Legislator Case Law & Legislation
1454/2011 AI generated

1454/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1454/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 129/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2-8-2005 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1454/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' αυτήν η συζήτηση της αναίρεσης, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε- μετά από αίτημα της αναιρεσίβλητης- για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Keywords

AI generated
access to property right of habitation sufficient access rights of landlord domicile agent unlawful entry
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1454 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1454/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Α. συζ. Μ. Κ., το γένος Γ. Π., 2. Κ. συζ. Σ. Π., το γένος Γ. Π., κατοίκων ... και 3. Π. συζ. Α. Π., το γένος Γ. Π., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Μηλιόρδο.

Της αναιρεσίβλητης: Π. συζ. Κ. Μ., το γένος Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 129/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2-8-2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 1-3-2010 έκθεση της Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575,226 παρ. 4 εδ.α'και γ',568 παρ. 4 και 576 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σ' αυτή νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε συντρέχει η μία ή άλλη από τις προϋποθέσεις αυτές είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή διαδίκου.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την έκθεση επίδοσης 5673/30.1.2009 του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Π. προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, Φώτη Μηλιόρδου, που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 17.3.2010 και κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης κατά την αρχική αυτή δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη.

Κατ' αυτήν η συζήτηση της αναίρεσης, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε- μετά από αίτημα της αναιρεσίβλητης- για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Εφόσον, όμως, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν χρειαζόταν νέα κλήση, πρέπει, παρά την απουσία της, να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α'και γ'ΚΠολΔ).

II.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281, 1118, 1119, 1120, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ προκύπτει, ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι η δουλεία διόδου, αποσβήνεται αν η άσκηση της καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς. Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος, γιατί το τελευταίο απέκτησε αυτάρκεια ή, κατ' άλλη έκφραση, όταν η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη.

Έτσι, αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο από άλλη οδό παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί η τελευταία δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια.

Πρέπει, δηλαδή, η αυτάρκεια του δεσπόζοντος να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας, γιατί, αν περιλαμβάνει μέρος εκείνου, η δουλεία, κατ' εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου των δουλειών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1122, 1130, 1131 και 1138 ΑΚ, διατηρείται ακέραιη. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ πρόκυπτει, ότι το δικαίωμα άσκησης της πραγματικής δουλείας, από τον εκάστοτε κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου, εφόσον το τελευταίο έχει καταστεί αύταρκες σε μεγάλο βαθμό, σε συνδυασμό με τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, θεωρείται ότι γίνεται καταχρηστικά, για το λόγο δε αυτό απαγορεύεται η άσκηση του, όταν από την όλη συμπεριφορά του δικαιούχου και από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, γίνεται φανερό, ότι η συνέχιση άσκησης της πραγματικής δουλείας υπερβαίνει προφανώς πλέον τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Στην περίπτωση αυτή, ο κύριος του δουλεύοντας ακινήτου μπορεί να επιδιώξει δικαστικά την αναγνώριση της καταχρηστικής άσκησης της δουλείας από τον κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου και να ζητήσει την απαγόρευση άσκησης της δουλείας στο μέλλον, αφού από το άρθρο 281 ΑΚ, δεν γίνεται διάκριση ως προς το δικονομικό τρόπο προβολής από το θιγόμενο της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από τον αντίδικο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: " Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είναι κυρία οικοπέδου, εκτάσεως 117,03 τ.μ., που βρίσκεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα ... του Δήμου ..., που συνορεύει ανατολικά με δημοτικό δρόμο, δυτικά με οικόπεδο κληρονόμων Α.

Α. και ήδη τρίτης των εναγομένων, βόρεια με οικόπεδο και οικία Π. και ήδη Ν. Μ. και Ν. Τ. και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Π.. Το ως άνω ακίνητο απέκτησε η ενάγουσα δυνάμει του υπ. αριθμ. ... προικοσυμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημ. Σαϊτάνη, νομίμως μεταγεγραμμένου. Από το έτος 1983 που περιήλθε το ως άνω ακίνητο με την κατάργηση του θεσμού της προίκας η ενάγουσα επιλήφθηκε της νομής και κατοχής του ακινήτου ασκώντας όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του.

Τις ίδιες δε πράξεις ασκούσε και ο δικαιοπάροχος και σύζυγος της από το έτος 1973 και ο πατέρας της από το 1970, οπότε περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει του υπ. αριθμ. ... διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Ι. Τριαντόπουλου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα. Οι πρώτη και δεύτερη των εναγομένων και ήδη πρώτη και δεύτερη από τις αναιρεσείουσες είναι συγκυρίες, συννομείς και συγκάτοχοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία ενός οικοπέδου που βρίσκεται στην ίδια θέση, έχει έκταση 458,29 τ.μ., και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ν.

Β., νότια με δημοτική οδό πλάτους τριών (3) μέτρων, ανατολικά οικόπεδο ιδιοκτησίας της τρίτης των εναγομένων και δυτικά και νοτιοδυτικά με δημοτική δίοδο και συμβολή δημοτικής οδού και διόδου αντίστοιχα και περιήλθε σ' αυτές δυνάμει του υπ. αρίθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Περιστερίου Γ. Δερδενέ, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Η τρίτη δε των εναγομένων και ήδη τρίτη από τις αναιρεσείουσες είναι κυρία, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση και έχει έκταση 521,83 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Σ.. Π. και Ν. Β., νότια με δημοτική οδό, νοτιοανατολικά με κληρονόμων Κ. Π. και δυτικά με ιδιοκτησία πρώτης και δεύτερης των εναγομένων και περιήλθε σ' αυτή δυνάμει των υπ' αρίθμ. ..., ...

και ... συμβολαίων των συμβολαιογράφων Αθηνών Γ. Δερδενέ,... Παν. Πάσχου και ... Αθ. Μπράμου αντίστοιχα, τα οποία έχουν μεταγραφεί νόμιμα. Οι εναγόμενες και οι δικαιοπάροχοι τους διήρχοντο για την εξυπηρέτηση των ακινήτων τους, πεζή από εδαφική Λωρίδα ιδιοκτησίας της ενάγουσας, μήκους 8,80 μέτρων και πλάτους 3 μέτρων, η οποία βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του οικοπέδου της ενάγουσας και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Π.

Μ., δυτικά με ιδιοκτησία της τρίτης των εναγομένων, νότια με την υπόλοιπη ιδιοκτησία της ενάγουσας και ανατολικά με δημοτικό δρόμο προς .... Το ακίνητο της πρώτης και δεύτερης των εναγομένων συνορεύει νότια με δημοτική οδό πλάτους 5 μέτρων και δυτικά και νοτιοδυτικά με δημοτική οδό και συμβολή δημοτικής οδού και δημοτικής διόδου, αντίστοιχα, ενώ το ακίνητο της τρίτης των εναγομένων συνορεύει νότια με δημοτική οδό πλάτους 3 μέτρων.

Η πρόσβαση δε μέσω της προαναφερόμενης οδού είναι δυνατή και με μηχανοκίνητα μέσα ενώ η χρήση της επίδικης διόδου γινόταν μόνο πεζή. Επομένως αποδείχτηκε ότι τα ακίνητα των εναγομένων δεν είναι περίκλειστα, αλλά αντίθετα έχουν άμεση πρόσβαση στο δημοτικό δρόμο από τον οποίο και εξυπηρετούνται πλήρως και αυτόν χρησιμοποιούν.

Τα ανωτέρω αποδείχτηκαν τόσο από την επιτόπια θεώρηση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσο και από τους τίτλους κτήσης των διαδίκων και τα συνοδευτικά αυτών σχεδιαγράμματα. Επομένως δεν υπάρχει πλέον λόγος ύπαρξης της πραγματικής δουλείας διόδου σε βάρος του ακινήτου της ενάγουσας, η οποία, αν εξακολουθούσε θα συνιστούσε σαφώς καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη αλλά και ο οικονομικοκοινωνικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος.

Ο ισχυρισμός δε των εναγομένων ότι η επίδικη εδαφική δίοδος δεν ανήκει στην κυριότητα της ενάγουσας δεν αποδεικνύεται αληθής, αφού δεν επιβεβαιώνεται από τους τίτλους κτήσεως των διαδίκων τόσο της ενάγουσας όσο και των εναγομένων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε ότι το δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου των αναιρεσειουσών σε βάρος του ακινήτου της αναιρεσίβλητης έχει αποσβεστεί και υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες να παύσουν την άσκηση της εν λόγω δουλείας τους και να παραλείπουν αυτή στο μέλλον, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Κρίνοντας, έτσι, το πιο πάνω Δικαστήριο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1136, 1118, 1120, 1124, 1125, 1108 και 281, αντίστοιχα, του ΑΚ. Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα είναι τμήμα της οικοπεδικής έκτασης της αναιρεσίβλητης και όχι τμήμα της ιδιοκτησίας των αναιρεσειουσών, το οποίο απέκτησε η μητέρα τους στο παρελθόν με άτυπη αγοραπωλησία από την Ε.

Π. και, περαιτέρω, με το να δεχθεί, ότι το δικαίωμα δουλείας διόδου των αναιρεσειουσών αποσβέστηκε ως ασκούμενο κατά κατάχρηση δικαιώματος, παραβίασε ευθέως τις προμνημονευόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

III

.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου,2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος.,3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προκύπτει, ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο τέσσερις και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως.

Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Οι λόγοι, επομένως, της αναίρεσης, με τους οποίους, υπό την επίκληση των αριθμών 11 περίπτ. γ', 12 και 13, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλονται οι πλημμέλειες, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης Π. συζ. Π. Μ., που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προσέδωσε στην εν λόγω ένορκη κατάθεση μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη της μάρτυρα απόδειξης και εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-8-2008 αίτηση της Α. συζ. Μ. Κ. κ.α. για αναίρεση της 129/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που δίκασε ως Εφετείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2011. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ