1455/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7185/1997 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1330/1999 προδικαστική, 4240/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Νοεμβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και οι 2ος ,3ος και 4ος των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 7 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1455/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αναιρεσείουσα, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, ως προς την οποία η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται πως δεν ασκήθηκε (άρθρα 294, 295, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δ., εφαρμοζόμενα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα).
Full text
Απόφαση 1455 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1455/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "CREDIT COMMERCIAL DE FRANCE S.A." (C.C.F.), που εδρεύει στο Παρίσι, είναι εγκατεστημένη νομίμως στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη ο οποίος δήλωσε ότι η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως δεν εισάγεται ως προς την 1η αναιρεσίβλητη .
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΔΕΛΦΟΙ ΝΑΣΙΟΥΤΣΙΚ" (Αφοί Νάσιουτζικ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) ......, 3) ....... και 4) ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7185/1997 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1330/1999 προδικαστική, 4240/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Νοεμβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και οι 2ος ,3ος και 4ος των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 7 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αναιρεσείουσα, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, ως προς την οποία η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται πως δεν ασκήθηκε (άρθρα 294, 295, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δ., εφαρμοζόμενα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα).
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, οι αξιώσεις εκ δανείου υπόκεινται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ.
Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεωλύτρων είναι πενταετής και αρχίζει με τη λήξη του έτους, εντός του οποίου εγεννήθη η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Χρεώλυτρο κατά την έννοια του δεύτερου των άρθρων τούτων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλομένου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν αθροίσεως και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο.
Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής συμβάσεως, να την καταγγείλει προώρως, αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές. Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία.
Το δάνειο συνεπώς είναι τοκοχρεωλυτικό, με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφληση του δια καταβολής είτε χρεωλύτρων και τόκων κεχωρισμένως, είτε ενιαίων τοκοχρεολύτρων, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων. Μόνον όμως όταν η αίρεση πληρωθεί και καταγγελθεί το δάνειο, δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο και η αξίωση του δανειστή προς απόδοση του δανείου υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, ενώ αν δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση των περιοδικών δόσεων, αφού αυτές διατηρούν την αυθυπαρξία τους, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή.
Εν προκειμένω, το Εφετείο εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του ότι: α) το συνομολογηθέν το 1981 ένδικο δάνειο, κατά τη συμφωνία των μερών, ήταν εξοφλητέο δι' ένδεκα ισόποσων εξαμηνιαίων δόσεων, καλυπτουσών την απόδοση του κεφαλαίου, οι δε τόκοι του θα κατεβάλλοντο ανά εξάμηνο, δια χωριστών δόσεων και β) δεν υπήρξε καταγγελία του εν λόγω δανείου από τη δανείστρια και συνεπώς η αξίωση της, που ησκήθη με τη στηριζομένη στην καταγγελία αγωγή της, προς απόδοση αυτού είχε παραγραφεί, ένεκα παρόδου πενταετίας από το τέλος του έτους γεννήσεως εκάστης επί μέρους αξιώσεως, ήτοι το τέλος του έτους καταβολής της οικείας δόσεως, μέχρι την κατά το έτος 1996 επίδοση της αγωγής.
Επομένως, το Εφετείο δεν παρεβίασε με την εν λόγω κρίση του τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις. Κατ' ακολουθίαν, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ. στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (Κ.Πολ.Δ. 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 66/2005, Α.Π. 31/1999).
Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, εκ του ότι το Εφετείο, κατά την αναιρεσείουσα, σε σχέση με την απόδειξη της καταγγελίας του επίμαχου δανείου, απέδωσε στις καταθέσεις των μαρτύρων της μικρότερη βαρύτητα σε σχέση με αυτή που απέδωσε στα λοιπά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης και δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η καταγγελία του άνω δανείου, αφού δεν κοινοποιήθηκε δια δικαστικού επιμελητή προς την οφειλέτρια εταιρία το σχετικό έγγραφο και δεν προσκομίσθηκε έκθεση επιδόσεως, δεν στοιχειοθετείται ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως και ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν η δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν είναι συνεπώς πράγμα, αφού δεν είναι αυτοτελής, ο ισχυρισμός του διαδίκου ότι ο αντίδικος του δεν αμφισβητεί δια των προτάσεων του τον ίδιο αυτού ισχυρισμό. Κατ' ακολουθίαν, ο τρίτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, που παρέλειψε να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν αμφισβήτησαν με τις προτάσεις τους τον ισχυρισμό της ότι υπήρξε η επίμαχη καταγγελία της δανειακής συμβάσεως και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ενόψει του ότι ο άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν συνιστά πράγμα κατά τα προεκτεθέντα και η από το Εφετείο μη λήψη υπόψη αυτού δεν στοιχειοθετεί τον άνω αναιρετικό λόγο, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρεί ότι η από 9-11-2004 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "CREDIT COMMERCIAL DE FRANCE S.A. (C.C.F.) για αναίρεση της 4240/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών δεν ασκήθηκε ως προς πρώτη αναιρεσίβλητη.
Απορρίπτει την άνω αίτηση αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ