1454/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1454/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1454 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1454/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καπελλάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4404/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 3049/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 3-4-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 21-10-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.1728β/20-7-2010 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 27-9-2010, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως, οπότε δεν ήταν αναγκαία νέα κλήση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδαφ δ' ΚΠολΔ, εφαρμοζόμενη και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 575 εδαφ.2 ίδιου Κώδικα, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στον αναιρεσίβλητο, πλην όμως ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε η περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την ερήμην του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου εκδοθείσα πρωτοβάθμια απόφαση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εκδοχέα των αναφερομένων στην αγωγή απαιτήσεων εκ συμβάσεως και εξ αδικοπραξίας, μόνον ως προς την εκ της συμβάσεως πωλήσεως βάση της και υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το οφειλόμενο τίμημα πωληθέντων και παραδοθέντων σ' εκείνον (αναιρεσίβλητο) από την πωλήτρια εταιρεία με την επωνυμία "Αφοί Κ.
και Σια Ο.Ε" εμπορευμάτων, ενώ απέρριψε κατ' ουσίαν την εξ αδικοπραξίας αγωγική βάση, με την οποία ζητήθηκε η απαγγελία προσωπικής κρατήσεως του αναιρεσιβλήτου. Για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, της απορρίψεως της αδικοπρακτικής βάσης της αγωγής δέχθηκε τα ακόλουθα: "....Εξ ετέρου όμως από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνύεται αδικοπρακτική (παράνομη και υπαίτια) συμπεριφορά του εναγομένου στις με την ανωτέρω πωλήτρια συναλλαγές του.
Όταν δηλαδή ο εναγόμενος αυτός αγόραζε επί πιστώσει τα προπαρατιθέμενα προϊόντα (ποσότητες μετάλλου) για τις ανάγκες της εμπορίας του (επιχειρήσεως κατασκευής και εμπορίας μεταλλικών μαγειρικών σκευών), εμφορείτο από την πεποίθηση (πίστευε παρά την κήρυξη του σε κατάσταση πτωχεύσεως με χρόνο ενάρξεως παύσεως των πληρωμών την 1-5-93), ότι είχε την δυνατότητα να ανταποκριθεί στις συναφώς απορρέουσες προς την πωλήτρια υποχρεώσεις του.
Ήτοι, εξ ουδενός στοιχείου προκύπτει ότι ο εν λόγω εναγόμενος ακολούθησε δόλια, παρελκυστική και παραπειστική τακτική. Πιο συγκεκριμένα δεν αποδεικνύεται, ότι μετήλθεν εν γνώσει της αναληθείας ψευδή παράσταση προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της άνω πωλήτριας, ότι είναι πρόσωπο φερέγγυο και με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, προκειμένου να παρασύρει σε επιζήμιες για τα συμφέροντα της συναλλαγές την πωλήτρια εταιρεία.
Άλλωστε για την φερόμενη αυτή άδικη (με το ως άνω περιεχόμενο) πράξη της απάτης αθωώθηκε από το ποινικό δικαστήριο και δη, με τις 8103, 8104/2000 αποφάσεις του Εφετείου (Τριμελούς Πλημ/τών) Αθηνών. Ο δε ενάγων αβασίμως υποστηρίζει σχετικώς τα αντίθετα". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330, 288 ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, δεχόμενο έλλειψη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής τους αναφορικά με την αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσιβλήτου, διέλαβε δε στην απόφασή του, αρκούντως σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς την ανωτέρω έλλειψη, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της.
Ειδικότερα, με την παραδοχή του εφετείου ότι δεν αποδείχθηκε "αδικοπρακτική (παράνομη και υπαίτια) συμπεριφορά ... και όταν ο εναγόμενος αγόραζε επί πιστώσει τα προπαρατιθέμενα προϊόντα ... εμφορείτο από την πεποίθηση ... ότι θα είχε τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στις συναφώς απορρέουσες προς την πωλήτρια υποχρεώσεις του", περιλαμβάνεται εμμέσως πλην σαφώς και παραδοχή ότι λόγω της ανωτέρω πεποιθήσεως του αναιρεσιβλήτου δεν υφίστατο υποχρέωσή του ανακοίνωσης ότι τελεί σε κατάσταση παύσης πληρωμών, ώστε να στοιχειοθετείται αμέλειά του, (περιλαμβανόμενη στην έννοια της υπαιτιότητας, την οποία και δέχεται το Εφετείο ότι δεν συνέτρεξε), ως προς την κατά τα συναλλακτικά ήθη απορρέουσα υποχρέωσή του ανακοίνωσης προς την πωλήτρια ότι τελεί σε κατάσταση παύσης πληρωμών.
Ούτε άλλωστε ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης η αναφορά, ότι κατά τον μέσο και συνετό άνθρωπο ήταν δικαιολογημένη η πεποίθηση του αναιρεσιβλήτου ότι θα είχε τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στις ανωτέρω εκ της πωλήσεως υποχρεώσεις του. Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται το εφετείο ότι παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, παραλείποντας να ασχοληθεί με την ενσυνείδητη αμέλεια την οποία επέδειξε ο αναιρεσίβλητος κατά την κατάρτιση των πωλήσεων έναντι της πωλήτριας αναφορικά με την ως άνω υποχρέωσή του ανακοινώσεως σ' αυτήν ότι τελούσε σε κατάσταση παύσης πληρωμών και δεν περιέλαβε σχετική περί της "αντικειμενικοποιήσεως" της αμέλειας αιτιολογία, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ενώ θέμα επιβολής δικαστικών εξόδων δεν τίθεται λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Απριλίου 2008 αίτηση του Ι. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3049/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ