Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding of fact on fire cause in commercial dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal by terminating proceedings for two defendants while dismissing the appeal against the lower court's decision for the others. The appellants argued the lower court failed to explain the fire's cause or justify the delayed installation of a fire alarm, claiming the decision lacked legal basis. The court rejected these claims, ruling that the lower court properly evaluated evidence and that the appellants' arguments concerned factual assessment rather than legal formulation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 104, 105, 226, 568, 576, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if it challenges the lower court's evaluation of evidence or the reasoning of the evidentiary finding, provided the lower court's decision is clear and certain.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1454 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1454/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Θ. Κ., δικηγόρου, κατοίκου ... και 2. Κ. Σ., δικηγόρου, κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MEDITES ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "MEDITES", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Σ. Γ., 2.Σ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., για τον εαυτόν του προσωπικά και ως νόμιμο εκπρόσωπο της "Α.Ε MEDITES", οι οποίοι δε παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3. Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 4.Ε. Π. συζ. Κ. Τ., ομοίως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Σκαλτσά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, 5. Ι. Π. του Α., κατοίκου ..., 6. Α.-Ι. Π. του Ι., κατοίκου ομοίως και 7. Ί. - Π. Π. του Ι., κατοίκου ομοίως οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Κατά την 19ην Μαρτίου 2014 εμφανίσθηκαν στο Κατάστημα του Αρείου Πάγου και στον γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, οι ήδη αναιρεσείοντες και κατέθεσαν δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της αίτησης για αναίρεση της 35/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, σε ότι αφορά τον πέμπτο, έκτο και έβδομο των αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20 Ιουλίου 2005 και 22 Φεβρουαρίου 2008 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4338/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 35/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Οκτωβρίου 2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 8 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 35/2012 του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 105, 226 παρ. 4, 568 παρ. 4, 576 παρ. 1 και 577 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την αναιρετική δίκη δεν παρίσταται ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση και αποδεικνύεται σύννομη χορήγηση από αυτόν δικαστικής πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο που άσκησε την αίτηση αναίρεσης, η υπόθεση συζητείται παρά την απουσία του.
Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο αναιρεσείων επέσπευσε τη συζήτηση και παραστάθηκε κατά την αναβλητική δικάσιμο, οπότε, κατά το άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, η αναγραφή από τον γραμματέα της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους, που παραστάθηκαν κατά την αναβλητική δικάσιμο.
Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όταν ερημοδικεί ο αντίδικος του διαδίκου που επέσπευσε τη συζήτηση αίτησης αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος έχει κληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, για να παραστεί κατά την αναιρετική δίκη. Σε αντίθετη περίπτωση, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, η οποία μπορεί να επαναφερθεί για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Ενώ, αν στην αναιρετική δίκη μετέχουν περισσότεροι και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη μόνο γι' αυτόν που ερημοδικεί και δεν έχει κλητευθεί νόμιμα, ενώ η συζήτηση προχωρεί κανονικά για τους λοιπούς, οι οποίοι εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα (άρθρο 576 παρ. 3 περ.
β' ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, που ισχύει από 19-3-2013 και για τις εκκρεμείς υποθέσεις). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297, 299, 573 παρ. 1 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, η οποία επιφέρει κατάργηση της δίκης, γίνεται αποκλειστικά είτε με σχετικό δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου διαδίκου είτε με σχετική δήλωση πριν αρχίσει η αναιρετική συζήτηση από δικηγόρο, ο οποίος διαθέτει τουλάχιστον γενική πληρεξουσιότητα, κατά τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 1 και 98 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης που περιέχεται στις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τού αναιρεσείοντος στις προτάσεις ή στο ακροατήριο, ότι η υπόθεση δεν εισάγεται για κάποιον ή κάποιους από τους λοιπούς διαδίκους, δεν συνιστά σύννομη παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και δεν επιφέρει κατάργηση της δίκης (Ολ.ΑΠ 4/1992, ΑΠ 692/2010, 1181/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη από 16-10-2012 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Ν. Κ. και Κ. Σ., δικηγόρων Αθηνών, την οποία άσκησε ο πρώτος και για την οποία είχε χορηγηθεί σ' αυτόν από τον δεύτερο η απαιτούμενη ειδική πληρεξουσιότητα με το .../5-3-2013 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Βαγιάτη, που υπάρχει στον φάκελο, προσδιορίστηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων για την αρχική δικάσιμο της 18ης/11/2013, οπότε αυτοί παραστάθηκαν κανονικά και με αίτημά τους αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την προαναφερόμενη δικάσιμο της 24ης/3/2014, κατά την οποία δεν παραστάθηκαν και θεωρούνται σαν να ήταν παρόντες, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της νέας δικασίμου ισχύει ως νόμιμη κλήτευσή τους.
Η 1η αναιρεσίβλητη MEDITES ΑΕ, ο 2ος αναιρεσίβλητος Σ. Γ. και ο 7ος αναιρεσίβλητος Ί. - Π. Π. δεν παραστάθηκαν σε καμία από τις δύο δικασίμους, ούτε προκύπτει από τον φάκελο κλήτευσή τους κατά την αναβλητική ή τη μετ' αναβολή δικάσιμο και, συνεπώς, πρέπει ως προς αυτούς η συζήτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη. Ως προς τους αναιρεσίβλητους 5ο και 6ο, Ι.
Π. και Α. - Ι. Π., οι αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν νόμιμα με τις από 28-2-2014 δηλώσεις τους, που επιδόθηκαν νομότυπα στις 7-3-2014, όπως προκύπτει από τις 3130 και 3131/7-3-2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., που περιέχονται στο κάτω μέρος των σχετικών δηλώσεων, και, συνεπώς, ως προς αυτούς η δίκη έχει καταργηθεί.
Σημειώνεται ότι η από 19-3-2014 δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως προς τον 7ο αναιρεσίβλητο, η οποία κατατέθηκε στον γραμματέα του Αρείου Πάγου και υπάρχει στον φάκελο, δεν συνιστά νομότυπη παραίτηση, αφού δεν έγινε με τον αποκλειστικό τρόπο παραίτησης που προβλέπει το άρθρο 297 ΚΠολΔ, δηλαδή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο ή με σχετική δήλωση δικαστικού πληρεξουσίου πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και, συνεπώς, δεν επιφέρει ως προς αυτόν κατάργηση της δίκης.
Επίσης και όπως ήδη αναφέρθηκε στη νομική σκέψη, δεν συνιστά παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης η δήλωση, που περιέχεται στις από 18-10-2013 προτάσεις των αναιρεσειόντων, ότι δεν εισάγεται η αίτηση αναίρεσης για συζήτηση ως προς τον 3ο αναιρεσίβλητο Κ. Τ. και την 4η αναιρεσίβλητη Ε. Π., οι οποίοι κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση εκπροσωπήθηκαν κανονικά, βάσει του προσκομιζόμενου με επίκληση .../13-11-2013 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Μαρίας Χατζηγιαννάκου, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Σκαλτσά και πρέπει ως προς αυτούς να ερευνηθεί περαιτέρω η αίτηση αναίρεσης.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2001). Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις αυτοτελών ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997).
Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που προτάθηκε και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1997) είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχτηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (ΟλΑΠ 11/1996).
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νομίμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, 42/2002).
Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο δεν προχώρησε σε ουσιαστική διερεύνηση της διαφοράς, ώστε να χρειαστεί να εκτιμήσει και να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα, αλλά απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό για λόγους που ανάγονται στο παραδεκτό ή τη νομική βασιμότητά τους (ΟλΑΠ 3/1997). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα α) η ταυτότητα και το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου που δεν λήφθηκε υπόψη, β) η επίκληση και προσκόμιση και ο νόμιμος τρόπος προσκόμισης αυτού από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και γ) Ο πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε, καθώς και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και αν το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή την ανταπόδειξή του (ΟλΑΠ 1990/1982).
Η επίκληση ή μη του αποδεικτικού μέσου ελέγχεται και κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (και όχι από αυτή), ο δε σχετικός αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν δεν προσκομίζονται οι προτάσεις ή από την επισκόπησή τους προκύπτει ότι δεν περιέχουν επίκληση του αποδεικτικού μέσου.
Εξάλλου, ο προαναφερόμενος λόγος είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, έστω και χωρίς να γίνεται σ' αυτή ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, εκτός αν, παρά τη σχετική βεβαίωση, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, και ιδίως από τις αιτιολογίες της προκύπτουν αμφιβολίες αν πράγματι συνεκτιμήθηκαν όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (ΟλΑΠ 20/05, 32/96).
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 57/90).
'Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχονται σ' αυτή οι ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές: "Ο ενάγων της, από 20-7-2005, αγωγής, Κ. Σ., είναι ιδιοκτήτης ενός διαμερίσματος, συνολικής έκτασης 216 τ.μ. το οποίο βρίσκεται στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας επί της οδού ... αριθ. 4, στο Κολωνάκι. Το ως άνω διαμέρισμα ο ως άνω ενάγων το είχε εκμισθώσει από τις 24-10-2003, στην ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΓΙΩΤΙΝΚΣ".
Επιπροσθέτως ο ίδιος ως άνω ενάγων, Κ. Σ., είχε μισθώσει από κοινού με τους λοιπούς δύο ενάγοντες της, από 22-2-2008, αγωγής, Ν. Κ. και Δ. Κ., ένα διαμέρισμα του τρίτου ορόφου επί της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, στο οποίο στέγαζαν το δικηγορικό τους γραφείο. Στην ίδια πολυκατοικία και στο ισόγειο αυτής υπήρχε και ένα κατάστημα, ιδιοκτησίας των έκτου, έβδομου και όγδοου εναγομένων και των δύο αγωγών, οι οποίοι με βάση το, από 26-6-2000, έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως το εκμίσθωσαν στην πρώτη εναγόμενη και των δύο αγωγών, ανώνυμη εταιρεία, που εκπροσωπείται νόμιμα από το δεύτερο εναγόμενο, πρόεδρο και του Δ.Σ.
αυτής, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα εμπορίας υφασμάτων επιπλώσεων, χαλιών, κουρτινών, ειδών διακόσμησης, επίπλων, ειδών σπιτιού και εν γένει οικιακού εξοπλισμού. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για δώδεκα έτη, δηλαδή από τις 1-7-2000 έως και τις 30-6-2012, ενώ με βάση το ως άνω έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως συμφωνήθηκε ότι απαγορεύεται στη μισθώτρια να επιφέρει οποιαδήποτε προσθήκη, τροποποίηση, ή μεταρρύθμιση του μισθίου, χωρίς την έγγραφη συναίνεση των εκμισθωτών.
Ειδικά όμως, επιτράπηκε στη μισθώτρια εταιρεία να ενεργήσει με έξοδά τις τροποποιήσεις ή μεταρρυθμίσεις ή επισκευές στο μίσθιο, προκειμένου μόνον να εξυπηρετήσουν το σκοπό για τον οποίο προορίζεται το μίσθιο, υπό την προϋπόθεση ότι από τις τροποποιήσεις ή επισκευές αυτές δεν πρόκειται να επέλθει βλάβη στα στατικά και εν γένει βασικά στοιχεία της οικοδομής και ότι η μισθώτρια θα υποχρεούται και θα ευθύνεται να ζητήσει τη σχετική άδεια από την αρμόδια Πολεοδομία, εφόσον αυτό απαιτείται.
Στο παραπάνω κατάστημα εργαζόταν ως υπάλληλος η τρίτη εναγόμενη, ενώ απασχολούνταν και ο τέταρτος και η πέμπτη εναγόμενοι, ως εξωτερικοί όμως συνεργάτες της επιχείρησης αυτής. Σύμφωνα με τα παραπάνω η μισθώτρια εταιρεία και πρώτη εναγόμενη, στις 17-7-2000, κατέθεσε αίτηση προς την Πολεοδομία του Δήμου Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε η, με αριθ. .../2000, άδεια οικοδομής για διαμόρφωση των χώρων του καταστήματος.
Περαιτέρω η πρώτη εναγόμενη εταιρεία με τις, από 5-7-2000, 12-7-2000, 5-9-2000 και 18-9-2000 επιστολές της προς το διαχειριστή της πολυκατοικίας και τους ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων, τους ενημέρωνε για τις τροποποιήσεις στον εσωτερικό χώρο του μισθωμένου καταστήματος καθώς και για την τελική μορφή της όψης της, επί της οδού ...
αριθ. 4, εισόδου και βιτρινών αυτού. Μεταξύ των εργασιών που έγιναν ήταν και η αφαίρεση τμήματος της τοιχοποιίας και των παλαιών ανοιγμάτων που βρίσκονταν προς τον πίσω ακάλυπτο χώρο και η αντικατάστασή τους με τζαμαρία. Τα παλαιά υπάρχοντα κουφώματα (μία μπαλκονόπορτα και ένα σταθερό άνοιγμα) ήταν περίπου 6 τ.μ.
ενώ τα νέα ανοίγματα είχαν επιφάνεια περίπου 12,5 τ.μ. και αποτελούνταν από σταθερά κουφώματα αλουμινίου με κρύσταλλο triplex. Σκοπός αυτής της μετατροπής ήταν η αύξηση του φυσικού φωτισμού στο πίσω μέρος του καταστήματος, το οποίο υστερούσε σε φως σε σχέση με τον, στο μπροστινό τμήμα του, χώρο που φωτιζόταν από τις βιτρίνες της πρόσοψης επί της οδού ..., από όπου ήταν και η είσοδος του καταστήματος.
Επίσης η μισθώτρια εταιρεία είχε συνάψει στις 31-12-2002 το, με αριθ. ..., ασφαλιστήριο συμβόλαιο πυρός με την εταιρεία "ALPHA Ασφαλιστική", με διάρκεια ισχύος έως τις 31-12-2003, με το οποίο ασφάλισε την επιχείρησή της κατά του κινδύνου της φωτιάς. Εξ άλλου το ως άνω κατάστημα από την αρχή της λειτουργίας του ελεγχόταν από Τεχνικό Ασφαλείας, όπως αποδεικνύεται από τη νόμιμα επικαλούμενη και προσκομιζόμενη, από 15-2-2002, σύμβαση παροχής υπηρεσιών με την εταιρεία "ΠΡΟΜΑΘΕΙΑ Ε.Π.Ε.".
Αποδείχθηκε επίσης ότι το κατάστημα παρουσίαζε πριν την πρόκληση της πυρκαγιάς προβλήματα ηλεκτρολογικής φύσης και μετά από υποδείξεις του τεχνικού ασφαλείας, στις 4-12-2003, το πρωί, αγοράστηκε και τοποθετήθηκε στον ηλεκτρικό πίνακα του καταστήματος, ρελέ διαφυγής έντασης του ρεύματος (βλ. νόμιμα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα, με αριθ. 242/4-12-2003, απόδειξη παροχής υπηρεσιών του Ι.
Π., για την αγορά και τοποθέτηση του ως άνω ρελέ, καθώς και το, με αριθ. 124/4-12-2003, δελτίο αποστολής του σχετικού εξαρτήματος). Όμως το βράδυ της ίδιας μέρας και περί ώρα 21.03 μ.μ. εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο εσωτερικό του εν λόγω καταστήματος, κατά το χρόνο που αυτό ήταν κλειστό. Σύμφωνα με την, από 4-12-2003, έκθεση απλής αυτοψίας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας η αρχική εστία της πυρκαγιάς εντοπίστηκε από το βαθμό καύσης και αλλοίωσης των υλικών, στο χώρο που βρισκόταν το γραφείο της επιχείρησης, δηλαδή στο μέσον του καταστήματος και δεξιά της κυρίας εισόδου του, για τη διακρίβωση δε των αιτίων της πυρκαγιάς διορίστηκε ο παραπάνω πραγματογνώμονας Α.
Κ.. Από την πυρκαγιά καταστράφηκε ολοσχερώς το κατάστημα με τα εντός αυτού εμπορεύματα (υφάσματα - μικροέπιπλα), έπεσαν επιχρίσματα και έσπασαν οι υαλοπίνακες, που υπήρχαν στην πρόσοψη και στο πίσω μέρος αυτού. Ακόμη από την πυρκαγιά προκλήθηκαν ζημιές στον πρώτο όροφο, στο διαμέρισμα ιδιοκτησίας Κ. Σ., καθώς κάηκαν όλα τα ξύλινα παράθυρα που έβλεπαν στο πίσω μέρος του κτιρίου, ρηγματώθηκαν και μερικώς έπεσαν τα επιχρίσματα των δωματίων, κάηκε μέρος του ξύλινου πατώματος, ρυπάνθηκαν τα πλακάκια του μπάνιου και έπαθε ζημιές η ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση, κάηκε μερικώς ο εξοπλισμός του μισθωτή (έπιπλα, κουρτίνες, χαλιά, είδη ρουχισμού) και ρυπάνθηκαν όλοι οι χώροι από τους καπνούς, ο δε όροφος ήταν ανασφάλιστος για πυρκαγιά.
Επίσης στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου όπου λειτουργούσε το δικηγορικό γραφείο των ως άνω τριών εναγόντων της, από 26-7-2005, αγωγής, το οποίο ήταν και αυτό ανασφάλιστο για πυρκαγιά, ρηγματώθηκαν και έπεσαν τα επιχρίσματα, κάηκαν τα πίσω ξύλινα κουφώματα, προκλήθηκαν ζημιές σε δύο κλιματιστικά καθώς και στην ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση και ρυπάνθηκε όλο το διαμέρισμα από τους καπνούς.
Τη χρονική στιγμή που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά το κατάστημα ήταν κλειστό από ώρα 20.20' περίπου, κλειδωμένο και στους εσωτερικούς του χώρους δεν υπήρχε κανείς, οι δε πόρτες εισόδου και εξόδου του βρέθηκαν από την Πυροσβεστική Υπηρεσία Αθηνών, αμέσως μετά την εκδήλωση της φωτιάς, απαραβίαστες. Το κατάστημα δεν διέθετε συναγερμό, ενώ την ίδια μέρα της πυρκαγιάς, όπως αναφέρθηκε είχαν εκτελεστεί σ' αυτό κατά τις πρωινές ώρες ηλεκτρολογικές εργασίες και συγκεκριμένα είχε τοποθετηθεί το ως άνω ρελέ διαφυγής έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος.
Η αρχική εστία της πυρκαγιάς εντοπίστηκε στους εσωτερικούς χώρους του ισογείου καταστήματος, στη δεξιά πλευρά, από την οδό ... και στην περιοχή που βρισκόταν το γραφείο της επιχείρησης με τον υπάρχοντα εντός αυτού ηλεκτρονικό υπολογιστή, εκτυπωτές, UPS και τηλεφωνικές συσκευές. Η πυρκαγιά επεκτάθηκε ταχύτατα σε όλους τους χώρους του καταστήματος λόγω των εύφλεκτων υλικών που υπήρχαν σ' αυτό (υφάσματα, καλάθια από καλάμι, έπιπλα κ.ά.).
Στην ηλεκτρολογική εγκατάσταση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος από τη ΔΕΗ δεν διαπιστώθηκαν τεχνικά προβλήματα που να δικαιολογούν το συμβάν της πυρκαγιάς στο εν λόγω κατάστημα ούτε στα υπολείμματα του ηλεκτρικού πίνακα του καταστήματος διαπιστώθηκαν εμφανή ίχνη βραχυκυκλωμάτων, κακών επαφών, ή άλλων τεχνικών προβλημάτων που να εξηγούν την έναρξη της πυρκαγιάς.
Επίσης ούτε στα υπολείμματα της ηλεκτρονικής εγκατάστασης του καταστήματος (ηλεκτροφόρα καλώδια, φωτιστικά σώματα, ρευματοδότες, πρίζες, διακόπτες κλπ.) διαπιστώθηκαν ίχνη βραχυκυκλωμάτων ή άλλων τεχνικών προβλημάτων. Στην περιοχή της αρχικής εστίας και στο δάπεδο, δίπλα από το γραφείο βρέθηκαν υπολείμματα του UPS, η καταστροφή του οποίου ήταν έντονη και ολοσχερής.
Στη μία του πλευρά υπήρχαν ίχνη έντονης καταστροφής από εσωτερικά προς εξωτερικά αυτού, έτσι πιθανή αστοχία υλικού ή βλάβη του θα μπορούσε να εξηγήσει την έναρξη της φωτιάς, χωρίς όμως αυτό να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί με βεβαιότητα. Στα υπολείμματα των λοιπών ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών (ηλεκτρονικό υπολογιστή, οθόνη του, εκτυπωτή, πολύπριζο, ηλεκτροφόρα καλώδια, ραδιοσυντί, φαξ, τηλέφωνα κλπ.) δεν διαπιστώθηκαν ίχνη βραχυκυκλωμάτων ή άλλων τεχνικών προβλημάτων που να εξηγούν την πρόκληση της πυρκαγιάς.
Εξ άλλου αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί σε εμπρηστική ενέργεια δεδομένου ότι δεν βρέθηκαν εκρηκτικοί μηχανισμοί ούτε προέκυψαν στοιχεία ή ενδείξεις προς μία τέτοια εκδοχή. Περαιτέρω από την εν λόγω πυρκαγιά και λόγω της υπερθέρμανσης που δημιουργήθηκε έσπασαν οι τζαμένιες επιφάνειες του καταστήματος, με αποτέλεσμα οι φλόγες να βρουν διέξοδο από τη τζαμαρία που είχε, όπως προαναφέρθηκε, τοποθετηθεί στο πίσω μέρος αυτού, σε αντικατάσταση των παλαιών κουφωμάτων και του τοίχου που υπήρχε στο σημείο εκείνο, προς τον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας και από εκεί να επεκταθεί καθ' ύψος προς τις ιδιοκτησίες των εναγόντων (ένδικο διαμέρισμα και γραφείο, αντίστοιχα).
Η επέκταση αυτή των φλογών όμως, θα συνέβαινε σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν δεν είχαν γίνει οι προαναφερθείσες τροποποιήσεις και τοποθέτηση της τζαμαρίας, αφού οι φλόγες θα έβρισκαν διέξοδο από τα προϋπάρχοντα κουφώματα (μπαλκονόπορτα και σταθερό άνοιγμα), τα οποία θα λειτουργούσαν μάλιστα, λόγω της ορμής και της έντασης της φωτιάς και του καπνού, ως "χωνί" (καπνοδόχο), με αποτέλεσμα οι φλόγες να διέλθουν από αυτά με ακόμη μεγαλύτερη ορμή και ένταση, κατευθυνόμενες προς τα άνω.
Όλα τα ως άνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται με σαφήνεια από τη ρητή, κατηγορηματική, χωρίς ενδοιασμό και από δική του αντίληψη, ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Ν. Γ., ιδιωτικού υπαλλήλου, ο οποίος εργάζεται ως πραγματογνώμονας και ο οποίος έκανε την αυτοψία για τις ζημιές του καταστήματος και βεβαιώνει ότι "...
η τζαμαρία δεν επέτεινε τη φωτιά ... λειτούργησε ευεργετικά διότι η φωτιά μπορεί να επηρέαζε τη στατικότητα του κτιρίου ...". Τα ίδια βεβαιώνει και ο ανωμοτί εξετασθείς τέταρτος εναγόμενος, Κ. Τ., ο οποίος από δική του αντίληψη, ως εξωτερικός συνεργάτης της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, βεβαιώνει ότι "...
είχε έρθει τη μέρα εκείνη ηλεκτρολόγος και είχε βάλει ένα "ρελέ" ... ερχόταν συνεχώς ο ηλεκτρολόγος (τεχνικός ασφαλείας) ... ήταν απαραίτητο UPS, ήταν καινούριο ...". Οι καταθέσεις των παραπάνω εξετασθέντων, μάρτυρα και διαδίκου, αντίστοιχα, δεν αναιρούνται ουσιωδώς από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, Θ.
Κ., γιού του πρώτου ενάγοντος, της, από 26-7-2005, αγωγής ο οποίος δεν φαίνεται να έχει δική του αντίληψη για όσα καταθέτει, αφού βεβαιώνει ότι: α) "... υπήρχε πολεοδομική παράβαση ..." γεγονός που αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμο, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, δεδομένου ότι οι μετατροπές στο πίσω μέρος του καταστήματος και η τοποθέτηση της τζαμαρίας έγινε μετά την έκδοση οικοδομικής άδειας και β) "...
προφανώς ήταν ελαττωματική η ηλεκτρολογική εγκατάσταση ...", χωρίς όμως να μπορεί να βεβαιώσει σε τι συνίστατο η ελαττωματικότητα για την οποία καταθέτει αορίστως και με την υποθετική έκφραση "προφανώς". Εξ άλλου οι καταθέσεις των Κ. Τ. και Ν. Γ. ενισχύονται και από την, από Φεβρουαρίου 2004, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, του ως άνω διορισθέντος από την Πυροσβεστική Υπηρεσία Αθηνών, πραγματογνώμονα Α.
Κ., ο οποίος βεβαιώνει για όλα τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και καταλήγει στα συμπεράσματά του ότι: α) Η έναρξη της πυρκαγιάς δεν μπορεί να αποδοθεί σε προβλήματα της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης ούτε στις διάφορες ηλεκτρικές -ηλεκτρονικές συσκευές (πλην του UPS που βρίσκονταν στην περιοχή της αρχικής εστίας της πυρκαγιάς), β) η πυρκαγιά δεν μπορεί να αποδοθεί σε εκρηκτικούς ή εμπρηστικούς μηχανισμούς, γ) η πυρκαγιά δεν μπορεί να αποδοθεί σε εύφλεκτα υλικά ή δοχεία που να περιείχαν τέτοια, δ) η πυρκαγιά δεν ήταν δυνατόν να αποδοθεί σε εμπρησμό από πρόθεση, διότι δεν προέκυψαν στοιχεία ή ενδείξεις προς μία τέτοια κατεύθυνση, ε) τα αίτια πρόκλησης της πυρκαγιάς δεν ήταν δυνατόν να διαπιστωθούν, παρά το λεπτομερή έλεγχο και την έρευνα προς κάθε κατεύθυνση και πάντως, ως πιθανότερες αιτίες έναρξής της καταγράφονται οι παρακάτω: "... 1.
Σε τεχνικά προβλήματα του UPS το οποίο βρισκόταν στην περιοχή της αρχικής εστίας, στο δάπεδο δίπλα από το γραφείο. Η καταστροφή του UPS ήταν έντονη και ολοσχερής. Στη μία του πλευρά υπήρχαν ίχνη έντονης καταστροφής από εσωτερικά προς εξωτερικά αυτού. Έτσι πιθανή αστοχία υλικού ή βλάβη του θα μπορούσε να εξηγήσει την έναρξη και εξάπλωση της πυρκαγιάς.
Κάτι τέτοιο όμως ήταν αδύνατον να διαπιστωθεί από τον υπογράφοντα. 2. Σε πιθανά υπολείμματα αναμμένου τσιγάρου πάνω σε καύσιμα υλικά που υπήρχαν πάνω ή κάτω από το γραφείο (χαρτιά, πλαστικά, υφάσματα κλπ.). Όπως όμως είναι πολύ φυσικό, κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον να διαπιστωθεί από τον υπογράφοντα διότι δεν απομένουν τέτοια ίχνη μετά την πλήρη καύση των αναφερομένων υλικών".
Η έκθεση αυτή του ως άνω πραγματογνώμονα δεν αναιρείται από τη νόμιμα επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες, από 22-12-2004, γνωμοδότηση των Καθηγητών του ΕΜΠ, Π.Δ. Μ. και Κ.Γ. Κ., οι οποίοι ουσιαστικά συντάσσονται με την έκθεση του πραγματογνώμονα Α. Κ. και απλά αορίστως και υποθετικώς αποφαίνονται ότι: "...κατά τη γνώμη μας η αιτία της πυρκαγιάς οφείλεται ή στο ανωτέρω UPS (λόγω αστοχίας κάποιου υλικού του) ή στο πολύπριζο λόγω κάποιου θερμικού φαινομένου από τους πολλούς ρευματολήπτες".
Όμως ακόμη κι αν το υλικό του ως άνω UPS ήταν άστοχο, αυτό δεν ανάγεται στη σφαίρα ευθύνης των εναγομένων, οι οποίοι δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν την τυχόν αστοχία του υλικού του, ενόψει του ότι αυτοί το αγόρασαν ως σωστά κατασκευασμένο και φρόντιζαν για το συνεχή έλεγχο και συντήρησή του, απασχολώντας σε μόνιμη βάση, τεχνικό ασφαλείας, για τον ηλεκτρολογικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό του καταστήματός τους, όπως ως άνω αναφέρθηκε.
Εξ άλλου, ούτε μπορεί να υιοθετηθεί από το παρόν Δικαστήριο, η εκδοχή της υπερθέρμανσης του πολύπριζου, αφού κάτι τέτοιο από κανέναν ειδικό, δεν βεβαιώθηκε. Οι ενάγοντες, προσκομίζουν για πρώτη φορά στην παρούσα δίκη, την, από Φεβρουαρίου 2011, νεότερη γνωμοδότηση, των ίδιων ως άνω Καθηγητών, προκειμένου να υποστηρίξουν τους όψιμους και για πρώτη φορά προβαλλόμενους με τις κρινόμενες εφέσεις τους, ισχυρισμούς τους ότι η αιτία και η εξάπλωση της πυρκαγιάς οφειλόταν αφενός στην έλλειψη πυρανίχνευσης του καταστήματος και αφετέρου στην εγκατάσταση και στη μετατροπή, στη συνέχεια της ηλεκτρολογικής του εγκατάστασης, κατά την αντικατάσταση του οπισθίου τοίχου του με τζαμαρία και κατά την πρόσφατη πλημμελή, προφανώς, τοποθέτηση του "ρελέ" διαφυγής έντασης του ρεύματος χωρίς την, από το νόμο, (ν. 4483/1965), προβλεπόμενη υπεύθυνη δήλωση του εγκαταστάτη ηλεκτρολόγου.
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί των εναγόντων που για πρώτη φορά προβάλλονται με το δικόγραφο της έφεσης, αποτελούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής με το αρχικό περιεχόμενό της, που προαναφέρθηκε και αφορούσε μόνον αφενός την πλημμελή συντήρηση του ηλεκτρολογικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού του καταστήματος και αφετέρου την παράνομη μετατροπή του οπισθίου τοίχου αυτού σε τζαμαρία.
Για το λόγο αυτό οι ως άνω ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, κατ' αρθρ. 526 του Κ.Πολ.Δ. Το απαράδεκτο δε αυτό, καίτοι λαμβανόμενο υπόψη και αυτεπάγγελτα, ρητά προβλήθηκε και από τους εναγόμενους με την προσθήκη αντίκρουση των εγγράφων προτάσεων τους, που κατέθεσαν κατά την παρούσα συζήτηση (ΑΠ 1364/2008 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "ΝΟΜΟΣ").
Μετά από αυτά δεν αποδείχθηκε πλημμελής συμπεριφορά των εναγομένων που να συνετέλεσε στην πρόκληση της πυρκαγιάς και στην επέκτασή της, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι είχαν πράξει όλα τα νόμιμα και αναγκαία για την ασφαλή λειτουργία του ενδίκου καταστήματος, και μάλιστα οι μισθωτές αυτού απασχολούσαν σε μόνιμη βάση τεχνικό ασφαλείας για τον έλεγχο και τη συντήρηση των ηλεκτρολογικών και ηλεκτρονικών τους εγκαταστάσεων και εξοπλισμών, ενώ οι ιδιοκτήτες του οικήματος του καταστήματος επέτρεψαν τη μετατροπή του παραπάνω τοίχου του σε τζαμαρία, μετά την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας.
Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται επί πλέον και από το ότι η σχετική ποινική δικογραφία που ανοίχθηκε σε βάρος των εναγομένων, για την πράξη του εμπρησμού, τέθηκε στο αρχείο αγνώστων δραστών (βλ. νόμιμα επικαλούμενο και προσκομιζόμενο αντίγραφο του εξώφυλλου της σχετικής δικογραφίας με τη σφραγίδα επ' αυτού "Αρχείο Αγνώστων Δραστών".
Με τον 1ο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα προσάπτουν στην εφετειακή απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που αυτοί είχαν προβάλει με τιε εφέσεις τους, ότι αιτία για την εκδήλωση και την έκταση της πυρκαγιάς, που προκάλεσε τις αγωγικές ζημίες στους αναιρεσείοντες, ήταν α) η έλλειψη συστήματος πυρανίχνευσης στο μισθωμένο κατάστημα, όπου η 1η αναιρεσίβλητη ασκούσε επιχείρηση εμπορίας υφασμάτων κλπ., και β) ότι, κατά την αρχική τοποθέτηση και τη μεταγενέστερη μετατροπή της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης στο κατάστημα, όταν αντικαταστάθηκε ο οπίσθιος τοίχος αυτού με τζαμαρία, αλλά και κατά την τοποθέτηση ηλεκτρονόμου διαφυγής έντασης ρεύματος (ρελέ) την ημέρα της πυρκαγιάς, δεν υποβλήθηκε η προβλεπόμενη από τον νόμο (ν. 4483/1965 άρθρο 4 παρ. 1) υπεύθυνη δήλωση εγκαταστάτη ηλεκτρολόγου.
Όπως, όμως, προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι επικαλούμενοι αυτοτελείς ισχυρισμοί αντιμετωπίστηκαν ευθέως και απορρίφθηκαν ρητά ως απαράδεκτοι από το Εφετείο (με την αιτιολογική σκέψη ότι συνιστούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της αγωγικής βάσης).
Συνεπώς, ο 1ος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον 2ο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση η από 7-1-2004 προανακριτική κατάθεση της υπεύθυνης του καταστήματος Κ. Ρ., ούτε η 4994/20-2-2008 ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου της Μ.
Λ., τις οποίες αυτοί είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα. Όμως, στην εφετειακή απόφαση μνημονεύεται ρητά ως αποδεικτικό μέσο και η εν λόγω ένορκη βεβαίωση, ενώ βεβαιώνεται σ' αυτή ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα οι διάδικοι, ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, στα οποία εμπίπτει και η επικαλούμενη προανακριτική κατάθεση, ενώ από το όλο περιεχόμενο της εφετειακής απόφασης δεν προκύπτει αμφιβολία ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε και αυτή από κοινού με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον 3ο και τελευταίο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, επειδή δεν εξηγεί γιατί τοποθετήθηκε στο κατάστημα το ρελέ με καθυστέρηση τριετίας, γιατί προκλήθηκε πυρκαγιά αφού τοποθετήθηκε ρελέ, που αποκλείει το βραχυκύκλωμα και γιατί ο τεχνικός ασφαλείας δεν υπέδειξε την εγκατάσταση πυρανίχνευσης, αλλά και επειδή δεν αξιολογεί την εκδοχή να προκλήθηκε η πυρκαγιά από τσιγάρο υπαλλήλων του καταστήματος και δεν δίνει απάντηση σε τι οφείλεται η πυρκαγιά, αφού αποκλείστηκε η ανώτερη βία και το τρομοκρατικό γεγονός.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι αποδιδόμενες στην εφετειακή απόφαση πλημμέλειες δεν αφορούν τη διατύπωση των ουσιαστικών παραδοχών αυτής, ως προς τη συνδρομή ή μη των περιστατικών που είναι αναγκαία για την πλήρωση του πραγματικού των εφαρμοστέων ουσιαστικών διατάξεων και για τη θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεων, αλλά ανάγονται στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η αναιρετική δίκη ως προς τους 5ο και 6ο των αναιρεσιβλήτων, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους 1η, 2ο και 7ο των αναιρεσιβλήτων και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους. Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του 3ου και της 4ης των αναιρεσιβλήτων κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) και να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αποφαίνεται ότι, ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο Ι. Π. και τον έκτο αναιρεσίβλητο Α. - Ι. Π., έχει καταργηθεί η δίκη επί της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 35/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "MEDITES Εισαγωγική και Εμπορική Ανώνυμη Εταιρεία Υφασμάτων και Ειδών Διακόσμησης", τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Σ. Γ. και τον έβδομο αναιρεσίβλητο Ί. - Π. Π..
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του τρίτου αναιρεσίβλητου Κ. Τ. και της τέταρτης αναιρεσίβλητης Ε. Π., τα οποία ορίζει συνολικά στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ