Legislator Case Law & Legislation
1455/2008 AI generated

1455/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1455/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2317/2004 προδικαστική, 2760/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6645/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-5-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 7-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Legislator headnote

AI generated

1455/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις άρθρου 1042 ΑΚ. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ..

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1455 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1455/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευγενία Βελώνη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2317/2004 προδικαστική, 2760/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6645/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-5-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 7-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις σ` αυτό υπάρχουσες πράξη ορισμού της προκείμενης δικασίμου , κλήσης για συζήτηση κατ` αυτήν και της από.....επισημείωσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......, τούτο επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο, με επίσπευση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Γεωργίου Ιατρού, ο οποίος και υπογράφει την αίτηση αναίρεσης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ` άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρο 568 παρ. 4, 576 παρ.1 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1, 2 του Ν. 3127/2003, σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων που έχει ο οριοθετηθεί ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις άρθρου 1042 ΑΚ. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ..

Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ. οι διατάξεις ης προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης την περιοχή". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1042ΑΚ, ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 3127/2003, πρέπει ο νομέας, μεταξύ άλλων, να έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου.

Ο νομέας θεωρείται κακής πίστης μόνο αν γνωρίζει ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής που διανύθηκε, με τις ίδιες προϋποθέσεις, στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου, συνυπολογίζεται στον χρόνο νομής του διαδόχου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο έφεση κατά της 2760/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δέχθηκε τα εξής, αναφορικώς με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου:

Με το ...... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Καντιάνη, που μεταγράφηκε νόμιμα, φέρεται ότι μεταβιβάσθηκε, λόγω πώλησης, στον ενάγοντα, από τον ....., ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, με την σ' αυτό ευρισκόμενη παλιά οικία, επιφάνειας 31,07 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην οδό ..... του συνοικισμού Αθηνών ....

και ήδη ".....", συνορεύει, όπως στην απόφαση αναφέρεται, εμβαδού, με την οικία, 91,17 τ.μ. Τμήμα του εν λόγω ακινήτου, που συνορεύει όπως στην απόφαση αναφέρεται, εμβαδού 14,75 (επίδικο), ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, είναι καταγεγραμμένο ως δημόσιο κτήμα Γενικού Βιβλίου Καταγραφής ...., περιήλθε δε σ' αυτό με την ...

πράξη απαλλοτριώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομίας για τη διάνοιξη της λεωφόρου ...., η οποία κυρώθηκε με την ...... απόφαση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Οικισμού του Υπουργείου Δημοσίων Έργων και συντελέσθηκε με την έκδοση του ..... γραμματίου παρακαταθήκης και τη δημοσίευση της ανακοίνωσης παρακατάθεσης αποζημίωσης των ρυμοτομούμενων ακινήτων στο ΦΕΚ 201/11-9-1975 τ.

Δ, όπως η πράξη αυτή τροποποιήθηκε με την .... απόφαση της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Αττικής . Ο ενάγων, αφού έλαβε την .... άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Νομαρχίας Αθηνών για την ανέγερση κτιρίου γραφείων έξι ορόφων επί του ανωτέρω οικοπέδου, το οποίο είχε αγοράσει το Μάρτιο του έτους 2000, άρχισε τις εργασίες ανοικοδόμησης, έως δε το Δεκέμβριο του ίδιου έτους είχε ανεγείρει το σκελετό των τριών πρώτων ορόφων της οικοδομής από σκυρόδεμα και κατά την εκτέλεση αυτών κατέλαβε και όλο το προαναφερόμενη τμήμα των 14,75 τ.μ..

Ακολούθως, με την ...... απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Δήμου Αθηναίων ανακλήθηκε η ανωτέρω οικοδομική άδεια του ενάγοντος, διότι εκδόθηκε μετά την απαλλοτρίωση με προσκόμιση ανακριβών στοιχείων σε ό, τι αφορά την έκταση του οικοπέδου από τον ενδιαφερόμενο. Περαιτέρω, δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ότι τόσο ο ενάγων, όσο και ο δικαιοπάροχός του πωλητής γνώριζαν ότι η ως άνω πωληθείσα έκταση δεν ήταν η αναγραφόμενη στο πωλητήριο συμβόλαιο έκταση των 91,17 τ.μ., αλλά πολύ μικρότερη και συγκεκριμένα ήταν έκταση 70,12 τ.μ., εμφάνισαν δε αυτοί ότι το πωληθέν οικόπεδο των 91,17 τ.μ.

είχε αυτή την έκταση ύστερα από νεότερη καταμέτρηση, αποκρύπτοντας, ότι είχε προηγηθεί αναγκαστική απαλλοτρίωση, σύμφωνα με την οποία απαλλοτριώθηκε από την αρχική ιδιοκτησία του πωλητή, η οποία, σύμφωνα με τους τίτλους κτήσης αυτού, είχε επιφάνεια 128,63 τ.μ., τμήμα της ιδιοκτησίας αυτού (πωλητή), επιφάνειας 46,50 τ.μ.

για την οποία ο τελευταίο αποζημιώθηκε και είχε κατατεθεί υπέρ αυτού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ..... γραμμάτιο παρακαταθήκης. Εξάλλου, ο ενάγων είναι κάτοικος της περιοχής αυτής και γνώριζε και αυτός, όπως όλοι οι κάτοικοι της περιοχής, την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί μετά την απαλλοτρίωση και ότι το επίδικο τμήμα ανήκε στην ιδιωτική περιουσία του εναγομένου.

Ο ενάγων, γνωρίζοντας ότι το οικόπεδο που αγόρασε δεν ήταν άρτιο, ούτε οικοδομήσιμο, προέβη σε υποβολή ανακριβών στοιχείων στην Πολεοδομία Νομαρχίας Αθηνών για την έκδοση της προαναφερόμενης άδειας ανέγερσης, εμφανίζοντας αυτό, ότι είχε επιφάνεια 88,16 τ.μ., οπότε ήταν οικοδομήσιμο, ενώ σύμφωνα με το τοπογραφικό διάγραμμα, που συνοδεύει την ....

απόφαση τη Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Νομαρχίας Αττικής, με την οποία τροποποιήθηκε η .... πράξη απαλλοτριώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομίας, το ακίνητο αυτό πριν από την πράξη αναλογισμού είχε εμβαδόν 116,62 τ.μ. μετά δε από αυτήν 70,12 τ.μ. οπότε δεν ήταν οικοδομήσιμο. Τέλος, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του ενάγοντος , ότι η πεποίθησή του ως προς την κυριότητά του επί του επίδικου τμήματος βασίσθηκε και στον έλεγχο της .....

τεχνικής έκθεσης της Πολεοδομικής Υπηρεσίας Αθηνών, περί καθορισμού ρυμοτομικών γραμμών, η οποία παρουσίαζε, ότι το πωλούμενο οικόπεδο είχε την ίδια θέση σε σχέση με τις ρυμοτομικές γραμμές του τετραγώνου και τα ίδια όρια με αυτά τα οποία και ο πωλητής ισχυριζόταν ότι έχει και στην οποία δεν φαινόταν ότι υπήρχε άλλο ακίνητο, δηλαδή το επίδικο, μεταξύ του δικού του και του χώρου πρασίνου, με την παραδοχή ότι οι θέσεις των ρυμοτομικών γραμμών, που ορίζονταν με την ανωτέρω .....

τεχνική έκθεση, αντικαταστάθηκαν με την ως άνω .... απόφαση της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Νομαρχίας Αττικής, με την οποία τροποποιήθηκε η .... πράξη απαλλοτριώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομίας και έτσι δημιουργήθηκε η σημερινή κατάσταση του εν λόγω δημόσιου κτήματος και με δεδομένο ότι ο ενάγων γνώριζε για την απαλλοτρίωση τμήματος της ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου του, γνώριζε οπωσδήποτε και για την αντικατάσταση των ρυμοτομικών γραμμών που ορίζονταν στην προαναφερόμενη τεχνική έκθεση.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή, η οποία ως θεμέλιό της είχε την κτήση της κυριότητας επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας με χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003, και απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου, που έκρινε ομοίως.

Κρίνοντας, έτσι, το Δικαστήριο, δεν παραβίασε τις παραπάνω αναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις αναφορικώς με την μη ύπαρξη καλής πίστης στο πρόσωπο του ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου του, αφού δέχθηκε, ότι αυτοί δεν ήταν καλόπιστοι νομείς του επιδίκου, που είχε απαλλοτριωθεί από την αρχική ιδιοκτησία του πωλητή υπέρ του εναγομένου και η απαλλοτρίωση τούτου είχε ήδη συντελεσθεί το έτος 1975, διότι γνώριζαν την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί μετά την απαλλοτρίωση και ότι το επίδικο ανήκε στην ιδιωτική περιουσία του εναγομένου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από την ίδια διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Δικαστήριο της ουσίας παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους ως άνω ουσιαστικούς κανόνες του δικαίου, ως προς το ζήτημα της γνώσης του ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου του για την ύπαρξη κυριότητας του τελευταίου επί του επιδίκου, καθόσον, σύμφωνα με τον λόγο αυτό αναίρεσης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο στήριξε την κρίση του για την έλλειψη καλής πίστης των ανωτέρω ως προς την κτήση της κυριότητας του επίδικου εδαφικού τμήματος των 14,75 τ.μ., στην παραδοχή ότι, ο ενάγων και ο δικαιοπάροχός του γνώριζαν, ότι το πωληθέν οικόπεδο είχε εμβαδόν κατά τους τίτλους κτήσης 128,63 τ.μ., από αυτό απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 46,50 τ.μ.

και ότι, επομένως, απέμειναν μόνο 70,12 τ.μ., ενώ, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής συνάγεται, ότι, αν από το ανωτέρω αρχικό εμβαδόν του πωληθέντος οικοπέδου αφαιρεθεί η έκταση που απαλλοτριώθηκε, προκύπτει εμβαδόν 82,13 τ. μ. (128,63 τ.μ. - 46,50 τ.μ.), ήτοι όσο περίπου ο ενάγων ισχυρίσθηκε με την αγωγή του, και όχι 70,12 τ.μ.

όπως εσφαλμένως δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έγινε δεκτό, ότι ο ενάγων και ο δικαιοπάροχός του γνώριζαν, ότι το πωληθέν οικόπεδο είχε εμβαδόν κατά τους τίτλους κτήσης 128,63 τ.μ., αλλά, αντίθετα, έγινε δεκτό, ότι τόσο ο ενάγων όσο και ο δικαιοπάροχός του γνώριζαν, ότι η πωληθείσα έκταση δεν ήταν η αναγραφόμενη στο πωλητήριο συμβόλαιο έκταση των 91,17 τ.μ., αλλά πολύ μικρότερη και συγκεκριμένα ήταν έκταση 70,12 τ.μ., εμφάνισαν δε αυτήν με εμβαδόν 91,17 τ.μ.

αποκρύπτοντας ότι είχε προηγηθεί αναγκαστική απαλλοτρίωση και ότι ο ενάγων γνωρίζοντας ότι το οικόπεδο που αγόρασε δεν ήταν άρτιο ούτε οικοδομήσιμο, προέβη στην υποβολή ανακριβών στοιχείων στην Πολεοδομία Νομαρχίας Αθηνών για την έκδοση άδειας ανέγερσης οικοδομής εμφανίζοντας αυτό ότι έχει επιφάνεια 88,16 τ.μ.

Επειδή, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρ. 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, προβάλλεται παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003, διότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο εσφαλμένως κατένειμε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με το να δεχθεί ότι δεν αποδείχθηκε η άδολη και ειλικρινής πεποίθηση του ενάγοντος περί νομής του επί του επιδίκου για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ενώ σύμφωνα με τις εν λόγω ουσιαστικές διατάξεις, η έλλειψη καλής πίστης προβλέπεται ως αρνητική προϋπόθεση της κτήσης κυριότητας και επομένως το εναγόμενο έφερε το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού του περί έλλειψης καλής πίστης στο πρόσωπο του ενάγοντος. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, ο οποίος όμως δεν περιέχεται στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα, το οποίο προβλέπει περιοριστικώς τους λόγους αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείου και των Πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των πρώτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-5-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 6645/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ