Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to cite revoked law and omission of specific judgment clause.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the maritime company's appeal against the Third Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued the lower court erred by omitting a clause ordering the defendant to sign a delivery protocol, while also claiming the lower court revoked a specific judgment clause without proper citation. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant failed to specify the revoked law and because the omitted clause was not part of the final appealable judgment. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the appellant, and the lower court's decision stood.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 15 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds do not specify the revoked law, and an appeal regarding a judgment clause omitted from the final decision is inadmissible if that clause was not part of the appealable judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1454 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1454/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πορτοκάλη. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Τ. του Γ., διατηρούντος ατομική επιχείρηση, η οποία εδρεύει στο ... .Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γαρουφαλιά Δάρρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-6-2017 και 26-7-2017 αγωγές των ήδη αναιρεσείουσας και αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 4726/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 555/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-10-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ασκήθηκαν α) η από 21.6.2017 αγωγή της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) ναυτικής εταιρείας, με την οποία εξέθετε ότι στις 15.4.2015 κατάρτισε με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) έγγραφη σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ανέθεσε στον τελευταίο την εκτέλεση ελασματουργικών- σωληνουργικών εργασιών επί του υπό ναυπήγηση ρυμουλκού πλοίου "Χ.", πλοιοκτησίας της, έναντι αμοιβής 70.000 ευρώ.
Ότι ο εναγόμενος εκτέλεσε το σύνολο των εργασιών που του είχαν ανατεθεί και εξέδωσε τα σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και η ίδια (ενάγουσα) κατέβαλε το συμφωνηθέν εργολαβικό αντάλλαγμα, ωστόσο ο εναγόμενος αρνείται να συνυπογράψει το πρωτόκολλο παράδοσης- παραλαβής που ήταν αναγκαίο για την καταχώριση της οριστικής αποπεράτωσης της ναυπήγησης στα νηολόγια του Πειραιά και για την έκδοση του πιστοποιητικού εθνικότητάς του, παρόλο που είχε συμβατική υποχρέωση προς τούτο, αιτούμενη, κατόπιν αυτών, να καταδικαστεί ο εναγόμενος σε δήλωση βούλησης ως προς τη συνυπογραφή του ανωτέρω πρωτοκόλλου και σε περίπτωση άρνησής του να επιτραπεί στην ίδια να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες, αναπληρουμένης της συναίνεσης του εναγομένου από την εκδοθησόμενη απόφαση και β) η από 26.7.2017 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποία εξέθετε ότι συνήψε προφορικά με την εναγόμενη- αναιρεσείουσα ναυτική εταιρεία, στις 11.3.2015, σύμβαση έργου, με την οποία ανέλαβε την εκτέλεση των ελασματουργικών- σωληνουργικών εργασιών του υπό ναυπήγηση ρυμουλκού πλοίου "Χ.", πλοιοκτησίας της εναγομένης, με συμφωνηθέν εργολαβικό αντάλλαγμα στο ποσό των 2 ευρώ ανά κιλό τοποθετημένου σιδηροϋλικού, που αποτελεί το συνηθισμένο στην περιοχή κατά την εκτέλεση παρόμοιων εργασιών εργολαβικό αντάλλαγμα, πλέον ΦΠΑ 23% σε περίπτωση μη χορήγησης ατέλειας από τις αρμόδιες αρχές, καταβλητέο μετά την ολοκλήρωση των εργασιών και την παράδοση του έργου.
Ότι η αναγραφόμενη στο από 15.4.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό ανάθεσης έργου, το οποίο υπέγραψε με την εναγομένη για την καταχώρηση του υπό ναυπήγηση πλοίου στα νηολόγια του Πειραιά, κατ' αποκοπή αμοιβή των 70.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% (αν απαιτείτο) ήταν εικονική και ότι το συμφωνητικό συντάχθηκε αποκλειστικά και μόνο προς χρήση της εργοδότριας για δικούς της φορολογικούς λόγους και ότι δεν παριστά πραγματική συμφωνία τους για ολοκλήρωση των διαλαμβανόμενων σ' αυτήν εργασιών ναυπήγησης έναντι της άνω αμοιβής.
Ότι η πραγματική αμοιβή του, απολογιστικά υπολογιζόμενη, ανήλθε για τις μεν ελασματουργικές εργασίες στο συνολικό ποσό των 451.300 ευρώ, για τις σωληνουργικές εργασίες στο συνολικό ποσό των 59.891,08 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 511.191,08 ευρώ, όπως λεπτομερώς αναφέρει τις εργασίες στην αγωγή του, έναντι του οποίου η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 143.000 ευρώ, αιτούμενος το υπόλοιπο της αμοιβής του που ανέρχεται στο ποσό των 368.191,08 ευρώ.
Επί των ανωτέρω αγωγών εκδόθηκε η 4726/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία αφενός δέχτηκε την από 21.6.2017 αγωγή της αναιρεσείουσας και καταδίκασε τον αναιρεσίβλητο σε δήλωση βούλησης προς υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης- παραλαβής υπό τον όρο της ταυτόχρονης καταβολής της αμοιβής του, που ανέρχεται στο ποσό των 243.595,08 ευρώ, αφετέρου δέχτηκε εν μέρει την από 26.7.2017 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 243.595,08 ευρώ.
Την ανωτέρω απόφαση προσέβαλαν ο μεν αναιρεσίβλητος με την από 15.1.2019 έφεσή του, η δε αναιρεσείουσα με την από 17.1.2019 έφεση και τους από 8.4.2019 πρόσθετους λόγους. Επί των εφέσεων και πρόσθετων λόγων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 555/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της αναιρεσείουσας, δέχτηκε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την 4726/2018 απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, συνεκδίκασε τις αγωγές, δέχτηκε αυτές κατ' ουσία και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 368.101,08 ευρώ.
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 ΚΙΝΔ "επί συμβάσεως ναυπηγήσεως, εκτός αντιθέτου συμφωνίας, εφαρμόζονται αι περί μισθώσεως έργου διατάξεις του Αστικού Κώδικος, πλην των άρθρων 683, 693 και 695". Σύμφωνα με το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, αποκαλούμενος εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, και ο έτερος, αποκαλούμενος εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή.
Κατά την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως από δικονομική άποψη, με την έννοια του ορισμένου, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, της αγωγής, ο ενάγων για την καταβολή της αμοιβής εργολάβος οφείλει να επικαλεστεί στο δικόγραφο αυτής τη σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής και ότι εκτέλεσε προσηκόντως την υποχρέωση που τον βαρύνει με την παράδοση του έργου.
Η αμοιβή του εργολάβου μπορεί να ορίζεται κατά την κατάρτιση της συμβάσεως κατ` αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, με ποσοστά ή και να καταλείπεται ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού. Κατά το σύστημα καθορισμού της αμοιβής απολογιστικώς η αμοιβή του εργολάβου υπολογίζεται σε ποσοστό επί του αθροίσματος των πραγματικών εξόδων του έργου (ΑΠ 633/2021, ΑΠ 786/2019, ΑΠ 682/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 26.7.2017 αγωγής του ενάγοντος- αναιρεσίβλητου περί καταβολής σ` αυτόν του ποσού των 368.191,08 ευρώ, που αποτελεί, μετά την καταβολή εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας του ποσού των 143.000 ευρώ, το υπόλοιπο της εργολαβικής του αμοιβής, που ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 511.191,08 ευρώ, σαφώς σ' αυτήν περιγράφεται, όπως ανωτέρω εκτίθεται, το έργο που συμφωνήθηκε δυνάμει της από 11.3.2015 συμφωνίας των διαδίκων, συνιστάμενο στην εκτέλεση όλων των ελασματουργικών και σωληνουργικών εργασιών στο Ρ/Κ πλοίο "Χ.", νηολογίου Πειραιά, πλοιοκτησίας της αναιρεσείουσας ναυτικής εταιρείας, η προσήκουσα εκτέλεση και παράδοση αυτού στην αναιρεσείουσα, η συμφωνηθείσα αμοιβή, ανερχομένη στο ποσό των 2 ευρώ ανά κιλό τοποθετημένου σιδηροϋλικού, που αποτελεί το συνηθισμένο στην περιοχή αυτή κατά την εκτέλεση παρόμοιων εργασιών εργολαβικό τίμημα, καταβλητέο μετά την ολοκλήρωση των εργασιών και την παράδοση του έργου, ενώ οι ενδιάμεσες καταβολές θα αφαιρούνταν από τη συνολική αμοιβή των επιμέρους εργασιών που πραγματοποίησε προς εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου και του τοποθετημένου επί του εν λόγω πλοίου σιδηροϋλικού, καθώς επίσης ότι η αναγραφόμενη στο από 15.4.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό ανάθεσης του ιδίου ανωτέρω έργου, που υπέγραψε με την εναγομένη εταιρεία, για την καταχώρηση του υπό ναυπήγηση πλοίου στα νηολόγια του Πειραιά, κατ' αποκοπή αμοιβή των 70.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, (εφόσον απαιτούταν), ήταν εικονική και ότι το συμφωνητικό συντάχθηκε αποκλειστικά και μόνο προς χρήση της εργοδότριας εναγομένης για δικούς της φορολογικούς λόγους και δεν παριστά πραγματική συμφωνία τους για ολοκλήρωση των διαλαμβανόμενων σ' αυτήν εργασιών ναυπήγησης έναντι της ως άνω αμοιβής.
Συνεπώς, το δικόγραφο αυτό πληρεί τους όρους των άρθρων 681, 694 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, σχετικά με την σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την άσκησή της κατά της εναγομένης, αφού ειδικότερα περιλαμβάνει την ακριβή περιγραφή του συμφωνηθέντος στις 11.3.2015 και εκτελεσθέντος έργου, ως και το συμφωνηθέν απολογιστικά, αλλά και συνηθισμένο για παρόμοιες εργασίες στην περιοχή, εργολαβικό αντάλλαγμα, και δεν είναι άκυρο, αναφέροντας, επιπλέον, καθ' υποφορά ότι η δηλωθείσα στο από 15.4.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό κατ' αποκοπή προσδιοριζόμενη αμοιβή του ύψους 70.000 ευρώ, είναι εικονική και δεν παριστά πραγματική συμφωνία των διαδίκων για ολοκλήρωση των διαλαμβανόμενων σ' αυτήν εργασιών ναυπήγησης αντί της αναγραφόμενης σ' αυτό κατ' αποκοπή αμοιβής των 70.000 ευρώ.
Άρα το Εφετείο, το οποίο με βάση το κυριαρχικώς εκτιμηθέν περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής, το οποίο ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής, δεν κήρυξε με την προσβαλλόμενη απόφασή του αυτό άκυρο, λόγω αοριστίας, αφενός μεν, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από όσα απαιτούνται από τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου προς θεμελίωση του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, για την καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος, αφετέρου δε, λαμβάνοντας υπόψη τα αναγκαία για τη θεμελίωση της αγωγής και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι αρκέστηκε σε λιγότερα των απαιτούμενων εκ των ανωτέρω διατάξεων στοιχεία προς θεμελίωση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος του ενάγοντος- εργολάβου, αφού δεν γίνεται μνεία ότι η από 15.4.2015 σύμβαση ήταν εικονική τόσο ως προς το κατ' αποκοπή τίμημα όσο και ότι αυτό υπολογίστηκε απολογιστικώς και ότι ήταν η ελάχιστη ειθισμένη για τέτοιου είδους εργασίες στον αντίστοιχο χρόνο και τόπο, είναι αβάσιμος, καθώς αβάσιμος είναι και ο δεύτερος, κατά οικείο μέρος του, λόγος αναίρεσης, από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα ανεξαρτήτως του απαραδέκτου των ανωτέρω λόγων, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων είχε προτείνει παραδεκτό στο Εφετείο τον προβαλλόμενο ισχυρισμό περί αοριστίας τους αγωγή.
Από την ανωτέρω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 5 του ΚΙΝΔ συνάγεται ότι η σύμβαση ναυπήγησης πλοίου, η οποία περιεχόμενο έχει την ανάληψη υποχρέωσης για κατασκευή πλοίου έναντι συμφωνημένης αμοιβής, αποτελεί υποσχετική αμφοτεροβαρή συμφωνία, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ, πλην όσων ρητώς αποκλείονται, οι οποίες (διατάξεις της σύμβασης έργου) έχουν σ' αυτήν εφαρμογή, εκτός αντίθετης συμφωνίας, και αν ακόμη ο ναυπηγός εργολάβος χορηγεί την πρώτη ύλη για την κατασκευή του πλοίου, αφού δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 683 ΑΚ.
Την νομική φύση της μίσθωσης έργου έχει και κάθε συμφωνία με την οποία ο εργολάβος αναλαμβάνει την εκτέλεση μέρους του συνόλου των εργασιών που απαιτούνται για την αποπεράτωση της ναυπήγησης πλοίου (πρβλ. ΑΠ 298/2016). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου.
Νοείται ως έργο κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου, στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ` αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της. (ΑΠ 633/2021, ΑΠ 139/2021, ΑΠ 381/2021, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 119/2014).
Ειδικότερα, στην εργολαβία με κατ' αποκοπή καθοριζόμενη αμοιβή, το εργολαβικό αντάλλαγμα καθορίζεται εκ των προτέρων σε ένα πάγιο ποσό, το οποίο αντιστοιχεί στο σύνολο του έργου και συναρτάται με την ολοκλήρωσή του και δεν επιδρούν, κατ' αρχήν, στο ύψος του εργολαβικού ανταλλάγματος οι τυχόν αποκλίσεις μεταξύ του προϋπολογισθέντος και του πραγματικού κόστους των εργασιών και παραμένει αυτό (εργολαβικό αντάλλαγμα) σταθερό και αμετάβλητο, χωρίς να μπορεί να αυξομειωθεί, πλην αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ΑΚ 388 και 288, έτσι ώστε τον κίνδυνο του ορθού καθορισμού της αμοιβής του έργου αναλαμβάνει ο εργολάβος, ο οποίος πρέπει να είναι σε θέση να υπολογίσει το κόστος της κατασκευής και το περιθώριο κέρδους του και στη συνέχεια να προτείνει στον εργοδότη ένα συγκεκριμένο ποσό ως αμοιβή του.
Αντίθετα, κατά τον απολογιστικό υπολογισμό του εργολαβικού ανταλλάγματος, που ακολουθείται συνήθως όταν δεν είναι δυνατός ή ευχερής ο εκ των προτέρων ακριβής ποσοτικός προσδιορισμός των επιμέρους εργασιών που θα απαιτηθούν για την εκτέλεση του έργου, της ποσότητας και της αξίας των αναγκαίων υλικών, καθώς και του κόστους της αντίστοιχης εργασίας, η αμοιβή υπολογίζεται με βάση το πραγματικό κόστος του εργολάβου για την εκτέλεση του έργου επί του οποίου προστίθεται το συμφωνημένο καθαρό κέρδος, το οποίο συνήθως συνίσταται σε ποσοστό επί του αθροίσματος των πραγματικών δαπανών.
Σε αντίθεση προς το σύστημα του κατ' αποκοπή καθορισμού της εργολαβικής αμοιβής, στον απολογιστικό υπολογισμό, γνωστό εκ των προτέρων και συμφωνημένο είναι κατ' αρχήν μόνο το ποσοστό του καθαρού κέρδους του εργολάβου, ενώ ο τελικός καθορισμός του ύψους του συνολικού εργολαβικού ανταλλάγματος θα γίνει μετά την αποπεράτωση του έργου επί τη βάσει λεπτομερούς απολογισμού των εργασιών και των δαπανών που έγιναν για την εκτέλεσή του.
Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 138 ΑΚ προκύπτει ότι δήλωση βουλήσεως που εν γνώσει του δηλούντος δεν έγινε σπουδαίως παρά μόνο φαινομενικώς είναι εικονική, πάσχουσα ακυρότητα εκ του λόγου αυτού. Σκοπός της εν λόγω δηλώσεως είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής καταστάσεως άνευ υπάρξεως στον δηλούντα προθέσεως τέτοιας πραγματικής μεταβολής.
Εικονική δυνατόν να είναι η δήλωση βουλήσεως όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της συμβάσεως προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος (ΑΠ 25/2016, ΑΠ 681/2016). Επομένως, για την ακυρότητα μιας συμβάσεως ως εικονικής, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της καταρτίσεως της συμβαλλομένων, για το ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες.
Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της καταρτιζόμενης δικαιοπραξίας (ΑΠ 563/2016). Στο σχετικό περί εικονικότητας ισχυρισμό εμπεριέχεται και το στοιχείο ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως της όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας (ΑΠ 874/1996).
Συνεπώς δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής συμφώνως προς το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 138 ΑΚ (ΑΠ 502/2018). Ο εικονικώς δικαιοπρακτήσας μπορεί να αντιτάξει την εικονικότητα και την ακυρότητα της δικαιοπραξίας απ` αυτή τόσο κατά του αντισυμβληθέντος όσο και κατά του τρίτου, που συναλλάχθηκε εν γνώσει της εικονικότητας, όχι δε και κατά εκείνου που αγνοούσε οπωσδήποτε αυτή (ΑΠ 794/2008).
Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007), κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 849/2017).
Η εικονικότητα όμως δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης αλλά συνιστά έλλειψη αληθούς βούλησης (εκούσια διάσταση μεταξύ της δήλωσης και της βούλησης). Επομένως η απόφαση που διερευνά, αν η δήλωση ήταν εικονική, δεν δέχεται (εμμέσως) κενά ή αμφίβολα σημεία στη δικαιοπραξία, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της, αλλά στην αναζήτηση της ειλικρίνειας ή ανειλικρίνειας της δήλωσης (ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 1459/2011, ΑΠ 632/2009, ΑΠ 1426/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών της Α έφεσης Χ. Τ. (αναιρεσίβλητος) διατηρεί από το έτος 2012 ατομική επιχείρηση με έδρα στο ...
και δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον τομέα της εκτέλεσης ελασματουργικών και σωληνουργικών εργασιών σε πλοία. Το έτος 2014 ο ως άνω και από τριακονταετίας και πλέον ο πατέρας του Γ. Τ., ομοίως ελασματουργός στο επάγγελμα, διατηρούσαν σταθερή συνεργασία με τον όμιλο εταιριών ..., που διοικείται από τους αδελφούς Ι.
και Μ. Σ. και εδρεύει στη θέση ..., όπου έχει τις εγκαταστάσεις της η κύρια εταιρία του ομίλου και συγκεκριμένα, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και αντικείμενο δραστηριότητας την εκτέλεση ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών. Οι λοιπές εταιρίες του ομίλου έχουν τη μορφή της ναυτικής εταιρίας και είναι πλοιοκτήτριες, ενός συνήθως καθεμία, ρυμουλκών (Ρ/Κ) πλοίων.
Περί τις αρχές του έτους 2015 ο όμιλος ... έλαβε την απόφαση ναυπηγήσεως δύο [2] όμοιων κατασκευαστικά ("αδελφών") ρυμουλκών, με συγκεκριμένες προδιαγραφές και ικανών να εκτελούν εργασίες εντός και εκτός λιμένος και προς τούτο στις 11.3.2015 συνέστησε δύο [2] ακόμη ναυτικές εταιρίες [του Ν. 959/1979] με τις επωνυμίες "..." και "...", με σκοπό να αποκτήσουν ανά μία την κυριότητα των νεότευκτων ρυμουλκών και, συγκεκριμένα, του Ρ/Κ Χ.1 η πρώτη και του Ρ/Κ Χ.2 η δεύτερη, διάδικος στην παρούσα αντιδικία (αναιρεσείουσα).
Το κεφάλαιο της τελευταίας ανήλθε σε τετρακόσιες χιλιάδες ευρώ (400.000 €) και καταβλήθηκε εξ ημισείας από τους ιδρυτές της Ι. και Μ. Σ., που ορίστηκαν και νόμιμοι εκπρόσωποί της. Τα πλοία επρόκειτο να έχουν κατά προσέγγιση διαστάσεις είκοσι επτά μέτρων [27 μ.] σε μήκος, δέκα μέτρων και είκοσι εκατοστών [10,20 μ.] σε πλάτος και τεσσάρων μέτρων και είκοσι εκατοστών [4,20 μ.] σε βάθος κοίλου, να φέρουν τρεις [3] μηχανές εργοστασίου κατασκευής BAUDOUIN, ιπποδυνάμεως 1.200 ΗΠ εκάστης, τρία [3] ακροφύσια λειτουργίας ελίκων, δύο [2] γεννήτριες παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, βοηθήματα ναυσιπλοΐας και τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό και να είναι εφοδιασμένα με όλα τα προβλεπόμενα μέσα αγκυροβολίας και ρυμουλκήσεως (βίντζι, γάντζο κλπ), ενώ εξαρχής σκοπήθηκε να νηολογηθούν υπό την ελληνική σημαία.
Τη ναυπήγηση εκάστου ρυμουλκού οι πλοιοκτήτριες ανέθεσαν στην κοινών συμφερόντων εταιρία "...", η οποία ανέλαβε την κατασκευή των ξυλουργικών εγκαταστάσεων και την εκτέλεση όλων των μηχανολογικών, υδραυλικών και ηλεκτρολογικών εργασιών, καθώς και την εγκατάσταση των ηλεκτρονικών συστημάτων εκάστου σκάφους.
Κάθε πλοιοκτήτρια ανέλαβε την υποχρέωση να εφοδιάσει την επιχείρηση του ναυπηγείου με όλα τα απαραίτητα υλικά, εξαρτήματα, όργανα και μηχανήματα, καθώς και το σύστημα πρόωσης εκάστου ρυμουλκού. Όσον αφορά το Ρ/Κ Χ. τα ανωτέρω αποτυπώθηκαν στην από 29.4.2015 έγγραφη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της εκκαλούσας της Β έφεσης ναυτικής εταιρίας και της "...", με την οποία, επιπλέον, ορίστηκε ο χρόνος αποπερατώσεως της ναυπηγήσεως και παραδόσεως του πλοίου στην πλοιοκτήτρια σε δεκαοκτώ [18] μήνες από την υπογραφή της και ως εργολαβικό αντάλλαγμα το χρηματικό ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ [100.000 €], το οποίο ορίστηκε κατ' αποκοπή, με τη ρητή πρόβλεψη ότι, αν συμφωνηθούν ή απαιτηθούν επιπρόσθετες εργασίες, αυτές θα συμφωνηθούν εκ νέου εγγράφως.
Με την ίδια συμφωνία ρητά εξαιρέθηκε από το αντικείμενο της εργολαβίας το σύνολο των ελασματουργικών και σωληνουργικών εργασιών, δηλαδή η πλήρης κατασκευή του κύτους του σκάφους (Hull) και η δημιουργία βάσεως για την εγκατάσταση των μηχανημάτων, για τις οποίες μνημονεύεται ότι "η πλοιοκτήτρια έχει αποφασίσει να αναθέσει σε εξειδικευμένο εργολαβικό συνεργείο", για το οποίο ομοίως ρητά αναφέρθηκε η υποχρέωση ναυπηγείου να του παραχωρήσει χώρο εργασίας στις εγκαταστάσεις του, χωρίς όμως "οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση παροχής υλικών, μέσων, εργαλείων, προσωπικού κλπ".
Οι εργασίες που εξαιρέθηκαν από το πεδίο της συμβάσεως αυτής ανατέθηκαν στο συνεργείο του Χ. Τ., στο όνομα της ατομικής επιχείρησης του οποίου εκδόθηκε στις 22.4.2015 άδεια εκτελέσεως θερμών ή ψυχρών εργασιών από το Γραφείο Λιμενικής Αστυνομίας του Γ' Λ/Τ του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς κατ' αίτηση του εκ των εκπροσώπων της πλοιοκτήτριας Μ.
Σ.. Είχε προηγηθεί η κατάρτιση έγγραφης σύμβασης μεταξύ του Χ. Τ. και του Μ. Σ., ενεργούντος υπό την ως άνω ιδιότητά του, στις 15.4.2015, με την οποία ο πρώτος, ανέλαβε να εκτελέσει με το εξειδικευμένο συνεργείο του και με ίδια μέσα και εξοπλισμό, τις ελασματουργικές και σωληνουργικές εργασίες επί του υπό ναυπήγηση πλοίου, δηλαδή "την πλήρη κατασκευή του "HULL" του Ρ/Κ Χ.
και τη δημιουργία βάσεων για την εγκατάσταση των μηχανημάτων επ' αυτού, ενώ άλλη σύμβαση με ταυτόσημους όρους καταρτίστηκε μεταξύ των αυτών προσώπων την ίδια εκείνη ημέρα για τις αντίστοιχες εργασίες στο Ρ/Κ Χ.. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι, πρώτον, η κατασκευή θα γίνει στο χώρο του ναυπηγείου της "..." με προκατασκευασμένα ελάσματα, ενώ όλα τα μορφοσίδερα και τα ελάσματα που θα χρησιμοποιηθούν θα πρέπει να είναι αμμοβολισμένα και βαμμένα με ένα χέρι ΡRΙΜΕR, τα δε αναλώσιμα συγκόλλησης θα είναι πιστοποιημένου από αναγνωρισμένο νηογνώμονα τύπου, δεύτερον, ότι τα υλικά κατασκευής (ελάσματα, μορφοσίδερα, αναλώσιμα κοπής και συγκόλλησης) θα τα προμήθευε στον εργολάβο η πλοιοκτήτρια με δικές της δαπάνες, τρίτον, ότι καθ' όλη τη διάρκεια της ναυπήγησης η κυριότητα του ρυμουλκού θα παρέμενε στην πλοιοκτήτρια, που με την ολοκλήρωση των εργασιών που αντιστοιχούσαν στον εργολάβο θα μπορούσε να αξιώσει από αυτόν να υπογράψει πρωτόκολλο παράδοσης- παραλαβής του και τέταρτον ότι ο εργολάβος επιφορτιζόταν με τις πάσης φύσεως εργατικές αξιώσεις και ασφαλιστικές εισφορές του εργατοτεχνικού προσωπικού που θα χρησιμοποιούσε, ενώ, πέμπτον, ως προς το εργολαβικό αντάλλαγμα έγινε μνεία ότι ορίστηκε κατ' αποκοπή στο χρηματικό ποσό των εβδομήντα χιλιάδων ευρώ (70.000 €), πλέον του φόρου προστιθέμενης αξίας [ΦΠΑ] σε ποσοστό 23%, εφόσον απαιτείτο τελικώς η καταβολή του, συνομολογήθηκε δε επιπλέον, αφενός ότι η εργολαβική αμοιβή θα ήταν καταβλητέα περιοδικώς και ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και αφετέρου ότι "η παρούσα σύμβαση υπόκειται και σε παρακράτηση φόρου 3%".
Σε καθεμία από τις ως άνω εργολαβικές συμβάσεις ορίστηκε ως κατά προσέγγιση χρόνος αποπερατώσεως των εργασιών που με αυτές αναλήφθησαν ένα [1] τρίμηνο από της [ταυτόχρονης] υπογραφής τους. Τούτο σημαίνει ότι ο εργολάβος ανέλαβε να ολοκληρώσει τις ελασματουργικές και σωληνουργικές εργασίες επί καθενός των εν λόγω ρυμουλκών σε ενάμισι μήνα.
Από αυτές τις εργασίες οι ελασματουργικές, συνίσταντο στη χάραξη και την κοπή των ελασμάτων, την κύρτωσή τους ώστε να αποκτήσουν την καμπυλότητα που απαιτούσε η κατασκευή ενός κοίλου σκάφους, όπως είναι το ρυμουλκό, στο "μοντάρισμα" των κομμένων ελασμάτων, ώστε να προσαρμόζονται απολύτως οι άκρες του ενός με τις άκρες του άλλου, στη συγκόλληση των τμημάτων τους επί τόπου και στην τοποθέτησή τους στο υπό διαμόρφωση κύτος του ρυμουλκού, τα ελάσματα του οποίου σε κανένα σημείο του δεν πρέπει να είναι σε ευθεία γραμμή αλλά να σχηματίζουν καμπύλη, ώστε να επιτευχθεί η αξιοπλοΐα του.
Για την έγκαιρη αποπεράτωση των εργασιών ήταν απαραίτητη η εργασία πολυπρόσωπου συνεργείου απαρτιζόμενου από τεχνίτες διαφόρων ειδικοτήτων (ελασματουργούς, σωληνουργούς και συγκολλητές), για την καταβολή των ημερομισθίων και των ασφαλιστικών εισφορών των οποίων υπόχρεος ήταν αποκλειστικώς ο εργολάβος Χ.
Τ.. Για την κοπή των χαλύβδινων ελασμάτων η εργοδότρια υποστηρίζει ότι χρησιμοποιήθηκε το μηχάνημα βαρέος τύπου "παντογράφος", το οποίο διέθετε η επιχείρηση του ναυπηγείου και όχι η ατομική επιχείρηση του εργολάβου, όμως, από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του εργολάβου προκύπτει ότι αυτό χρησιμοποιήθηκε για την κοπή μόνο του 35% της συνολικής ποσότητας των ελασμάτων που η εργοδότρια παρέδωσε στο εργολαβικό συνεργείο, επειδή παρατηρήθηκαν σφάλματα στις διαστάσεις των παραδοθέντων και για το λόγο αυτό στο υπόλοιπο 65% των ελασμάτων η κοπή έγινε από τον ελασματουργό- χαράκτη Ε.
Γ. του Σ., υπάλληλο του εργολάβου. Να σημειωθεί ότι η σχετική αντίθετη τεχνική έκθεση του Α. Ν., ναυπηγού, μηχανολόγου- μηχανικού, τεχνικού ασφαλείας του έργου της ναυπήγησης του Ρ/Κ Χ. και εργαζομένου στην "...", στην οποία αναφέρεται ότι η κοπή των χαλύβδινων ελασμάτων έγινε στον παντογράφο, δεν είναι πειστική όχι μόνο διότι τέτοια υποχρέωση της επιχείρησης του ναυπηγείου δεν ανέκυπτε από την ως άνω από 29.4.2015 σύμβαση μεταξύ της πλοιοκτήτριας και της "..." αλλά και επειδή, κατ' αντίθεση προς το περιεχόμενό της και τη συμβατικώς αναληφθείσα υποχρέωση της πλοιοκτήτριας να προμηθεύσει τα ελάσματα στον εργολάβο εκείνη και όχι η επιχείρηση του ναυπηγείου, ο συντάκτης της εν λόγω τεχνικής έκθεσης περιλαμβάνει μεταξύ των υπηρεσιών που έπρεπε να παράσχει το ναυπηγείο και την "παροχή του υλικού χάλυβα και σωλήνων".
Εξάλλου, στις ίδιες ως άνω από 15.4.2015 εργολαβικές συμβάσεις σημειώνεται ότι "το ρυμουλκό θα πρέπει να έχει τις προδιαγραφές που αναφέρονται στην Τεχνική Περιγραφή του έργου και οι οποίες έχουν γνωστοποιηθεί στον "ΕΡΓΟΛΑΒΟ" και επισυνάπτονται στο παρόν Συμφωνητικό ως Παράρτημα 1", όμως, το εν λόγω παράρτημα δεν προσκομίζεται και από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι στον εργολάβο, πριν την κατάρτιση της εργολαβικής συμβάσεως, υποβλήθηκε οποιοδήποτε ολοκληρωμένο σχέδιο ελασματουργικών και σωληνουργικών εργασιών, ώστε να προϋπολογίσει αυτός με ακρίβεια [τουλάχιστον] τον αριθμό των ημερομισθίων που θα απαιτούνταν για την αποπεράτωση των εργασιών που ανέλαβε και το συνακόλουθο εργατικό του κόστος και μόνο στην ως άνω τεχνική έκθεση περιλαμβάνεται ένα σκαρίφημα (προσδιοριζόμενο ως "η αρχική σχεδίαση") του Ρ/Κ Χ., στο οποίο απεικονίζεται η κάτοψη και η πλευρική όψη του χωρίς μνεία οποιοσδήποτε τεχνικής/ κατασκευαστικής λεπτομέρειας.
Πάντως, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι σε γνώση αμφοτέρων των διαδίκων, έμπειρων περί τα ρυμουλκά πλοία λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητας εκάστου, τελούσε εξαρχής το μέγεθος που θα αποκτούσε το αποπερατωμένο κέλυφος του υπό ναυπήγηση πλοίου και η κατά προσέγγιση ποσότητα των χαλύβδινων ελασμάτων που θα αναγκαιούσαν, αφού ήταν γνωστές και προσυμφωνημένες οι κατά προσέγγιση διαστάσεις του.
Από αυτές, σε συνδυασμό προς το υλικό της κατασκευής του ήταν ευχερής ο προσδιορισμός του βάρους του αποπερατωμένου ρυμουλκού, που θα προσέγγιζε τους διακόσιους [200] τόνους. Με αυτά τα δεδομένα και ενόψει της αξίας αγοράς, που βάρυνε την εργοδότρια, πρώτον, των χαλύβδινων ελασμάτων του κύτους του πλοίου, που ανερχόταν, όπως δεν αμφισβητείται σε εξήντα λεπτά του ευρώ [0,60 €] ανά χιλιόγραμμο και, δεύτερον, των μηχανών του ρυμουλκού, που, όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του Α.
Ν. στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, ανερχόταν σε εκατό χιλιάδες ευρώ [100.000 €] για καθεμία, ήταν εκ των προτέρων γνωστό στη μεν εργοδότρια ότι η δαπάνη ναυπηγήσεως του πλοίου θα υπερέβαινε κατά πολύ το μετοχικό της κεφάλαιο, αφού θα χρειαζόταν εκατόν είκοσι χιλιάδες ευρώ (200.000 κιλά X 0.60 €/χιλιόγραμμο = 120.000 €) για τα ελάσματα, τριακόσιες χιλιάδες ευρώ (3 X 100.000 € = 300.000 €) για τις μηχανές και εκατό χιλιάδες ευρώ [100.000 €] για την αμοιβή του ναυπηγείου και συνολικά, τουλάχιστον πεντακόσιες είκοσι χιλιάδες ευρώ [520.000 €], τουλάχιστον, πλέον του κόστους προμήθειας των λοιπών ειδών εξοπλισμού του πλοίου και του εργολαβικού ανταλλάγματος για τις ελασματουργικές και σωληνουργικές εργασίες, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί, λόγω της επιλογής της να ορίσει το μετοχικό της κεφάλαιο στις τετρακόσιες χιλιάδες ευρώ [400.000 €], να καταφύγει σε δανεισμό, τραπεζικό ή ιδιωτικό, για δε τον εργολάβο ότι η αξία των ημερομισθίων του δεκαεπταμελούς τουλάχιστον εργατοτεχνικού προσωπικού του συνεργείου του για απασχόληση εξήντα [60] τουλάχιστον (εργασίμων) ημερών θα υπερέβαινε τις πενήντα έξι χιλιάδες ευρώ [17 εργατοτεχνίτες X 60 ημέρες X 55 € μέσο ημερομίσθιο εκάστου κατά τα πιο κάτω διαλαμβανόμενα = 56.100 €] και με συνυπολογισμό των ασφαλιστικών τους εισφορών, που βάρυναν τον ίδιο, θα υπερέβαινε κατά τι τις εβδομήντα χιλιάδες ευρώ [56.100 € (μικτές αμοιβές προσωπικού συμπεριλαμβανομένης δηλαδή και της εργατικής εισφοράς που βαρύνει τον εργαζόμενο και παρακρατείται από το ημερομίσθιό του) + 15.545,31 € (ασφαλιστική εισφορά υπολογιζόμενη ως ποσοστό 27,71% επί του μικτού ημερομισθίου) = 71.645,31 €].
Σε κάθε περίπτωση, οι εργασίες ξεκίνησαν και υπό την επίβλεψη του ναυπηγού- μηχανολόγου Σ. Μ., που ορίστηκε προς τούτο από την εργοδότρια, ολοκληρώθηκαν προσηκόντως μέχρι τις αρχές του μηνάς Ιουλίου του επομένου έτους 2016, οπότε αποπερατώθηκε το κέλυφος του Ρ/Κ Χ., το βάρος του οποίου, όπως καταμετρήθηκε και όπως δεν αμφισβητείται, ανήλθε σε διακόσιες επτά χιλιάδες εξακόσια εξήντα κιλά (207.660 Kgr).
Στο μεταξύ, στις 9.6.2015, η πλοιοκτήτρια νηολόγησε το υπό ναυπήγηση σκάφος στο νηολόγιο του Πειραιώς όπου έλαβε αριθμό εγγραφής .... Ειδικότερα, όσον αφορά τις ελασματουργικές εργασίες εκτελέστηκαν οι ακόλουθες, προσδιοριζόμενες ανά τύπο/κατηγορία εργασίας και βάρος χρησιμοποιηθέντος υλικού, εργασίες, που δεν αμφισβητούνται από την εργοδότρια: 1) Νομείς (Frames) 61.094 κιλά, 2) κεντρικό κατάστρωμα (main deck).....
Για τις εργασίες αυτές και όσες άλλες εκτελέστηκαν παράλληλα με αυτές ή επακολούθησαν και περί των οποίων θα γίνει λόγος παρακάτω, ο εργολάβος εξέδωσε τα ακόλουθα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών προς την εργοδότρια: 1] το με αριθμό …/27.7.2015 για ποσό δέκα χιλιάδων ευρώ [10.000 €], 2]..... Τα τιμολόγια αυτά εξοφλήθηκαν από την εργοδότρια, όπως αποδεικνύεται από τις από 31.7.2015, 18.3.2016, 5.4.2016, 16.5.2016, 7.6.2016 και 27.6.2016 έξι [6] αποδείξεις ηλεκτρονικής πληρωμής για ποσά δέκα χιλιάδων ευρώ [10.000 €] οι τρεις [3] πρώτες, πέντε χιλιάδων ευρώ [5.000 €] η τέταρτη και δύο χιλιάδων ευρώ [2.000 €] καθεμία από τις λοιπές δύο [2], αντίστοιχως, από τηρούμενο στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ALPHA ΒΑΝΚ" λογαριασμό της εργοδότριας σε λογαριασμό της ατομικής επιχείρησης του εργολάβου στην ίδια τραπεζική εταιρία, από το με αριθμό .../1.7.2016 ένταλμα πληρωμής στον εργολάβο ποσού ένδεκα χιλιάδων ευρώ [11.000 €], σε συνδυασμό προς την υπ' αριθμ.
…/1.7.2016 ισόποση απόδειξη εισπράξεως που αυτός εξέδωσε, το με αριθμό .../4.7.2016 ένταλμα πληρωμής στον εργολάβο ποσού δέκα χιλιάδων ευρώ [10.000 €], σε συνδυασμό προς την υπ' αριθμ. …/4.7.2016 ισόποση απόδειξη εισπράξεως που αυτός εξέδωσε και το με αριθμό .../5.72016 ένταλμα πληρωμής στον εργολάβο ποσού δέκα χιλιάδων ευρώ [10.000 €], σε συνδυασμό προς τη με αριθμό …/5.7.2016 απόδειξη εισπράξεως που αυτός εξέδωσε.
Πέραν των χρημάτων αυτών ο εργολάβος έλαβε επιπλέον δύο χιλιάδες ευρώ [2.000 €], όπως προκύπτει από την από 14.7.2016 απόδειξη ηλεκτρονικής πληρωμής του ως άνω πιστωτικού ιδρύματος, που προσκομίζει και επικαλείται η εργοδότρια. Συνολικώς, επομένως, ο εργολάβος έλαβε από αυτήν το χρηματικό ποσό των εβδομήντα δύο χιλιάδων ευρώ (72.000 €).
Με τις καταβολές αυτές έχει υπερκαλυφθεί το εργολαβικό αντάλλαγμα που αναγράφηκε στην από 15.4.2015 σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων. Όμως, ο Χ. Τ. υποστηρίζει ότι δεν έχει εξοφληθεί, επειδή το αντάλλαγμα αυτό δε συμφωνήθηκε στα σοβαρά αλλά ήταν φαινομενικό, ενώ στην πραγματικότητα η συμφωνία του με τον Μ.
Σ. ήταν να αμειφθεί για τις ελασματουργικές εργασίες στο Ρ/Κ Χ.1 (όπως και για το αδελφό Ρ/Κ Χ.2) με το ποσό των δύο ευρώ [2 €] ανά κιλό τοποθετημένου σιδηροϋλικού. Υποστηρίζει δηλαδή ότι η αναγραφόμενη στην ως άνω σύμβαση κατ' αποκοπή εργολαβική αμοιβή ήταν εικονική και η στην πραγματικότητα συμφωνημένη ήταν απολογιστική, με βάση υπολογισμού το χιλιόγραμμο χάλυβα που τοποθετήθηκε στο κύτος εκάστου ρυμουλκού.
Αντιθέτως, η εργοδότρια υποστηρίζει ότι η αναγραφείσα στη γραπτή σύμβαση εργολαβική αμοιβή υπήρξε σπουδαία, ανταποκρινόταν στην αληθή βούληση των συμβληθέντων και ήταν εύλογη, με βάση το γεγονός ότι ο εργολάβος α] ανέλαβε μέρος μόνον των ελασματουργικών εργασιών που απαιτούνταν για τη ναυπήγηση του πλοίου, β] θα εργαζόταν στο χώρο του ναυπηγείου της "...", μη επιβαρυνόμενος με δαπάνες για τη χρήση του χώρου των εργασιών, γ] θα χρησιμοποιούσε τις εγκαταστάσεις του ναυπηγείου [γερανούς, παντογράφο] και τις παροχές που θα του προσφέρονταν από αυτό [ηλεκτρόδια, νερό, ηλεκτρικό ρεύμα, πεπιεσμένο αέρα, ανυψωτικά μηχανήματα κλπ) και δ] θα παραλάμβανε χαλύβδινα ελάσματα αγορασμένα με δαπάνες της εργοδότριας και διαμορφωμένα (αμμοβολισμένα, βαμμένα και κομμένα) από το ναυπηγείο.
Προσθέτως, η εργοδότρια επικαλείται και ότι η κατ' αποκοπή αμοιβή συμφωνήθηκε μετά από προσφορά του εργολάβου, που επιθυμούσε τη διεύρυνση της επαγγελματικής συνεργασίας του με αυτήν και προσδοκούσε στην ανάθεση εκ μέρους της σ' αυτόν περισσότερων έργων στο μέλλον, όπως άλλωστε συνέβη όταν ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών στη φορτηγίδα Ι., της πλοιοκτησίας εταιρίας του ομίλου Σ..
Οι ισχυρισμοί της αυτοί, πέραν του ότι αντικρούονται πλήρως από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του εργολάβου, δεν επιβεβαιώνονται από τα πράγματα. Καταρχάς, με την από 15.4.2015 σύμβαση ανατέθηκε το σύνολο των ελασματουργικών εργασιών για τη ναυπήγηση του ως άνω Ρ/Κ στην ατομική επιχείρηση του Χ. Α., επειδή το εργατοτεχνικό προσωπικό του ναυπηγείου δε διέθετε την απαραίτητη εξειδίκευση.
Καμία ελασματουργική εργασία δεν εξαιρέθηκε από την ανάθεση στον εργολάβο, αντιθέτως, ρητά ορίστηκε ότι το σύνολό τους θα πραγματοποιηθεί από το συνεργείο του που είναι εξειδικευμένο και διαθέτει ίδια μέσα και εξοπλισμό, χωρίς μάλιστα το ναυπηγείο να υποχρεούται σε οποιαδήποτε παροχή, πέραν του χώρου της εργασίας, προς αυτόν.
Επιπλέον, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το ναυπηγείο προέβη στην αμμοβολή και τη βαφή με ένα χέρι PRIMER των ελασμάτων που χρησιμοποιήθηκαν, όπως και ο εργολάβος επικαλείται, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι η προπαρασκευή αυτών έγινε στο εργοστάσιο από το οποίο τα προμηθεύτηκε η εργοδότρια.
Εξάλλου, ο αναγραφόμενος στην από 15.4.2015 εργολαβική σύμβαση, ιδιαίτερα βραχύς, χρόνος αποπερατώσεως των εργασιών σε συνάρτηση με την έλλειψη οποιοσδήποτε διαμαρτυρίας της εργοδότριας για την επί ένα [1] περίπου έτος υπέρβασή του, παρέχει την εντύπωση ότι δεν τέθηκε με πρόθεση σοβαρής δεσμεύσεως των μερών, όπως συνάγεται ιδίως από το γεγονός ότι οι περισσότερες, σημαντικού ύψους, καταβολές της εργοδότριας πραγματοποιήθηκαν κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του έτους 2016, χωρίς να συνοδεύονται από οποιαδήποτε επιφύλαξή της προς αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την καθυστέρηση της αποπεράτωσης των εργασιών εκ μέρους του εργολάβου, για την οποία, σημειωτέον, αυτός επικαλείται, χωρίς να ανακρούεται, ότι οφείλεται στην καθυστερημένη παράδοση σ' αυτόν των υλικών κατασκευής με υπαιτιότητα της εργοδότριας και στα σφάλματα που παρατηρήθηκαν στις διαστάσεις των κομμένων από τον παντογράφο ελασμάτων και τον υποχρέωσαν στην επαναχάραξη και επανακοπή των ελαττωματικών.
Προσθέτως, η αξία των εργασιών που ανέλαβε ο εργολάβος αποτελεί το 70% της αξίας του συνόλου των υπολοίπων εργασιών ναυπήγησης που ανατέθηκαν στη "...", γεγονός που υποδηλώνει με σαφήνεια ότι δεν επρόκειτο καθόλου για περιορισμένες κατ' έκταση και σημασία εργασίες, όπως η εργοδότρια ανεπιτυχώς επιχειρεί να πείσει.
Αλλά και πέραν αυτών το γεγονός της αναλήθειας του αναγραφέντος κατ'· αποκοπή εργολαβικού ανταλλάγματος συνάγεται και από την εξέλιξη των εργασία που ανέλαβε ο εργολάβος. Ειδικότερα, μετά την ολοκλήρωση και της υπερκατασκευής στο κατάστρωμα του Ρ/Κ Χ. ανατέθηκαν στον εργολάβο πρόσθετες ελασματουργικές εργασίες, συνέπεια μεταβολής των αρχικών σχεδίων, οι οποίες και εκτελέστηκαν από αυτόν, χωρίς την παρεμβολή νέας συμφωνίας που θα καθόριζε το ύψος της αμοιβής του γι' αυτές, όπως.......
θα ήταν αναμενόμενο, αν αλήθευε ο ισχυρισμός της εργοδότριας ότι η αρχική αμοιβή του συμφωνήθηκε κατ' αποκοπή. Οι εργασίες αυτές, εξειδικευόμενες με βάση το είδος τους και την αξία τους ανά τεμάχιο ελάσματος ή με βάση την ειθισμένη τιμή, αφορούσαν: 1) τη δημιουργία ανοιγμάτων (φουρούσια) και την τοποθέτηση προστατευτικών ελασμάτων προκειμένου να διέρχονται καλωδιώσεις:
ΐ) στον ιστό του πλοίου, διαστάσεων 100 X 60 X 8 mm, τεμάχια 10 X 60 €/τεμάχιο = 600 €, ίΐ) στο χώρο της γέφυρας περιμετρικά, διαστάσεων 100 X 60 X 8 mm, τεμάχια 17 X 60 €/τεμάχιο = 1.020 €, ίίί) στο χώρο κάτω από την γέφυρα (καμπίνες, διάδρομοι), διαστάσεων 200 X 70 X 8mm, τεμάχια 26 X 60 €/τεμάχιο = 1.560 €, ΐν) στο χώρο της πλώρης (αποθηκευτικοί χώροι), διαστάσεων 200 X 70 X 8 mm, τεμάχια 25 X 60 €/τεμάχιο = 1.500 €, ν) στο χώρο του μηχανοστασίου, διαστάσεων 200 X 70 X 8 mm, τεμάχια 22 X 60 €/τεμάχιο = 1.320 €, νί) στο χώρο της πρύμνης, διαστάσεων 100 X 60 X 8 mm, τεμάχια 16 X 60 €/τεμάχιο = 960 € και νίί) στο χώρο του διαδρόμου, διαστάσεων 50 X 50 X 8 mm, τεμάχια 18 X 60 €/τεμάχιο = 1,080 €, συνολικά δε η αξία των εργασιών για την μέτρηση, χάραξη, κοπή και τοποθέτηση των ελασμάτων αυτών ανήλθε στο ποσό των οκτώ χιλιάδων σαράντα ευρώ [8.040 €], 2) ελασματουργικές εργασίες για ολοκληρωτικές αλλαγές και μετατροπές, ήτοι κλείσιμο ανθρωποθυρίδων και άνοιγμα νέων σε σημεία που υπέδειξε ο ναυπηγός.
Η χρέωση έγινε ανά τεμάχιο ελάσματος και περιελάμβανε τη μέτρηση, χάραξη, κοπή, τοποθέτηση και συγκόλληση των ελασμάτων: ΐ) στο χώρο του μηχανοστασίου για το κλείσιμο παλαιών και εκ νέου άνοιγμα και τοποθέτηση τεσσάρων (4) ανθρωποθυρίδων διαστάσεων 800 X 400 cm, τεμάχια 4 X 350 €/τεμάχιο = 1.400 €, ίΐ) στο χώρο της πλώρης για το κλείσιμο παλαιών και εκ νέου άνοιγμα και τοποθέτηση δέκα πέντε (15) ανθρωποθυρίδων διαστάσεων 800 X 400 cmι, τεμάχια 15 X 350 €/τεμάχιο = 5.250 €, ίίί) στο χώρο των διαδρόμων και των καμπινών για το κλείσιμο και εκ νέου άνοιγμα και τοποθέτηση δώδεκα (12) ανθρωποθυρίδων διαστάσεων 800 X 400 cmι, τεμάχια 12 X 350 €/τεμάχιο = 4.200 €, ΐν) στο χώρο της πρύμνης κλείσιμο παλαιών και εκ νέου άνοιγμα δέκα (10) ανθρωποθυρίδων διαστάσεων 800 X 400 cm, τεμάχια 10 X 350 €/τεμάχιο = 3.500 €, συνολικής αξίας δεκατεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων πενήντα ευρώ [14.350 €], 3) το κλείσιμο κεντρικής πόρτας της γέφυρας και άνοιγμα καινούργιας σε νέο σημείο, που υποδείχθηκε.
Στις παρακάτω εργασίες η χρέωση έγινε απολογιστικώς, διότι το βάρος των ελασμάτων δεν ανταπεξέρχεται στη τιμή των ημερομίσθιων και ανήλθε συνολικά στο ποσό των χιλίων εκατόν οκτώ ευρώ [1.108 €], ως ακολούθως: ί) κλείσιμο κεντρικής πόρτας εισόδου στο χώρο ενδιαίτησης από το κεντρικό κατάστρωμα διαστάσεων 2,000 X 1,000 X 8 mm, τεμάχιο (1) κιλά 64, ηλεκτροσυγκόλληση ελάσματος μέτρα 12, ημερομίσθια 3X1 = 3X165 € = 495 €, ίϊ) άνοιγμα και τοποθέτηση κεντρικής πόρτας εισόδου στο χώρο ενδιαίτησης από το κεντρικό κατάστρωμα διαστάσεων 2,000 X 1,000 X 8 mm, τεμάχιο (1) κιλά 64, ηλεκτροσυγκόλληση ελάσματος μέτρα 12X8 €/μέτρο = 96 €, ημερομίσθια: 3 X 1= 3 X 165 € = 495 € ευρώ, ήτοι σύνολο ημερομισθίων 6 X 165 € = 990 €, πλέον 20% εργολαβικού κέρδους ύψους 198 €, 4) την κατασκευή αποθηκευτικού χώρου στο κεντρικό κατάστρωμα (ΜΑΙΝ DΕCΚ) στο πρυμναίο σημείο της γέφυρας.
Σύμφωνα με τον απολογισμό που πραγματοποίησε ο ενάγων έλαβε χώρα κοπή και τοποθέτηση ελασμάτων στο πρυμναίο μέρος της γέφυρας δεξιά και αριστερά διαστάσεων 2,000 X 1,000 X 8 mm, τεμάχια (4), πραγματοποιήθηκαν ημερομίσθια: 6X2= 12 X 165 € = 1.980 €, πλέον του εργολαβικού κέρδους 396 € (σε ποσοστό 20%), ήτοι συνολικά η επιμέτρηση των εν λόγω εργασιών ανήλθε στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ [2.376 €] και 5) την καινούργια κατασκευή στο χώρο της πλώρης νέου αποθηκευτικού μπροστά από το παλιό "στρίτσο".
Η χρέωση έγινε ανά τεμάχιο ελάσματος και περιελάμβανε τη μέτρηση, χάραξη, κοπή, τοποθέτηση, συγκόλληση αυτών και δη ελάσματος διαστάσεων 4.000 m X 2.000 m X 10 mm, τεμάχια (2), κιλά 1.280 X 2 €/κιλό = 2.560 €, ελάσματος διαστάσεων 3.000 X 2.000 Χ10 mm, τεμάχια (2), κιλά 960 X 2 €/κιλό = 1.920 €, ελάσματος διαστάσεων 4.000 X 3.000 X 10 mm, τεμάχια (1), κιλά 960 X 2 €/ κιλό = 1.920 €, διαχωριστικού διάτρητου ελάσματος διαστάσεων 4.000 X 2.000 X 10 mm, τεμάχιο 1, κιλά 640 X 2 €/κιλό = 1.280 €, ενισχυτικά βολβολάμες 160 X 8, μέτρα 60, κιλά 455 X 1,80 €/κιλό = 819 € και μέτρα συγκόλλησης 190 X 8 €/κιλό = 1520 € και εν συνόλω δέκα χιλιάδες δεκαεννέα ευρώ [10.019 €].
Το συνολικό κόστος των εργασιών αυτών ανέρχεται, κατά τους υπολογισμούς του εργολάβου και κατά τις παραδοχές της εκκαλουμένης, που δεν προσβάλλεται ως προς τους επιμέρους υπολογισμούς της, σε τριάντα πέντε χιλιάδες οκτακόσια ενενήντα ευρώ (35.890 €). Κατ' αντίθεση προς την από 29.4.2015 σύμβαση της πλοιοκτήτριας του Ρ/Κ Χ.
με την "...", στην από 15.4.2015 σύμβαση της πρώτης με το Χ. Τ. δεν περιελήφθη όρος σχετικός με τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής του τελευταίου για επιπρόσθετες εργασίες που θα έπρεπε ενδεχομένως να εκτελεστούν πέραν των αναφερομένων σ' αυτήν. Μάλιστα, τις εργασίες αυτές η εργοδότρια αποτιμά σε δύο χιλιάδες ευρώ [2.000 €] και ισχυρίζεται ότι εξοφλήθηκαν με την ισόποση και υπερβαίνουσα τις εβδομήντα χιλιάδες ευρώ [70.000 €] καταβολή της προς τον εργολάβο που πραγματοποιήθηκε στις 14.7.2016.
Για τον υπολογισμό της αυτό όμως δεν επικαλείται συγκεκριμένη, μεταγενέστερη της αρχικής, συμφωνία της με τον αντίδικό της, με αποτέλεσμα να παρίσταται αυτός αναμφίβολα μονομερής και αυθαίρετος. Αν μάλιστα εκληφθεί ως αληθής ο βασικός ισχυρισμός της ότι ο εργολάβος συμφώνησε εν γνώσει του στην ιδιαίτερα χαμηλή αμοιβή του για τις κύριες ελασματουργικές εργασίες, προκειμένου να εξασφαλίσει μελλοντικές αναθέσεις, δεν εξηγείται γιατί θα έπρεπε να αποδεχθεί και νέα χαμηλή αμοιβή χωρίς ταυτόχρονα διεύρυνση ήδη από τότε της επαγγελματικής συνεργασίας των διαδίκων η οποία πραγματοποιήθηκε πολύ αργότερα [στις 5.12.2015, όταν του ανατέθηκε με σύμβαση η μετασκευή της φορτηγίδας Ι., όπως και πιο κάτω θα αναφερθεί].
Αντιθέτως, η έλλειψη νέας συμφωνίας επί της εργολαβικής αμοιβής για τις ως άνω πρόσθετες εργασίες δικαιολογείται πλήρως αν γίνει δεκτό ότι τέτοια [πραγματική] συμφωνία υπήρχε ήδη και συνίστατο στην καταβολή αμοιβής ύψους δύο ευρώ [2 €] ανά κιλό τοποθετημένου υλικού ή, επί εργασιών στις οποίες το βάρος του υλικού δεν ανταποκρίνεται στην τιμή των ημερομισθίων, απολογιστικώς καθοριζόμενης κατά τα ειθισμένα στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Πειραιώς.
Πράγματι, το αναμενόμενο θα ήταν ο εργολάβος να αρνηθεί την εκτέλεση των πρόσθετων εργασιών χωρίς νεότερη συμφωνία και να εξαναγκάσει την εργοδότρια, που δεν καλυπτόταν από την αρχική εργολαβική σύμβαση ως προς αυτές, είτε σε τέτοια συμφωνία είτε σε αναζήτηση άλλου συνεργείου, αφού η επιχείρηση της "..." δε διέθετε το εξειδικευμένο προσωπικό για την εκτέλεσή τους.
Από το ότι δεν το έπραξε συνάγεται ότι ο εργολάβος θεωρούσε ήδη την από 15.4.2015 σύμβαση εικονική ως προς το ύψος του ανταλλάγματος της εργασίας του και απέβλεπε στην πραγματική συμφωνία των διαδίκων περί απολογιστικού υπολογισμού της. Άλλωστε, για τη ναυπήγηση του εν λόγω Ρ/Κ ο εργολάβος εκτέλεσε και τις ακόλουθες σωληνουργικές εργασίες, οι οποίες αναλύονται ως εξής διακρινόμενες ανάλογα με το είδος τους (κοπή, συγκόλληση και τοποθέτηση σωλήνων στο κύτος) και με βάση το μήκος και τις διαστάσεις των σωληνώσεων που αφορούν: 1].... (Το εφετείο παραθέτει στη συνέχεια τις εκτελεσθείσες εργασίες και στη συνέχεια δέχθηκε τα εξής:)....
Για τις εργασίες αυτές, των οποίων η συνολική αξία ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των πενήντα εννέα χιλιάδων οκτακόσιων ενενήντα ενός ευρώ και οκτώ λεπτών [59.891,08 €], ο μεν εργολάβος υποστηρίζει ότι η εκτέλεσή τους συμφωνήθηκε με άτυπη σύμβαση καταρτισθείσα μεταξύ αυτού και του Μ. Σ., περί τις αρχές του μηνός Απριλίου του έτους 2015, μετά δηλαδή τη συμφωνία για τις ελασματουργικές εργασίες, η δε εργοδότρια διατείνεται ότι περιλαμβάνονται στην ενιαία γραπτή σύμβαση της 15ης.4.2015, στην οποία, όμως, δε γίνεται διάκριση του τμήματος του εργολαβικού ανταλλάγματος που αντιστοιχεί σ' αυτές και σ' εκείνου που αντιστοιχεί στις ελασματουργιές και μόνον στο δεύτερο βαθμό για πρώτη φορά προβάλλεται εκ μέρους της ο ισχυρισμός ότι από τις κατ' αποκοπή συμφωνημένες εβδομήντα χιλιάδες [70.000] οι δέκα χιλιάδες [10.000] αντιστοιχούσαν στις εν λόγω σωληνουργικές εργασίες.
Ομοίως για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ισχυρίζεται η εργοδότρια ότι ο αντίδικός της περιλαμβάνει στις φερόμενες ως από αυτόν εκτελεσθείσες εργασίες το σύνολο των σωληνουργικών εργασιών που πραγματοποιήθηκαν στο υπό ναυπήγηση Ρ/Κ Χ., ενώ στην πραγματικότητα περιορίστηκε στις "βασικές" σωληνουργικές εργασίες.
Ο ισχυρισμός αυτός δε μπορεί να γίνει δεκτός διότι εκτός της αοριστίας που ενέχει η παράλειψη εξειδικεύσεως των "μη βασικών" σωληνουργικών εργασιών που απαιτήθηκαν για τη συνολική ναυπήγηση και του προσώπου που τις εκτέλεσε, προσκρούει στο περιεχόμενο της από 29.4.2015 συμβάσεως, δυνάμει της οποίας η "..." δεν ανέλαβε την εκτέλεση καμίας σωληνουργικής εργασίας.
Εξάλλου, η αλήθεια του ισχυρισμού της εργοδότριας περί της σπουδαιότητας της από 15.4.2015 εργολαβικής συμβάσεως ως προς την αμοιβή των εργασιών που με αυτήν ανατέθηκαν στον αντίδικό της προϋποθέτει ότι στην πραγματικότητα αυτός αποδέχθηκε να εκτελέσει τις ελασματουργικές εργασίες αντί αμοιβής προϋπολογισθείσας να ανέλθει σε τριάντα λεπτά του ευρώ ανά κιλό ελάσματος που προβλεπόταν να τοποθετηθεί στο υπό ναυπήγηση πλοίου (60.000 €/200.000 κιλά χάλυβα = 0,30 €) και υπολειπόμενης (συνολικά μαζί με τις πρόσθετες -εργασίες) ακόμα και του εργατικού κόστους του, που κατά τα ανωτέρω θα υπερέβαινε τις εβδομήντα χιλιάδες, ακόμα και αν δεν συνυπολόγιζε τα ημερομίσθια του προσωπικού που θα απασχολούσε για την εκτέλεση των σωληνουργικών εργασιών που ανέλαβε, μολονότι την καταβολή τους είχε αναλάβει αποκλειστικά αυτός.
Και τούτο παρότι η ειθισμένη αμοιβή για τις ελασματουργικές εργασίες υπολογίζεται με βάση το κιλό του τοποθετημένου στο υπό ναυπήγηση πλοίο, όπως δεν αμφισβητείται. Αλλά και αν υποτεθεί ότι ο εργολάβος ενήργησε με σκοπό ανάληψης και νέων εργασιών από τον όμιλο Σ. δεν εξηγείται γιατί στην από 5.12.2015 σύμβαση με την οποία του ανατέθηκαν οι εργασίες μετασκευής της φορτηγίδας Ι.
συμφώνησε να λάβει ως αμοιβή του το ποσό των πενήντα λεπτών ανά κιλό (0,50 €/KGR), που υπολείπεται και αυτό της ειθισμένης αμοιβής, με αποτέλεσμα να ανακύπτει το ερώτημα πότε υπολόγιζε να αποσβέσει τις απώλειες που η επιχείρησή του κατέγραψε με την προσφορά της χαμηλής τιμής για την κατάρτιση των συμβάσεων της 15ης.4.2015, που αφορούσαν τις εργασίες στα Ρ/Κ Χ.
και Χ.. Το γεγονός ότι είχε απώλειες δεν αμφισβητείται δεδομένου ότι και αυτή η εργοδότρια, που για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό επικαλείται ότι ο αντίδικός της επιχειρεί να μετακυλήσει στο επίδικο έργο το κόστος της αμοιβής και των εισφορών του προσωπικού που χρησιμοποίησε σε όλα τα έργα που ανέλαβε, υποστηρίζει ότι το συνολικό εργατικό κόστος του εργολάβου για το σύνολο των εργασιών που ανέλαβε και εκτέλεσε για λογαριασμό των εταιριών του ομίλου Σ.
κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Απρίλιο του έτους 2015 έως και το μήνα Απρίλιο του έτους 2016 και αφορούν στις εργασίες στα ως άνω δύο [2] Ρ/Κ και στη φορτηγίδα Ι., ανέρχεται σε διακόσιες ογδόντα χιλιάδες εκατόν ενενήντα ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτά (280.190,77 €) ή κατ' άλλους υπολογισμούς της σε διακόσιες τριάντα μία χιλιάδες εννιακόσια σαράντα έξι ευρώ και τριάντα εννέα λεπτά (231.946,39 €).
Αν, όμως, ληφθεί υπόψη ότι η έναρξη των εργασιών στη φορτηγίδα Ι. πραγματοποιήθηκε στις 4.3.2016, όταν εκδόθηκε η σχετική άδεια εκτέλεσης θερμών εργασιών επ' αυτής από την αρμόδια λιμενική Αρχή, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο είχε ολοκληρωθεί το κύριο μέρος των εργασιών στα ρυμουλκά και απέμεναν μόνον οι πρόσθετες ελασματουργικές εργασίες, το επιχείρημά της αποδεικνύεται αβάσιμο, καθόσον, επιμεριζόμενο το παραπάνω (μετριοπαθέστερο των επικαλούμενων) εργατικό κόστος του εργολάβου στους μήνες που το συνεργείο του απασχολήθηκε αποκλειστικά στις εργασίες επί των υπό ναυπήγηση δύο [2] ρυμουλκών, ανέρχεται σε συνολικά εκατόν ενενήντα έξι χιλιάδες διακόσια εξήντα δύο ευρώ και είκοσι δύο λεπτά (231.946,39 €/13 μήνες= 17.842,02 €/μήνα X 11 μήνες, όσοι αυτοί που δεν πραγματοποιούνταν ακόμα εργασίες στη φορτηγίδα = 196.262,22 €) για τα δύο [2] Ρ/Κ και για καθένα από αυτά, αναλογικά, σε ενενήντα οκτώ χιλιάδες εκατόν τριάντα ένα ευρώ και ένδεκα λεπτά [98.131,11 €, που υπερβαίνει το σύνολο της αμοιβής για τις εργασίες που αναλήφθηκαν με την επίμαχη από 15.4.2015 εργολαβική σύμβαση και όχι μόνο δεν επιτρέπει την απόληψη εργολαβικού κέρδους αλλά παράγει και ζημία για τον εργολάβο.
Αλλά και στην πραγματικότητα, η κατάσταση για τα συμφέροντά του δεν ήταν πολύ διαφορετική. Από τα προσκομιζόμενα, αντίγραφα των σελίδων 201 έως 300, 412 έως 500 και 707 έως 737 του βιβλίου ημερήσιας παρουσίας απασχολούμενου προσωπικού στο συγκεκριμένο έργο κατά το χρονικό διάστημα από 23.4.2015 έως 8.4.2016, όπου αναγράφονται λεπτομερώς τα ονοματεπώνυμα των απασχοληθέντων σ' αυτό εργατοτεχνιτών του εργολαβικού συνεργείου, η ημερομηνία πρόσληψης εκάστου, η ειδικότητά του και το ωράριο της εργασίας του και τα οποία φέρουν την υπογραφή κάθε εργαζομένου, προκύπτει ότι στη ναυπήγηση του Ρ/ Κ Χ.
απασχολήθηκαν οι Ι. Μ., ελασματουργός, Κ. Λ., βοηθός ελασματουργού,...., οι οποίοι πραγματοποίησαν συνολικά χίλια σαράντα οκτώ [1.048] ημερομίσθια, ενώ από τις υποβληθείσες στο ΙΚΑ από τον εργολάβο αντίστοιχες αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις (ΑΠΔ) προκύπτει αφενός ότι το ημερομίσθιο εκάστου, διαφοροποιημένο ανά ειδικότητα, ανερχόταν σε εξήντα ευρώ [60 €] για τον ελασματουργό/σωληνουργό και σε πενήντα ευρώ [50 €] για τον βοηθό του και, αφετέρου, ότι το συνολικό ποσό που έχει καταβάλει ο εργολάβος για τα ημερομίσθια του προσωπικού του ανέρχεται σε πενήντα επτά χιλιάδες εξακόσια σαράντα ευρώ (1.048 ημερομίσθια X 55 € κατά μέσο όρο έκαστο= 57.640 €) και για τις ασφαλιστικές εισφορές που βάρυναν τον ίδιο άλλες δεκαπέντε χιλιάδες εννιακόσια εβδομήντα δύο ευρώ (57.640 € X 27,21% = 15.972 €).
Επομένως, το συνολικό εργατικό κόστος του εργολάβου για την εκτέλεση των επίμαχων εργασιών ανήλθε σε εβδομήντα τρεις χιλιάδες εξακόσια δώδεκα ευρώ (73.612 €), δηλαδή σε χρηματικό ποσό που (επ' ελάχιστον έστω, πάντως) υπερβαίνει τη ουμφωνημένη με την από 15.4.2015 συνολική αμοιβή του και δεν του καταλείπει περιθώριο εργολαβικού κέρδους, παρέχει δε την εντύπωση ότι με την επ' αυτού συμφωνία ο εργολάβος χρηματοδοτεί το έργο και όχι ο εργοδότης.
Από όλα όσα προαναφέρθηκαν ασφαλές συνάγεται το συμπέρασμα ότι η αναγραφείσα στην από 15.4.2015 εργολαβική σύμβαση αμοιβή του Χ. Τ. δεν ανταποκρινόταν στην αληθινή βούληση των μερών και ήταν εικονική. Στην εικονικότητα μετείχαν αμφότεροι οι συμβληθέντες που προσδοκούσαν οικονομικό όφελος από αυτήν συνιστάμενο, για μεν τον εργολάβο στην απομείωση του ποσού της αμοιβής του επί της οποίας η αρμόδια φορολογική Αρχή θα υπολόγιζε το φόρο εισοδήματος που θα του αναλογούσε και για δε την εργοδότρια στην ελάττωση του ποσού που θα έπρεπε να παρακρατήσει από την εργολαβική αμοιβή, ώστε να το καταβάλει εξ ιδίων στην ΔΟΥ του εργολάβου για λογαριασμό του.
Επιπλέον, η εργοδότρια εμφάνιζε με τον τρόπο αυτό μειωμένες τις δαπάνες της για τη ναυπήγηση του πλοίου της κυριότητάς της και απέφευγε τον τραπεζικό δανεισμό που θα ήταν αναγκαίος ενόψει της ανεπάρκειας του μετοχικού της κεφαλαίου. Να σημειωθεί εδώ ότι η Μ. Π. στην από 22.2.2019 ένορκη υπέρ της εργοδότριας, της οποίας είναι υπεύθυνη λογιστηρίου, βεβαίωσή της αναφέρει ότι το συνολικό κόστος της ναυπήγησης του Ρ/Κ Χ.
ανήλθε σε ένα εκατομμύριο οκτακόσιες χιλιάδες ευρώ (1.800.000 €) περίπου, το οποίο, όπως κατανοεί το Δικαστήριο, αφού η βεβαιούσα δεν παρέχει πρόσθετες διευκρινίσεις, καλύφθηκε από ιδιωτικό δανεισμό ή μεταφορά χρημάτων εκτός του τραπεζικού συστήματος, με δεδομένο, αφενός, ότι στη μερίδα του υπό ναυπήγηση πλοίου δεν εμφανίζονται εμπράγματα δικαιώματα τρίτων και, αφετέρου, ότι ο όμιλος Σ.
είχε την οικονομική επιφάνεια να χρηματοδοτήσει την αποπεράτωσή του. Να σημειωθεί ακόμα, πρώτον, ότι η διαπιστούμενη εικονικότητα δεν αποσκοπούσε στην αποφυγή καταβολής του ΦΠΑ, αφού από αυτήν η εργοδότρια γνώριζε εξαρχής ότι είχε τη δυνατότητα απαλλαγής της, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, αφού επρόκειτο για δαπάνες αγοράς υλικών και κατασκευής πλοίου και, δεύτερον, ότι η φαινόμενη κατ' αποκοπή αμοιβή προσεγγίζει το πραγματικό εργατικό κόστος του εργολάβου, κατά τρόπον ώστε να καλύπτονται οι σχετικές δαπάνες του στο μεγαλύτερο μέρος τους και να μην απομένει καθαρό εισόδημα υποκείμενο σε φορολόγηση.
Βέβαια, η φορολογική συμπεριφορά των διαδίκων, που συνδέεται με τις υποχρεώσεις τους έναντι του Δημοσίου δεν επηρεάζει το βάσιμο της απαιτήσεως του εργολάβου κατά της εργοδότριας, που υποχρεούται στην καταβολή της αμοιβής του, σύμφωνα με τη σύμβαση που κατάρτισε με αυτόν......... Ούτε ανάγκη ανακοινώσεως της συμπεριφοράς τους αυτής, που εμφανίζεται ως επιλήψιμη, στην αρμόδια εισαγγελική αρχή κατά το άρθρο 38 ΚΠΔ ανακύπτει, δεδομένου ότι στην ενέργεια αυτή έχει ήδη προβεί το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 1109/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία απορρίφθηκε αγωγή της εργοδότριας ναυτικής εταιρίας επιδιώκουσα την αποκατάσταση του διαφυγόντος κέρδους της από την αδυναμία εκμεταλλεύσεως του Ρ/Κ Χ.
εξαιτίας της αρνήσεως του εργολάβου να συμπράξει στην υπογραφή εγγράφου πρωτοκόλλου για την παράδοσή του σ' αυτήν. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται εξαιτίας της ανυπαρξίας εν προκειμένω ιδιωτικού αντεγγράφου, αποδεικνύοντος την αληθή βούληση των συμβαλλομένων ως προς το ύψος του εργολαβικού ανταλλάγματος, όπως αβασίμως υποστηρίζει η εργοδότρια, καθόσον η σύνταξη αυτού είναι δυνητική σε κάθε περίπτωση και συναρτάται αφενός με την εμπιστοσύνη στις σχέσεις των μερών, η οποία στην υπόθεση που κρίνεται θεωρείται δεδομένη ενόψει αφενός της μακροχρόνιας συνεργασίας του πατρός του εργολάβου με τις εταιρίες του ομίλου Σ.
και της απασχολήσεώς του σ' αυτόν με σχέση εργασίας μέχρι την 5η.6.2017 και αφετέρου της δυνατότητας αποκαλύψεως της φορολογικά αθέμιτης επίμαχης συναλλαγής αν τέτοιο αντέγγραφο είχε συνταχθεί. Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που διέγνωσε και αυτό την εικονικότητα της από 15.4.2015 συμβάσεως, έστω και με συνοπτικότερες και μερικώς διάφορες αιτιολογίες, που πάντως συμπληρώνονται και αντικαθίστανται από αυτές της παρούσας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 534 ΚΠολΔ, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και, συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, έκτος και όγδοος λόγοι της ένδικης Β έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, καθώς και οι σχετικώς διαλαμβανόμενοι στους πρόσθετους αυτής λόγους ισχυρισμοί της εκκαλούσας, με τους οποίους διατυπώνονται απλά επιχειρήματα κατά της περί εικονικότητας της ως άνω συμβάσεως κρίσης της εκκαλουμένης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Απορριπτέος για την ίδια αιτία τυγχάνει και ο έβδομος λόγος της Β έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα επαναφέρει την και πρωτοδίκως ανεπιτυχώς υποβληθείσα ένστασή της περί εξοφλήσεως της εργολαβικής αμοιβής δυνάμει των καταβολών της που προαναφέρθηκαν. Επομένως, η επίμαχη, αληθής, εργολαβική αμοιβή των ελαοματουργικών εργασιών, που συμφωνήθηκε να υπολογιστεί απολογιστικά με βάση το βάρος των χαλύβδινων ελασμάτων που επρόκειτο να τοποθετηθούν στο κύτος του Ρ/Κ Χ., ανέρχεται στο συνολικό χρηματικό ποσό των τετρακοσίων πενήντα μιας χιλιάδων διακοσίων δέκα ευρώ (415.320 € η αξία των αρχικών εργασιών + 35.890 € η αξία των προσθέτων ελασματουργικών εργασιών = 451.210 €), υπολογιζόμενη προς δύο ευρώ ανά χιλιόγραμμο χάλυβα (2 €/KGR).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, όμως, ότι η πραγματική αμοιβή του εργολάβου, που είχε συμφωνηθεί για τις ελασματουργικές εργασίες, ανερχόταν καταρχάς στο ποσό αυτό, αλλά στη συνέχεια αφαίρεσε από αυτό την αξία των χαλύβδινων ελασμάτων, που προσδιόρισε σε εξήντα λεπτά του ευρώ [0,60 €] ανά κιλό και επιδίκασε για την αιτία αυτή στον εργολάβο το χρηματικό ποσόν των διακοσίων ενενήντα χιλιάδων επτακοσίων είκοσι τεσσάρων ευρώ (1,40 €/ Kgr X 207.660 Kgr = 290.724 €).
Η κρίση του αυτή είναι εσφαλμένη δεδομένου ότι ήταν εξαρχής γνωστό ότι η αξία των υλικών θα βάρυνε την εργοδότρια, με αποτέλεσμα να στερείται εμπορικού νοήματος η συνομολόγηση αξίας εργασιών εμπεριέχουσας και το ποσό αυτό. Το σφάλμα αυτό κατά νομική αναγκαιότητα επεκτάθηκε και στο ποσό της αντιπαροχής της εργοδότριας υπό τον όρο καταβολής του οποίου υποχρεώθηκε ο εργολάβος σε δήλωση βουλήσεως, δηλαδή στην υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής του Ρ/Κ Χ.
σ' αυτήν. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι συναφείς τρίτος και τέταρτος κατά το οικείο σκέλος του λόγοι της Α έφεσης ως και ουσιαστικά βάσιμοι. Μετά ταύτα, το σύνολο της συμφωνημένης αμοιβής του εργολάβου ανέρχεται σε πεντακόσιες ένδεκα χιλιάδες εκατόν ένα ευρώ και οκτώ λεπτά (451.210 € για τις ελασματουργικές εργασίες + 59.891,08 € για τις σωληνουργικές εργασίες = 511.101,08 €).
Από το ποσό αυτό το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αφαιρέσει εκατόν σαράντα τρεις χιλιάδες ευρώ (143.000 €), για τις οποίες ο εργολάβος ισχυρίζεται ότι του καταβλήθηκαν κατά την διάρκεια των επίδικων εργασιών έναντι του πραγματικά οφειλομένου εργολαβικού ανταλλάγματος του τμηματικά σε μετρητά, χωρίς την έκδοση παραστατικών στοιχείων.
Από τις καταβολές αυτές το Δικαστήριο δε συνάγει τεκμήριο περί της εικονικότητας της από 15.4.2015 εργολαβικής συμβάσεως αλλά προβαίνει σε αξιολόγηση του αποδεικτικού μέσου της συναφούς ομολογίας που προέρχεται από τον αντίδικο της εργοδότριας και αποδεικνύει τη μερική εξόφλησή του. Να σημειωθεί ότι η άρνηση της τελευταίας ότι έχει καταβάλει το ποσόν αυτό απορρέει από την εκ μέρους της άρνηση της εικονικότητας της ως άνω συμβάσεως άλλως θα σήμαινε την παραδοχή του από τον αντίδικό της επικαλούμενου ως αληθούς εργολαβικού ανταλλάγματος, η δε έλλειψη έγγραφης απόδειξης για το πέραν του εικονικού τιμήματος καταβληθέντος εν λόγω ποσού, δεν το καθιστά αναπόδεικτο ούτε η ομολογία αυτή λειτουργεί σε βάρος της αλλά υπέρ της, αφού το βάρος απόδειξης για την εξόφληση της αμοιβής του εργολάβου φέρει η ίδια που ωφελείται από τη συγκεκριμένη ομολογία, απορριπτομένου, συνεπώς, του τρίτου λόγου της Β έφεσής της, που αποδίδει στην εκκαλουμένη την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε σαν αποδεικτικό μέσο την σε βάρος της ομολογία του αντιδίκου της, ως αβασίμου.
Επομένως, μετά την αφαίρεση των ως άνω καταβληθέντων η αξίωση του εργολάβου ανέρχεται σε τριακόσιες εξήντα οκτώ χιλιάδες εκατόν ένα ευρώ και οκτώ λεπτά (511.101,08 € - 143.000 € = 368.101,08 €), που πρέπει να του καταβληθεί με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της από 26.7.2017, όπως το εναρκτήριο σημείο της νόμιμης τοκοφορίας της ορθά προσδιόρισε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθόσον δεν προκύπτει δήλη ημέρα πληρωμής της ούτε όχληση της εργοδότριας για την καταβολή του, πέραν του εικονικού, οφειλομένου εργολαβικού ανταλλάγματος και, συνεπώς, υπερημερία της σε προγενέστερο χρόνο, ως αβασίμως υποστηρίζει ο εργολάβος με τον πέμπτο λόγο της Α έφεσής του, που πλήττει την εκκαλουμένη για την παραδοχή της αυτή και κρίνεται, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, αφού απορριφθεί στο σύνολό της η Β έφεση, καθώς και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και γίνει εν μέρει δεκτή η Α έφεση κατά τους ευδοκιμήσαντες ως άνω λόγους της, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς όλα τα κεφάλαια της, για την ενότητα του τίτλου της εκτέλεσής της, ώστε να εκδοθεί ενιαία απόφαση, στην οποία να περιλαμβάνονται όσα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης παρέμειναν αλώβητα και όσα έχουν μεταρρυθμισθεί στη δευτεροβάθμια δίκη και, ακολούθως, να κρατηθεί προς κατ' ουσία εκδίκασή της η υπόθεση και να γίνει δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, η από 26.7.2017 αγωγή, να καταδικαστεί η εναγόμενη αυτής στην καταβολή του χρηματικού ποσού των τριακοσίων εξήντα οκτώ χιλιάδων εκατόν ενός ευρώ και οκτώ λεπτών (368.101,08 €) στον ενάγοντα με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επιδόσεώς της και να υποχρεωθεί αυτός κατά παραδοχή της από 21.6.2017 αγωγής σε δήλωση βουλήσεως προς υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής του Ρ/Κ πλοίου Χ.
νηολογίου Πειραιώς με αριθμό εγγραφής ..., υπό τον όρο της ταυτόχρονης καταβολής της αμοιβής του που ανέρχεται στο ως άνω χρηματικό ποσό (των 368.101,08 ευρώ).". Με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της αναιρεσείουσας, δέχτηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και ακολούθως, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, συνεκδίκασε τις από 21.6.2017 και 26.7.2017 αντίθετες αγωγές της αναιρεσείουσας και του αναιρεσίβλητου, αντίστοιχα, και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 368.101.08 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 ΚΙΝΔ, 681, 694 και 138 ΑΚ, καθόσον στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, σύμφωνα με το οποίο με την καταρτιζόμενη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου, συμφωνήθηκε η καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος να γίνει απολογιστικά μετά την ολοκλήρωση των εργασιών και την παράδοση του έργου και οι ενδιάμεσες καταβολές να αφαιρούνται από τη συνολική αμοιβή, ενώ η αναγραφόμενη στο από 15.4.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό ανάθεσης έργου κατ' αποκοπή εργολαβική αμοιβή των 70.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23% (αν απαιτείτο) ήταν εικονική, αφού κατά τις ανέλεγκτες αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) η δήλωση βούλησης του αναιρεσίβλητου στο πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αυτός φέρεται να συμφώνησε ως εργολαβικό αντάλλαγμα για τις εργασίες που εκτέλεσε στο υπό ναυπήγηση πλοίο ανέρχεται στο κατ' αποκοπή ποσό των 70.000 ευρώ, δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά και ως εκ τούτου είναι εικονική, β) στην πραγματικότητα είχε συμφωνηθεί το εργολαβικό αντάλλαγμα να υπολογιστεί απολογιστικά με βάση υπολογισμού το χιλιόγραμμο χάλυβα που τοποθετήθηκε στο κύτος του ρυμουλκού και ειδικά στο ποσό των 2 ευρώ για κάθε κιλό σιδηροϋλικού που ο αναιρεσίβλητος θα τοποθετούσε και γ) η αναιρεσείουσα γνώριζε την εικονικότητα της προαναφερόμενης δήλωσης βούλησης του αναιρεσίβλητου.
Από την εκτίμηση δε του ως άνω περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεων των διαδίκων στο από 15.4.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, αφού, κατά τη μείζονα σκέψη, η εικονικότητα δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης αλλά συνιστά έλλειψη αληθούς βούλησης, η δε κρίση του ότι η αναγραφόμενη στο εν λόγω συμφωνητικό αμοιβή είναι εικονική αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων και δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης, ούτε και διαπίστωσε το Εφετείο, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας όσον αφορά την ανωτέρω δήλωση βούλησης του αναιρεσίβλητου και, ως εκ τούτου, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων έτσι δεν παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το οικείο σκέλος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για ευθεία παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προέβη σε ερμηνεία της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων στο παραπάνω από 15.4.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, χωρίς να προσφύγει, όπως ήταν υποχρεωμένο, στους ερμηνευτικούς κανόνες των πιο πάνω διατάξεων, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (5 ΚΙΝΔ, 681, 694, 138 ΑΚ) και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον εκτίθενται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής όλων των όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα:
α) η συμφωνία των διαδίκων, περί τα μέσα Απριλίου 2015, περί ανάθεσης στον αναιρεσίβλητο της εκτέλεσης αρχικά των ελασματουργικών και μετέπειτα και των σωληνουργικών εργασιών στο υπό ναυπήγηση ρυμουλκό πλοίο "Χ.", πλοιοκτησίας της αναιρεσείουσας, με εργολαβικό αντάλλαγμα, απολογιστικά υπολογιζόμενο στο ποσό των 2 ευρώ ανά κιλό σιδηροϋλικού που θα τοποθετούνταν στο ανωτέρω ρυμουλκό, β) η προσήκουσα εκτέλεση και παράδοση του συμφωνηθέντος έργου με την ολοκλήρωση των ανωτέρω λεπτομερώς αναφερόμενων εργασιών, για τις οποίες το εργολαβικό αντάλλαγμα, απολογιστικά υπολογιζόμενο, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 511.101,08 ευρώ, (451.210 για ελασματουργικές εργασίες + 59.891,08 για σωληνουργικές εργασίες), στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η αξία των τοποθετούμενων ελασμάτων, έναντι δε αυτού η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 143.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να οφείλει υπόλοιπο ποσό των 368.101,08 ευρώ και γ) ότι η δήλωση βούλησης του αναιρεσίβλητου στο από 15.4.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αυτός φέρεται να συμφώνησε ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα για τις εργασίες που εκτέλεσε στο υπό ναυπήγηση πλοίο ανέρχεται στο ποσό των 70.000 ευρώ, υπολογιζόμενο κατ' αποκοπή, δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά και ως εκ τούτου είναι εικονική, εν γνώσει της αναιρεσείουσας, διαλαμβάνοντας ειδικότερα, προς θεμελίωση της παραδοχής αυτής: 1) ότι δεν υποβλήθηκε στον εργολάβο πριν την κατάρτιση της εργολαβικής σύμβασης οποιονδήποτε ολοκληρωμένο σχέδιο ελασματουργικών και σωληνουργικών εργασιών "ώστε να προϋπολογίσει αυτός με ακρίβεια τουλάχιστον τον αριθμό των ημερομισθίων που θα απαιτούνταν για την αποπεράτωση των εργασιών που ανέλαβε και το συνακόλουθο εργατικό του κόστος", 2) ότι ο εργολάβος αναιρεσίβλητος είχε αναλάβει το σύνολο των ελασματουργικών εργασιών που θα πραγματοποιούνταν από το εξειδικευμένο συνεργείο του, με ίδια μέσα και εξοπλισμό χωρίς το ναυπηγείο, εκμετάλλευσης του ομίλου Σ., να υποχρεούται σε οποιαδήποτε παροχή, πέραν του χώρου εργασίας προς αυτόν και η αξία των εργασιών που αυτός ανέλαβε αποτελεί το 70% της αξίας του συνόλου των υπολοίπων εργασιών ναυπήγησης που ανατέθηκαν στην "...", γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν επρόκειτο καθόλου για περιορισμένες κατ' έκταση και σημασία εργασίες, όπως επίσης ότι από την εξέλιξη των εργασιών που ανέλαβε ο εργολάβος και ειδικά ότι του ανατέθηκαν πρόσθετες ελασματουγικές εργασίες, συνεπεία μεταβολής των αρχικών σχεδίων, που εκτελέστηκαν από αυτόν, χωρίς την παρεμβολή νέας συμφωνίας, που θα καθόριζε το ύψος της αμοιβής του γι' αυτές, δηλώνουν το "γεγονός της αναλήθειας του αναγραφέντος κατ' αποκοπή εργολαβικού ανταλλάγματος", ενώ, αντιθέτως, η έλλειψη νέας συμφωνίας επί της εργολαβικής αμοιβής για τις πρόσθετες εργασίες "δικαιολογείται πλήρως αν γίνει δεκτό ότι τέτοια (πραγματική) συμφωνία υπήρχε ήδη και συνίστατο στην καταβολή αμοιβής ύψους 2 ευρώ ανά κιλό τοποθετημένου υλικού ή, επί εργασιών στις οποίες το βάρος του υλικού δεν ανταποκρίνεται στην τιμή ημερομισθίων, απολογιστικώς καθοριζόμενης κατά τα ειθισμένα στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Πειραιώς", 3) ότι για τη ναυπήγηση του πλοίου ο εργολάβος εκτέλεσε και τις αναφερόμενες λεπτομερώς σωληνουργικές εργασίες, που δεν αμφισβητούνται από την αναιρεσείουσα, των οποίων η συνολική αξία ανήλθε στο ποσό των 59.891,08 ευρώ και όχι, όπως ισχυρίστηκε η αναιρεσείουσα, στο ποσό των 10.000 ευρώ, που εμπεριέχεται στην κατ' αποκοπή συμφωνηθείσα τιμή των 70.000 ευρώ, με το από 15.4.2015 συμφωνητικό, το οποίο (συμφωνητικό) στην πραγματικότητα προϋποθέτει ότι ο εργολάβος "αποδέχτηκε να εκτελέσει τις ελασματουργικές εργασίες αντί αμοιβής προϋπολογισθείσας να ανέλθει σε 0,30 ευρώ ανά κιλό ελάσματος και υπολειπομένης συνολικά μαζί με τις πρόσθετες εργασίες ακόμα και του εργατικού κόστους του που υπερέβαινε τις 70.000 ευρώ, ακόμα και αν δεν συνυπολόγιζε τα ημερομίσθια του προσωπικού που θα απασχολούσε για την εκτέλεση των σωληνουργικών εργασιών που ανέλαβε, μολονότι την καταβολή τους είχε αναλάβει αποκλειστικά αυτός και τούτο παρότι η ειθισμένη αμοιβή για ελασματουργικές εργασίες υπολογίζεται με βάση το κιλό του τοποθετημένου στο υπό ναυπήγηση πλοίο, όπως δεν αμφισβητείται", 4) ότι το συνολικό εργατικό κόστος του εργολάβου για την εκτέλεση των επίμαχων εργασιών ανήλθε σε 73.612 ευρώ, δηλαδή σε χρηματικό ποσό που υπερβαίνει τη συμφωνημένη με την από 15.4.2015 συνολική αμοιβή του και δεν καταλείπει περιθώρια εργολαβικού κέρδους, και 5) ότι στην εικονικότητα μετείχαν αμφότεροι οι συμβληθέντες που προσδοκούσαν οικονομικό όφελος συνιστάμενο, για μεν τον εργολάβο στην απομείωση του ποσού της αμοιβής του επί της οποίας η αρμόδια φορολογική αρχή θα υπολόγιζε το φόρο εισοδήματος που θα του αναλογούσε και για δε την εργοδότρια στην ελάττωση του ποσού που θα έπρεπε να παρακρατήσει από την εργολαβική αμοιβή, ώστε να το καταβάλει εξ ιδίων στη ΔΟΥ του εργολάβου για λογαριασμό του, επιπλέον δε εμφάνιζε με το τρόπο αυτό μειωμένες τις δαπάνες της για τη ναυπήγηση του πλοίου της και απέφευγε τον τραπεζικό δανεισμό, που θα ήταν αναγκαίος ενόψει της ανεπάρκειας μετοχικού κεφαλαίου της, ύψους 400.000 ευρώ, δεδομένου ότι το συνολικό κόστος της ναυπήγησης του πλοίου ανήλθε σε 1.800.000 ευρώ.
Επομένως, οι τρίτος, τέταρτος, κατά τα οικεία σκέλη τους, και έβδομος (όχι όγδοος όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) λόγοι, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι. Οι προβαλλόμενες με τους ίδιους ως άνω λόγους λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα της τελευταίας που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2021, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 322/2011).
Με τον τρίτο λόγο, κατά το οικείο σκέλος του, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, την από 15.4.2015 ιδιωτική συμφωνία, που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε και ειδικά το τελευταίο εδάφιο του όρου 1 του υπό στοιχείο Ε τίτλου (Λοιποί Όροι) και το οποίο ορίζει ότι η παρούσα από 15.4.2015 συμφωνία αποτελεί τη μοναδική συμφωνία, πράγμα που σημαίνει ότι η προβολή με την αγωγή και η παραδοχή από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν ισχύει το αναφερόμενο στη σύμβαση εργολαβικό αντάλλαγμα αλλά ισχύει αυτό που αναφέρεται στην αγωγή, τελεί σε αντίθεση με τον ανωτέρω όρο.
Ωστόσο, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου...... και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεώς του, από τις ........ένορκες, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς βεβαιώσεις..........
καθώς και από το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν.....", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), στην οποία γίνεται ειδική μνεία του εν λόγω από 15.4.2015 ιδιωτικού συμφωνητικού, καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό και δεν το αγνόησε.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.
Α.Π. 3/1997), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 1266/2020, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 185/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το οικείο σκέλος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, προς αντίκρουση του ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου περί εικονικότητας του από 15.4.2015 ιδιωτικού συμφωνητικού, όσον αφορά το εργολαβικό τίμημα και τον υπολογισμό της αμοιβής κατ' αποκοπή, σύμφωνα με τον οποίο δεν υπάρχει φορολογικός λόγος για τον οποίο οι πλοιοκτήτριες εταιρείες, όπως η αναιρεσείουσα, να θέλουν να δηλωθεί χαμηλότερο εικονικό τίμημα, αφού η σύμβαση για ναυπηγικές εργασίες δεν υπόκειται σε χαρτόσημο και απαλλάσσεται από ΦΠΑ, δεν υπάρχει φόρος εισοδήματος για τα πλοία, αφού πληρώνεται φόρος εισοδήματος με βάση την χωρητικότητα, σύμφωνα με το ν.27/1975 που εξαντλεί κάθε φορολογική υποχρέωση, αλλά και να υπήρχε φόρος εισοδήματος οι πληρωμές από τις πλοιοκτήτριες αποτελούν δαπάνες για αυτές και όχι εισόδημα και συνεπώς θα μείωναν αυτές το καθαρό φορολογητέο εισόδημα τους.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, εφόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός συνιστά απλό επιχείρημα της αναιρεσείουσας διαδίκου, προς αντίκρουση ανταποδεικτικά του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου περί εικονικότητας του από 15.4.2015 ιδιωτικού συμφωνητικού, στο οποίο αναγραφόταν ως τίμημα για την εκτέλεση των ελασματουργιών και σωληνουργικών εργασιών το κατ' αποκοπή ποσό των 70.000 ευρώ, και συνεπώς δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη και για το λόγο αυτό δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔικ.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού με πρόσχημα την επικαλούμενη πλημμέλεια, πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτίμηση των αποδείξεων, από το Εφετείο.
Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (Ολ.ΑΠ 2/2008, 346/2016, ΑΠ 262/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου και ειδικά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το δεχτεί ότι το από 15.4.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο αναγραφόταν ως τίμημα για την εκτέλεση των ελασματουργιών και σωληνουργικών εργασιών το κατ' αποκοπή ποσό των 70.000 ευρώ είναι εικονικό και ότι το πραγματικό συμφωνημένο εργολαβικό αντάλλαγμα για μεν τις ελασματουργικές εργασίες το ποσό των 2 ευρώ ανά κιλό πλήρως τοποθετημένου σιδηροϋλικού και για τις σωληνουργικές εργασίες το τίμημα το προσδιορίστηκε με βάση το μήκος, τη διάμετρο και την τιμή μονάδας των τοποθετημένων σωλήνων, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού από το ιδιωτικό συμφωνητικό ως συμφωνημένο πραγματικό τίμημα ήταν το κατ' αποκοπή ποσό των 70.000 ευρώ.
Ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, από την επιτρεπτή επισκόπηση, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εν λόγω έγγραφου, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που περιέχονται στο έγγραφο αυτό, μαζί με τα λοιπά έγγραφα, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί η αναιρεσείουσα και ειδικά ότι το αναγραφόμενο στο εν λόγο ιδιωτικό συμφωνητικό ως κατ' αποκοπή τίμημα των 70.000 ευρώ είναι εικονικό και ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα που πράγματι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ήταν το ποσό των 2 ευρώ ανά κιλό τοποθετημένου σιδηροϋλικού.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται η δικονομική αίτηση παροχής έννομης προστασίας που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 255/1993, 1300/1992).
Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ενδίκου μέσου (ΑΠ 62/2019). Ως μη αιτηθέν δε, του οποίου η επιδίκαση ιδρύει το λόγο αυτό αναιρέσεως, είναι αυτό που δεν αποτελεί περιεχόμενο τέτοιας αιτήσεως (ΑΠ 658/2001), ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (άρθρο 106 ΚΠολΔ), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις, που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 585/2019).
Συνεπώς, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε αυτό που ζητήθηκε με την αγωγή (ΑΠ 793/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο κατά το οικείο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί επιδίκασης μη αιτηθέντος αιτήματος και ειδικά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε πέραν των όσων με την αγωγή ζητήθηκαν τόσο γιατί δεν υπήρχε ειδικό αίτημα για την κήρυξη της ακυρότητας της σύμβασης λόγω εικονικότητας, όσο και γιατί από το όλο ιστορικό της αγωγής προκύπτει ότι ως εικονικό πλήττεται το τίμημα των 70.000 ευρώ και όχι ο χαρακτηρισμός της αμοιβής ως κατ' αποκοπή και παρόλα αυτά η προσβαλλόμενη έκρινε πέραν της εικονικότητας του τιμήματος, ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή έπρεπε να υπολογιστεί απολογιστικά και ότι το ποσό των 2 ευρώ ανά κιλό πλήρως τοποθετημένου σιδηροϋλικού είναι ειθισμένο εργολαβικό αντάλλαγμα.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από την επισκόπηση της αγωγής, όπως ανωτέρω αναφέρεται, συνάγεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάστηκε το αιτηθέν με την αγωγή εργολαβικό αντάλλαγμα που συμφωνήθηκε στο ποσό των 2 ευρώ ανά κιλό τοποθετημένου σιδηροϋλικού, καταβλητέο μετά την ολοκλήρωση των εργασιών και την παράδοση του έργου, ενώ το αναφερόμενο στο ιδιωτικό συμφωνητικό ως κατ' αποκοπή ποσό των 70.000 ευρώ δεν αποτελεί σοβαρή δήλωση βούληση των συμβαλλόμενων παρά μόνο φαινομενική και κατά συνέπεια είναι εικονικό, την εν λόγω δε εικονικότητα και τη συνακόλουθη ακυρότητα του παραπάνω συμφωνητικού ως προς τον καθορισμό της αμοιβής συνολικά (ποσό και τρόπο υπολογισμού) σαφώς επικαλέστηκε με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος, χωρίς να είναι αναγκαίο να συμπεριλάβει ειδικό αίτημα στην αγωγή του.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο δεν ερεύνησε αίτημα της αγωγής που, απορρίφθηκε πρωτοδίκως ή που έγινε κατά ένα μέρος δεκτό χωρίς να έχει παραπονεθεί ο ενάγων, ως εκκαλών, για την απόρριψη ή για τη μερική παραδοχή του (ΑΠ 197/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 17.1.2019 έφεσης και των από 8.4.2019 πρόσθετων λόγων η ενάγουσα ναυτική εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα παραπονέθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης μόνο κατά το μέρος που έκρινε το από 15.4.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό ως εικονικό, ως προς το αναγραφόμενο σ' αυτό ως αμοιβή του εργολάβου αναιρεσίβλητου κατ' αποκοπή ποσό των 70.000 ευρώ και συνακόλουθα ως προς το ύψος του εργολαβικού ανταλλάγματος, που προσδιορίστηκε απολογιστικά και ανήλθε στο ποσό των 243.595,08 ευρώ, ενώ κανένα παράπονο δεν πρόβαλε κατά το μέρος που έγινε μερικά δεκτό το αίτημα της αγωγής της για καταδίκη του αναιρεσίβλητου σε δήλωση βούλησης προς υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης- παραλαβής του ρυμουλκού πλοίου "Χ." υπό τον όρο ταυτόχρονης καταβολής της αμοιβής του που ανέρχεται στο ανωτέρω ποσό.
Είναι γεγονός ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε απορριπτέους την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της αναιρεσείουσας και δέχθηκε κατά ένα μέρος την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε στο σύνολο την πρωτόδικη απόφαση για την ενότητα της εκτέλεσης, όπως ρητά αναφέρεται σ` αυτή, και παρά ταύτα, αν και αναφέρεται ρητώς στο αιτιολογικό της, δεν περιέλαβε στο διατακτικό της απόφασης τη διάταξη της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος σε δήλωση βούλησης προς υπογραφή του πρωτόκολλου παράδοσης- παραλαβής, ως προς την οποία διάταξη δεν είχε εκκληθεί η απόφαση, πλην όμως η παράλειψη αυτή δεν συνιστά τον από τον αριθ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, αφού η υπόθεση ως προς το αίτημα αυτό δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, οφειλόμενη δε σε πρόδηλη παραδρομή μπορεί να θεραπευθεί με συμπλήρωση της απόφασης κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ.
Συνεπώς ο έκτος (αναφερόμενος ως έβδομος στο αναιρετήριο) λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από την εν λόγω διάταξη είναι αβάσιμος. Επιπροσθέτως, η αιτίαση τη αναιρεσείουσας περί πλημμέλειας της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ.15 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παρά το νόμο ανάκληση οριστικής απόφασης, είναι προεχόντως απαράδεκτη, ως αόριστη, καθόσον ουδόλως αναφέρεται η ανακληθείσα διάταξη και το περιεχόμενο αυτής, σε κάθε δε περίπτωση, εφόσον η αιτίαση αφορά τη διάταξη της πρωτόδικης απόφασης για την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, αφού οι φερόμενες ως ανακαλούσα και ανακαλουμένη αποφάσεις δεν είναι του ίδιου δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος (ΑΠ 964/2020, ΑΠ 140/2006).
Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος νομίμως κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.10.2020 αίτηση της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 555/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ