Supreme Court partially allows appeal against traffic accident compensation verdict due to insufficient reasoning on disability impact.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a first-instance verdict regarding traffic accident damages. The court found the lower court failed to provide sufficient reasoning on how the appellant's permanent disability would negatively impact his future professional and social life. Consequently, the appeal was accepted in part, and the case was remitted to the Supreme Court for a substantive trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remit a case for substantive trial when the lower court's decision lacks sufficient reasoning to justify the application of substantive law regarding the impact of permanent disability on the claimant's future.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1454 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1454/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Χ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Παγώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και του Ι. Τ. του Γ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18222/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 534/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 11-10-2015 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1207/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Εκδόθηκε η 1958/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 28-07-2020 (αριθ.έκθ.κατάθ:1973/233/30-07-2020) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681Α του ΚΠολΔ) με αριθμό 1958/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 αρ.3 του ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1958/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ.2 ΚπολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με την διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 24-01-2013 και με αριθμό κατάθεσης 2342/2013 αγωγή του [από κοινού με τον ιδιοκτήτη της μοτοσικλέτας που οδηγούσε, Ι.
Τ.], στρεφόμενη σε βάρος της αναιρεσίβλητης και του μη διαδίκου εν προκειμένω Α. Π., επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 18.222/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία κρίθηκε ως αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος ο ανωτέρω Α. Π. και έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αγωγή, σύμφωνα με όσα λεπτομερώς αναφέρονται στο διατακτικό αυτής.
Ακολούθως ασκήθηκαν από όλους τους διαδίκους τρείς συναφείς αυτοτελείς εφέσεις [αρ.κατ:3486/2013, 799/2014 και 3409/2014] , κατά της ως άνω με αριθμό 18.222/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 534/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης η οποία, απέρριψε στην ουσία την έφεση της εδώ αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, απέρριψε στη ουσία την έφεση του ως άνω μη διαδίκου στον Άρειο Πάγο Α.
Π. και έκανε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσείοντος κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο ου ένδικου ατυχήματος, τον οδηγό Α. Π., εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έκανε μερικά δεκτή την αγωγή, σύμφωνα με όσα λεπτομερώς αναφέρονται στο διατακτικό της. Η αναιρεσίβλητη εδώ, ασφαλιστική εταιρεία, με την από 11/10/2015 αίτηση αναίρεσης [αρ.κατ: 289/2015] προσέβαλε την ως άνω με αριθμό 534/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1207/2017 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση ως προς τα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατ'άρθρο 932 ΑΚ και της πρόσθετης αποζημίωσης λόγω αναπηρίας και παραμόρφωσης κατ'άρθρο 931 ΑΚ, με σχετικούς λόγους αναίρεσης τους οποίους δέχθηκε ως βάσιμους.
Με την από 26/10/2017 [ΓΑΚ 21738 και ΕΑΚ 3009/2017 ] κλήση της ήδη αναιρεσίβλητης, η υπόθεση εκδικάσθηκε εκ νέου για τα ως άνω αναιρεθέντα κεφάλαια και εκδόθηκε η με αριθμό 1958/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγιναν δεκτές και οι δύο αντίθετες εφέσεις, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, κατά τα ως άνω αναιρεθέντα κεφάλαια εκ των άρθρων 932 και 931 ΑΚ και στην συνέχεια έγινε δεκτή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία η αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και του επιδικάσθηκε για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 60.000 ευρώ [50.000 ευρώ καταψηφιστικά και 10.000 ευρώ αναγνωριστικά] και για πρόσθετη αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ το ποσό των 45.000 ευρώ.
Κατά της ως άνω απόφασης στρέφεται με την ένδικη αναίρεσή του ο αναιρεσείων επικαλούμενος λόγους αναίρεσης εκ των άρθρων 559 αρ. 1 εδαφ. α και 19 ΚπολΔ].
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 525/2021).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατ' άρθρο 932 του ΑΚ, που επιδικάσθηκε στον αναιρεσείοντα αφού δέχθηκε ως αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου ατυχήματος και των εξ αυτού απορρεουσών συνεπειών τον ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία για τις προς τρίτους ζημίες, Α.
Π., δέχθηκε τα εξής: ".....Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες και τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο τροχαίο ατύχημα, την αποκλειστική ευθύνη του υπαιτίου οδηγού, την ηλικία και τις λοιπές προσωπικές ιδιότητες του παθόντος-ενάγοντος (ηλικίας 41 ετών, έγγαμος με ένα ανήλικο τέκνο), τη φύση , το είδος , το μέγεθος των σωματικών βλαβών που υπέστη, οι οποίες δεν είναι αναστρέψιμες και κατέλιπαν σε αυτόν μόνιμη σωματική αναπηρία στο δεξί άνω άκρο, σε ποσοστό 67%, τη ψυχική και σωματική ταλαιπωρία του, υποβαλλόμενος στις προαναφερόμενες αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις, τη διάρκεια και την ένταση των νευροπαθητικών πόνων από τους οποίους πάσχει, παρά τη φαρμακευτική αγωγή την οποία ακολουθεί λαμβάνοντας ισχυρά αναλγητικά και οπιούχα φάρμακα, την ανικανότητα του να ασκήσει το επάγγελμά του, ως μηχανικού ηλεκτρονικών υπολογιστών και να ανελιχθεί επαγγελματικά και οικονομικά, γεγονός που επηρεάζει δυσμενώς την ψυχολογική του κατάσταση, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων , κρίνει ότι η χρηματική ικανοποίηση που δικαιούται να λάβει, ανέρχεται στο ποσό των 60.000 ευρώ το οποίο με βάση τους προαναφερόμενους προσδιοριστικούς παράγοντες είναι εύλογο".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να καθορίσει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 60.000 ευρώ, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας που επιτάσσουν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 και 25 παρ. 1 Συντάγματος, άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 932 του ΑΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε με ορθή υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επίσης διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, ως εκ τούτου , δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, δεδομένου ότι το ποσό που το Εφετείο επιδίκασε, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δεν υπολείπεται και μάλιστα, καταφανώς, εκείνων, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, ούτε προσβάλλουν το ενοχικό περιουσιακό δικαίωμα του αναιρεσείοντος, που προστατεύεται με την ανωτέρω υπερονομοθετικής ισχύος διάταξη της ΕΣΔΑ, αφού υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ του θεμελιακού αυτού δικαιώματος της περιουσίας και του επιδικασθέντος ως άνω ποσού.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής επιστήμης αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.
Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει κατ' ανάγκην πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.
Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, κατά την ορθή ερμηνεία της ίδιας διάταξης, με αυτή προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν μπορεί να προσδιοριστεί, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.
Συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ο προσδιορισμός του επιδικαζόμενου εύλογου κατά την κρίση του Δικαστηρίου χρηματικού ποσού της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής εναπόκειται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η περί αυτού κρίση του τελευταίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Επιβάλλεται όμως να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ 187/2021, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 1430/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 931 του ΑΚ,2 παρ. 1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, επιδίκασε σ' αυτόν, ως εύλογη χρηματική παροχή από τον τραυματισμό του, το ποσό των 45.000 ευρώ, το οποίο είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτού.
Ως προς το κεφάλαιο αυτό, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: " .....Όπως παραπάνω αναφέρεται ο ενάγων, ηλικίας 41 ετών, λόγω της μόνιμης αναπηρίας του στο δεξιό άνω άκρο, δεν είναι σε θέση να εργασθεί και να ασκήσει το επάγγελμα του μηχανικού ηλεκτρονικών υπολογιστών, το οποίο ασκούσε πριν από τον τραυματισμό του, δεδομένου ότι αυτό απαιτεί σωματική αρτιότητα και απουσία πόνου.
Επί πλέον η αναπηρία του, λαμβανομένου υπόψη ότι είναι έγγαμος και πατέρας ενός παιδιού, θα επηρεάσει δυσμενώς την προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική του ζωή, αφού, πέραν του ότι, για την αντιμετώπισή της πρέπει, να βρίσκεται υπό ιατρική παρακολούθηση και ισχυρή φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση επώδυνων καταστάσεων, θα αισθάνεται μειονεκτικά έναντι των μελών της οικογένειάς του και των άλλων υγιών συναδέλφων και φίλων του, γεγονός που θα υποβαθμίσει ποιοτικά το μέλλον του, αφού θα στερηθεί της δυνατότητας να αναπτύξει την προσωπικότητά του και να ανελιχθεί κοινωνικά, επαγγελματικά και οικονομικά.
Επομένως, εφόσον η αναπηρία του επιδρά στο επαγγελματικό ,οικονομικό και κοινωνικό μέλλον του, χωρίς να απαιτείται η πρόκληση συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, ο ενάγων δικαιούται ιδιαίτερης και αυτοτελούς αποζημίωσης, πέραν των προβλεπομένων από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ. Λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τις συνέπειες της μόνιμης αναπηρίας που υπέστη, την ηλικία του, το είδος και τη φύση της επαγγελματικής δραστηριότητας που ασκούσε , την άρτια , πριν από τον τραυματισμό του, φυσική του κατάσταση και την ανυπαρξία ευθύνης του, στην πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, πρέπει να επιδικασθεί ως πρόσθετη χρηματική παροχή το ποσό των 45.000 ευρώ , το οποίο κρίνεται εύλογο με βάση τους προαναφερόμενους προσδιοριστικούς παράγοντες....".
Όμως το Εφετείο, κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής αυτής παροχής, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το προαναφερόμενο ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, είναι κατώτερο και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, ενόψει και των ανέλεγκτων αναιρετικά παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι η ως άνω μόνιμη αναπηρία του και μάλιστα στην ηλικία των 41 ετών κατά το χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, κατά ποσοστό 67%, στο μέλλον θα επιδράσει δυσμενώς στην επαγγελματική, οικογενειακή του εξέλιξη και τον κοινωνικό του βίο.
Συνεπώς το Εφετείο παραβίασε τόσο ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, όσο και εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αφού δεν διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που να καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, ως εκ τούτου, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Κατά συνέπεια, ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσία.
Μετά απ' αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή, ως βάσιμου του 1ου λόγου της, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο και να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας εκδόθηκε μετά από αναίρεση, κατόπιν παραπομπής της υπόθεσης σ' αυτό από τον Άρειο Πάγο με τη 1207/2017 απόφασή του.
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη αυτή υποχρέωσης για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης ενώπιον του ίδιου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ , ώστε κατά τη δικάσιμο αυτή οι διάδικοι να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.
Πρέπει επίσης να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 178 παρ. 2, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 1958/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το κεφάλαιο, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Κρατεί την υπόθεση ως προς το ίδιο κεφάλαιο στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση και σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο που θα προσδιοριστεί μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ