1454/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 251/2013 μη οριστική και 12/2015 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Legislator headnote
AI generated1454/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 22/1/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της 12/2015 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1454 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1454/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Γ., 2) Θ. χήρας Ν. Π., το γένος Π. Κ., κατοίκων ..., 3) Μ. Κ. του Ι., 4) Δ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Φερμελή με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Λ. του Β., συζύγου Θ. Κ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μεντή με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 251/2013 μη οριστική και 12/2015 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/2/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 22/1/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της 12/2015 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμ. 12/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, που απέρριψε κατ’ ουσία τις συνεκδικασθείσες από 14-7-2010 και 22-7-2010 εφέσεις των αναιρεσειόντων, καθώς και την από 20-11-2012 αντέφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 194/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 30-9-2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης, υποχρεώθηκαν α) οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων - αναιρεσειόντων να καταβάλλουν στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη ποσό 6.000 Ευρώ έκαστος και β) η τρίτη και τέταρτη των εναγομένων - αναιρεσειουσών να καταβάλουν στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, εις ολόκληρον εκάστη, ποσό 6.000 Ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής ως χρηματική ικανοποίηση αυτής λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την περιγραφόμενη αδικοπραξία τους και απήγγειλε σε βάρος τους προσωπική κράτηση έως τριών μηνών, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών, εκδόθηκε μετά τη 251/2013 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο του, με σκοπό να εμφανιστούν ενώπιόν του οι διάδικοι, προκειμένου να υποβληθούν σε ερωτήσεις και να παράσχουν διασαφήσεις για τα αναφερόμενα σε αυτή θέματα, σύμφωνα με το άρθρο 245 ΚΠολΔ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. Ί2. ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ενώ κατά τη διάταξη της περ. α’ του αριθμού 11 του ίδιου άρθρου, αναίρεσης επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι αφορούν αποδεικτικά μέσα κατά την έννοια των περιοριστικώς καθοριζομένων στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικών μέσω. Ειδικότερα, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη, από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση, που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το αρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά. Κατά συνέπεια, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον αν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα, στα οποία, σύμφωνα με το νόμο, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης, δηλαδή προϋποθέτει αποδεικτικά μέσα αυξημένης αποδεικτικής δύναμης (ΑΠ 451/2014, ΑΠ 1311/2010, ΑΠ 1417/2009).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποία είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ’ αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ’ αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 700/2009, ΑΠ 949/2008).
Αντίστοιχα, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 11 α’ του ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται μεν σ’ αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.
ΑΠ 2/2008). Εξάλλου κατά το άρθρο 245 παρ. 1 ΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει ο,τιδήποτε μπορεί να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς και ιδιαίτερα την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ή των νόμιμων αντιπροσώπων τους στο ακροατήριο για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων σχετικών με την υπόθεση.
Η, κατά την παραπάνω διάταξη, διατασσόμενη από το δικαστήριο αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριο, δεν αποτελεί μεν αποδεικτικό μέσο, από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ. αλλά αποσκοπείτε συνδυασμό με τα άλλα νόμιμα μέσα, στην πληρέστερη διαφώτιση του δικαστηρίου, με την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων από τους διαδίκους, στα τυχόν αμφίβολα και διφορούμενα περιστατικά, που αποτέλεσαν αντικείμενο απόδειξης, ώστε, μετά από τη συνεκτίμηση των διασαφήσεων, οι οποίες δόθηκαν, να διαγνωσθεί ασφαλέστερα η διαφορά, αφού, σε διαφορετική περίπτωση της μη δηλαδή δυνατότητας συνεκτίμησης των διασαφήσεων, η διάταξη του άρθρου 245 παρ.
Ι ΚΠολΔ θα ήταν Κενή περιεχομένου. Έτσι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώσει την πεποίθησή του αποκλειστικά από τις διασαφήσεις των διαδίκων (ΑΠ 396/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.
Προκειμένου όμως να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλομένης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεση της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (Ολ ΑΠ 13/1995, ΑΠ 1153/2010).
Συγκεκριμένα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε η δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013), Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία.
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται.
αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μονό το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Συνακόλουθα( τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή, εφόσον προσδιορίζεται, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους 194/2010 πρακτικά συνεδρίασης του ως άνω δικαστηρίου, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων - μεταξύ των οποίων και η προσκομιζόμενη από την ενάγουσα από 30-06-2010 αγωγή της, που ασκήθηκε κατά των εναγομένων - εκκαλούντων - αντεφεσιβλήτων, (καθώς επίσης και της Ε.
Κ. με όμοια νομική αιτία), με την οποία επανηγέρθησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών, ως αρμοδίου, για τις διαφορές που προκύπτουν από ζημίες που γίνονται με οποιοδήποτε τρόπο σε δέντρα, για αποζημίωση για θετική ζημία και διαφυγόν κέρδος, λόγω της εξαιρετικής αρμοδιότητας, κατ’ άρθρο 15 αρ. 2 ΚΠολΔ, οι αξιώσεις της ενάγουσας κατά των εναγομένων - εκκαλούντων για την αποκατάσταση της περιουσιακής της ζημίας ως προς τα κονδύλια της θετικής και αποθετικής ζημίας, που απορρίφθηκαν ως αόριστα, τα έγγραφα της ποινικής προανακριτικής δικογραφίας σε βάρος των εναγομένων - εκκαλούντων - αντεφεσιβλήτων, των μη διαδίκων στην παρούσα κατ’ έφεση δίκη εναγομένων και τρίτων προσώπων για τις πράξεις της αγροτικής κλοπής από κοινού και κατ’ εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας στην ως άνω πράξη και οι φωτογραφίες, των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, από τις υπ’ αριθ. .../29-10-2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβ/φου Πατρών Α.
Φ. που λήφθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων, από τις υπ’ αριθ. .../30-10-2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμ/φου Πατρών Κ. Κ. Ν., που λήφθηκαν με επιμέλεια των δύο πρώτων εναγομένων, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας, οι οποίες λήφθηκαν προς αντίκρουση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους. (πλην της υπ’ αριθ. .../30-10-2009 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, η οποία έχει ληφθεί καθ’ υπέρβαση του αριθμού που ορίζει το άρθρο 270 παρ. 3 εδαφ.
τελευτ. του ΚΠολΔ), οι διασαφήσεις και διευκρινήσεις που έδωσαν οι διάδικοι κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου επί των θεμάτων, που τάχθηκαν με την προαναφερόμενη υπ’ αριθ. 251/2013 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δεν συνιστούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Με το υπ’ αριθ. .../26-10-2007 συμβόλαιο της Συμβ/φου Πατρών, Κ. Π., το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, ο πρώτος εναγόμενος Κ. Κ. του Γ. και ήδη πρώτος των εκκαλούντων στην με στοιχ. Α’ (πρώτη) έφεση πρώτος αντεφεσίβλητος, μεταβίβασε στην ενάγουσα Γ. Λ. του Β. και ήδη εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα, ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 7.674,76 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." του ...
του Ν. Αχαΐας, όπως αυτό εμφαίνεται στο από Σεπτέμβριο του έτους 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του Τεχνολόγου Πολιτικού Μηχανικού Ν. Γ.. Την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως από τη δεύτερη εναγομένη Θ. συζ. Ν. Π. το γένος Κ. και ήδη δεύτερη των εκκαλούντων στην με στοιχ.
Α’ έφεση - δεύτερη αντεφεσίβλητη, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../26-10-2007 συμβολαίου της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 4.000,51 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση, όπως τούτο εμφαίνεται στο από Σεπτέμβριο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου ως άνω πολιτικού μηχανικού.
Στη συνέχεια με το υπ’ αριθ. .../26-10-2007 συμβόλαιο της Συμβ/φου Πατρών Κ. Π., το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως από τις συγκυρίες αυτού, κατά ποσοστό 5/8 και 3/8 εξ αδιαιρέτου, Μ. Κ. του Ι. και Δ. Κ. του Ι., δεύτερη και τρίτη των εναγομένων αντίστοιχα, και ήδη πρώτη εκκαλούσα και δεύτερη εκκαλούσα της με στοιχ.
Β’ (δεύτερης) έφεσης τρίτη αντεφεσίβλητη και τέταρτη αντεφεσίβλητη αντίστοιχα, ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 4.748,68 τ.μ. το οποίο βρίσκεται και αυτό στη θέση "..." του ... του Ν. Αχαΐας, όπως τούτο εμφαίνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του αυτού ως άνω πολιτικού μηχανικού. Μεταξύ δε της ενάγουσας και των πωλητών εναγομένων/συμφωνήθηκε να έχουν οι τελευταίοι την κατοχή των μεταβιβασθέντων ως άνω ακινήτων και να της τα παραδώσουν κατά χρήση μέχρι στις 10-11-2007, εωσότου και θα έπρεπε οι πωλητές να ολοκληρώσουν τη συγκομιδή του ελαιοκάρπου από τα ελαιόδεντρα που υπήρχαν στα παραπάνω ακίνητα.
Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι πωλητές αμέσως μετά την υπογραφή των συμβολαίων, ανέθεσαν στον Α. Δ. πέμπτο εναγόμενο - μη διάδικο στην παρούσα κατ’ έφεση δίκη, τη συγκομιδή του ελαιοκάρπου από τα ελαιόδενδρα που βρίσκονταν εντός των πωληθέντων ακινήτων και συγχρόνως, αντίθετα από την συμφωνία που είχαν με την ενάγουσα αγοράστρια και μολονότι δεν είχαν το σχετικό δικαίωμα, παράνομα και υπαίτια, έδωσαν την εντολή όπως αυτός, μαζί με την συγκομιδή του ελαιοκάρπου, να προβεί και σε υλοτόμηση των ελαιοδέντρων, προκειμένου να εκμεταλλευθούν την ξυλεία αυτών.
Για τις ενέργειες του αυτές ο ως άνω Α. Δ. χρησιμοποίησε και άλλα πρόσωπα, όπως τον Χ. Α. έκτο εναγόμενο μη διάδικο στην κατ’ έφεση δίκη, και τουλάχιστον άλλα τέσσερα άτομα με φορτηγά οχήματα και μάλιστα κατελήφθη ο ίδιος επ’ αυτοφώρω από τα αστυνομικά όργανα, να προβαίνει σε κοπή δέντρων κάνοντας χρήση αλυσοπρίονου, ενώ ο έκτος εναγόμενος προέβαινε σε στοίβαξη των κομμένων και τεμαχισμένων δέντρων για αποκομιδή.
Να σημειωθεί δε ότι δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η κοπή των δέντρων έγινε με πολύ ζήλο και βιαστικά σε όλα τα ακίνητα αμέσως μετά τη σύναψη των παραπάνω συμβολαίων και πριν από το χρόνο που έπρεπε αυτά (ακίνητα) να παραδοθούν στην ενάγουσα, που καταδεικνύει ότι επρόκειτο για μεθοδευμένη ενέργεια εκ μέρους των πωλητών, οι οποίοι φρόντισαν να βρουν το ταχύτερο δυνατό άτομα για την κοπή των δέντρων και την αποκομιδή της αξιοποιήσιμης ξυλείας από τα εν λόγω ακίνητα.
Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ι. Μ., Β. Μ. και Χ. Κ., που περιέχονται στις ...29-10-2009 ένορκες βεβαιώσεις σε συνδυασμό με τις προανακριτικές καταθέσεις της ενάγουσας, του Θ. Κ. και του Γ. Σ. και τις φωτογραφίες και δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο και ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α.
Α., Ν.Π. και Θ. Δ., που περιέχονται στις .../2009 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες δεν Κρίνονται πειστικές και στις οποίες ο μεν πρώτος σχετικά με το θέμα της κοπής των δένδρων εκφέρει κρίσεις, όλοι δε, δεν έχουν ιδία γνώση σχετικά με το θέμα αυτό. Εξάλλου τα υποστηριζόμενα από τη δεύτερη εναγομένη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) ότι δηλ.
ο Α. Δ. πέμπτος εναγόμενος, ήθελε εξ αρχής να προβεί στην κοπή των δέντρων αλλά οι ίδιοι διαφωνούσαν, συνιστά ισχυρισμό μη πειστικός που εφευρέθηκε εκ των υστέρων, καθόσον (εάν τέτοια πρόθεση είχε γνωστοποιηθεί, όλοι οι εναγόμενοι θα έπρεπε να είχαν διακόψει κάθε συνεργασία μαζί του και να του γνωστοποιήσουν, ότι δεν επιθυμούσαν τις υπηρεσίες του ή να πάρουν τις προφυλάξεις τους και να επιτηρούν την εκτέλεση της εντολής τους προς αυτόν, για να αποφευχθούν προβλήματα, έρχεται δε σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από τους κατηγορούμενους Α.
Δ. και Χ. Α. στην απολογία τους ενώπιον του Μον. Πλημ/κειου Πατρών και τα περιεχόμενα στο από 8-11-2007 αντίγραφο του βιβλίου συμβάντων του Δ ΑΤ Πατρών. Περαιτέρω, η ίδια (δεύτερη εναγομένη), κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου προς παροχή διευκρινήσεων βάσει της προαναφερόμενης μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, μη πειστικά δήλωσε, ότι είδε 2-3 άτομα να μαζεύουν τις ελιές στο κτήμα της και ότι της είπαν, ότι έχουν εντολή να κόψουν τα δέντρα, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα ποιος τους είχε δώσει την εντολή και ότι ο Δ.
είχε βάλει αλυσίδα και λουκέτο στην είσοδο του κτήματος της και δεν την άφηνε να μπει αν δεν τον άφηνε να κόψει τα δέντρα, καθόσον δεν είναι δυνατόν να απαγορεύεται στην κυρία του ακινήτου η είσοδος σ’ αυτό. Έτσι, από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι οι εναγόμενοι καίτοι δεν είχαν δικαίωμα, όλως παρανόμως και με δόλο, αφού γνώριζαν ότι με βάση την προαναφερθείσα συμφωνία μεταξύ αυτών ως πωλητών και της ενάγουσας ως αγοράστριας, είχε συμφωνηθεί να γίνει μόνο η συλλογή του ελαιοκάρπου και να παραδοθούν τα ακίνητα με τα υπάρχοντα σ’ αυτά ελαιόδεντρα στην αγοράστρια, έδωσαν εντολή στον Α.
Δ., όχι μόνο να συλλέξει τον καρπό από τα ελαιόδενδρα αλλά και να κόψει τα δένδρα και να παραλάβει την ξυλεία, πράξη στην οποία προέβη ο τελευταίος χρησιμοποιώντας και άλλα άτομα και κατά την διάπραξη της συνελήφθη από την αστυνομία. Από τις παραπάνω δε παράνομες και υπαίτιες ενέργειες των εναγομένων, που έλαβαν χώρα, κατόπιν εντολής τους από τον Α.
Δ. και τα άτομα που ο τελευταίος χρησιμοποίησε για τον σκοπό αυτό, καταστράφηκαν ολοσχερώς περίπου 150 ελαιόδεντρα ηλικίας από 30 έως 100 ετών (55,30 και 50 δέντρα αντίστοιχα για τα τρία ακίνητα κατά προσέγγιση), κάποια εκ των οποίων εκριζώθηκαν πλήρως, με αποτέλεσμα στο πρώτο ακίνητο να σώζονται πλέον 50 κατά προσέγγιση ελαιόδεντρα, στο δεύτερο 10 κατά προσέγγιση εκ των οποίων αρκετά προέρχονται από υλοτομηθέντες κορμούς και στο τρίτο ουδέν.
Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, οι εναγόμενοι - εκκαλούντες - αντεφεσίβλητοι, ευθύνονται για τη ζημία που προξενήθηκε παράνομα και υπαίτια στην ενάγουσα - εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα. Από την προπεριγραφείσα δε αδικοπραξία η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση.
Ενόψει, δε των ανωτέρω περιστατικών που αποδείχθηκαν, του είδους, της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της υπαιτιότητας των υπαιτίων προσώπων και του είδους της προσβολής, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων προσώπων, το Δικαστήριο κρίνει; ότι το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα;
ανέρχεται στο ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για έκαστο πρώτο και δεύτερης των εναγομένων και εις ολόκληρον για την τρίτη και τέταρτη των εναγομένων".
Ήδη με τον πρώτο λόγο της αίτησης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 11, 12, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, υποστηρίζοντας πως το Εφετείο με τις παραδοχές του ότι: 1) "οι διασαφήσεις και διευκρινήσεις που έδωσαν οι διάδικοι κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου επί των θεμάτων που τάχθηκαν με την προαναφερόμενη υπ’ αριθμ. 251/2013 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου δεν συνιστούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο", και 2) "Περαιτέρω, η ίδια (δεύτερη εναγομένη), κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου, προς παροχή διευκρινήσεων βάσει της προαναφερόμενης μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, μη πειστικά, δήλωσε ότι είδε 2-3 άτομα να μαζεύουν τις ελιές στο κτήμα της και ότι της είπαν ότι έχουν εντολή να κόψουν τα δέντρα, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα ποιος τους είχε δώσει την εντολή και ότι ο Δ.
είχε βάλει αλυσίδα και λουκέτο στην είσοδο του κτήματος της και δεν την άφηνε να μπει αν δεν τον άφηνε να κόψει τα δέντρα, καθόσον δεν είναι δυνατόν να απαγορεύεται στην κυρία του ακινήτου η είσοδος σ’ αυτό. Έτσι, από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι...." α) παραβίασε ευθέως τη διάταξη του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο, το οποίο ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα τις εξηγήσεις, διασαφήσεις και διευκρινίσεις, που δόθηκαν ενώπιόν του από τη δεύτερη τούτων ως διάδικοι, β) παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σε σχέση με την ισχύ των αποδεικτικών μέσων, κατ’ άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, γ) υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 17 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού οι ως άνω παραδοχές του περιέχουν αντιφατικές διατάξεις και δ) η υιοθετηθείσα παραδοχή του ότι η δεύτερη τούτων "μη πειστικά, δήλωσε ότι είδε 2-3 άτομα να μαζεύουν τις ελιές στο κτήμα, της και ότι της είπαν ότι έχουν εντολή να κόψουν τα δένδρα, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα ποιος τους είχε δώσει την εντολή...", στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, επειδή διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, παραλείποντας να εκθέσει, αφ’ ενός μεν πόθεν και εκ ποίων λόγων δεν έκρινε πειστική την ανωτέρω επ’ ακροατηρίου δήλωση, αφ’ ετέρου δε πόθεν και εκ ποίων λόγων πείστηκε ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα γνώριζε ποιος είχε δώσει εντολή να κοπούν τα δένδρα και παρά τούτα δεν το ανέφερε.
Ωστόσο, από την προσβαλλόμενη απόφαση και το σύνολο των αιτιολογιών της προκύπτει ότι το Εφετείο τα όσα διευκρινιστικώς εξέθεσε η δεύτερη αναιρεσείουσα ως διάδικος, κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση αυτής στο ακροατήριο, δεν τα θεώρησε ως περιεχόμενο κατάθεσης της, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για την αλήθεια ή την αναλήθεια πραγματικών γεγονότων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά απέβλεψε απλώς στην πληρότητα εξέτασης των πραγματικών ισχυρισμών της, τους οποίους (ισχυρισμούς) έλαβε υπόψη με τις δοθείσες από την ίδια διευκρινίσεις, που έκρινε όμως μη πειστικές και δεν αξιολόγησε αυτές ως ίδιο αποδεικτικό μέσο, κατά τη σχετική περί τούτου επισήμανσή του, ούτε στήριξε σε αυτές αποκλειστικά το αποδεικτικό πόρισμά του, καταλήγοντας σε τούτο μόνο από τη συνεκτίμηση των ρητώς μνημονευομένων αποδεικτικών μέσω, χωρίς βεβαίως να διαλαμβάνονται στο διατακτικό της απόφασής του αυτής, αντιφατικές διατάξεις, υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, που προαναφέρθηκε, αφού κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζουν και οι αναιρεσείοντες, ενώ η επικαλούμενη ως άνω παραδοχή του σχετικά με τις μη πειστικές δηλώσεις της δεύτερης αναιρεσείουσας, δεν αποτελεί αιτιολογία, υπό την προαναφερόμενη έννοια, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά, με τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο, για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, κατά τα εκτιθέμενα στις αμέσως προηγούμενες νομικές σκέψεις της παρούσας.
Επομένως, ο πρώτος, από τους αριθμούς 11 περ. α, 12, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αντίφασης των προβαλλόμενων με αυτόν αιτιάσεων, στηρίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις και είναι απορριπτέος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδαφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 2261/2014, ΑΠ 688/2016).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ και δ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύουν μετά το Ν. 2915/2001 (αλλά και το Ν. 3994/2011) και εφαρμόζονται κατά το άρθρο 524 παρ.1 εδ.α’ Κ.Πολ.Δικ. και στην κατ’ έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη, το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή, για δε την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παρ.3 του άρθρου 237, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις προσκομιζόμενες.
Με τη διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία, ενώπιον κάθε πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η χρήση από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου; (ενώ πλέον κατά το άρθρο 36 του Ν. 3994/13.7.2011 περιλαμβάνονται στα κατά το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δικ.
περιοριστικά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα), εφόσον βέβαια για το αποδεικτικό θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκε η οριζόμενη από τη διάταξη αυτή προϋπόθεση, για την έγκυρη λήψη τους, δηλαδή η προηγούμενη, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, παράλληλα δε τέθηκε όριο, ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.
Το όριο των τριών ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (αρθρ. 218 Κ.Πολ.Δικ.) ή της ανταγωγής (αρθρ. 268 Κ.Πολ.Δικ.), δεν συνιστά δε ο περιορισμός αυτός αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ (κύρωση με ν.δ. 53/1974), που κατοχυρώνουν μεν το δικαίωμα δικαστικής έννομης προστασίας στο πλαίσιο δίκαιης δίκης, δεν αποκλείουν όμως τη θέσπιση περιορισμών στην απόδειξη, εφόσον αυτοί δεν καταστρατηγούν, αλλά διασφαλίζουν τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον περιορισμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που στόχο έχει, εξαιτίας του επισφαλούς χαρακτήρα του αποδεικτικού αυτού μέσου, τη μεγαλύτερη δικαιϊκή ασφάλεια στις σοβαρές, κατά κανόνα, υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας (Α.Π. 1103/2011).
Αν προσκομισθούν από ένα διάδικο μέρος περισσότερες από τρεις ένορκες βεβαιώσεις, το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη τις τρεις πρώτες κατά τη σειρά επίκλησης τους, γιατί οι πέραν των τριών πρώτων προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις είναι, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ και δ του Κ.Πολ.Δικ.;
ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και ως τέτοιο δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Α.Π. 1103/2011). Εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ξεχωριστά αποδεικτικά μέσα και δεν περιλαμβάνονται στα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δικ. έγγραφα)Πρέπει να γίνεται ειδική μνεία τους στην απόφαση, η οποία (μνεία) αν δεν γίνεται, ούτε προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι αυτές (ένορκες βεβαιώσεις) λήφθηκαν υπόψη, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περ.
γ’ του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 854/2012, Α.Π. 197/2013). Παράλληλα, η επίκληση από τον διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται/ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (Α.Π. 638/2012, ΑΠ 1461/2013.
Στην προκειμένη περίπτωση’ με τους δεύτερο, κατά το σχετικό σκέλος του, τον έκτο, τον έβδομο, κατά το σχετικό σκέλος του και τον ενδέκατο, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες ότι, αν κα;
είχαν νόμιμα επικαλεστεί με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου και είχαν προσκομίσει έγγραφα προς απόδειξη των ισχυρισμών τους και ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της αντιδίκου τους ως προς την τέλεση της σε βάρος της αδικοπραξίας, και ειδικότερα 1) την υπ’ αριθμ. 4108/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, με την οποία ο πρώτος και τρίτη των αναιρεσειόντων αθωώθηκαν της αποδιδόμενης σε αυτούς αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας σε αγροτική υπεξαίρεση σε βάρος της αναιρεσίβλητης, επειδή, κατά τις παραδοχές της, δεν αποδείχθηκε, ότι είχαν δώσει εντολή υλοτόμησης των επίδικων ελαιοδένδρων, 2) το .../4-4-2014 πιστοποιητικό του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πατρών από το οποίο προκύπτει ότι η αθωωτική, για τον πρώτο και τρίτη των αναιρεσειόντων, ως άνω απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη, 3) τις υπ’ αριθμ. ..., .../30-10-2009 ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Πατρών Κ.
Κ., στις οποίες περιέχονται καταθέσεις μαρτύρων τους, ληφθείσες μετά από νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, από τις οποίες προκύπτει η ανυπαρξία οποιασδήποτε υπαιτιότητας τους για την κοπή των ελαιόδεντρων και πολύ περισσότερο η ανυπαρξία οποιασδήποτε άμεσης ή έμμεσης δικής τους σύμπραξης στην κοπή των δένδρων αυτών της αναιρεσίβλητης, 4) το από 8-11-2007, αντίγραφο του βιβλίου συμβάντων του Δ’ Αστυνομικού Τμήματος Πατρών, από το οποίο προκύπτει ότι μόλις περιήλθε σε γνώση της δεύτερης αναιρεσείουσας ότι κάποιοι επιλήφθηκαν της κοπής των ελαιόδεντρων, κατέφθασε επί τόπου, ζήτησε η ίδια τη συνδρομή της Αστυνομικής Αρχής και κατέληξε στο πιο πάνω Αστυνομικό Τμήμα, καταγγέλλοντας τα συμβάντα και 5) τις φωτογραφίες που λήφθηκαν από την Ε.Ε. "...
και Σία" την 22-11-2007, ώρα 11.30, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε τα έγγραφα αυτά.’ Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, που προαναφέρθηκε, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα έγγραφα της ποινικής προανακριτικής δικογραφίας σε βάρος των εναγομένων - εκκαλούντων - αντεφεσιβλήτων.
των μη διαδίκων στην κατ’ έφεση δίκη εναγομένων και τρίτων προσώπων για τις πράξεις της αγροτικής κλοπής από κοινού και κατ’ εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε αυτή και τις φωτογραφίες, των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, καθώς και τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, υπ’ αριθμ. .../30-10-2009, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πατρών Κ.
Κ.-Ν., που λήφθηκαν με επιμέλεια των δύο πρώτων εναγομένων, μετά από νόμιμη κλήτευση της ενάγουσας, οι οποίες λήφθηκαν προς αντίκρουση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους, (πλην της υπ’ αριθμ. .../30-10-2009 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της ιδίας Συμβολαιογράφου, η οποία έχει ληφθεί καθ’ υπέρβαση του αριθμού που ορίζει το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.
τελευταίο του ΚΠολΔ) και από το όλο περιεχόμενό της, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα υπό στοιχεία 3-5 έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι φωτογραφίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις, πλην της τέταρτης, κατά σειρά επικλήσεως, υπ’ αριθμ. .../30-10-2009 ένορκης βεβαίωσης, η οποία, ως υπεράριθμη, ήτοι προσκομιζόμενη πέραν του επιτρεπομένου από τη διάταξη, του άρθρου 270 παρ. 2, εδ.
γ-δ ΚΠολΔ, αριθμού των τριών ένορκων βεβαιώσεων, ορθά δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1461/2013), Επομένως οι προαναφερόμενοι, εκτός, έβδομος κατά το σχετικό σκέλος του, και ενδέκατος κατά το σχετικό σκέλος του, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Αντίθετα, από την ίδια ως άνω βεβαίωση του Εφετείου, αξιολογούμενη με την αναφορά της μόνο σε έγγραφα της ποινικής προανακριτικής δικογραφίας σε βάρος των εναγομένων για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις και τις λοιπές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης του, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, αλλά καταλείπονται αμφιβολίες, αν λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν η 4108/2013 αθωωτική για τους πρώτο και Τρίτη των αναιρεσειόντων απόφασή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, καθώς και το .../4.4.2014 πιστοποιητικό του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Πατρών, για το αμετάκλητο της συγκεκριμένης απόφασης περί της ουσίας δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία ή αναφορά, σε αντιδιαστολή προς τα λοιπά μνημονευόμενα έγγραφα, παρά το μεγάλο αποδεικτικό της ενδιαφέρον, (που έπρεπε, συνεπώς, να αντικρουστεί), είχαν δε νομότυπα επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιόν του τα έγγραφα αυτά οι πρώτος και Τρίτη των αναιρεσειόντων, ως ικανά να στηρίξουν από ουσιαστική άποψη τον αρνητικό ισχυρισμό τους, κατά των αγωγικών και εναντίον τους αξιώσεων στην της αναιρεσίβλητης από την επικαλούμενη σε βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά τους.
Συνακόλουθα τούτων ο συναφής ως άνω δεύτερος, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους πρώτο και Τρίτη των αναιρεσειόντων, ενώ η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναίρεσης στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπούμενων στην υπό κρίση αίτηση λοιπών λόγων αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορούν τους ίδιους (πρώτο και Τρίτη) αναιρεσείοντες.
Περαιτέρω, ο ως άνω έβδομος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη του επικαλούμενου από τη δεύτερη αναιρεσείουσα, αποδεικτικού μέσου του από 8-11-2007 αντιγράφου του βιβλίου συμβάντων του Δ’ Αστυνομικού Τμήματος Πατρών, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος .καθόσον στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνεται ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που είχε το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ποιά αποδόθηκε σ’ αυτό από το Εφετείο (ΑΠ 700/2009, ΑΠ 1592/2008, ΑΠ 949/2008).
Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι περιέχει και αιτίαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν περιέχεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, κατά λέξη παρατιθέμενο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προαναφέρθηκαν, το Εφετείο δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο από 8-11-2007 αντίγραφο του βιβλίου συμβάντων του Δ’ Αστυνομικού Τμήματος Πατρών, αλλά απλώς έχει συνεκτιμήσει τούτο μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρει αυτό αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε.
Από το γεγονός όμως ότι το πόρισμα του Εφετείου είναι διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αλλά πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Από τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΑ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 1/2008). Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση .ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν Ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, Οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 451/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα), σχημάτισε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, αξιολογώντας αναλυτικά τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα και μάλιστα τα αντιπαρέβαλε και ειδικά τα συνέκρινε ως προς την αποδεικτική τους δύναμη, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως το Εφετείο δεν δέχτηκε.7Γαρά το νόμο πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και οι από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ αντίθετοι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, κατά το σχετικό σκέλος του και ένατος, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες (δεύτερη και τέταρτη), επιχειρούν να πλήξουν πράγματι την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) αβασίμως προβάλλονται.
Επιπλέον ο ίδιος ως άνω ένατος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα των καταθέσεων των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης Ι. Μ., Β.
Μ. και Χ. Κ., που περιέχονται στις υπ’ αριθμ. ...29-10-2009 ένορκες βεβαιώσεις της Συμβολαιογράφου Πατρών Α. Φ., πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνεται ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που είχαν τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και ποια αποδόθηκε σ’ αυτά από το Εφετείο. Περαιτέρω, ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι με αυτόν προβάλλεται και αιτίαση από τον αριθμό 9γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς της δεύτερης αναιρεσείουσας, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αίτημα της για αναβολή εκδικάσεως της υπόθεσης μέχρι περατώσεως της ποινικής διαδικασίας σε βάρος της σύμφωνα με το άρθρο 250 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον επί παραλείψεως του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί σε αίτημα διαδίκου, που υπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του, όπως είναι και εκείνο για αναβολή της δίκης κατ’ άρθρο 250 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 708/2008, ΑΠ 649/2009).
Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία ,για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα, για να ισχύει η έννομη συνέπεια της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφαση του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋπόθεσης των θεμελιωτικών της αξίωσης του πραγματικών γεγονότων, Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις (ΑΠ 2305/2009).
Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού", του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη.
συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 692/2008, ΑΠ 683/2010). Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο α) ποιος είναι ο ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της αποδείξεως.
β) ποια η παράβαση ,στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και γ) ποιο το θέμα αποδείξεως που επέβαλε το δικαστήριο (ΑΠ 286/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πέμπτο, κατά το σχετικό σκέλος του και όγδοο λόγους της αίτησης, οι αναιρεσείουσες (δεύτερη και τέταρτη) προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, υποστηρίζοντας, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους, ότι, αν και η ενάγουσα αναιρεσίβλητη, στη συγκεκριμένη υπόθεση, είχε το βάρος απόδειξης της δικής τους υπαιτιότητας, τούτο αγνοήθηκε από το Εφετείο, εφαρμόστηκε εσφαλμένα σε σχέση με αυτό ο νόμος και χωρίς να αποδειχθούν ή να διασαφηνιστούν, έστω οι πραγματικοί ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης περί της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους, χάριν διασαφήσεως των οποίων άλλωστε διατάχθηκε με την 251/2013 μη οριστική απόφασή του η εμφάνιση των διαδίκων προς υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων σε αυτούς, δέχτηκε ως αποδειχθέντα τα ερωτήματα που τέθηκαν και απασχόλησαν την ως άνω 251/2013 απόφασή του, παρά το γεγονός ότι μέχρι την ενώπιον του συζήτηση της υπόθεσης, στις 3-4-2014, δεν υπήρξε οποιοδήποτε νεώτερο διαφωτιστικό στοιχείο σε βάρος τους.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, πρέπει να απορριφθούν ως στηριζόμενοι με εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο, διότι όπως προκύπτει από τις ως άνω αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα), σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, χωρίς να έχει προβεί σε κατανομή του βάρους της απόδειξης, με την έκδοση προς τούτο προδικαστικής απόφασης.
Παράλληλα, έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, όσον αφορά τις αναιρεσείουσες (δεύτερη και τέταρτη), αλλά με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι αναιρεσείουσες αυτές ως εναγόμενες, καίτοι δεν είχαν δικαίωμα, όλως παρανόμως και με δόλο, αφού γνώριζαν ότι με βάση την προαναφερθείσα συμφωνία μεταξύ αυτών ως πωλητριών και της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) ως αγοράστριας, είχε συμφωνηθεί να γίνει μόνο η συλλογή του ελαιοκάρπου και να παραδοθούν τα ακίνητα τους με τα υπάρχοντα σε αυτά ελαιόδεντρα στην αγοράστρια, έδωσαν εντολή στον Α.
Δ., όχι μόνο να συλλέξει τον καρπό από τα ελαιόδεντρα, αλλά και να κόψει τα υφιστάμενα στα αντίστοιχα αγροτεμάχιά τους ελαιόδεντρα, παραλαμβάνοντας την ξυλεία αυτών, προκειμένου να την εκμεταλλευθούν, πράξη στην οποία προέβη ο τελευταίος χρησιμοποιώντας και άλλα άτομα και κατά τη διάπραξη της συνελήφθη από την αστυνομία, από τις παραπάνω δε παράνομες και υπαίτιες ενέργειες, στις οποίες προέβησαν οι εναγόμενες αυτές, καταστράφηκαν ολοσχερώς από τα αγροτεμάχιά τους περίπου 30 και 50 ελαιόδεντρα αντίστοιχα, ηλικίας 30 έως 100 ετών, ευθυνόμενες επομένως για την αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε παράνομα και υπαίτια στην ενάγουσα, καθώς και για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προπεριγραφείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, με βάση τον αριθμό των ελαιοδέντρων που καταστράφηκαν από την αντίστοιχη ιδιοκτησία τους και κατά την νοηματική έννοια του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης αφορούσε η εντολή εκάστης τούτων προς τον Α.
Δ. για την υλοτόμησή τους. Συνακόλουθα τούτων οι δέκατος, ενδέκατος κατά το σχετικό σκέλος του και δωδέκατος λόγοι της αίτησης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, ενώ κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες, υπό το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την τελεσθείσα από μέρους τους αδικοπραξία σε βάρος της αναιρεσίβλητης είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι.
Επίσης, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι και ο ενδέκατος, κατά το σχετικό σκέλος του, από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διαλαμβάνονται στο διατακτικό της αντιφατικές διατάξεις, υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 17 του ΚΠολΔ, που προαναφέρθηκε, αλλά ούτε οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν κάτι τέτοιο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, υπό την έννοια της άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ ΐ530/200ί, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, ΑΠ 1072/2005).
Επομένως δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2166/2009, ΑΠ 2176/2009).
Για την πληρότητα δε του συγκεκριμένου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη υπόψη πραγμάτων, που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα, τα οποία, παρά το νόμο, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 253/2011, ΑΠ 367/2009), ενώ για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός από τη λήψη υπόψη ισχυρισμού μη προταθέντος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, τον οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη, καίτοι δεν είχε επαναφερθεί νομίμως σε αυτό (ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1647/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο κατά το σχετικό σκέλος του, λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχτηκε ως αποδεδειγμένα τα ερωτήματα που τέθηκαν και απασχόλησαν το Δικαστήριο της 251/2013 απόφασης του, αν και δεν υπήρξε προς τούτο οποιοδήποτε νεώτερο διαφωτιστικό στοιχείο.
Οι αιτιάσεις όμως αυτές, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, δεν ιδρύουν την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια όπως προαναφέρθηκε και επομένως ο ως άνω πέμπτος, κατά το αντίστοιχο μέρος του λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Επίσης απαραδέκτως προβάλλεται και ο ενδέκατος, κατά το σχετικό μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον ίδιο αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με αιτιάσεις σχετιζόμενες με την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να αναφέρονται σε αυτή τα απαραίτητα για τη θεμελίωση της ιστορικά στοιχεία, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.
Τέλος, οι ως άνω πέμπτος και ενδέκατος λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθέντος αόριστοι, καθόσον στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνεται ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που είχαν τα επικαλούμενα από τις αναιρεσείοντες αποδεικτικά μέσα και ποια αποδόθηκε σ’ αυτά από το Εφετείο, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός όπως προαναφέρθηκε, ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά το νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, εκτιμώντας αυτά ελεύθερα σύμφωνα με το άρθρο 340 ΚΠολΔ, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους, για τους οποίους δίδει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα (ΑΠ 479/2010, 1417/2009, 1311/2010).
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση, πρέπει α) καθόσον αφορά τη δεύτερη και τέταρτη των αναιρεσειόντων, να απορριφθεί στο σύνολό της, εφόσον όλοι οι λόγοι αναίρεσης, που αρμόζουν στις αναιρεσείουσες αυτές κρίθηκαν απορριπτέοι και β) καθόσον αφορά τον πρώτο και τρίτη των αναιρεσειόντων, να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί, ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς, η προσβαλλόμενη απόφαση.
Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμθεί, κατά τούτο, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στον πρώτο και Τρίτη των αναιρεσειόντων του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτούς με τα παράβολα του Δημοσίου και του ΤΑΧ. ΔΙΚ., όπως αυτά αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. ...-2-2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Πατρών.
Τέλος, η δεύτερη και τέταρτη των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικαστούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία παράλληλα, ως ηττημένη έναντι του πρώτου και της τρίτης των αναιρεσίβλητων, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των τελευταίων, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα του κάθε διάδικου μέρους αντίστοιχα (άρθρα 176, 178 παρ. 1, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-2-2015 αίτηση της δεύτερης (Θ. Ν. Π.) και τέταρτης (Δ. Κ.) των αναιρεσειόντων για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 12/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τις ανωτέρω αναιρεσείουσες (δεύτερη και τέταρτη) σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Αναιρεί την ανωτέρω υπ’ αριθμ. 12/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών ως προς τον πρώτο (Κ. Κ.) και των Τρίτη (Μ. Κ.) των αναιρεσειόντων.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος, για το οποίο χώρισε η αναίρεση της απόφασης, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στους αμέσως πιο πάνω πρώτο και Τρίτη αναιρεσείοντες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτούς.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αμέσως πιο πάνω πρώτου και τρίτης των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 1 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου