Legislator Case Law & Legislation
1454/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding no error in evidence assessment.

Case Number 1454/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of First Instance's decision. The appellant argued that the appellate court failed to consider a specific sworn affidavit submitted by a witness. The court found that the appellate judgment explicitly referenced the admission of this evidence alongside other proofs, making the appellant's claim of omission baseless. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider specific evidence is inadmissible if the contested judgment explicitly states that all submitted evidence was taken into account, leaving no room for doubt regarding the court's assessment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence assessment sworn affidavit Code of Civil Procedure legal costs appellate review omission of evidence

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 681 of the Civil Code
Article 700 of the Civil Code
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 8/2016
Supreme Court 23/2008
Supreme Court 249/2019
Supreme Court 306/2018
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1454 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1454/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σκούφο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δ. Γ. και την Ι. Κ., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευάγγελου Καβελαρά και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/9/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 12/10/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3126/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1593/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/6/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με την κρινόμενη από 12-6-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 1593/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 3126/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 12-12-2012 αγωγή αυτής και είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 26-9-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την ως άνω έφεση. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται όμως απ' αυτόν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί.

Κατά την ως άνω διάταξη μόνο ο εργοδότης δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση, η σχετική δε καταγγελία είναι δικαιοπραξία μονομερής και αναιτιώδης, δηλαδή το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από ορισμένο λόγο ή από οποιαδήποτε προϋπόθεση και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο. Επίσης, η ως άνω διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ περιέχει κανόνα ενδοτικού δικαίου, γι' αυτό είναι ισχυρές αντιθέτου περιεχομένου συμφωνίες, με τις οποίες ορίζεται διαφοροποίηση στη ρύθμιση από εκείνη της διάταξης.

Επομένως, με αντιθέτου περιεχομένου συμφωνίες, μπορεί να περιορίζεται το δικαίωμα του εργοδότη από το άρθρο 700 ΑΚ ή, να καταλύεται, δηλαδή να χωρεί έγκυρη παραίτηση του εργοδότη από το δικαίωμα καταγγελίας ή ανάκτηση του δικαιώματος από τον εργοδότη, όπως απαλλαγή από καταβολή αμοιβής ή να περιορίζεται η υποχρέωση σε ορισμένο ποσοστό ή να ορίζεται ποινική ρήτρα, σε περίπτωση καταγγελίας, η οποία αντικαθιστά τις υποχρεώσεις από τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, ή είναι πέραν αυτών (ΑΠ 1229/2017, ΑΠ 71/2016, ΑΠ 358/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 326/2018).

Περαιτέρω, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων. Υπό την προϋπόθεση αυτή το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει τους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, καίτοι δέχθηκε κενό ή ασάφεια έστω και έμμεσα, είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η σύμβαση είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.

Εξάλλου, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτήν, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.

Ειδικότερα, δε τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 416/2018, ΑΠ 245/2018, ΑΠ 1665/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή, μετά από εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα-εναγόμενη είχε αναλάβει, ως υπεργολάβος, καθήκοντα πολιτικού μηχανικού στο έργο με τίτλο: 'Επέκταση μονάδας παραγωγής ενέργειας- Συρία" ("Extension of Deir AN CCPP - Syria"), που εκτελούνταν στην πόλη ...

της Συρίας. Με το από 7-2-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, που τιτλοφορείται "Σύμβαση Έργου" και υπεγράφη από την εναγόμενη-εκκαλούσα, υπό την ιδιότητα της εργοδότριας και από την ενάγουσα-εφεσίβλητη, υπό την ιδιότητα της εργολάβου, η τελευταία ανέλαβε να εκτελέσει το έργο του υπευθύνου κατασκευής στο προαναφερθέν έργο, με τα ειδικώς, στο άρθρο 2 της σύμβασης, απαριθμούμενα, όχι όμως περιοριστικά, καθήκοντα, που συνίσταντο στη γνώση εκ μέρους του των συμβατικών υποχρεώσεων και των διαδικασιών, που απαιτούνταν για την εκτέλεση του έργου, στην έγκαιρη και έντεχνη οργάνωση των απαραίτητων διαδικασιών και εργασιών σε συνεργασία με τον εργοταξιάρχη και τον υπεύθυνο του έργου, στην ορθή οργάνωση και κατανομή του εργατικού δυναμικού της εργοδότριας εταιρείας, των υπεργολάβων, των υλικών, των προμηθειών και των εργασιών, ώστε να πληρούνται οι τεχνικές και ποιοτικές απαιτήσεις του πελάτη και της εργοδότριας και να επιτυγχάνεται η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη παραγωγικότητα με το μικρότερο κόστος, στη γνώση των υποχρεώσεων ασφάλειας και ποιότητας και στην οργάνωση του εργοταξίου σύμφωνα με αυτές, στη διαμόρφωση εβδομαδιαίου χρονοδιαγράμματος και στην τήρηση αυτού και, τέλος, στην ενημέρωση, σε εβδομαδιαία βάση, του εργοταξιάρχη και της εργοδότριας, σχετικά με την πορεία των εργασιών και των τεχνικών προβλημάτων, που αντιμετώπιζε.

Η αμοιβή για την παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών ορίστηκε στο ποσό των εβδομήντα οκτώ χιλιάδων ευρώ (78.000), καταβαλλόμενη σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις ύψους έξι χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (6.500) έκαστη, πλέον των νομίμων κρατήσεων, που βάρυναν την εργοδότρια. Ως προς τη διάρκεια της σύμβασης με το άρθρο 3 αυτής, συμφωνήθηκε δοκιμαστική διάρκεια τριών μηνών, έως την 6-5-2011, μετά δε απ' αυτή επέκταση αυτής έως την 6-2-2012, δηλαδή για συνολικό χρονικό διάστημα ενός έτους.

Η συμφωνία αυτή για δοκιμαστική περίοδο τριών μηνών δεν ήταν εικονική, όπως εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Η ενάγουσα-εφεσίβλητη προς εκπλήρωση της αναληφθείσας υποχρέωσης της, είχε αποστείλει, ήδη, από την 1-2- 2011 στον τόπο της παροχής των υπηρεσιών τον διπλωματούχο πολιτικό μηχανικό, Δ. Γ., ο οποίος από κοινού με την Ι.

Κ. που θα ασκούσε καθήκοντα γραμματειακής υποστήριξης, εγκαταστάθηκαν στη ... της Συρίας. Η ενάγουσα-εφεσίβλητη, από την 7-2-2011, δια του πολιτικού μηχανικού Δ. Γ., εκτελούσε επιτυχώς το αναληφθέν έργο των καθηκόντων του υπευθύνου κατασκευής του ως άνω έργου. Η παρουσία του Δ. Γ. ήταν καθημερινή στο εργοτάξιο, εργαζόταν για τουλάχιστον 10 ώρες ημερησίως και αντιμετώπιζε επιτυχώς όλα τα τεχνικά θέματα.

Την 6-5-2011, με την ολοκλήρωση της δοκιμαστικής περιόδου των τριών μηνών οι διάδικοι συνέχισαν τη συνεργασία τους. Με τον τρόπο αυτό επεκτάθηκε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έως την 6-2-2012, καθισταμένης της σύμβασης ετήσιας. Αιφνιδιαστικά, περί τα τέλη του μηνός Μαΐου του έτους 2011, η εναγομένη-εκκαλούσα, επικαλούμενη πλημμελή εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας-εφεσίβλητης, κατήγγειλε τη σύμβαση έργου και ζήτησε από τον Δ.

Γ. να απομακρυνθεί από το εργοτάξιο. Με το άρθρο 6 παρ. 2 της σύμβασης, συμφωνήθηκε, εγκύρως, η δυνατότητα της εναγομένης-εκκαλούσας, ως εργοδότριας να καταγγείλει τη σύμβαση έργου, σε περίπτωση αθέτησης από την ενάγουσα-εφεσίβλητη των όρων της σύμβασης, μετά από έγγραφη ενημέρωση της εφεσίβλητης ως προς τα σημεία αθέτησης των όρων της σύμβασης, με την ταυτόχρονη απαλλαγή της εκκαλούσας από την υποχρέωση καταβολής εργολαβικής αμοιβής για το μετά την καταγγελία χρονικό διάστημα.

Όμως, ανεξάρτητα του ότι δεν αποδείχθηκε έγγραφη ενημέρωση της εφεσίβλητης για οποιαδήποτε παράβαση των όρων της σύμβασης, ουδεμία αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων της εφεσίβλητης επιβεβαιώθηκε. Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι ο προστηθείς της εφεσίβλητης Δ. Γ., δεν προσήλθε στις ενημερωτικές συναντήσεις στις 24-2-2011 και 24-3-2011 μεταξύ κυρίου του έργου, αναδόχου του έργου και υπεργολάβου.

Όμως, δεν αποδείχθηκε ότι ο Δ. Γ. κλήθηκε για να παρασταθεί στις συναντήσεις αυτές. Να σημειωθεί ότι, πριν την άσκηση της από 26-9-2011 αγωγής της εφεσίβλητης, ουδεμία διαμαρτυρία διατυπώθηκε από την εκκαλούσα για πλημμελή άσκηση των καθηκόντων της εφεσίβλητης και ειδικότερα ως προς τη μη συμμετοχή του προστηθέντος της εφεσίβλητης στις παραπάνω συναντήσεις.

Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι ειδοποίησε πριν την συμπλήρωση των τριών μηνών την εφεσίβλητη, ότι η σύμβαση δεν θα παραταθεί μετά τη λήξη της τρίμηνης δοκιμαστικής περιόδου δεν αποδείχθηκε. Η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνέχιση της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και μετά την 6-5-2011 ενισχύεται ιδιαίτερα από το ότι α) ο Δ.

Γ. συνέχισε να εργάζεται, επί 10 ώρες ημερησίως στο εργοτάξιο της εκκαλούσας, μέχρι το τέλος του μηνός Μαΐου του έτους 2011 και β) η εκκαλούσα κατέβαλε τη συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή για το μήνα Μάιο του έτους 2011 στην εφεσίβλητη. Επομένως, για την καταγγελία της σύμβασης έργου που πραγματοποιήθηκε από την εκκαλούσα, εργοδότρια, περί τα τέλη του μηνός Μαΐου του έτους 2011, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 6 παράγραφος 2 της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, αφού δεν προέκυψε αθέτηση των όρων της σύμβασης από την εφεσίβλητη, εργολάβο, αλλά η διάταξη του άρθρου 700 του ΑΚ και η εκκαλούσα οφείλει τη συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή έως τη λήξη της συμβατικής σχέσης, την 6-2-2012.

Η εργολαβική αμοιβή του για το χρονικό διάστημα από 7-2-2011 έως 6-2-2012 συμφωνήθηκε, μεταξύ των διαδίκων, στο χρηματικό ποσό εβδομήντα οκτώ χιλιάδων ευρώ (78.000), καταβαλλόμενη σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ύψους έξι χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (6.500) έκαστη, πλέον του παρακρατηθέντος φόρου 20% που είχε συμφωνηθεί να βαρύνει την εκκαλούσα.

Επομένως, η εργολαβική αμοιβή, για το ως άνω χρονικό διάστημα ανερχόταν στο χρηματικό ποσό των ενενήντα τριών χιλιάδων εξακοσίων ευρώ (78.000 Χ 20% = 15.600 + 78.000 - 93.600). Η εκκαλούσα κατέβαλε στην εφεσίβλητη σαράντα χιλιάδες (40.000) και οφείλει πενήντα τρεις χιλιάδες εξακόσια (53.600). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα, δέχθηκε ως εν μέρει βάσιμη την από 26-9-2011 αγωγή της εφεσίβλητης και υποχρέωσε την εκκαλούσα να καταβάλει στην εφεσίβλητη το χρηματικό ποσό των πενήντα τριών χιλιάδων εξακοσίων (53.600), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.

Όσα, λοιπόν, για το αντίθετο υποστηρίζει η εκκαλούσα, με τους σχετικούς λόγους έφεσης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 επ. και 700 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 700 ΑΚ, ενόψει του ότι κατά τις επιμέρους παραδοχές του είχαν λάβει χώρα: α) η κατάρτιση της αναφερόμενης από 7-2-2011 σύμβασης έργου μεταξύ των διαδίκων με συμφωνημένη διάρκεια αρχικά δοκιμαστική τριών μηνών έως την 6-5-2011 και δυνατότητα επέκτασης αυτής έως την 6-2-2012, δηλαδή για συνολικό χρονικό διάστημα ενός έτους και συμφωνηθείσα συνολική αμοιβή ύψους 93.600 ευρώ, β) η συνέχιση της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων και μετά την ολοκλήρωση της δοκιμαστικής περιόδου των τριών μηνών την 6-5-2011 και ως εκ τούτου η επέκταση έως την 6-2-2012 της διάρκειας της μεταξύ τους σύμβασης, η οποία έτσι κατέστη ετήσια και γ) η κατάλυση της εν λόγω συμβατικής σχέσης με μονομερή δήλωση (καταγγελία) εκ μέρους της αναιρεσείουσας εργοδότη κατά τα τέλη Μαΐου 2011.

Επιπλέον, η εν λόγω απόφαση κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της δέχθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν εφαρμόζεται το άρθρο 6 παρ. 2 της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, με το οποίο περιορίζεται το δικαίωμα αποζημίωσης του εργολάβου σε περίπτωση λύσης της σύμβασης από πλευράς του εργοδότη και παρέχονται στον εργοδότη περισσότερα δικαιώματα από τα προβλεπόμενα στην εν λόγω διάταξη (700 ΑΚ), υπό την απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση η καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη να έγινε για λόγους αθέτησης από την πλευρά του εργολάβου των όρων της σύμβασης και να προηγηθεί έγγραφη ενημέρωση του τελευταίου από τον πρώτο ως προς τα σημεία αθέτησης των όρων της σύμβασης.

Συγκεκριμένα στην ως άνω απόφαση με σαφήνεια γίνεται δεκτό ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου της σύμβασης είναι η αθέτηση των όρων αυτής και η προηγούμενη έγγραφη ενημέρωση, καθώς και ότι, ανεξάρτητα από το ότι δεν αποδείχθηκε έγγραφη ενημέρωση της εφεσίβλητης για οποιαδήποτε παράβαση των όρων της σύμβασης, δεν επιβεβαιώθηκε ουδεμία αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους της τελευταίας.

Με τα δεδομένα αυτά και λόγω μη εφαρμογής του ως άνω όρου της ένδικης σύμβασης, αλλά της διάταξης του άρθρου 700 ΑΚ, θεμελιώνεται το δικαία)μα της εφεσίβλητης (αναιρεσίβλητης) εργολάβου να απαιτήσει από την εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) εργοδότη το υπόλοιπο της ως άνω συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής της ύψους 53.600 ευρώ μέχρι τη λήξη της συμβατικής σχέσης την 6-2-2012.

Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, δεν δέχθηκε τη συνδρομή ασάφειας, αμφιβολίας ή κενού ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών στην επίδικη σύμβαση και δη ως προς τον προαναφερόμενο έκτο όρο παρ. 2 αυτής για το ζήτημα της άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας από τον εργοδότη, ώστε να καθίσταται αναγκαία η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς διαπίστωση της αληθούς του έννοιας.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ως απαράδεκτο στην πιο πάνω περίπτωση νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση (παραβίαση) δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 1/2019, ΑΠ 206/2019, ΑΠ 78/2011).

Ειδικότερα, μέσω του πιο πάνω λόγου ελέγχονται, εκτός των άλλων, και τα όρια παραδεκτού της μεταβολής της βάσης της αγωγής. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ με την καθιερούμενη αρχή της διάθεσης του αντικειμένου της δίκης το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινήσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Έτσι, ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής επέρχεται, όταν στις προτάσεις που κατατίθενται στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο γίνεται προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (Ολ ΑΠ 2/1994, ΑΠ 522/2002, ΑΠ 1192/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο έφεσής της, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη της σχετικής ένστασης αυτής περί αοριστίας της αγωγής, λόγω απαράδεκτης μεταβολής της ιστορικής της βάσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας-εφεσίβλητης) με τις από 7-10-2015 προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στις οποίες πρόβαλε για πρώτη φορά τον ισχυρισμό της εικονικότητας του άρθρου 3 της μεταξύ τους σύμβασης έργου, όπου ορίζεται ότι η αρχική διάρκεια της σύμβασης είναι τρίμηνη, με δυνατότητα επέκτασής της και ο οποίος (ισχυρισμός) αποτελεί νέα αυτοτελή βάση της αγωγής, αφού αποτελεί νέο και αυτοτελή λόγο επιδίκασης της απαίτησης.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού ο αυτοτελής ισχυρισμός περί εικονικότητας του πιο πάνω όρου της ένδικης σύμβασης έργου προβλήθηκε καθ' υποφοράν από την ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη προς αντίκρουση του ομοίως αυτοτελούς ισχυρισμού της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας περί λήξης της μεταξύ τους σύμβασης στις 7-5-2011, λόγω μη επέκτασής της, πέραν της αρχικής τρίμηνης δοκιμαστικής διάρκειάς της, και συνεπώς η πιο πάνω αναφορά της αναιρεσίβλητης στις προτάσεις της δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, δεδομένου ότι δεν γίνεται προσθήκη νέων περιστατικών, με τα οποία να τροποποιείται ή να αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής, αλλά αυτή παραμένει αμετάβλητη, ερειδόμενη επί της με βάση τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ απαίτησης από τον εργολάβο της συμφωνημένης αμοιβής για όλο το χρόνο διάρκειας (ένα έτος) της ένδικης σύμβασης έργου, μετά την καταγγελία αυτής από τον εργοδότη.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθ. 343/12-1-2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της Α. Χ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών σχετικά με τα ζητήματα της ένδικης αγωγής.

Πλην όμως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν γίνεται ρητή μνεία ( 4° φύλλο 2η σελίδα) περί λήψης υπόψη και της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης, μεταξύ των λοιπών αναφερομένων αποδεικτικών μέσων. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του το ως άνω αποδεικτικό μέσο, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως αποδεικτικό του πόρισμα και την απόρριψη της έφεσης κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.

ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-6-2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 1593/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ