Supreme Court annuls personal detention order for debt collection but remands case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the single-instance court's order for personal detention to enforce a debt judgment of 10,375 euros arising from a tort claim. The appellant argued that personal detention was legally impermissible because the debt claim existed before the relevant law raised the monetary threshold for such measures. The court agreed, ruling that the detention order violated the statutory limit, while remanding the case for a new trial on the merits and ordering cost sharing.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 C.P.D.; Art. 560 C.P.D. (as amended by Law 4335/2015): Personal detention as a coercive execution measure is permitted only for specific claims exceeding the statutory threshold; if the threshold was not met at the time the claim arose, the measure is invalid and the case must be remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1454 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1454/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κορωναίο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Α. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/2/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κυθήρων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1526/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/5/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την προσκομιζόμενη από τον, επισπεύδοντα τη συζήτηση, αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. .../19-11-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Θ. Β., προκύπτει ότι με επιμέλειά του, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ) αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού της για την αρχική δικάσιμο της 18-05-2020, οπότε η συζήτηση αυτής ματαιώθηκε κατά τη διάρκεια της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων (από 13-3-2020 έως 31-05-2020). Στη συνέχεια, η συζήτηση της υπόθεσης επαναπροσδιορίσθηκε, αυτεπαγγέλτως, με την από 09-07-2020 Πράξη της Προέδρου του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ενώ η εγγραφή της στο οικείο πινάκιο, έγινε με πρωτοβουλία του Γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 του Ν. 4690/2020 (ΦΕΚ Α' 104/30-05-2020). Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ...
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018). Από το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή ή όταν απέδωσε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, την έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν τον εφάρμοσε στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφάρμοσε τον κανόνα, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988).
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος ή να κρίνει, τελικά, ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998).
Η έλλειψη, όμως, εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία, όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικά επί αποφάσεων Ειρηνοδικείου, αφού δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγος αντίστοιχος του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 494/2018, ΑΠ 127/2018, ΑΠ 853/2017).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Για τη διαμόρφωση έτσι της αποδεικτικής κρίσεως του δικαστή, ως προς την επέλευση και το ύψος της εν λόγω ζημίας στο μέλλον, ο νόμος αρκείται σε πιθανολόγηση και δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη. Ως εκ τούτου η ανωτέρω διάταξη έχει μικτό χαρακτήρα, δηλαδή είναι ουσιαστική, ως προς τον καθορισμό από αυτή των παραγωγικών της εν λόγω αξιώσεως στοιχείων, και δικονομική, ως προς την επάρκεια της πιθανολογήσεως του διαφυγόντος κέρδους.
Κατά συνέπεια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί της υπάρξεως ή μη πιθανότητας επελεύσεως της μελλοντικής ζημίας, ως αναγόμενη στην εκτίμηση της εξελίξεως πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1932/2017, ΑΠ 1385/2012). Εξάλλου, όταν ζητείται αποζημίωση λόγω διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή τα συγκεκριμένα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί και καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια (Ολ.ΑΠ 20/1992).
Δεν είναι απαραίτητο όμως να αναγράφεται στην αγωγή και ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να αφαιρείται η εξοικονομηθείσα, ούτε να εξειδικεύονται τα προσδίδοντα τη δυναμική του προσδοκώμενου κέρδους στοιχεία με αναφορά συγκεκριμένων συναλλαγών, προσώπων και παραστατικών. Επίσης, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ο αιτούμενος την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντος κέρδους πρέπει και αρκεί να προσδιορίζει αυτή με βάση ένα ή περισσότερα αριθμητικά μεγέθη (όπως είναι και η αγοραία τιμή ενός εμπορεύματος ή η αγοραία αμοιβή μιας υπηρεσίας σε ορισμένο τόπο και χρόνο), το οποίο, κατά την κοινή περί τούτου αντίληψη και το συνήθως συμβαίνον, είναι ή δύναται να γίνει γνωστό στους συναλλασσομένους του επαγγελματικού χώρου των διαδίκων και κυρίως εκείνου του εναγομένου, και, έτσι να είναι περαιτέρω δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής εκτίμησης και απόδειξης (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 496/ 2016, ΑΠ 730/2015).
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου, καθώς και τον δεύτερο, αλληλοσυμπληρούμενους, αναιρετικούς λόγους, τους οποίους ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως από τους αριθμούς 1 και 5, αντίστοιχα, του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον δεν απέρριψε την αγωγή του αναιρεσίβλητου λόγω αοριστίας, αφού:
α) για τον προσδιορισμό του ύψους της θετικής του ζημίας δεν εξειδικεύει στο δικόγραφο της αγωγής του, επί λέξει: "...πόσα μέτρα περίπου της ξερολιθιάς επισκευάσθηκαν, πόσο μεγάλα ή μικρά ήταν τα ρήγματα που προκλήθηκαν σ' αυτήν από τα ζώα, πόσο ήταν το πάχος και το ύψος της ξερολιθιάς στα σημεία των ρηγμάτων, ποια ήταν η τιμή ανά μέτρο αποκαταστάσεως της ζημίας της ξερολιθιάς, σε ποια κατάσταση ήταν η ξερολιθιά στα σημεία προκλήσεως των ρηγμάτων (αν αυτή ήταν σε καλή κατάσταση ή όχι, λόγω παλαιότητας).
β) για τον προσδιορισμό του ύψους της αποθετικής ζημίας του (διαφυγόν κέρδος): "...δεν εξειδικεύει στο δικόγραφο της αγωγής του τα στοιχεία εκείνα και τα περιστατικά που θεμελιώνουν τα κονδύλια της αποθετικής του ζημίας, λόγω της καταστροφής της εσοδείας κριθαριού, βίκου, ρεβυθιών και ειδικότερα τις περιστάσεις και τις συνθήκες που καθιστούν πιθανή την είσπραξη των καθαρών ετήσιων κερδών, μετά την αφαίρεση των απαιτούμενων δαπανών για την πραγματοποίηση των συγκεκριμένων γεωργικών εργασιών (π.χ.
μίσθωση εργατών, αγορά πρώτων υλών και υλικών, δαπάνη συγκομιδής προϊόντων κ.λ.π.), καθώς και τα στοιχεία για τις πωλήσεις αντίστοιχων προϊόντων που πραγματοποίησε τα αμέσως προηγούμενα χρόνια, καθώς και στοιχεία για τα ακαθάριστα και καθαρά έσοδά του των προηγούμενων ετών, ώστε συγκρινόμενα μεταξύ τους να καταδείξουν την μείωση των εσόδων του αντιδίκου, συνεπεία της ζημίας που δήθεν υπέστη ούτος από την παράνομη είσοδο στο κτήμα τον των ζώων μου.
Ακόμη, δεν αναφέρει τα κρίσιμα εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι θα παρήγαγε πράγματι διακόσια (200) κιλά μέλι επιπλέον αυτών που παρήγαγε το έτος 2008, λαμβανομένου υπόψη τον γεγονότος ότι οι μέλισσες διανύουν χιλιόμετρα για αναζήτηση γύρης και δεν περιορίζονται γύρω από την κυψέλη τους και εντός του συγκεκριμένου αγροκτήματος προς ανεύρεσή της.
Ούτε αναφέρει ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) την ποσότητα μελιού που θα του απέδιδε κάθε κυψέλη, κατά το έτος 2008, αν δεν είχαν καταστραφεί τα μελιτογόνα φυτά του αγροκτήματός του. Ούτε αναφέρει επίσης την ποσότητα μελιού που του απέδωσαν οι συγκεκριμένες κυψέλες το προηγούμενο έτος, ήτοι το 2007 ή το επόμενο έτος, ήτοι το 2009...".
Και, γ) δεν εξειδικεύει: "...ως προς το κονδύλι της ηθικής βλάβης... τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ιδία το βλαπτικά αποτέλεσμα και η επελθούσα περιουσιακή μείωση αναγράφονται στο δικόγραφο αυτής κατά τρόπο αόριστο και αντιφατικό, κατά τα αναλυτικώς πιο πάνω αναφερόμενα...".
Ωστόσο, οι ανωτέρω αιτιάσεις αφορούν ποσοτική, και όχι νομική, αοριστία της αγωγής, η οποία δεν συναρτάται με την ίδρυση των επικαλουμένων πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 5 άρθρου 560 ΚΠολΔ, αλλά αυτής του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πλην, όμως, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν ιδρύεται τέτοιος λόγος από το άρθρο 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.
Επομένως, οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι.
ΙΙΙ. Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων μέμφεται το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο ότι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον: "...χωρίς καθόλου αιτιολογίες, άλλως με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, δέχθηκε ότι, συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς μου, ο ενάγων (ων αναιρεσίβλητος) υπέστη, εκτός των άλλων, και αποθετική ζημία από την καταστροφή της εσοδείας του κριθαριού, βίκου και ρεβυθιών, την οποία υπολόγισε στο συνολικό ποσά των 2.025 €, από την απώλεια παραγωγής μελιού, την οποία υπολόγισε στο συνολικό ποσό των 4.400 €, καθώς και από την καταστροφή το αμπελιού του αποτελούμενου από 100 κλήματα, την οποία υπολόγισε στο συνολικό ποσά των 1500 €...". Ο λόγος αυτός κρίνεται απαράδεκτος, καθόσον, η κρίση του εφετείου ως προς τον τρόπο υπολογισμού και το ύψος της αποθετικής ζημίας του αναιρεσίβλητου, δεν είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεκτική αναιρετικού ελέγχου, κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις του, διότι πλήττεται η, επίσης, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.
ΙV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξία, ενώ κατά την παρ. 2 εδ. β' του ίδιου άρθρου, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 62 παρ.2 του ν. 3994/2011, δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη των 1.500 ευρώ. Με την ως άνω διάταξη (άρθρο 62 παρ. 2 ν. 3994/2011) το εν λόγω χρηματικό όριο αυξήθηκε σε 30.000 ευρώ, ενώ κατά το άρθρο 72 παρ. 12 του ίδιου νόμου (3994/2011), η τροποποιημένη παρ. 2 του άρθρου 1047 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και σε αγωγές που εκκρεμούν κατά τη δημοσίευσή του, η οποία έγινε την 25-7-2011. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, το ως άνω όριο των 30.000 ευρώ, μέχρι του οποίου δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση, ισχύει και για τις εκκρεμείς αγωγές ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον κατά το χρόνο δημοσίευσης του νόμου αυτού δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί αγωγής, με την οποία ζητείται προσωπική κράτηση για απαίτηση από αδικοπραξία (ΑΠ 26/2018, ΑΠ 308/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο, αν και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο, λόγω αδικοπραξίας, αποζημίωση για θετικές και αποθετικές ζημίες, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης το ποσό των 10.375 ευρώ, εντούτοις απείλησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος προσωπική κράτηση τριάντα (30) ημερών ως μέσο εκτελέσεως της απόφασης. Πράγματι, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ένδικη, από 05-02-2010, αγωγή, μετά από εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη, εκδικάστηκε από το Εφετείο μετά τη δημοσίευση του ν. 3994/2011 (στις 18-05-2019), ήτοι ήταν εκκρεμής ενώπιον αυτού μετά την ισχύ του νόμου και την αύξηση του σχετικού ορίου. Επομένως, η επιδικασθείσα απαίτηση δεν ήταν δεκτική απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως ως μέσου αναγκαστικής εκτελέσεως και ο εξεταζόμενος λόγος της αιτήσεως, κατά το προαναφερθέν σκέλος του, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς το κεφάλαιο με το οποίο απαγγέλθηκε προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση της επιδικασθείσας χρηματικής απαιτήσεως ποσού 10.375 ευρώ, προερχομένης από αδικοπρακτική συμπεριφορά του ήδη αναιρεσείοντος, εναγομένου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της αγωγής και η υπόθεση, ως προς το αναιρεθέν μέρος, δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα διότι, από τα όσα αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του αναιρετικού λόγου που ευδοκίμησε, το κεφάλαιο περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως ελέγχεται ως μη νόμιμο. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό και να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων τα εκατέρωθεν έξοδα της αναιρετικής δίκης, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας της κάθε πλευράς (ΚΠολΔ 178, 183και191παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1526/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, μόνο ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας εκ νέου επί της από 05-02-2010 αγωγής, που είχε κατατεθεί ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κυθήρων (αρ. εκθ. κατ. …/2010).
Απορρίπτει την αγωγή, ως προς το κεφάλαιο περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως.
Και, Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ