Supreme Court partially allows appeal on lost future earnings claim, rejecting double recovery defense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Court of Appeals' dismissal of a claim for lost future earnings following a traffic accident. The appellant argued that the accident caused permanent facial disfigurement and prevented her from completing university and entering the workforce, while the lower court held that a prior award for special damages covered this loss. The court ruled that the existence of a special damages award does not preclude a separate claim for lost future earnings, ordering the lower court to re-examine the specific request.
Legislator headnote
AI generatedArticles 929 and 931 of the Civil Code; The award of special damages does not preclude a separate claim for lost future earnings, as the two remedies address distinct legal interests.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1454 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1454/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καλούσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημοσθένη Κασσαβέτη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-καθ'ών η κλήση: 1) ..., 2) ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL UNION", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 980/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 20/11/2006 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 443/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 24/6/2008 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 28/11/2007 έκθεσή της ήδη αποχωρήσασας από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο στο Πρωτοδικείο Λευκάδας προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της από 24-6-2008 κλήσεως για συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, που ορίστηκε μετά την έκδοση της 443/2008 απόφασης του δικαστηρίου τούτου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αναίρεσης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δύο πρώτους αναιρείβλητους. Στους ίδιους αναιρεσίβλητους επιδόθηκε και αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο, όπως προκύπτει από τις ... και ...εκθέσεις επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή. Οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου του παθόντος, ενώ ως παραμόρφωση κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου κατά τα διδάγματα της κοινή πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.
Η Α.Κ. 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας, περιουσιακής δηλαδή διαφοράς μεταξύ εκείνης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.
Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση που στηρίζεται στη Α.Κ. 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει κατ' ανάγκη και πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας, όπως στην περίπτωση του ανηλίκου, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεστεί περιουσιακή ζημία.
Είναι όμως βέβαιο ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις, οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην οικονομική - κοινωνική εξέλιξή του κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επ' ακριβώς να προσδιοριστεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών στον κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος.
Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της παραμορφώσεως ή αναπηρίας, ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαμβάνει και συνταγματικής προστασίας με τις διατάξεις των παρ. 3 και 6 του άρθρου 23 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με την αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της Α.Κ. 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με επίκληση και απόδειξη με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί.
Το ποσόν του επιδικαζόμενου κατά την Α.Κ. 931 ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο ότι η με την Α.Κ. 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την Α.Κ. 929 για συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας το παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την Α.Κ. 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Έτσι οι παραπάνω αξιώσεις μπορούν να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονομένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιάς των λοιπών. (Α.Π. 1645-2006).
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα στην επιτρεπτώς κατ' άρθρον 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκοπούμενη από 21.06.2003 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου εξέθετε ότι συνεπεία επελθόντος ατυχήματος από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, υπέστη τις περιγραφόμενες σ' αυτή (αγωγή) σωματικές βλάβες, παρά δε τις χειρουργικές επεμβάσεις η δυσμορφία του προσώπου της δεν έχει διορθωθεί και θα παραμείνει εφ' όρου ζωής, γεγονός που θα έχει επίδραση στη μελλοντική κοινωνικοοικονομική της κατάσταση, πέραν του ότι ακόμη εξακολουθεί να νοσηλεύεται σε διάφορα νοσοκομεία και στο σπίτι λαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή.
Ότι κατά το χρόνο του τραυματισμού της ήταν μαθήτρια Β' τάξεως Λυκείου και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής με πιθανότητα και σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν τραυματιζόταν, θα τελείωνε τις πανεπιστημιακές της σπουδές και θα εισερχόταν στην αγορά εργασίας, σε κάθε περίπτωση θα εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος από 21.4.2007 που θα ενηλικιωνόταν.
Ακολούθως ζήτησε, εκτός των άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν για διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος από 3.12.2002 μέχρι 2.7.2003 και να αναγνωρισθεί περαιτέρω ότι για την ίδια αιτία της οφείλουν μηνιαίες παροχές από 21.6.2003 μέχρι 20.4.2036. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, ότι η ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 Α.Κ., που επιδικάσθηκε στην ενάγουσα με προγενέστερη απόφαση, κάλυψε και την ένδικη αποζημίωσή της από το άρθρο 929 Α.Κ. (απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων) κατόπιν αυτού, αφού δέχτηκε ως ουσία βάσιμο το σχετικό λόγο εφέσεως και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, απέρριψε το ως άνω κονδύλιο της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 929 και 931 ΑΚ σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης ως βάσιμος στην ουσία να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και συγκεκριμένα μόνο ως προς την άνω αγωγική Χ.
απαίτηση για απώλεια εισοδημάτων, να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Πατρών, το οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, λόγων της ήττας τους (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 980/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, όπως στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Πατρών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ