Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, ruling additional compensation is capped by specific laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision in a labor dispute involving a municipal water company. The appellant sought additional compensation exceeding statutory limits, but the court found no evidence proving the specific amounts were due as claimed. Consequently, the court upheld the lower court's ruling that the additional compensation was capped at 2,250 euros, rejecting the appeal as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 and 3 of A.N. 173/1967; Article 1 of Law 618/1970: Additional compensation for voluntary resignation is subject to statutory caps and cannot exceed the limits set by these provisions, regardless of other contractual claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1454 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) M.K.
Αριθμός 1454/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Aπριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπαλασούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης - Αποχέτευσης Λάρισας (Δ.Ε.Υ.Α.Λ.), που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 231/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 148/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-7-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με την από 28.7.2021 και με αριθμό κατάθεσης 190/28.7.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 148/28.4.2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 30.11.2018 και με αριθ.
καταθ. 890/5.12.2018 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 231/20.9.2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 3.11.2017 και με αριθμό κατ. 428/7.11.2017 αγωγή και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα 17.615 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης και εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 231/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει και υποχρέωσε την εναγομένη Δημοτική Επιχείρηση να καταβάλει στον ενάγοντα 2.250 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 28.7.2021, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύτηκε στις 28.4.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα του μοναδικού λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2.-Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967, περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κλπ" (ΦΕΚ Α' 189), "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρείαι Υδάτων κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".
Το ανώτατο αυτό όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε διαδοχικά και με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 (ΦΕΚ Α' 111) προσδιορίσθηκε στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: 1. "Εις ας περιπτώσεις ειδική διάταξις νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αναφερομένης εις ανωνύμους εταιρείας ή Κοινωφελείς Επιχειρήσεις...
προβλέπει την καταβολήν εις υπαλλήλους κατά τον χρόνον της απομακρύνσεώς των εκ της εργασίας, και ετέρας προσθέτου αποζημιώσεως πέραν της υπό του ν. 2112 προβλεπομένης, η αποζημίωσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη ποσοστόν 15% της υπό της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος οριζομένης". Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "Περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967...
επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ." (ΦΕΚ Α' 171), "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν διά πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".
Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι' αυτό των ευνοϊκότερων όρων των Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (Ολ ΑΠ 10/1998, ΑΠ 799/2022, ΑΠ 1235/2020, ΑΠ 350/2019, ΑΠ 1493/2018).
Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η αποζημίωση που δικαιούνται οι μισθωτοί, υπάλληλοι ή εργάτες, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των άλλων δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, βάσει των διατάξεων του ν. 2112/1920 (δηλαδή όταν η σύμβαση εργασίας λύεται με καταγγελία του εργοδότη ή του εργαζόμενου) υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα ή επιχειρησιακή συνήθεια.
Για την ταυτότητα του νομικού λόγου διάταξη αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια αποτελεί και αυτή του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, με την οποία θεσπίζεται περιορισμός στο ύψος των πρόσθετων, σε σχέση με αυτές που χορηγούνται βάσει του ν. 2112/1920, αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους εργαζόμενους κατά το χρόνο της απομάκρυνσής τους από την υπηρεσία, οι οποίες δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ποσό των 2.250 (15.000 Χ15%) ευρώ (ΑΠ 799/2022, ΑΠ 350/2019, ΑΠ 1493/2018).
Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχειρήσεως ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (Ολ ΑΠ 20/2006, ΟλΑΠ 10/1998, ΟλΑΠ 33-34/1997, ΑΠ 892/2017, ΑΠ 1631/2017).
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (ΦΕΚ Α" 191) ορίζεται ότι: "Δια την άσκησιν των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος υδρεύσεως και αποχετεύσεως οικιστικών κέντρων της χώρας, εξαιρέσει των πόλεων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων αυτών περιοχών, δύναται να συνιστώνται., εις έκαστον Δήμον ή Κοινότητα της Χώρας ή υπό πλειόνων Δήμων ή Κοινοτήτων ή Δήμων και Κοινοτήτων ενιαίαι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως.
Αι ανωτέρω Επιχειρήσεις αποτελούν ίδια Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα υπό των κανόνων της ιδιωτικής οικονομίας, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του νόμου. Αι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως λειτουργούν υπό μορφήν Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς την διοίκησιν, οργάνωσιν, εκτέλεσιν, λειτουργίαν, συντήρησιν των έργων της αρμοδιότητός των καθώς και τας πηγάς της χρηματοδοτήσεώς των υπό των διατάξεων του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος" και στο άρθρο 7 παρ. 1 του ίδιου νόμου ότι "Δι Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, συντασσομένου δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμην των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρμοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τας ανάγκας της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων προσωπικού καθ' ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιον προς τούτο όργανον".
Εξάλλου, ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Λάρισας (ΔΕΥΑΛ), όπως αυτός τροποποιήθηκε με την 184/2009 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, η οποία εγκρίθηκε με την 856/2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λαρισαίων και με την 17943/2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας (ΦΕΚ Β' 190), ο οποίος (Οργανισμός) εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 1069/1980, στο άρθρο 48 αυτού ορίζει τα ακόλουθα: "1.
Στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης που αποχωρεί από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης ή θανάτου, είτε απομακρύνεται από την εργασία του για λόγους υγείας, εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το νόμο, καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση, που ισχύει κάθε φορά για τους επικουρικά ασφαλισμένους, προσαυξημένη κατά ποσοστό 10%, με τις ακόλουθες διαβαθμίσεις :α)...β)...γ) Ποσό ίσο με τις συνολικές αποδοχές έξι μηνών προσαυξημένες με την αναλογία των δώρων και επιδόματος αδείας για υπηρεσία στη ΔΕΥΑΛ από 3 μέχρι 5 χρόνια.
Για υπηρεσία στη ΔΕΥΑΛ μεγαλύτερη των 5 χρόνων καταβάλλεται αποζημίωση που προσαυξάνεται με τις αποδοχές τριών μηνών για κάθε πενταετία ή ανάλογο κλάσμα της. 2. Η εφάπαξ αποζημίωση καταβάλλεται και σε όσους αποχωρούν οικειοθελώς από την υπηρεσία, αφού συμπλήρωσαν το 58ο έτος της ηλικίας τους ή αφού διάνυσαν στη ΔΕΥΑΛ χρόνο πραγματικής υπηρεσίας 20 ετών. 3 Για την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης στους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης απαιτείται η συμπλήρωση όλων των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το νόμο για τη χορήγηση σύνταξης λόγω γήρατος".
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι το προσωπικό της ΔΕΥΑΛ, η οποία αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφελείας, υπόκειται, αναφορικώς με την αποζημίωση την προβλεπομένη από τις διατάξεις των άρθρων 48 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτής, στους περιορισμούς των άρθρων 2 και 3 ΑΝ 173/1967 [ΑΠ 1235/2020, 350/2019, 1493/2018]. 3.-Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 1/2016, ΟλΑ.Π. 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
4.-Στην προκειμένη υπόθεση, με την ως άνω αγωγή, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 επισκόπηση αυτής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη την 1.9.1989, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στη Λάρισα, στις 7.9.1989 και απασχολήθηκε ως τακτικό προσωπικό αυτής, ως εργάτης γενικών καθηκόντων στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων και βιομηχανικών αποβλήτων μέχρι τις 6.4.2017, οπότε και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης με τα κίνητρα της εθελούσιας εξόδου κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 48 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγόμενης μετά και την έκδοση της σχετικής απόφασης του διοικητικού συμβουλίου αυτής. Ότι, ενώ του καταβλήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967 αποζημίωση εκ 15.000€, δεν του καταβλήθηκαν οι προβλεπόμενες από την παρ. 1 του άρθρου 48 και παρ. 1 του άρθρου 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας (Ο.Ε.Υ) της εναγόμενης αποζημιώσεις, δηλαδή η εφάπαξ νόμιμη αποζημίωση τακτικού προσωπικού ποσού 14.675 ευρώ και η πρόσθετη αποζημίωση ως κίνητρο λόγω εθελούσιας εξόδου ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας του ποσού 2.490 ευρώ αντιστοίχως, που αποτελούν αποζημιώσεις οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 17.615 ευρώ, εφόσον αυτός διάνυσε στην υπηρεσία της εναγόμενης χρόνο πραγματικής υπηρεσίας 20 ετών κατά τα ειδικότερα και αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή.
Για τους λόγους αυτούς ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 17.615 (14.675 ευρώ + 2.490 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από τις 6.2.2017. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 231/20.9.2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 17.615 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατόπιν εφέσεως της εναγομένης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, κρατήθηκε η υπόθεση, έγινε εν μέρει δεκτή η από 3.11.2017 αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα 2.250 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Ειδικότερα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, που δίκασε ως εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: ". . .Κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ενόψει της φύσης της εκκαλούσας, ως κοινωφελούς, η αποζημίωση κατ' άρθρο 48 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και η πρόσθετη αποζημίωση με αφορμή την εθελούσια έξοδο κατ' άρθρο 49 του Κανονισμού δεν μπορούν να υπερβούν τα όρια των άρθρων 2 και 3 του A.N. 173/1967 και 1 παρ. 1 του Ν.Δ. 618/1970, δηλαδή η αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 15.000 ευρώ και η άλλη "πρόσθετη αποζημίωση" το ποσό των 2.250 ευρώ.
Οι προβλέψεις του Κανονισμού, Εσωτερικής Υπηρεσίας δεν υπερισχύουν των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων, με τις οποίες θεσπίσθηκε το ανωτέρω όριο, οι οποίες καταλαμβάνουν τις ένδικες παροχές στους εργαζομένους της Δ.Ε.ΥΑΛ. Άλλωστε, και στις εν λόγω διατάξεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας περιλαμβάνεται η επιφύλαξη "εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το Νόμο" (βλ.
άρθρο 48 παρ. 1 του Κανονισμού). Κατ' ακολουθία αυτών, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ενόψει του ότι α) η Δ.Ε.Υ.Α. Λάρισας αποτελεί δημοτική επιχείρηση κοινωφελούς χαρακτήρα, η οποία, ανεξαρτήτως του νομικού ενδύματος ως Ν.Π.Ι.Δ. και του χαρακτηρισμού της ως επιχείρησης ειδικού σκοπού (άρθρο 252 παρ. 4 του ν 3463/2006), παρέχει αγαθά ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο και ελέγχεται από το Δήμο Λαρισαίων και β) οι επίμαχες οικονομικές παροχές, που επιγράφονται η μεν μία στο μεν άρθρο 48 παρ. 1 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της ΔΕΥΑΛ ως "Εφάπαξ Αποζημίωση Τακτικού Προσωπικού", η δε άλλη στο άρθρο 49 παρ. 1 του Οργανισμού ως "Κίνητρο Εθελούσιας Εξόδου", καταβαλλόμενη "ως πρόσθετη αποζημίωση" κατά την αποχώρηση των εργαζομένων από την επιχείρηση εξαιτίας αυτής, εμπίπτουν στην έννοια της πρόσθετης αυτοτελούς αποζημίωσης και επομένως υπόκεινται στον επιβαλλόμενο με αυτή περιορισμό ως προς το ύψος τους, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω.
Και τούτο διότι, οι εν λόγω παροχές, ενόψει του ότι χορηγούνται σε όλους τους απολυόμενους, παραιτούμενους και με οποιονδήποτε τρόπο αποχωρούντες υπαλλήλους, εφόσον βέβαια έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 20ετή παραμονή στην επιχείρηση, κατά τις αναφερόμενες στις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του Ο.Ε.Υ Δ.Ε.Υ.Α Λάρισας έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα καθόσον αποσκοπούν στην αποκατάσταση της ζημίας που υφίσταται ο μισθωτός λόγω της απώλειας της θέσης εργασίας του.
Συνακόλουθα, οι παροχές αυτές, ενόψει και του τρόπου και του χρόνου καταβολής αυτών δεν έχουν μισθολογικό χαρακτήρα, συνδεόμενο με την παροχή της εργασίας [. . .]. Επομένως αφού οι παροχές αυτές συνιστούν πρόσθετη αυτοτελή αποζημίωση πέραν εκείνης του ν. 2120/1920 και υπόκεινται στο τιθέμενο με τα άρθρα 2 παρ.2 και 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967 περιορισμό, τα αιτούμενα ποσά της αγωγής, κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο αποζημίωσης των 15.000 ευρώ και των 2.250 ευρώ, που θέτει η ως άνω διάταξη (15.000 ευρώ X 15%=2.250 ευρώ) για τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο, δεν είναι νόμιμα [. . .], λαμβανομένου επιπροσθέτως υπόψη ότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής ο ενάγων εκθέτει ότι έχει ήδη λάβει το ποσό των 15.000 ευρώ ως αποζημίωση εκ του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η αγωγή είναι μη νόμιμη κατά τα αιτούμενα από τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο ποσά της αγωγής που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο αποζημίωσης των 15.000 ευρώ και των 2.250 ευρώ για τους προεκτεθέντες λόγους.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε την αγωγή νόμιμη και επιδίκασε στον ενάγοντα τα αιτούμενα ποσά των 14.675 ευρώ (2.935 ευρώΧ5 χρόνια) και 2.940 ευρώ (147,00 ευρώ Χ20 χρόνια) έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ως άνω διατάξεων, αφού έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το μέρος που (τα) αιτούμενα ποσά υπερβαίνουν το ανώτατο όριο αποζημίωσης των 15.000 ευρώ και των 2.250 ευρώ.
Ως εκ τούτου ο 1ος λόγος της έφεσης είναι βάσιμος και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός. Επομένως, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή, παρελκομένης ως εκ τούτου της εξέτασης του δεύτερου λόγου αυτής, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο, να δικασθεί η αγωγή η οποία κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη κατά τα ποσά που υπερβαίνουν το όριο των 15.000 ευρώ και των 2.250 ευρώ, αντιστοίχως και ακολούθως να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη για το ποσό των 2.250 ευρώ, κατά τα ειδικότερα παρακάτω εκτεθέντα, καθόσον από την επανεκτίμηση των εγγράφων που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από όσα αυτοί συνομολογούν, όπως συνάγεται από το σύνολο των ισχυρισμών τους (άρθρο 261 ΚΠολΔ), για τα οποία γίνεται ειδική μνεία κατωτέρω αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η εναγόμενη, δημοτική επιχείρηση κοινωφελούς χαρακτήρα, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναλυτικώς εκτέθηκαν, την 1.9.1989 προσέλαβε τον ενάγοντα, που γεννήθηκε στις 19.8.1961, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στη Λάρισα στις 7.9.1989. Έκτοτε, ο ενάγων απασχολήθηκε στην εναγόμενη ως εργάτης γενικών καθηκόντων στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων και βιομηχανικών αποβλήτων μέχρι τις 6.4.2017, οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς με τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας του και πριν τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του και αφού συμπλήρωσε χρόνο πραγματικής υπηρεσίας μεγαλύτερο των 20 ετών λόγω συνταξιοδότησης, πληρώντας τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξη γήρατος, όπως αυτό προκύπτει από τη με αριθ. 602/2017/175 απόφαση του Διευθυντή του ΕΚΦΑ Λάρισας, με την οποία του χορηγήθηκε προσωρινή σύνταξη.
Ο ενάγων υπέβαλε προς την εναγόμενη τη με αριθμ. πρωτ. 656/15.2.2017 αίτηση περί οικειοθελούς αποχώρησης λόγω σύνταξης με την οποία ζητούσε τη νόμιμη εφάπαξ αποζημίωσή του (άρθρο 21 του ν. 3144/2003) και ό,τι δικαιούταν λόγω εθελούσιας εξόδου, σύμφωνα με τον Κανονισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας της ενάγουσας. Η δε, εναγόμενη με (τη με) αριθ. 63/23.2.2017 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ενέκρινε την ως άνω οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντος και την καταβολή σε αυτόν των νόμιμων αποζημιώσεων.
Εν συνεχεία, όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ. 78/10.9.2018 ένταλμα πληρωμής, που έχει θεωρηθεί στις 17.9.2018 από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου καταβλήθηκε στον ενάγοντα από την εναγόμενη το ποσό των 15.000 ευρώ ως αποζημίωση που προβλέπεται από το άρθρο 2 παρ.2 του ΝΔ 173/1967, γεγονός το οποίο άλλωστε συνομολογεί και ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του, ενώ δεν αποδεικνύεται από κανένα από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ότι ο ενάγων έλαβε από την εναγόμενη και το ποσό των 2.250 ευρώ, που προβλέπεται από το άρθρο 3 παρ.1 του ΝΔ 173/1967, απορριπτομένου ως ουσία αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, που προβάλλεται με την έφεση της (σελ. 9 αυτής), αφού η τελευταία δεν προσκόμισε κάποιο σχετικό παραστατικό (π.χ.
ένταλμα πληρωμής, απόδειξη καταβολής) που να αποδεικνύει αυτή την καταβολή. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι δεν καταβλήθηκαν στον ενάγοντα η αποζημίωση κατ' άρθρο 48 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και η πρόσθετη αποζημίωση με αφορμή την εθελούσια έξοδο κατ' άρθρο 49 του Κανονισμού. Ωστόσο, όπως προειπώθηκε αναλυτικά στην ως άνω μείζονα σκέψη, επειδή τα ως άνω αιτούμενα ποσά δεν μπορούν να υπερβούν τα όρια των άρθρων 2 και 3 του A.N. 173/1967 και 1 παρ. 1 του Ν.Δ. 618/1970, δηλαδή η αποζημίωση απόλυσης το ποσό των15.000 ευρώ και η άλλη "πρόσθετη αποζημίωση" το ποσό των 2.250 ευρώ, ενόψει της καταβολής για αποζημίωση απόλυσης στον ενάγοντα του ποσού των 15.000 ευρώ, ο ενάγων δικαιούται να λάβει από την εναγόμενη μόνο το ποσό των 2.250 ευρώ, προς εξόφληση της ως άνω πρόσθετης αποζημίωσης κατ' άρθρο 49 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, κατά τα ειδικότερα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, διότι από κανένα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι το ως άνω ποσό κατέστη απαιτητό από την 6.2.2017.
Συνεπώς, η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.250 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής". Κατόπιν αυτών το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, που δίκασε ως εφετείο, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης της εκκαλούσας - εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 231/218 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών), δίκασε την από 3.11.2017 και με αριθμ. κατάθεσης 428/7.11.2017 αγωγή την οποία δέχθηκε εν μέρει και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα 2.250 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. 5.-Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας με ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των προαναφερθεισών στην ανωτέρω υπό στοιχ. 2 μείζονα σκέψη διατάξεων, έκρινε ότι η παροχή του άρθρου 48 του ΟΕΥ της ΔΕΥΑ ΛΑΡΙΣΑΣ, συνιστά πρόσθετη αυτοτελή αποζημίωση, πέραν εκείνης του ν. 2120/1920 και υπόκειται στον τιθέμενο, με τα άρθρα 2 παρ. 2 και 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967, περιορισμό.
Συνεπώς ο από τον αριθμό 1 στοιχ. α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
6.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.7.2021 και με αριθμό κατ. 190/28.7.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 148/28.4.2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, δικάσαντος ως Εφετείου..-
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800)ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αμέσως αρχαιότερος Αρεοπαγίτης της σύνθεσης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ