Legislator Case Law & Legislation
1453/2022 AI generated

1453/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1453/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1453 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1453/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1453 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1453/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Καλαβρό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Τ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νέστορα Αποστολακίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ορεστιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 122/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 38/680/53/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-11-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και τη καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011, 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (AΠ 1406/2021, ΑΠ 333/2021). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 249, 250, 251, 261, 270, 272, 277 ΑΚ και 262 παρ.1 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, για το ορισμένο της ένστασης παραγραφής, πρέπει να αναφέρονται ο χρόνος, κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση, το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής και ο χρόνος επίδοσης της αγωγής, προκειμένου να διαπιστωθεί, αν, με αφετηρία το ανωτέρω χρονικό σημείο και μέχρι της επίδοσης της αγωγής, από την οποία διακόπτεται η παραγραφή, συμπληρώθηκε ο χρόνος αυτής. Διαφορετικά, σε περίπτωση δηλαδή μη αναφοράς των παραπάνω στοιχείων, ο ισχυρισμός περί παραγραφής της διωκόμενης με την αγωγή αξίωσης, είναι ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης και, επομένως, απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 448/2015, ΑΠ 7/2015, ΑΠ 761/2014). Την παραγραφή διακόπτει και η άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΑΚ, κατά την έννοια του οποίου, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013, μετά την με τον τρόπο αυτό επέλευση της διακοπής, αποτελεί διακοπτικό γεγονός και κάθε μετέπειτα διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης (ΑΠ 1264/2019, ΑΠ 148/2017), όπως η κλήση για προσδιορισμό δικασίμου, η έκδοση, η δημοσίευση και η κοινοποίηση οριστικής απόφασης, αναβλητικής απόφασης η άσκηση ενδίκου μέσου κ.λ.π. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Το διακοπτικό δηλαδή αποτέλεσμα της παραγραφής που επέφεραν η έγερση της αγωγής και οι μετέπειτα της έγερσης αυτής διαδικαστικές πράξεις, αίρεται με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, η οποία απορρίπτει την αγωγή για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν εγερθεί αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της απόφασης, οπότε αναβιώνει η διακοπή της παραγραφής. Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή, από τον διάδοχο του, κατά του ίδιου εναγομένου, ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή κατά του διαδόχου του, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία (ΑΠ 345/2020, ΑΠ 125/2020, ΑΠ 1102/2019). Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι διατάξεις των άρθρων 261 και 263 ΑΚ είναι, ουσιαστικά, αλληλένδετες λειτουργικά μεταξύ τους, καθόσον η δεύτερη από αυτές αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα της πρώτης, παρέχοντας στο δανειστή, που δεν αδράνησε να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του, τη δυνατότητα να επανεγείρει την αγωγή του και να διορθώσει και συμπληρώσει ελλείψεις της αρχικής αγωγής, είτε μετά την τελεσίδικη απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης για λόγους τυπικούς (π.χ. λόγω έλλειψης κάποιας δικονομικής προϋπόθεσης), χωρίς δηλαδή να έχει υπεισέλθει το δικαστήριο στην ουσία της υπόθεσης, είτε παραιτούμενος από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής και πριν την έκδοση απόφασης. Παρέχεται, έτσι, ένας επί πλέον λόγος διακοπής της παραγραφής ως συνέχεια των, μετά την άσκηση της αγωγής, διακοπτικών αυτής διαδικαστικών πράξεων, που ανατρέχει όμως στο χρόνο άσκησης της αρχικής αγωγής (ΑΠ 52/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι επί της από 29.6.2016 αγωγής του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε να του καταβάλει η αναιρεσείουσα την αμοιβή του ως προέδρου και συμμετέχοντα στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου, για το έτος 2009, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 12.258,80 ευρώ, η αναιρεσείουσα κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ορεστιάδας προτάσεις, με τις οποίες εξέθετε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει αγωγή με την ίδια ιστορική και νομική αιτία επί της οποίας εκδόθηκε η 215/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ορεστιάδας, που απέρριψε την αγωγή λόγω αοριστίας και η οποία κατέστη τελεσίδικη στις 5.12.2015 και ως εκ τούτου η απαίτηση του ενάγοντος έχει παραγραφεί, αφού παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 6 μηνών από την τελεσιδικία της 215/2015 απόφασης έως την άσκηση της νέας επίδικης αγωγής (4.7.2016). Επί της αγωγής εκδόθηκε η 127/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ορεστιάδας, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση παραγραφής και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 12.000 ευρώ. Επί της από 11.9.2017 έφεσης της αναιρεσείουσας, με την οποία επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης η ένσταση παραγραφής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 38/680/53/2018 απόφαση του δικάζοντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, το οποίο (Μονομελές Πρωτοδικείο) με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό μέρος λόγο, που αφορά την ένσταση παραγραφής, τα ακόλουθα: "Ωστόσο, από την ανάγνωση των προτάσεων που το εναγόμενο νομικό πρόσωπο κατέθεσε κατά τη συζήτηση ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες εν προκειμένω προσκομίζονται μετ' επικλήσεως, με σαφήνεια συνάγεται ότι το τελευταίο απαραδέκτως προέβαλε τον σχετικό περί παραγραφής ισχυρισμό, καθόσον, ουδόλως εξέθετε τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη στοιχεία για την ορισμένη προβολή του, ήτοι τον χρόνο έναρξης και πλήρωσης αυτής. Κατά συνέπεια, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε αυτή, ορθά κατά το αποτέλεσμα έκρινε, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, ήτοι απορρίπτοντας τον συγκεκριμένο περί παραγραφής ισχυρισμό ως μη νόμιμο και πρέπει το παρόν Δικαστήριο να προβεί στην δέουσα αντικατάσταση των αιτιολογιών, απορρίπτοντας τον συγκεκριμένο ισχυρισμό ως αόριστο, χωρίς με τον τρόπο αυτό να καθιστά χείρονα τη θέση του εκκαλούντος, ενόψει του διαφορετικού παραχθέντος δεδικασμένου". Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ περί παράβασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 247, 249, 250 αρ.12, 251, 261, 262 παρ.1, 263 παρ.1, 270, 272, 277 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 215 παρ.1, 221 παρ.1 και 262 παρ.1 ΚΠολΔ και ειδικά ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν συμπλήρωσε την προβαλλόμενη ένσταση παραγραφής με τα στοιχεία που περιείχε το δικόγραφο της αγωγής, ήτοι ως προς τον χρόνο κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση του αντιδίκου, το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής και το χρόνο επίδοσης της αγωγής, και να μην απορριφθεί η ένσταση παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσίβλητου, η οποία, σε κάθε περίπτωση έχει υποπέσει σε παραγραφή, αφού από το χρόνο της τελεσιδικίας της απόφασης επί της προηγούμενης αγωγής του έως την άσκηση της νέας επίδικης αγωγής του, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των εξ μηνών. Ο ανωτέρω λόγος, με τον οποίο, κατ' επίφαση μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου (ΚΠολΔ 561 αρ.1), ενώ ουσιαστικά παραπονείται η αναιρεσείουσα για πλημμέλεια από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικά της παρά το νόμο απόρριψης ως αόριστης της ένστασης παραγραφής, που προέβαλε πρωτόδικα, είναι απαράδεκτος, καθόσον κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν επιτρέπεται αναίρεση για πλημμέλεια από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή, για παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου. Σε κάθε περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις παραδοχές του ότι η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, ουδόλως εξέθετε τα απαιτούμενα για το ορισμένο της ένστασης παραγραφής, ήτοι τον χρόνο έναρξης και πλήρωσης αυτής, ορθώς απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας και δεν απαιτούταν, κατά νόμο, να προβεί σε συμπλήρωση των ελλείψεων αυτών, που αφορά το ορισμένο της ένστασης, από τα στοιχεία του δικογράφου της αγωγής, όπως εσφαλμένα διατείνεται η αναιρεσείουσα. Επιπροσθέτως αβάσιμη είναι και η αιτίαση της αναιρεσείουσας περί παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσίβλητου, για το λόγο ότι έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα των εξ μηνών, που ορίζει η διάταξη του άρθρου 263 παρ.1 ΑΚ, μεταξύ της τελεσιδικίας της απόφασης που εκδόθηκε επί της προηγούμενης αγωγής του αναιρεσίβλητου και της άσκησης της επίδικης νέας και ομοίας αγωγής, καθόσον με την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με την ΑΚ 261, παρέχεται ένας επί πλέον λόγος διακοπής της παραγραφής ως συνέχεια των, μετά την άσκηση της αγωγής, διακοπτικών αυτής διαδικαστικών πράξεων, που ανατρέχει όμως στο χρόνο άσκησης της αρχικής αγωγής και δεν αποτελεί, αυτοτελώς ερευνώμενο, λόγο παραγραφής της αξίωσης, για την προβολή της οποίας κατά τρόπο ορισμένο με σχετική ένσταση απαιτούνται άλλες προϋποθέσεις, που το δικαστήριο της ουσίας ορθώς έκρινε ότι δεν εκτίθενται στις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας. Με τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 1.1.2016) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο (και) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος είναι κατά λέξη ταυτόσημος εκείνου του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 1410/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, για έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικά ότι, ενώ αποφαίνεται για την αοριστία της ένστασης παραγραφής στη βάση του άρθρου 216 ΚΠολΔ, από την οποία δεν απορρέει ρητώς ο κανόνας περί ανάγκης παράθεσης των ως άνω στοιχείων εκ μέρους του εναγόμενου, κρίνοντας ότι η ένσταση είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, δεν αποδίδει οποιαδήποτε δικονομική- αποδεικτική βαρύτητα στο γεγονός ότι τα στοιχεία που κατά την προσβαλλόμενη απόφαση απουσιάζουν από τις προτάσεις της, απαντούν στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο και επομένως κατά λογική και δικονομική συνέπεια έχουν τεθεί υπ' όψη του δικάσαντος δικαστηρίου εξ υπαρχής και κατά τρόπο οριστικό, αφού τα στοιχεία αυτά προβάλλονται από τον ίδιο τον ενάγοντα. Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας επί της ένστασης παραγραφής δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και απέρριψε αυτήν λόγω αοριστίας.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.11.2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 38/680/53/2018 απόφασης του δικάζοντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ