Legislator Case Law & Legislation
1453/2024 AI generated

1453/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1453/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1453 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated
1453/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1453 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.»

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1453 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1453/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Παυλάκη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Αεροπορικής εταιρείας με την επωνυμία "..., που εδρεύει στην ... της Σαουδικής Αραβίας και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Χ. Χ. άλλως Κ. Κ. (K. K.), διευθυντή της πρώτης στην Ελλάδα, κατοίκου ... και κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1840/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 525/2023 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-10-2023 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 19-10-2023 με αριθ.καταθ.913/101/19-10-2023, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 525/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε ερήμην της πρώτης εφεσίβλητης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης αλλοδαπής εταιρίας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, επί της από 7-12-2021 (αριθμ.καταθ.660/2021) έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της με αριθμό 1840/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε εκδοθεί επίσης ερήμην της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, και είχε απορρίψει κατ'ουσία την από 18-1-2018 (αριθμ.καταθ.568/250/2018) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας περί επιδίκασης, εις βάρος των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, αποζημίωσης και ηθικής βλάβης λόγω εργατικού ατυχήματος, επισυμβάντος κατά τη διάρκεια σύμβασης εξαρτημένης εργασίας χρόνου. Κατά το άρθρο 135 παρ.1 του ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε. Κατά δε το άρθρο 134 παρ.1 εδ.α' ίδιου κώδικα, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται προς τον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ` αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο. Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 135, οι διατάξεις της παραγράφου 1 (του ίδιου άρθρου) εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις που το υπουργείο εξωτερικών βεβαιώσει ότι δεν είναι δυνατή η αποστολή του εγγράφου σε πρόσωπο που διαμένει ή εδρεύει στο εξωτερικό. Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις, για να είναι έγκυρη η επίδοση κατά τη διαδικασία της άγνωστης διαμονής, πρέπει να είναι άγνωστος ο τόπος διαμονής ή η ακριβής διεύθυνση της διαμονής του παραλήπτη της επίδοσης, τόσο στην ημεδαπή, όσο και στην αλλοδαπή. Επί νομικού προσώπου που εδρεύει στο εξωτερικό οι ανωτέρω διατυπώσεις του άρθρου 135 παρ.1 ΚΠολΔ εφαρμόζονται στην περίπτωση που το Υπουργείο Εξωτερικών βεβαιώσει ότι δεν είναι δυνατή η αποστολή του εγγράφου προς αυτό. Στην περίπτωση αυτή η επίδοση της αίτησης αναίρεσης και της κλήσης για συζήτηση, για το άγνωστης διαμονής αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο, γίνεται προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και περίληψη του δικογράφου της δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, που εκδίδονται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΑΠ 253/2014, ΑΠ 417/2002, ΑΠ 1586/2001). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.α'του ιδίου Κώδικα, ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β'του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΑΠ 536/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1195/2022, ΑΠ 306/2022). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου. Αναφορικά με την απολιπόμενη πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία, η οποία κατά τα εκτιθέμενα στο εισαγωγικό του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, αλλά και των προτάσεων (της αναιρεσείουσας), εδρεύει στη ... της Σαουδικής Αραβίας, στην αναφερόμενη συγκεκριμένη διεύθυνση (...), η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, επικαλείται κλήτευσή της ως αγνώστου διαμονής (έδρας). Προς τούτο, με τις προτάσεις της που κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, επικαλείται και προσκομίζει μόνο α) την υπ'αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ. Λ., από την οποία προκύπτει ότι, μετά από παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης με κλήση προς συζήτηση στην προκείμενη δικάσιμο επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και β) το με αριθμό ... φύλλο της Ημερήσιας Πολιτικής και Οικονομικής εφημερίδας "Ο Λόγος", που εκδίδεται στην Αθήνα και ορίστηκε από τον ανωτέρω Εισαγγελέα, όπου δημοσιεύτηκε περίληψη του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Με βάση τα παραπάνω επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη, κατά τις προαναφερόμενες, εφαρμοστέες εν προκειμένω, διατάξεις των άρθρων 135 παρ.1 και 3 του ΚΠολΔ, νόμιμη διαδικασία, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει, αλλά ούτε και επικαλείται α) βεβαίωση από το Υπουργείο Εξωτερικών για το ότι είναι αδύνατη η αποστολή του αναιρετηρίου στην πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία που εδρεύει στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στην αναφερόμενη στα δικόγραφα διεύθυνση στη ... της Σαουδικής Αραβίας, όπως απαιτείται κατ'άρθρον 135 παρ.3 ΚΠολΔ, προκειμένου αυτή να κλητευθεί ακολούθως ως άγνωστης διαμονής (έδρας), κατά τη σχετική διαδικασία του άρθρου 135 παρ.1 ΚΠολΔ και β) δημοσίευση της περίληψης της αίτησης αναίρεσης και σε δεύτερη ημερήσια εφημερίδα, εκδιδόμενη στην Αθήνα και οριζόμενη από τον Εισαγγελέα του ΑΠ, όπως απαιτείται για την ολοκλήρωση της επίδοσής της, κατά την άνω διάταξη, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν. Κατόπιν τούτων, επειδή η κλήτευση της πρώτης αναιρεσίβλητης δεν είναι νόμιμη, πρέπει να κηρυχθεί ως προς αυτή απαράδεκτη η προκείμενη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (αρθ.576 παρ.3 ΚΠοΔ εδ.β'), να χωριστεί η υπόθεση, και να συζητηθεί ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, απλό ομόδικό της, παρά την απουσία του, καθόσον αυτός κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (αρθ.576 παρ.2 εδ.α και γ'του ΚΠολΔ). Συγκεκριμένα, από την με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ. Λ., που επικαλείται με τις προτάσεις της και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με κλήση για να παραστεί κατά την προκείμενη δικάσιμο επιδόθηκε με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 128 παρ.1, 2 και 4 ΚΠολΔ, στην αναφερόμενη στην υπό αίτηση αναίρεσης, αλλά και στο εφετήριο και στην προσβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε αντιμωλία του, κατοικία του (... Αττικής). Σημειώνεται ότι κατά το περιεχόμενο της ανωτέρω έκθεσης επίδοσης ο δεύτερος αναιρεσίβλητος κλητεύτηκε ατομικά, και εκ περισσού ιστορείται, η- διαλαμβανόμενη και στα εισαγωγικά δικόγραφα-επαγγελματική του ιδιότητα, του διευθυντή (δηλαδή του υπαλλήλου) της "πρώτης αντιδίκου", χωρίς αναφορά επωνυμίας. Με την προαναφερόμενη, με αριθμό 525/2023, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε αντιμωλία του δευτέρου εφεσιβλήτου-αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι τα ελληνικά δικαστήρια δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης, δέχθηκε τυπικά την από 7-12-2021 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, και κατά παραδοχή του αιτήματος αυτής, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, με αριθμό 1840/2021, απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντίθετα για την διεθνή δικαιοδοσία του, και είχε απορρίψει κατ'ουσία την από 18-1-2018 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με αντικείμενο την επιδίκαση, εις βάρος των εναγομένων-εφεσιβλήτων, εις ολόκληρον στον καθένα, αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω εργατικού ατυχήματος, επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της, μεταξύ αυτής και της πρώτης τούτων, σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Μετά ταύτα το Εφετείο, δικάζοντας επί της άνω αγωγής της αναιρεσείουσας, την απέρριψε ως απαράδεκτη ελλείψει διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων. Η αίτηση αναίρεσης ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (12-9-2023) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (19-10-2013), δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 3 παρ.1 ΚΠολΔ "στη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου Κώδικα "τα δικαστήρια ερευνούν την έλλειψη δικαιοδοσίας και αυτεπαγγέλτως στις περιπτώσεις των άρθρων 1 και 2, στις περιπτώσεις του άρθρου 3 την ερευνούν αυτεπαγγέλτως, αν ο εναγόμενος δεν παρίσταται στην πρώτη συζήτηση ή αν πρόκειται για διαφορές που αφορούν ακίνητα που βρίσκονται στο εξωτερικό. Το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ή την αίτηση, αν δεν έχει δικαιοδοσία". Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι καθιερώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την Ελληνική πολιτεία με κάποιο στοιχείο, που θεμελιώνει δωσιδικία και δη αρμοδιότητα κάποιου Ελληνικού Δικαστηρίου (ΑΠ 1659/2022, ΑΠ 462/2021). Αρκεί, δηλαδή, να υπάρχει κατά τόπο αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου, ανεξάρτητα αν αυτή στηρίζεται σε γενική (ΚΠολΔ 22- 26) ή ειδική (ΚΠολΔ 27- 40) δωσιδικία (ΑΠ 1659/2022). Περαιτέρω, επί διαφορών ιδιωτικού δικαίου, αστικού και εμπορικού χαρακτήρα, που εισάγονται προς εκδίκαση σε ελληνικό δικαστήριο μετά την 10η .1.2015, και εμφανίζουν στοιχεία αλλοδαπότητας, επαφής δηλαδή με περισσότερες έννομες τάξεις, όπως συμβαίνει συνήθως όταν τα υποκείμενα έχουν διαφορετική κατοικία ή, αν είναι νομικά πρόσωπα, εδρεύουν σε διαφορετικές χώρες, η διεθνής δικαιοδοσία του forum ρυθμίζεται από τον Κανονισμό 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης.12.2012 ("...) "τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις" (EE L 351/20-12-2012), το χρονικό πεδίο εφαρμογής του οποίου, κατά το άρθρο 66 παρ.1 αυτού, καταλαμβάνει τις αγωγές που ασκούνται μετά την ως άνω ημεροχρονολογία. Με το άρθρο 4 παρ.1 του άνω Κανονισμού ως γενική βάση της διεθνούς δικαιοδοσίας καθιερώνεται η κατοικία του εναγομένου, ανεξαρτήτως αν αυτός ή ο ενάγων έχουν την ιθαγένεια του forum είτε άλλου κράτους μέλους είτε τρίτης χώρα και χωρίς να ασκεί επιρροή η κατοικία του ενάγοντος ή το εφαρμοστέο δίκαιο (ΔΕΚ 13.7.2000, C-412/98). Για την περίπτωση που ο εναγόμενος δεν έχει την κατοικία του ή την έδρα του σε κράτος μέλος το άρθρο 6 παρ.1 του Κανονισμού ορίζει: "Αν ο εναγόμενος δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος, η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους ρυθμίζεται από το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, με την επιφύλαξη του άρθρου 18 παρ.1, του άρθρου 21 παρ.2, και των άρθρων 24 και 25". Από τις διατάξεις που απαριθμούνται στο ανωτέρω άρθρο 6, αυτή του άρθρου 21 παρ.2, περιλαμβανόμενη στο τμήμα 5 του κεφαλαίου

ΙΙ του κανονισμού "Διεθνής δικαιοδοσία σε ατομικές συμβάσεις εργασίας", ρυθμίζει τη διεθνή δικαιοδοσία στις διαφορές από ατομικές συμβάσεις επί αγωγής εργαζομένου κατά εργοδότη. Με την διάταξη αυτή, του άρθρου 21 παρ.2 του Κανονισμού, ορίζεται ότι: "Ο εργοδότης, ο οποίος δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β'", κατά την οποία (την παρ.1 στοιχ.β') "μπορεί να εναχθεί: ι) ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο ή από τον οποίο ο εργαζόμενος συνήθως εκτελεί την εργασία του ή των δικαστηρίων του τελευταίου τόπου στον οποίο ή από τον οποίο συνήθως εκτελούσε την εργασία του του, ιι) εάν ο εργαζόμενος δεν εκτελεί ή δεν εκτελούσε συνήθως την εργασία του στην ίδια πάντοτε χώρα, ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση που τον προσέλαβε. Περαιτέρω, όπως αποφάνθηκε το πρώην Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και νυν Δικαστήριο, με την απόφαση της 20ης Οκτωβρίου 2022 στην υπόθεση ... ... κατά FD, σκ.2: "το άρθρο 6 παρ.1 του Κανονισμού 1215/2012-το οποίο προαναφέρθηκε-έχει την έννοια ότι: η επιφύλαξη σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 21 παρ.2, του κανονισμού αποκλείει τη δυνατότητα δικαστηρίου κράτους μέλους να στηριχθεί στους εθνικούς του κανόνες για τη διεθνή δικαιοδοσία, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 21 παρ.2, ακόμη και αν οι εθνικοί κανόνες είναι ευνοϊκότεροι για τον εργαζόμενο. Αντιθέτως, όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής ούτε του άρθρου 21 παρ.1, ούτε κάποιας από τις λοιπές διατάξεις που απαριθμούνται στο άρθρο 6 παρ.1, του κανονισμού, το δικαστήριο αυτό είναι ελεύθερο, δυνάμει της τελευταίας διάταξης, να εφαρμόσει τους εθνικούς κανόνες για τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας". Σύμφωνα με τα παραπάνω, επί διαφορών από ατομικές συμβάσεις εργασίας, όπως και οι αξιώσεις εργαζομένου κατά του εργοδότη του, που απορρέουν από εργατικό ατύχημα, επισυμβάν κατά την παροχή της εργασίας του, όταν ο εναγόμενος εργοδότης δεν έχει κατοικία ή έδρα σε κράτος μέλος και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 21 παρ.2 του Κανονισμού 1215/2012, ούτε υπάρχει ρητή συμφωνία παρέκτασης, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία και κατά τόπο αρμοδιότητα να εκδικάσουν τις ανωτέρω αξιώσεις, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση που η σύμβαση εργασίας έχει καταρτιστεί στην περιφέρειά τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται, όπως και οι λοιπές κανόνες του ημεδαπού δικονομικού δικαίου για την διεθνή δικαιοδοσία (αρθ.3 παρ. σε συνδ. αρθ.22-40 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η σχετική έρευνα προηγείται κατά νόμο της έρευνας της πληρότητας της αγωγής ως εισαγωγικού δικογράφου, αλλά και της έρευνας ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο αυτής. Οι σχετικές δε με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων διατάξεις τόσο του Κ.Πολ.Δ. όσο και του Κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης.12.2012 ("...), έχουν καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, αφού δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοίωσης ή κατάργησης ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά θεσπίζουν γενική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής (ΑΠ 441/2023, ΑΠ 462/2021, ΑΠ 8/2015). Αν το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, δηλαδή έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία και δίκασε υπόθεση, που κατά το νόμο ανήκε στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Αντίθετα, αν υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, κρίνοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας, με συνέπεια να απορρίψει έτσι κατά το άρθρο 4 Κ.Πολ.Δ. την αγωγή, μολονότι είχε δικαιοδοσία, δεν υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια, αλλά στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή της κήρυξης απαραδέκτου παρά το νόμο (Ολ. ΑΠ 293/1981, ΑΠ 441/2023, ΑΠ 462/2021, ΑΠ 576/2013, ΑΠ 1179/2012, ΑΠ 1647/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατά το μέρος που ενδιαφέρουν τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, προκύπτουν τα εξής: Με την από 18.1.2018 (αριθμ.καταθ.568/250/2018) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε και διευκρινίστηκε, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ισχυρίστηκε, ότι τον Ιούλιο του 2008, όταν κατοικούσε στη Νίκαια Πειραιά, κατόπιν αίτησής της που υπέβαλε στην Βούλα Αττικής, όπου διέμενε ο δεύτερος εναγόμενος, διευθυντής της πρώτης εναγομένης, αεροπορικής εταιρίας, που εδρεύει στη ... της Σαουδικής Αραβίας, προσελήφθη από την τελευταία, ως αεροσυνοδός, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που καταρτίστηκε στη Νίκαια Πειραιά, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα. Ότι στις 11-5-2015, κατά τη διάρκεια της σύμβασης και την παροχή της εργασίας της ως αεροσυνοδός στο αναφερόμενο αεροσκάφος ιδιοκτησίας της εναγομένης εργοδότριάς της, στην πτήση από Γενεύη της Ελβετίας προς Κάιρο, λόγω εσφαλμένων χειρισμών των προστηθέντων της εργοδότριάς της, κατά παράβαση, από υπαιτιότητά τους, των ιστορούμενων κανονισμών ασφαλείας στο στάδιο της προσέγγισης του αεροσκάφους, τραυματίστηκε σοβαρά, κατέστη ανάπηρη προς άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, σε ποσοστό 90%, και από το εργατικό αυτό ατύχημα υπέστη την, αναφερόμενη αναλυτικά, θετική και αποθετική ζημία, ως και ηθική βλάβη . Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον να της καταβάλουν, το ποσό των α) 300.000 ευρώ και 1.450.000 ευρώ, ως αποζημίωση για την απώλεια του εισοδήματος από την εργασία της, για το διάστημα από 10-5-2015 έως τις 30-10-2017 και για το διάστημα από 1-11-2017 έως τις 4-12-2020, αντίστοιχα β) 850.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, γ) 150.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της αναπηρίας της και δ) 3.946,60 ευρώ ως αποζημίωση για τα νοσήλια που κατέβαλε, νομιμοτόκως. Ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, παριστάμενος κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, αρνήθηκε τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, την οποία η ενάγουσα, θεμελίωνε, μεταξύ άλλων, στην κατάρτιση της ένδικης σύμβασης εργασίας- εξ αιτίας και επ'αφορμή της οποίας γεννήθηκαν οι ένδικες αξιώσεις της-στη Νίκαια Πειραιά, στην κατοικία της, όπου περιήλθε η δήλωση της πρώτης εναγομένης- εργοδότριάς της, περί αποδοχής της αίτησής της να προσληφθεί από αυτήν ως αεροσυνοδός (αρθ.33 ΚΠολΔ), στην ειδική δωσιδικία της ομοδικίας των αντιδίκων της (αρθ.37 ΚΠολΔ), στην ειδική δωσιδικία της περιουσίας των παρισταμένου δεύτερου τούτων (αρθ.40 ΚΠολΔ), αλλά και στη γενική δωσιδικία της κατοικίας του (αρθ.4 του ... και 22 ΚΠολΔ). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την με αριθμό 1840/2021 απόφασή του, δέχθηκε την διεθνή δικαιοδοσία του προς επίλυση της ένδικης ιδιωτικής διαφοράς από διεθνή έννομη σχέση, κατ'εφαρμογή του ημεδαπού δικονομικού δικαίου (αρθ.33 ΚΠολΔ), αλλά και κατ'αρθ.4 του ... για τον δεύτερο εναγόμενο), και ακολούθως, εφαρμόζοντας το ελληνικό δίκαιο, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 7-12-2021 έφεσή της με αριθ.καταθ.660/2021 και ζήτησε την εξαφάνισή της και την ουσιαστική παραδοχή της αγωγής της. Το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη, με αριθμ. 525/2023, απόφασή του, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, κατ'αυτεπάγγελτη έρευνα, έκρινε ότι δεν υφίσταται διεθνής δικαιοδοσία και αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της αγωγής. Ειδικότερα, ενώ έκρινε ότι η ένδικη διαφορά, ως απορρέουσα από εργατικό ατύχημα επισυμβάν στα πλαίσια εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης προς παροχή εργασίας, υπάγεται στο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 21 του Κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης-12-2012 ("Κανονισμός Βρυξέλλες ΙΑ-...), που ρυθμίζει διαφορές από ατομικές συμβάσεις εργασίας και ότι για την ίδρυση της διεθνούς δικαιοδοσίας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής ούτε του άρθρου 21 παρ.2, ούτε κάποιας από τις λοιπές διατάξεις που απαριθμούνται στο άρθρο 6 παρ. του κανονισμού, και δη ρητή συμφωνία των μερών για παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας, ακολούθως έκρινε ότι: "[...] Η επίκληση από την ενάγουσα δικαιοδοτικών βάσεων του ελληνικού δικονομικού δικαίου, όπως αυτές των άρθρων 22, 33 και 37 του ΚΠολΔ, ιδίως δε της υπέρμετρης του άρθρου 40 του Κώδικα αυτού [...], δεν είναι επιτρεπτή υπό την ισχύ του ..., καθώς κατά την αληθή έννοια του άρθρου 6 σημείο 1 αυτού η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο σε όλες τις περιπτώσεις εναγωγής φυσικού ή νομικού προσώπου που δεν έχει κατοικία ή έδρα σε κράτος μέλος, εκτός εκείνων κατά τις οποίες με την αγωγή ζητείται η εκπλήρωση υποχρεώσεων είτε του εργοδότη από ατομική σύμβαση εργασίας, όπως εν προκειμένω [...]. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διέγνωσε μεν ότι "δεν αποκτά από τον Κανονισμό 1215/2012 διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθεί της υπό κρίση αγωγής", κατέφασκε εντούτοις τη διεθνή του δικαιοδοσία με την εσφαλμένη παραδοχή ότι στην κατοικία της ενάγουσας (στον Πειραιά) είχε καταρτιστεί η επίμαχη σύμβαση εργασίας, επειδή εκεί έλαβε χώρα η εκ μέρους της αποδοχή της πρότασης της πρώτης εναγομένης να καταρτιστεί σύμβαση εργασίας, η οποία (παραδοχή) δεν αντιστοιχεί σε καμία δικαιοδοτική βάση του ..., αλλά παραπέμπει στο ημεδαπό δικονομικό δίκαιο και, συγκεκριμένα, στο άρθρο 33 ΚΠολΔ, η εφαρμογή του οποίου δεν είναι επιτρεπτή κατά τον .... Με βάση αυτά συνάγεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία για να εκδικάσει την διαφορά για την οποία ασκήθηκε η από 18-1-12018 αγωγή της ενάγουσας. Κρίνοντας αντίθετα, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του Κανονισμού 1215/2012 της Ευρωπαϊκής Ένωσης". Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά την ανωτέρω έφεση της εκκαλούσας-ενάγουσας, κατά παραδοχή του αιτήματος αυτής, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και, απέρριψε την αγωγή της ως απαράδεκτη ελλείψει διεθνούς δικαιοδοσίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να αρνηθεί την ύπαρξη διεθνούς δικαιοδοσίας και τοπικής αρμοδιότητας των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της ως άνω ένδικης αγωγής, κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Και τούτο διότι κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1, 21 παρ.2 του Κανονισμού 1215/2012, 3, 4 και 33 ΚΠολΔ, κατά τις οποίες, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη που προηγήθηκε και κατά την αληθή έννοια του άρθρου 6 παρ.1 του Κανονισμού, όπως αυτή ερμηνεύτηκε με την προαναφερόμενη Απόφαση του Δικαστηρίου της 20ης Οκτωβρίου 2022 Υπόθεση ... ... κατά FD, τα ελληνικά δικαστήρια και εν προκειμένω του Πειραιά, έχουν δικαιοδοσία και κατά τόπο αρμοδιότητα να εκδικάσουν τις απορρέουσες από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ένδικες αξιώσεις προς καταβολή αποζημίωσης και εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω εργατικού ατυχήματος, καθόσον η σύμβαση εργασίας, από την οποία απορρέουν οι αξιώσεις αυτές, καταρτίστηκε στην περιφέρειά τους, κατ'άρθρον 33 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η διάταξη αυτή του ημεδαπού δικονομικού δικαίου για τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας, εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση, διότι α) πρόκειται για αξιώσεις εργαζομένης από σύμβαση ατομικής εργασίας, κατά εργοδότη, ο οποίος δεν έχει έδρα στο κράτος μέλος, αλλά σε κράτος εκτός Ε.Ε (στη Σαουδική Αραβία) και β) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής ούτε του άρθρου 21 παρ.2, αλλά ούτε κάποιας από τις λοιπές διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 του κανονισμού, για τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, καθόσον, με βάση τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, τα ελληνικά δικαστήρια δεν είναι δικαστήρια του τόπου της συνήθους εκτέλεσης της εργασίας της ως αεροσυνοδού, ούτε του τόπου εγκατάστασης της επιχείρησης που την προσέλαβε, διακριτής και μη ταυτιζόμενης με τη επιχείρηση της εργοδότριάς της, αλλά ούτε και υπήρξε για τα δικαστήρια αυτά ρητή συμφωνία των μερών για παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας. Μετά ταύτα, στην ένδικη περίπτωση, σύμφωνα και με την ανωτέρω απόφαση της 20ης Οκτωβρίου 2022 του Δικαστηρίου, για τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας τους εφαρμοστέο είναι το ημεδαπό δικονομικό δίκαιο, στο οποίο, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται και η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 33 ΚΠολΔ. Επομένως, κατ'εφαρμογή της διάταξης αυτής, θεμελιώνεται η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων και εν προκειμένω αυτών του Πειραιά, ως εκ του τόπου κατάρτισης της σύμβασης εργασίας από την οποία πηγάζουν οι ένδικες αξιώσεις, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κύριο, λόγο της αίτησης αναίρεσης.

Συνεπώς, το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έκρινε απορριπτέα ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, ελλείψει διεθνούς δικαιοδοσίας, κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, και συνακόλουθα ο πρώτος, κύριος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αυτή, όπως ορθώς εκτιμάται, κατά το περιεχόμενό του, είναι βάσιμος. Οι λοιποί, προβαλλόμενοι επικουρικά, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα επικαλείται θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, επικουρικά, και σε άλλες διατάξεις του εθνικού δικονομικού δικαίου, και συγκεκριμένα των άρθρων 37 και 22 ΚΠολΔ (2ος λόγος), και επικουρικότερα στις διατάξεις των άρθρων 40 και 37 ΚΠολΔ (3ος λόγος), δεν ερευνώνται, λόγω μη πλήρωσης της αίρεσης- της απόρριψης του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης- υπό την οποία προβλήθηκαν. Κατόπιν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που την εξέδωσε (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτή.

Αναιρεί την με αριθμό 525/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Παραπέμπει την υπόθεση σε περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τον δεύτερο αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ