων μεταξύ των εναγομένων και της μισθώτριας του πρώτου, δευτέρου και τρίτου ορόφου της ίδιας οικοδομής εταιρείας υπό την επωνυμία "ΑΚΜΗ ΔΥΤ.
ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΠΕ", η οποία χρησιμοποιεί τους χώρους αυτούς ως εκπαιδευτήρια.
Με το υπ' αριθμ. 45/2000 πρακτικό συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Πατρών, που έγινε μεταξύ των παραπάνω μισθωτών της πολυόροφης οικοδομής αποφασίσθηκε οι εναγόμενοι να κάνουν αποκλειστική χρήση του αίθριου της οικοδομής και να αποφασίσθηκε οι εναγόμενοι να κάνουν αποκλειστική χρήση του αίθριου της οικοδομής και να τοποθετούν μία σειρά τραπεζοκαθισμάτων στη στοά, όπως σ' αυτό (πρακτικό) με λεπτομέρεια αναφέρεται.
Οι ενάγοντες εκμισθωτές σε προγενέστερη δίκη μεταξύ των παραπάνω διαδίκων, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 362/1998 απόφαση του Ειρηνοδικίου Πατρών, με τις από 16-11-1998 προτάσεις τους είχαν συναινέσει ρητά στην προαναφερομένη μεταγενέστερη συμφωνία των μισθωτών της. Έτσι οι εναγόμενοι με τη ρητή συναίνεση των εναγόντων εκμισθωτών έκαναν αποκλειστική χρήση του παραπάνω αίθριου της οικοδομής από τη σύναψη της μισθωτικής σύμβασης (1996) μέχρι και το έτος 2002.
Το έτος αυτό οι ενάγοντες εκμισθωτές θέλοντας να εξυπηρετήσουν την παραπάνω μισθώτρια των πρώτου, δεύτερου και τρίτου ορόφου της οικοδομής, η οποία ήθελε να λειτουργήσει ιδιωτικό ενιαίο Λύκειο στον χώρο αυτό και της ήταν απολύτως αναγκαία η χρήση του αίθριου χώρου για να πάρει σχετική άδεια, παραχώρησαν στην τελευταία την αποκλειστική χρήση του χώρου αυτού και απαγόρευσαν στους εναγομένους τη χρήση τόσο του αιθρίου της οικοδομής όσο και μέρους της προπεριγραφομένης στοάς. 'Ετσι από τον Αύγουστο του 2002 οι εναγόμενοι δεν μπορούσαν να κάνουν χρήση των παραπάνω χώρων, σημαντικό γεγονός για το είδος της επιχείρησης που ασκούσαν (καφετέρια) με αποτέλεσμα την προοδευτικά δραστική μείωση της πελατείας τους και το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο αυτοί περιήλθαν στις αρχές του 2003, που τους οδήγησαν στην εν αρχή της παρούσας αναφερομένη καταγγελία της μίσθωσης, για το λόγο αυτό.
Και είναι αληθές ότι με την υπ' αριθμ. 80/2003 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία διέταξε την εκτέλεση της υπ' αριθμ. 250/2002 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Πατρέων, με την οποία ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του καταστήματος των εναγομένων λόγω αυθαιρέτων κατασκευών στο μίσθιο που έγιναν το 2001 (αντικατάσταση τοίχων του μισθίου με υαλότουβλα χωρίς οικοδομική άδεια).
Όμως ο πραγματικός λόγος της καταγγελίας της μίσθωσης είναι η προαναφερόμενη αφαίρεση της χρήσης των προπεριγραφομένων χώρων εκ μέρους των εναγόντων εκμισθωτών από το Αύγουστο του 2002, πράξη η οποία οδήγησε την επιχείρηση σε οικονομικό μαρασμό. Ειδικότερα οι εναγόμενοι μισθωτές το 2001 προέβησαν σε σημαντικές ανακαινίσεις τους μισθίου δαπανώντας σοβαρά χρηματικά ποσά και προσδοκώντας σημαντικά κέρδη απ' αυτήν.
Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των οικοδομικών παραβάσεων για τις οποίες τους αφαιρέθηκε η άδεια λειτουργίας (αντικατάσταση τοίχου του μισθίου με υαλότουβλα) οπωσδήποτε θα φρόντιζαν να άρουν τις παράνομες κατασκευές προκειμένου να συνεχίσει τη λειτουργία της η επιχείρησή τους. Όμως μετά την αφαίρεση της χρήσης των προαναφερομένων χώρων και τη σημαντική μείωση της πελατείας της και εντεύθεν των κερδών της, δεν μπορούσε επικερδώς να συνεχίσει τη λειτουργία της επιχείρησης.
Επομένως δεν είναι προσχηματική η καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες.
Συνεπώς η καταγγελία αυτή έγινε για τον παραπάνω λόγο και δεν υποχρεούται οι εναγόμενοι σε αποζημίωση των εναγόντων για την πρόωρη λύση της μισθωτικής σύμβασης, και πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη η σχετική ένσταση των εναγομένων και ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο των 55.191,11 ευρώ, για καταβολή αποζημίωσης 6 + 4 μισθωμάτων λόγω αναίτιας πρόωρης λύσης της μίσθωσης ....
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η λύση της επίδικης μίσθωσης επήλθε ύστερα από καταγγελία κατ' άρθρο 585 ΑΚ, λόγω αφαίρεσης της χρήσης των προαναφερθέντων χώρων (στοάς και αίθριου) και όχι κατ' άρθρο 43 του πδ 34/1995, γι' αυτό, κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων - μισθωτών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα και , αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αγωγικά κονδύλια που αφορούν τα μισθώματα έξι (6) μηνών από την καταγγελία και που ισόποση με τέσσερα (4) μισθώματα αποζημίωση.
Με που εξενεχθείσα ως άνω κρίση του το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 585 και 587 ΑΚ και όχι τις διατάξεις του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995. Επομένως, οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως (κατά ένα μέρος) για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 281, 288, 588 και 676 ΑΚ στηρίζονται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δέχτηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι - μισθωτές δεν είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν τα μισθώματα και την αποζημίωση που προαναφέρθηκαν όχι γιατί συνέτρεχε σπουδαίος λόγος, αλλά διότι η καταγγελία της μίσθωσης έγινε εξαιτίας του ότι αφαιρέθηκε από τους εναγομένους μισθωτές η χρήση των πιο χώρων, που όπως δέχεται με τη συναίνεση των εκμισθωτών και συνεπώς κατόπιν συμφωνίας έκαναν οι μισθωτές.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-7-2006 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 565/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ