Supreme Court allows appeal against labor court ignoring employee's waiver of termination challenge rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal because the lower court ignored the employee's valid waiver of the right to challenge the termination's validity. The employee had previously declared in writing that he renounced the right to contest the termination, yet the single-member labor court failed to consider this crucial procedural fact. Consequently, the court set aside the lower judgment and remanded the case for retrial by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 156 and 559 no. 8 of the Civil Procedure Code; An employee's written waiver of the right to challenge the validity of a termination is binding, and a labor court's failure to consider such a waiver constitutes a procedural error warranting the annulment of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1454 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1454/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστάσιου Πασσά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Θ. Α. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Δημόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-4-2009 και 9-1-2009 αγωγές αμφοτέρων των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 2759/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4766/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-7-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 652 ΑΚ, ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελέσει με επιμέλεια την εργασία που ανέλαβε και ευθύνεται για τη ζημία που προκαλεί στον εργοδότη από δόλο ή αμέλειά του. Ο βαθμός της επιμέλειας, για την οποία ευθύνεται ο εργαζόμενος, κρίνεται με βάση τη σύμβαση, ενόψει της κατάρτισης ή των ειδικών γνώσεων που απαιτούνται για την εργασία, καθώς και των ικανοτήτων ή ιδιοτήτων του εργαζόμενου, τις οποίες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο εργοδότης.
Με τη διάταξη αυτή, για την ευθύνη του εργαζόμενου υιοθετείται η αρχή της υπαιτιότητας (ΑΚ 330), που αποτελεί το θεμέλιο της αστικής ευθύνης στο ισχύον σύστημα αποζημίωσης, με συνέπεια ο εργαζόμενος να υποχρεούται σε αποζημίωση του εργοδότη για τη ζημία που υπαίτια του προκάλεσε κατά την εκτέλεση της εργασίας, επειδή και ο εργαζόμενος, όπως και κάθε άλλος οφειλέτης, οφείλει να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 288), πολύ δε περισσότερο επειδή η επίδειξη επιμέλειας, προθυμίας, πνεύματος συνεργασίας και εντιμότητας από τον εργαζόμενο έχει στη σύμβαση εργασίας ιδιαίτερη σημασία, λόγω του σημαντικού ρόλου των αμοιβαίως παρεπομένων καθηκόντων πίστης που τη χαρακτηρίζουν.
Έτσι, το απαιτούμενο μέτρο επιμέλειας κρίνεται κάθε φορά από το είδος της εργασίας, τις ικανότητες, την κατάρτιση και τις ειδικές γνώσεις, που έχει ο μέσος τυπικός εκπρόσωπος του συγκεκριμένου επαγγελματικού κύκλου, στις οποίες αποβλέπει κάθε φορά ο εργοδότης. Από την ίδια διάταξη (ΑΚ 652) συνάγεται και ότι ο εργοδότης μπορεί να ζητήσει αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί συμβατικής ευθύνης, χωρίς να αποκλείεται και η αδικοπρακτική ευθύνη ή η ευθύνη για ικανοποίηση ηθικής βλάβης (ΑΠ 729/2015).
Ο εργοδότης που αξιώνει αποζημίωση κατά του μισθωτού με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, οφείλει να επικαλεστεί την παράβαση της υποχρεώσεως του μισθωτού, τη ζημία του, ως και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραβάσεως και της ζημίας. Το πταίσμα του μισθωτού, όπως σε κάθε περίπτωση ενδοσυμβατικής ευθύνης, τεκμαίρεται.
Έτσι, προκειμένου να απαλλαγεί ο μισθωτός από την ευθύνη πρέπει κατ' ένσταση να επικαλεσθεί ανυπαρξία πταίσματός του και, ειδικότερα, ότι κατέβαλε την επιμέλεια που όφειλε και στο βαθμό που μπορούσε σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 652 παρ.2 ΑΚ (ΑΠ 1247/2017, ΑΠ 1642/ 2012, ΑΠ 929/2006).
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 11/2014).
3. Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την παραδεκτά προσβαλλομένη 4766/2015 απόφασή του, ως προς την αγωγή της εργοδότριας εταιρίας, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι ο εναγόμενος και εδώ αναιρεσίβλητος, από το έτος 2006, απασχολήθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως προσωπικό ασφαλείας - οδηγός στην ενάγουσα και εδώ αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, που παρέχει σε τρίτους υπηρεσίες ασφαλούς μεταφοράς χρημάτων, αξιογράφων και πολύτιμων αξιών, για τη διεκπεραίωση των οποίων χρησιμοποιεί ειδικά οχήματα και απασχολεί προσωπικό, ήτοι οδηγούς και συνοδούς.
Ότι τα καθήκοντα του εναγομένου, ο οποίος από το έτος 1995 εργαζόταν σε ομοειδείς επιχειρήσεις και του (αρχικώς) συνεναγομένου του, Α. Α. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), όπως και των άλλων υπάλληλων που απασχολούνται στην ενάγουσα με την ίδια ειδικότητα, συνίσταντο στη δια θωρακισμένων οχημάτων μεταφορά χρημάτων και λοιπών αξιών των πελατών της, κυρίως τραπεζών, ΔΥΟ ή μεγάλων επιχειρήσεων, από και προς τα υποκαταστήματά τους.
Ότι, ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως οδηγός, καθημερινά παραλάμβανε το όχημα της χρηματαποστολής, το οποίο σύμφωνα με το ισχύον πρωτόκολλο υποχρεούταν να ελέγξει ως προς τη σωστή λειτουργία του μηχανολογικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού του, στον οποίο περιλαμβάνονται τα συστήματα ασφαλείας και μαζί με τον Α.
Α., που ήταν ο συνοδός της χρηματαποστολής, παραλάμβαναν και φόρτωναν στο όχημα τα προς μεταφορά χρήματα (εντός του ποσοτικού ορίου που προβλεπόταν για το συγκεκριμένο όχημα) και στη συνέχεια αμφότεροι επιβιβάζονταν στο όχημα, οφείλοντας να έχουν ασφαλισμένες τις θύρες αυτού και κατευθύνονταν στα καταστήματα όπου πραγματοποιούσαν τις μεταφορές.
Ότι όταν έφταναν στα σημεία παράδοσης, ο εναγόμενος οδηγός ήταν υποχρεωμένος να σταθμεύει πλησίον των καταστημάτων και να αναμένει στο όχημα, έχοντας ασφαλισμένες τις θύρες, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς των χρημάτων, την οποία πραγματοποιούσε ο συνοδός του, ο οποίος ήταν υποχρεωμένος να έχει μαζί του το εταιρικό κινητό τηλέφωνο και το φορητό ασύρματο ενδοεπικοινωνίας, τα οποία παραλάμβανε ο ίδιος καθημερινά από τον υπεύθυνο υλικών της εταιρίας, μαζί με αλεξίσφαιρο γιλέκο, κιβώτιο ασφαλούς μεταφοράς αξιών χρώματος καπνού (VΤC) και σάκους μεταφοράς και όφειλε να μεταφέρει στα καταστήματα ένα σάκο κάθε φορά.
Ότι ο οδηγός και o συνοδός είχαν εκπαιδευθεί ειδικώς στα καθήκοντά τους, αντίστοιχα και είχαν ενημερωθεί σχετικά με τις ως άνω διαδικασίες ασφαλείας για τη διενέργεια χρηματαποστολών, τόσο γραπτά όσο και προφορικά. Ότι, ειδικότερα, είχαν χορηγηθεί σ' αυτούς γραπτές αναλυτικές οδηγίες με τα καθήκοντα - ενέργειες και τις ακολουθούμενες διαδικασίες για τον εναγόμενο, οδηγό του οχήματος και για το συνοδό της χρηματαποστολής.
Ότι η ενάγουσα διαθέτει ασφαλιστική κάλυψη σε αντασφαλιστικούς οίκους κατά του κινδύνου ληστείας ή απώλειας των χρημάτων των πελατών της, που διακινούνται με τα οχήματα χρηματαποστολών, υπό τον αυτονόητο όρο και προϋπόθεση ότι το πλήρωμα του οχήματος (οδηγός και συνοδός) έχει τηρήσει τις διαδικασίες και τους κανονισμούς ασφαλούς διενεργείας χρηματαποστολών της εταιρίας.
Ότι το έτος 2008, ο εναγόμενος και ο Α. Α. αποτελούσαν πλήρωμα του ... ιδιωτικής χρήσης οχήματος ιδιοκτησίας της εργοδότριας εταιρίας, το οποίο έφερε ειδική θωράκιση και αλεξίσφαιρα τζάμια και ήταν μισθωμένο στην πελάτισσα της, ... της Ελλάδος, προκειμένου να εκτελεί χρηματαποστολές αποκλειστικά μεταξύ των υποκαταστημάτων αυτής, σε εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων που είχε αναλάβει η ενάγουσα.
Ότι το εν λόγω όχημα διαθέτει χώρο πληρώματος (καμπίνα), πίσω από την καμπίνα βρίσκεται μικρός προθάλαμος που επικοινωνεί με την καμπίνα με ενδιάμεση θύρα, καθώς και ο χώρος - χρηματοκιβώτιο μεταφοράς των αξιών (vault) που επικοινωνεί με τον προθάλαμο με πόρτα ασφαλείας. Ότι το όχημα αυτό διαθέτει: α) ειδικό σύστημα ασφαλείας (interlock) που επιτρέπει να είναι ανοικτή κάθε φορά μια μόνο από όλες τις πόρτες του οχήματος, ώστε, αν για οποιονδήποτε λόγο ανοίξουν συγχρόνως περισσότερες από μια πόρτες του οχήματος, τότε να ενεργοποιείται το σύστημα αυτό και μέσω τηλεματικής να στέλνει στον κεντρικό σταθμό λήψης σημάτων της εταιρίας ειδοποίηση για παραβίαση, β) σύστημα τηλεματικής, που εφόσον σε περίπτωση ληστείας, βίαιης επίθεσης ή άλλης κακόβουλης ενέργειας ενεργοποιηθεί, παρέχει την τεχνική δυνατότητα στον κεντρικό σταθμό τηλεματικής της εταιρίας να διαπιστώσει πότε το όχημα ευρίσκεται εν κινήσει, πότε σταματάει, πού βρίσκεται όταν σταματάει και για πόση ώρα, γ) σύστημα ασφαλείας, που αποτελείται από μπουτόν που βρίσκεται κάτω από το τιμόνι και χαρακτηρίζεται ως "σιωπηλός συναγερμός", το οποίο σε περίπτωση επίθεσης από ληστές ή άλλη έκτακτη ανάγκη, εφόσον ο οδηγός πατήσει το ως άνω μπουτόν, ενεργοποιείται και κλειδώνει αυτόματα το χρηματοκιβώτιο (vault) του οχήματος, ασφαλίζονται τα ευρισκόμενα σε αυτό χρήματα, διότι ο χώρος του χρηματοκιβωτίου είναι απαραβίαστος από κάθε είδους προσβολή, ειδοποιείται αυτόματα ο κεντρικός σταθμός τηλεματικής και το κέντρο ελέγχου χρηματαποστολών της εταιρίας (control room) για το ότι γίνεται ληστεία ή άλλη κακόβουλη ενέργεια, προκειμένου να επικοινωνήσουν με το πλήρωμα και να ειδοποιήσουν τις Αρχές και, τέλος, ενεργοποιείται αυτόματα το εσωτερικό μικρόφωνο (hands free) του οχήματος, έτσι ώστε ο κεντρικός σταθμός τηλεματικής και το control room της εταιρίας να ακούν σε πραγματικό χρόνο τις συνομιλίες και κάθε κίνηση στην καμπίνα πληρώματος του οχήματος.
Ότι, επιπλέον, με την ενεργοποίηση του συστήματος "σιωπηλού συναγερμού", ο κεντρικός σταθμός τηλεματικής και το control room της ενάγουσας έχουν την τεχνική δυνατότητα εξ αποστάσεως να ακινητοποιήσουν το όχημα, έτσι ώστε οι ληστές να μη μπορούν να το μετακινήσουν ή να αφαιρέσουν τα χρήματα και να εγκλωβιστούν μέσα στο θωρακισμένο όχημα.
Ότι όλων των ανωτέρω τεχνικών δυνατοτήτων και συστημάτων ασφαλείας του συγκεκριμένου θωρακισμένου οχήματος ήταν γνώστης ο εναγόμενος, αφού είχε ειδικά για το σκοπό αυτό εκπαιδευτεί και το οδηγούσε καθημερινά, για ένα και πλέον χρόνο. Ότι την 12-12-2008, ημέρα Παρασκευή, ο εναγόμενος οδηγός και ο συνοδός Α.
Α. παρέλαβαν από το κεντρικό χρηματοκιβώτιο της εταιρίας 52 σάκους που περιείχαν χαρτονομίσματα συνολικής αξίας 4.473.535 € καθώς και ένα σάκο με συνάλλαγμα συνολικής αξίας σε ευρώ 11.811,21, ενώ το ανώτατο όριο μεταφερόμενων αξιών του συγκεκριμένου οχήματος είναι 4.000.0000, προκειμένου να τα μεταφέρουν και διανείμουν σε υποκαταστήματα της ...) στην περιοχή των νοτίων προαστίων Αττικής.
Ότι στη συνέχεια, αφού φόρτωσαν τους σάκους στο ως άνω ... όχημα, ξεκίνησαν για τη διανομή των σάκων με τα χρήματα στα διάφορα καταστήματα της ΕΤΕ. Ότι πρώτα μετέβησαν στην ..., όπου παρέδωσαν επτά (7) σάκους με χαρτονομίσματα συνολικής αξίας 755.000 ευρώ, κατόπιν μετέβησαν στην ... στη …, όπου παρέδωσαν τρεις (3) σάκους με χαρτονομίσματα συνολικής αξίας 240.600 ευρώ και έπειτα, περί ώρα 08:36, έφτασαν στο υποκατάστημα της ..., που βρίσκεται επί των οδών ..., προκειμένου να παραδώσουν 3 σάκους με 250.000 ευρώ.
Ότι ο εναγόμενος οδηγός στάθμευσε το όχημα της χρηματαποστολής έξω από την τράπεζα και ο συνοδός αποβιβάστηκε από το όχημα αφού παρέλαβε 3 σάκους μαζί, που περιείχαν συνολικά το χρηματικό ποσό των 250.000 ευρώ, κατευθύνθηκε προς το παραπάνω υποκατάστημα και εισήλθε σ' αυτό για να παραδώσει τους σάκους. Ότι κατά το χρόνο που ο ανωτέρω βρισκόταν μέσα στην τράπεζα, άγνωστος άνδρας, οδηγώντας το ...
ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο, στάθμευσε πλησίον του θωρακισμένου οχήματος της χρηματαποστολής, εντός του οποίου βρισκόταν ο εναγόμενος οδηγός, κατά τρόπο που απέκλειε τη δυνατότητα διαφυγής του οχήματος. Ότι, ακολούθως, ο άγνωστος άνδρας κατέβηκε από το όχημά του, κατευθύνθηκε απευθείας προς την πόρτα του οδηγού του οχήματος και κρατώντας στο χέρι του πιστόλι επιχείρησε να την ανοίξει.
Ότι την ίδια στιγμή δεύτερος άγνωστος δράστης, που έφθασε με μοτοσυκλέτα στο σημείο, κατευθύνθηκε προς την πόρτα του οδηγού του οχήματος της χρηματαποστολής, με σκοπό να συνδράμει το συνεργό του στη ληστεία. Ότι ο πρώτος δράστης άνοιξε την πόρτα του οδηγού και με τον τρόπο αυτό απέκτησε άμεση πρόσβαση στο εσωτερικό του θωρακισμένου οχήματος.
Ότι οι δράστες έσυραν έξω από το όχημα τον εναγόμενο οδηγό και ο πρώτος από αυτούς εισήλθε μέσα στο θωρακισμένο όχημα και κατέλαβε τη θέση του οδηγού, ενώ ο δεύτερος, συνεργός του, μετακίνησε το IX όχημα του πρώτου δράστη, προκειμένου να αποκαταστήσει την οδό διαφυγής του θωρακισμένου οχήματος. Ότι, ακολούθως, ο πρώτος δράστης της ληστείας απομακρύνθηκε με το θωρακισμένο όχημα, ενώ ο δεύτερος δράστης, μαζί με τρίτο άτομο, επίσης συνεργό του, επιβιβάσθηκαν σε μοτοσυκλέτες και ακολούθησαν τον πρώτο, προς άγνωστη κατεύθυνση.
Ότι ο εναγόμενος οδηγός, τρομοκρατημένος από την επίθεση των τριών ληστών, καθόσον ο ένας από αυτούς τον σημάδευε με το όπλο ενώ δύο άλλα άτομα τον έσυραν έξω από το αυτοκίνητο με βία κτυπώντας τον με γροθιές στο πρόσωπο, επιχείρησε να προφυλαχθεί και σε κατάσταση πανικού έτρεξε στην είσοδο της τράπεζας για να ζητήσει βοήθεια, όπου ο διευθυντής ενημέρωσε αμέσως την αστυνομία.
Ότι η εργοδότρια εταιρεία, ενημερώθηκε για πρώτη φορά για τη ληστεία το πρωί της ίδιας ημέρας, από το σύμβουλο ασφαλείας Κ. Μ., μετά από τηλεφωνική ενημέρωση που είχε ο τελευταίος από τον αστυνομικό υποδιευθυντή της Ασφάλειας Αττικής, Γ. Ζ., ο οποίος είχε πληροφορηθεί το συμβάν της ληστείας από το Κέντρο της Άμεσης Δράσης, δεκαπέντε λεπτά μετά τη ληστεία.
Ότι ο εναγόμενος οδηγός και ο συνοδός επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τον κεντρικό σταθμό χρηματαποστολών της εργοδότριας και ενημέρωσαν τον υπάλληλο για τη ληστεία. Ότι μετά την ειδοποίηση της εταιρίας από την αστυνομία, μέσω του συστήματος τηλεματικής, εντοπίστηκε η θέση όπου είχε ήδη εγκαταλειφθεί το όχημα από τους ληστές.
Ότι από το όχημα είχαν κλαπεί 31 σάκοι με χαρτονομίσματα συνολικής αξίας 3.105.750 ευρώ, ενώ ένας επιπλέον σάκος που περιείχε 120.000 ευρώ και επίσης εκλάπη από τους ληστές, ανευρέθη από μαθητές και παραδόθηκε στην αστυνομία και στη συνέχεια στην ενάγουσα με 119.050 ευρώ.
4. Σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας προέβη στις ακόλουθες κρίσεις: Ότι ο εναγόμενος οδηγός του οχήματος δεν επέδειξε αμελή συμπεριφορά κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Ότι, ειδικότερα, αυτός, παρότι γνώριζε ότι το ως άνω θωρακισμένο όχημα χρηματαποστολών έχει επιτρεπόμενο όριο μεταφερόμενων αξιών 4.000.000 ευρώ, δεν μπορούσε να αρνηθεί κατά τη συγκεκριμένη ημέρα τη φόρτωση του ποσού των 4.485.346,21 ευρώ, που ήταν μεγαλύτερο, διότι αυτό θα ισοδυναμούσε με άρνηση εκτέλεσης της εργασίας του και οικειοθελή αποχώρηση από αυτήν.
Ότι ο εναγόμενος είχε ασφαλίσει την πόρτα του αυτοκινήτου και μόνο με τις συντονισμένες προσπάθειες τριών ληστών άνοιξε βίαια η πόρτα. Ότι ο ίδιος τρομοκρατημένος από την επίθεση τριών ατόμων τα οποία φορούσαν κράνη, εκ των οποίων ο ένας τον σημάδευε με όπλο, δεν μπορούσε, όση επιμέλεια και αν έδειχνε ως μέσος συνετός άνθρωπος, να ενεργοποιήσει το "σιωπηλό συναγερμό", ήτοι να πατήσει το μπουτόν που ήταν δίπλα στο τιμόνι του, καθόσον μια τέτοια κίνηση θα ήταν καταδικαστική για τη ζωή του, διότι οι ληστές τον είχαν ακινητοποιήσει σημαδεύοντάς τον με πιστόλι στο κεφάλι.
Ότι ο εναγόμενος έπραξε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για την αποφυγή της ληστείας, η οποία έγινε πολύ αιφνιδιαστικά και με συντονισμένες ενέργειες τριών ατόμων, εκ των οποίων το ένα οπλοφορούσε. Ότι ο εναγόμενος δεν έκανε χρήση του μπουτόν του "σιωπηλού συναγερμού", διότι είχε τρομοκρατηθεί από την αιφνιδιαστική κίνηση των ληστών.
Ότι η θέση του συγκεκριμένου μπουτόν, είναι μεν κοντά στο τιμόνι, αλλά ο ένας από τους ληστές τον σημάδευε με όπλο στο κεφάλι και τον είχε ακινητοποιήσει πλήρως και έτσι δεν μπορούσε να ενεργοποιήσει το παραπάνω σύστημα. Ότι ο εναγόμενος δεν βαρύνεται με αμέλεια ούτε ως προς το χρόνο που μεσολάβησε μέχρι να ειδοποιήσει την εταιρία, καθόσον ελάχιστος ήταν ο χρόνος αυτός, ούτε 15 λεπτά, καθόσον οι ληστές τον έβγαλαν βιαίως από το αυτοκίνητο αφού τον κτύπησαν στο κεφάλι και ο ίδιος προσπάθησε να κρυφτεί πίσω από τους θάμνους της παρακείμενης πλατείας, αφού απειλούνταν άμεσα η ζωή του και συγχρόνως έτρεξε προς την τράπεζα προκειμένου να ειδοποιήσει το συνοδηγό ότι συνέβη ληστεία.
Ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι χάθηκε πολύτιμος χρόνος από αμέλεια του εναγομένου, μέχρι να ειδοποιηθεί η τράπεζα, αφού ο χρόνος αυτός ήταν ο απολύτως αναγκαίος χρόνος για να προφυλάξει τη ζωή του από τους ληστές, οι οποίοι ήταν οπλισμένοι και φορούσαν κράνη και των οποίων δεν γνώριζε τις προθέσεις, αφού με τον τρόπο που φέρθηκαν ήταν αποφασισμένοι να αποσπάσουν το χρηματικό αυτό ποσό.
Ότι ως εκ τούτου, ο εναγόμενος δεν έχει υποχρέωση να αποζημιώσει την ενάγουσα για ποσό 1.484.289,24 ευρώ, που αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην ... της Ελλάδος προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η τελευταία από τη ληστεία, κατόπιν αφαίρεσης του ποσού που για την ίδια αιτία κατέβαλε για λογαριασμό της η ασφαλιστική εταιρία, που είχε καλύψει την ευθύνη της απέναντι στην πελάτισσα τράπεζα.
Σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές και κρίσεις, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ως βάσιμο το σχετικό με την εκτίμηση των αποδείξεων λόγο έφεσης του εναγόμενου (εργαζόμενου οδηγού) και αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, δίκασε εκ νέου την αγωγή της ενάγουσας (εργοδότριας εταιρίας) κατ' αυτού για καταβολή αποζημίωσης λόγω πλημμελούς εκτέλεσης των συμβατικών του υποχρεώσεων και την απέρριψε κατ' ουσίαν.
5. Με την κρίση αυτή το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις καθόσον σ' αυτή διαλαμβάνονται ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την κατάφαση ή μη της πλημμελούς εκτέλεσης των υποχρεώσεων του εναγομένου ως εξειδικευμένου οδηγού οχήματος χρηματαποστολών.
Και τα μεν αναφερόμενα ως προς την αδυναμία του να αποφύγει την υπέρβαση του ποσοτικού ορίου των μεταφερόμενων χρημάτων γράφονται ως εκ περισσού, αφού είναι προφανές ότι η υπέρβαση του ορίου αυτού δεν συνδέεται αιτιωδών με την εξέλιξη και την επιτυχία της ληστείας. Πέραν αυτού, όμως, παρατηρούνται τα ακόλουθα:
Α) Κατά την περιγραφή της δράσεως των ληστών αναφέρεται (βλ. αρ.3) ότι ο πρώτος από αυτούς "κατευθύνθηκε απευθείας προς την πόρτα του οδηγού και, κρατώντας στο χέρι του πιστόλι, επιχείρησε να την ανοίξει", στη συνέχεια ότι εμφανίσθηκε ο "δεύτερος άγνωστος δράστης" με σκοπό "να συνδράμει το συνεργό του (ήτοι, τον πρώτο) στη ληστεία" και αμέσως μετά ότι "ο πρώτος δράστης άνοιξε την πόρτα του οδηγού και με τον τρόπο αυτό απέκτησε άμεση πρόσβαση στο εσωτερικό του".
Έτσι, δίδεται η εντύπωση ότι η πόρτα ήταν ανασφάλιστη και ο πρώτος ληστής μπόρεσε να την ανοίξει αμέσως, με το ένα χέρι (αφού στο άλλο κρατούσε το πιστόλι), χωρίς να χρησιμοποιήσει κάποιο διαρρηκτικό εργαλείο και χωρίς βοήθεια. Αυτά, όμως, έρχονται σε αντίθεση με την κρίση που ακολουθεί, σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος δεν εκτέλεσε πλημμελώς την εργασία του (βλ.
αρ.4), διότι είχε ασφαλίσει την πόρτα του αυτοκινήτου και μόνο με συντονισμένες προσπάθειες των τριών ληστών (που δεν περιγράφονται) άνοιξε βίαια η πόρτα". Β) Η παράλειψη του εναγομένου να πατήσει το μπουτόν ασφαλείας και να θέσει σε λειτουργία το "σιωπηλό συναγερμό" επιχειρείται να δικαιολογηθεί με την κρίση ότι αυτός δεχόταν "απειλή με όπλο από ένα των δραστών", εξ αιτίας της οποίας η χρήση του μπουτόν "θα ήταν καταδικαστική για τη ζωή του" (βλ.
αρ.4). Δεν εξηγείται, όμως, πώς θα συνέβαινε αυτό αν η πόρτα ήταν, πράγματι, ασφαλισμένη, με δεδομένο το ότι έφερε ειδική θωράκιση και είχε αλεξίσφαιρα τζάμια, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το μπουτόν βρισκόταν "κάτω από το τιμόνι" και "πολύ κοντά" σ' αυτό, έτσι που η κίνηση του χεριού του εναγομένου προς αυτό δεν θα γινόταν αντιληπτή.
Γ) Η παράλειψη του εναγομένου να ενημερώσει άμεσα το αρμόδιο τμήμα της εναγομένης για τη ληστεία (η ενημέρωση έγινε 15 λεπτά μετά το συμβάν από την αστυνομία, που είχε ειδοποιηθεί από την τράπεζα) επιχειρείται να δικαιολογηθεί με την κρίση ότι αυτός μετά την επίθεση "έτρεξε να καλυφθεί πίσω από θάμνους της παρακείμενης πλατείας, φοβούμενος για τη ζωή του".
Η κρίση αυτή, όμως, αντιβαίνει στην παραδοχή ότι οι ληστές πήραν το θωρακισμένο όχημα και απομακρύνθηκαν αμέσως από το χώρο του συμβάντος, χωρίς να ασχοληθούν πλέον με τον εναγόμενο οδηγό, για τον οποίο το εφετείο δέχεται, επίσης, ότι ζήτησε προστασία μέσα στο κατάστημα της τράπεζας (όχι στους θάμνους της πλατείας).
Και τέλος, Δ) διατυπώνεται η κρίση ότι ο εναγόμενος "έπραξε ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για την αποφυγή της ληστείας", χωρίς ουδεμία αναφορά σε μία έστω ενέργεια (από τις πολλές, που ως δυνατότητες παρείχε το ανωτέρω όχημα), η οποία θα μπορούσε να αποτρέψει ή να καθυστερήσει τους δράστες. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνονται οι ως άνω ελλείψεις και αντιφάσεις ως προς τον αποκλεισμό της πλημμελούς εκτέλεσης των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγομένου και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
6. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", κατά δε την διάταξη του επόμενου άρθρου 441 ΑΚ "Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλείται με δήλωση προς τον άλλο.
Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ο (μονομερής) συμψηφισμός αποτελεί όχι μόνο γνησία ένσταση, αλλά και άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, το οποίο δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν.
Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό. Με την πρότασή του αυτή επέρχεται απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.
Οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, γίνεται, όμως, δεκτό ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση, ενώ δεν επιβάλλεται να είναι εκκαθαρισμένες. Αυτονόητο είναι ότι βασικό στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και η εγκυρότητα των συμψηφιζομένων απαιτήσεων.
Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαιτήσεως. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον του δικαστηρίου με τη μορφή ενστάσεως, με την οποία και μόνο ενεργεί (ΑΚ 442).
Όταν ο εναγόμενος επικαλείται, κατά τη διάρκεια της δίκης, συμψηφισμό που έχει λάβει χώρα εξώδικα, πριν από την έναρξη της δίκης, δεν υπάρχει ουσιαστικά ένσταση συμψηφισμού, αλλά απλή ένσταση εξοφλήσεως διά του συμψηφισμού, η οποία υπάγεται στη ρύθμιση των κοινών ενστάσεων κατά το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 486/2016, ΑΠ 435/2015).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
7. Περαιτέρω, σε σχέση με την αγωγή του εργαζόμενου οδηγού, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι η εναγομένη και εδώ αναιρεσείουσα εργοδότρια εταιρεία με την από 16-1-2009 έγγραφη καταγγελία που επέδωσε την ίδια ημέρα στον ενάγοντα και εδώ αναιρεσίβλητο, κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και ανέφερε, ως προς το ποσό της αποζημίωσης για την απόλυση, "σας δηλώνουμε ότι δεν σας οφείλεται αποζημίωση απόλυσης, λόγω συμψηφισμού της σχετικής αξίωσής σας με την υφιστάμενη ανταπαίτησή μας για αποζημίωση ποσού 3.206.700 ευρώ, για την οποία εγείραμε εναντίον σας την από 9-1-2009 αγωγή".
Ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα, μαζί με την έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης που ανέρχεται στο ποσό των 18.643,95 ευρώ. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι η δήλωση εναγομένης περί συμψηφισμού της ανταπαίτησης που έχει κατά του ενάγοντος για αποζημίωση εξαιτίας της πλημμελούς συμπεριφοράς του, που είχε ως αποτέλεσμα την επιτυχία της από 12-12-2008 ληστείας σε βάρος του οχήματος της χρηματαποστολής, συνεπεία της οποίας αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει μέρος των χρημάτων που αφαίρεσαν οι ληστές στην πελάτισσα της, ...
της Ελλάδας", δεν είναι νόμιμη, διότι η ανταπαίτηση [δήθεν] δεν είναι ομοειδής κατ' αντικείμενο, ληξιπρόθεσμη και εκκαθαρισμένη και δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό. Κατόπιν αυτού, έκρινε ότι δεν είναι έγκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, αφού δεν καταβλήθηκε η αποζημίωση απόλυσης, καθόσον η εν λόγω απαίτησή του δεν μπορούσε να αποσβεστεί με το συμψηφισμό που μη νόμιμα πρότεινε η εναγομένη εργοδότρια εταιρία.
Ότι από την ημερομηνία της καταγγελίας (16-1-2009) και για χρονικό διάστημα δέκα οκτώ μηνών η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας με αναλογία δώρου Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας συνολικού ποσού 37.288,02 ευρώ. Και ότι σύμφωνα με τις περιστάσεις, υπό τις οποίες έγινε η απόλυση του ενάγοντος, ο οποίος εργάστηκε στην εναγομένη με ευσυνειδησία για χρονικό διάστημα σχεδόν 15 ετών και έπεσε θύμα ληστείας και ξυλοδαρμού από άγνωστους, επήλθε προσβολή της προσωπικότητάς του και για το λόγο αυτό δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη το ποσό των 1000 ευρώ.
Με αυτές τις παραδοχές και κρίσεις το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ως βάσιμους τους λόγους έφεσης του εργαζόμενου οδηγού και, αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση που είχε δεχθεί τα αντίθετα ως προς την αγωγή αυτού, δίκασε εκ νέου την αγωγή, τη δέχθηκε κατ' ουσία, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και επιδίκασε μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
8. Με την κρίση αυτή και σε σχέση με τον παραδεκτώς προβληθέντα από την εναγομένη εργοδότρια ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφερθέντα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με τις προτάσεις της, ως εφεσίβλητης, ισχυρισμό περί συμψηφισμού της ανταπαίτησής της για αποζημίωση λόγω πλημμελούς εκτελέσεως της συμβάσεως από τον ενάγοντα εργαζόμενο, προς την οφειλόμενη λόγω απολύσεως αποζημίωση αυτού, ποσού 18.643,95 ευρώ, το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 440, 441 και 442 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε. Τούτο, διότι η προταθείσα σε συμψηφισμό ανταπαίτηση της εναγομένης εταιρείας κατ' αυτού είναι ομοειδής με την απαίτηση του ενάγοντος για καταβολή αποζημίωσης απολύσεως, αφού πρόκειται για χρηματικές αξιώσεις, είναι ληξιπρόθεσμη και δεν απαιτείται να είναι εκκαθαρισμένη. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
9. Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 299, 330, 648, 672, 914 και 932 ΑΚ, 5 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος συνάγεται ότι, αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες που συνιστούν παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του εργαζόμενου (μείωση της υπόληψης αυτού ή της επαγγελματικής του δραστηριότητας του, του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ' εύλογη κρίση (ΑΠ 84/2010, ΑΠ 983/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία της απολύσεώς του, περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ειδικότερα, δεν διαλαμβάνει περιστατικά υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του από την εργοδότρια εταιρεία ούτε άλλες περιστάσεις προσδιοριστικές της κρίσης ως προς το εύλογο του επιδικαζόμενου ποσού.
Οι ελλείψεις αυτές καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται η έλλειψη αυτή και, κατ' ορθή εκτίμηση, αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
10. Από τις διατάξεις των άρθρων 174, 656 ΑΚ, 1, 3 του ν. 2112/ 1920, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4558/1930 και 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι άκυρη αν δεν γίνει εγγράφως και δεν καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Η ακυρότητα είναι σχετική υπέρ του εργαζόμενου, ο οποίος έχει την ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή μισθών υπερημερίας, είτε να παραιτηθεί ρητώς ή σιωπηρώς από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της, να τη θεωρήσει έγκυρη και να αξιώσει την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Για την ταυτότητα του νομικού λόγου είναι σχετική και η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, που έγινε κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, διότι αποσκοπεί στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος των μισθωτών και η εν λόγω προστασία δεν μπορεί να επιβάλλεται χωρίς τη θέληση τους.
Η παραίτηση του μισθωτού από το δικαίωμα αμφισβήτησης του κύρους της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας μπορεί, κατά το άρθρο 156 ΑΚ, να είναι ρητή ή σιωπηρή (ΑΠ 673/2014, ΑΠ 811/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη, τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ως εναγομένης και αντεκκαλούσας, σύμφωνα με τον οποίο ο αναιρεσίβλητος, ως ενάγων, παραιτήθηκε από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας με έγγραφη δήλωσή του επί του από 16-1-2009 εγγράφου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, κατά την κοινοποίησή του σ' αυτόν, με συνέπεια το δικαίωμά του για ακύρωση και η αξίωσή του να λάβει μισθούς υπερημερίας, να έχουν αποσβεσθεί.
Ότι τον ισχυρισμό αυτό είχε προβάλλει παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και είχε επαναφέρει με λόγο αντέφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός - ένσταση (ΑΚ 156) είχε προβληθεί νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά και ανάπτυξη των γεγονότων που τον θεμελιώνουν στις προτάσεις και είχε μεταβιβασθεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με λόγο αντέφεσης.
Το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη απόφαση αγνόησε τον ως άνω ουσιώδη ισχυρισμό, καταλυτικό των αγωγικών αξιώσεων για αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας και επιδίκαση μισθών υπερημερίας του εργαζόμενου οδηγού. Επομένως, ο εξεταζόμενος έκτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
11. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως, από τους αρ.11 και 20 άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4766/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Οκτωβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ