Legislator Case Law & Legislation
1453/2021 AI generated

1453/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1453/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1453 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1453/2021 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Î...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1453 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1453/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Φ. του Ν., κατοίκου Γ. Λ., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ελισάβετ Πούλιου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Ε., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Λυμπέρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/1/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 185/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/5/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 9-5-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 185/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο δικάζοντας τις εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 52/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 14-1-2014 αγωγή της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, ακολούθως δε εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή για το αναφερόμενο (μεγαλύτερο) ποσόν. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Mε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου. Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1100/2020, ΑΠ 390/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 459/2018). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσβάλλει την απόφαση με την εκ του άρθρου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ και το από 13-10-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνυπέγραψε με την αναιρεσίβλητη και στο οποίο αυτή ομολογεί ότι η συμμετοχή της στα περιουσιακά του αποκτήματα κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους περιορίζεται στο ποσό των 22.500 ευρώ, τα οποία και αυτή έλαβε από τον κοινό τους τραπεζικό λογαριασμό την 27-9-2010, από τον οποίο και εισέπραξε το μεγαλύτερο ποσό των 24.815 ευρώ, στοιχείο το οποίο αυτός προέβαλε νόμιμα με τις προτάσεις του στο Εφετείο και προσκόμισε σχετικό αντίγραφο του τραπεζικού τους λογαριασμού, πλην όμως το ως άνω δικαστήριο της ουσίας έσφαλε, αφού δέχθηκε εκ νέου ότι η αντίδικος δικαιούται δικαιούται συμμετοχής στα περιουσιακά του αποκτήματα, παρά το ότι ήδη η συμμετοχή της αυτή είχε προσδιοριστεί επακριβώς στο συμφωνητικό αυτό και μάλιστα τα εισέπραξε. Επιπλέον, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι ήδη δημοσιεύθηκε ο Αναρτημένος Δασικός Χάρτης της Περιφέρειας Λακωνίας μετά τη με αριθμό 25802/3-2-2017 απόφαση της Δ/νσης Δασών Π.Ε. Λακωνίας και μετά την έκδοση τη προσβαλλόμενης απόφασης δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 52Δ/14-2-2018) ο μερικώς κυρωμένος χάρτης, σύμφωνα με τον οποίο κάποια από τα αγροτεμάχια, που μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν του ανήκουν κατά κυριότητα αλλά κατά χρήση και ως εκ τούτου αυτή εσφαλμένα εκτίμησε ότι του ανήκουν. Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν εξειδικεύει το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο κατά την εφαρμογή της διάταξης που επικαλείται στο αναιρετήριο και μάλιστα με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα από την απόφαση πραγματικά περιστατικά, αλλά αρκείται στη γενική αναφορά περί παραβίασης της άνω ουσιαστικής διάταξης. Είναι δε σαφές ότι ο ως άνω λόγος αφορά κατ' επίφαση απόδοση πλημμέλειας από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την κατάληξη του Εφετείου σε διαφορετικό πόρισμα από το θεωρούμενο ορθό από τον αναιρεσείοντα, με βάση τα ως άνω επικαλούμενα από αυτές αποδεικτικά στοιχεία, το τελευταίο μάλιστα από τα οποία αναφέρεται σε χρόνο μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Συγκεκριμένα, οι ως άνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αναφέρονται αποκλειστικά κα μόνο στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1064/2020, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1826/2017).

ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και λοιπών αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 807/2020, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 573/2018). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν εκ μέρους του και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η αντίδικος ομολόγησε στο από 13-10-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνυπέγραψαν ότι η συμμετοχή της στα περιουσιακά του αποκτήματα κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους ανέρχονταν στο ποσό των 22.500 ευρώ, χρήματα που έλαβε αυτή από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό τους. Επιπλέον, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένστασή του περί ήδη ικανοποίησης της αναιρεσίβλητης ως προς τη συμμετοχή της στα περιουσιακά του αποκτήματα κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους, δεχόμενο ότι το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της λύσης του γάμου τους με συναινετικό τρόπο, η οποία τελικά δεν επιτεύχθηκε και ως εκ τούτου η σχετική συμφωνία δεν είναι ισχυρή, πλην όμως η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας είναι εσφαλμένη και αντιφατική, αφού ερμηνεύει με τρόπο που ξεπερνά τα ίδια τα γεγονότα το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη έλαβε το ποσό των 22.500 ευρώ, ενώ κατά τα εκτιθέμενα από τον ίδιο οι όροι που έθεσαν οι διάδικοι στο από 13-10-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν τελούσαν υπό την αναβλητική αίρεση της έκδοσης του διαζυγίου τους κατά τρόπο συναινετικό, αλλά αποτελούν όρους που αυτοί με ελεύθερη βούληση συναπεφάσισαν. Επίσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τη σύμβαση από το από 20-1-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό αποπληρωμής δανείου, σύμφωνα με το οποίο προκύπτει ότι συμφώνησε με τον Η. Μ. την αποπληρωμή του δανείου σε 20 ισόποσες ετήσιες δόσεις των 10.000 ευρώ καθεμία, με καταβολή της πρώτης δόσης την 20-1-2012, δάνειο που αποπληρώνει ετησίως και με βάση το οποίο ενεγράφη προσημείωση υποθήκης στα ακίνητά του, η οποία υφίσταται ακόμη, καθόσον δεν έχει εξοφλήσει το δάνειο αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "...ο εκκαλών-εναγόμενος με τον σχετικό τρίτο λόγο της έφεσής του, προέβαλε ως και πρωτοδίκως την ένσταση ότι η περιουσία που απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα σύζυγο του μειώθηκε, διότι δανείστηκε από τον Η. Μ. το ποσό των 180.000 ευρώ, προκειμένου να αντιμετωπίσει έξοδα θεραπείας του αδερφού του, ο οποίος ασθένησε από καρκίνο του παγκρέατος και λόγω αδυναμίας εξόφλησής του, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 223/2011 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης και ενεγράφη ισόποση προσημείωση υποθήκης στα ακίνητα του. Ωστόσο, η ως άνω ένσταση κρίνεται απορριπτέα προεχόντως ως μη νόμιμη, καθώς το ως άνω δάνειο που επικαλείται ο εναγόμενος αφορά προσωπικό του δάνειο και όχι δάνειο για να καλύψει τις οικογενειακές του ανάγκες με την ενάγουσα, όπως θα ήταν πχ το δάνειο για την αγορά των προαναφερόμενων αγρών.... Σε κάθε δε περίπτωση κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, καθώς από το από 20-1-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό αποπληρωμής δανείου προκύπτει μεν ότι ο εναγόμενος συμφώνησε με τον Η. Μ. την αποπληρωμή του δανείου σε 20 ισόποσες ετήσιες δόσεις των 10.000 ευρώ εκάστη, καταβαλλόμενες την 20ή Ιανουαρίου κάθε έτους, με καταβολή της πρώτης δόσης στις 20-1-2012 , πλην όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο (κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα κατωτέρω) δεν προέκυψε ποιο ποσό έχει πληρωθεί τελικά και ποιο είναι το υπολειπόμενο ανεξόφλητο ποσό δανείου μέχρι την άσκηση της αγωγής, ούτως ώστε το τελευταίο να αφαιρεθεί από την αξία της περιουσίας και να δύναται το Δικαστήριο να ανεύρει την τελική επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου... ο εκκαλών-εναγόμενος, με το σχετικό τέταρτο λόγο εφέσεως, προέβαλε ως και πρωτοδίκως την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος της ενάγουσας, ισχυριζόμενος ότι αυτή επιχειρεί να εισπράξει δεύτερη φορά την όποια συμμετοχή της, καθώς στο από 13-10-2010 ιδιωτικό έγγραφο ρύθμισης σχέσεων που είχαν καταρτίσει οι διάδικοι στην προσπάθεια τους να λύσουν αρχικά συναινετικά το γάμο τους (προσπάθεια η οποία απέτυχε) είχαν συμφωνήσει ότι η οποιαδήποτε συμμετοχή της συζύγου στα αποκτήματα εξαντλείται στο ποσό των 22.500 ευρώ που η ίδια εισέπραξε από κοινό λογαριασμό τους και πλέον δεν έχει ουδεμία απαίτηση εξ αυτής της αιτίας. Ωστόσο, η ως άνω ένσταση κρίνεται απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, δοθέντος ότι η ως άνω συμφωνία τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της λύσης του γάμου των διαδίκων συναινετικά, η οποία δεν επετεύχθη, και ως εκ τούτου...η σχετική συμφωνία δεν είναι ισχυρή. Συνακόλουθα, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ...Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 27-9-1998 στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου του ΔΔ Γ. νυν Δήμου Ευρώτα Λακωνίας και απέκτησαν τέσσερα τέκνα, το Νικόλαο, γεννηθέντα το 1999, τον Εμμανουήλ, γεννηθέντα το 2000, την Όλγα γεννηθείσα το 2005 και την Ευαγγελία, γεννηθείσα το 2007. Ο γάμος τους λύθηκε τελικά με την υπ' αριθμ. 100/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης (διαδικασία γαμικών διαφορών), η οποία έχει καταστεί πλέον αμετάκλητη (ήτοι μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής) και η οποία αναγνώρισε ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάστηκε οριστικά στις 13-10-2010 και έκτοτε βρίσκονται σε διάσταση. Επομένως, κατά το χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής (30-1-2014) είχε συμπληρωθεί χρόνος πέραν της τριετίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, ο οποίος είναι αγρότης, κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα απέκτησε τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: α) έναν αγρό έκτασης 5 στρεμμάτων με 100 ελαιόδεντρα που βρίσκεται στη θέση "Μ. Λ." του ορίου της κτηματικής περιφέρειας της τέως Κοινότητας Γ.-Λακωνίας και ήδη ΔΔ Γ. του Δήμου …, δυνάμει του υπ' αρ. 284/17.4.2000 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου...., νομίμως μεταγεγραμμένου, η αξία του οποίου ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο της έγερσης της υπό κρίση αγωγής στο ποσό των 5.000 ευρώ, β) έναν αγρό με ελαιόδεντρα έκτασης 12 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "Ν." και έναν αγρό με ελαιόδεντρα, έκτασης 9 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "Μ. Λ." του ορίου της κτηματικής περιφέρειας της τέως Κοινότητας Γ. - … και ήδη ΔΔ Γ. του Δήμου …, δυνάμει του υπ' αρ. 284/17.4.2000 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου..., νομίμως μεταγεγραμμένου δυνάμει του υπ' αριθ. 1.701/12.5.2000 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου..., νομίμως μεταγεγραμμένου, η αξία των οποίων ανερχόταν κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής στο συνολικό ποσό των 12.000 ευρώ, γ) έναν αγρό έκτασης 3 στρεμμάτων στη θέση "Ν.", δυνάμει του υπ' αρ. 344/25.9.2000 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου..., νομίμως μεταγεγραμμένου, αξίας κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής 3.000 ευρώ, δ) δημόσια δασική έκταση εμβαδού 2.400 τ.μ., η οποία του παραχωρήθηκε κατά κυριότητα δια της υπ' αρ. πρωτ. 449/25.5.1999 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου, η αξία της οποίας ανερχόταν κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 3.000 ευρώ και ε) έναν αγρό με 150 ελαιόδεντρα, έκτασης 84.715 τ.μ στη θέση "Ν.", δυνάμει του υπ' αρ. 667/1.10.2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου..., νομίμως μεταγεγραμμένου, ο οποίος πλέον είναι ποτιστικός και έχει περίπου 3.000 ελαιόδεντρα, αξίας κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής 80.000 ευρώ. Σε αυτό σημείο πρέπει να επισημανθεί ότι η αξία των προαναφερόμενων ακινήτων προέκυψε από το σύνολο του εισφερθέντος στην παρούσα δίκη αποδεικτικού υλικού σε συνδυασμό με τα διδάγματα κοινής λογικής και πείρας και λαμβανομένης υπόψη της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της χώρας που επικρατούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, η οποία επηρέασε αρνητικά τις αξίες των ακινήτων. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος στις 28.3.2002 απέκτησε ένα μεταχειρισμένο φορτηγό αυτοκίνητο μάρκας MERCEDES, αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 4.000 ευρώ, ενώ την 1.8.2006 απέκτησε το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός Ι.Χ.Ε. μεταχειρισμένου οχήματος μάρκας JEEP CHEROKEE με στοιχεία κυκλοφορίας ΥΖΝ …, η αξία του οποίου ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο έγερσης της υπό κρίση αγωγής στο ποσό των (4.000/2=) 2.000 ευρώ, λαμβανομένων ιδίως υπ' όψιν α) του τιμήματος που καταβλήθηκε κατά την αγορά του οχήματος το έτος 2006, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 13.000 ευρώ, β) του έτους πρώτης κυκλοφορίας του (1998), γ) του γεγονότος ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής (30.1.2014), λόγω της διαμορφωθείσας δυσμενούς οικονομικής κατάστασης, οι τιμές των μεταχειρισμένων οχημάτων είχαν διαμορφωθεί σε ιδιαιτέρως χαμηλά επίπεδα, καθώς και δ) της σημαντικής βλάβης που αυτό εμφάνισε κατά το έτος 2011. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος επαύξησε την περιουσία του κατά τη διάρκεια του γάμου του, μέσω της αγοράς γεωργικού εξοπλισμού συνολικής αξίας 2.730 ευρώ και ειδικότερα ενός ελαιοσυλλέκτη αξίας 480 ευρώ, ενός καλλιεργητή rotavator αξίας 850 ευρώ, δύο αλυσοπρίονων συνολικής αξίας 400 ευρώ και πέντε κάδων αποθήκευσης ελιών συνολικής αξίας 1.000 ευρώ....Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, η αξία της τελικής περιουσίας του εναγομένου κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής ανερχόταν στο ποσό των 111.730 Ευρώ, το οποίο αποτελεί και την επαύξηση της περιουσίας του. Σε αυτήν την επαύξηση η ενάγουσα, η οποία δεν εργαζόταν σε δική της εργασία κατά τη διάρκεια του γάμου, αλλά ασχολούνταν με την ανατροφή των τεσσάρων τέκνων της και βοηθούσε το σύζυγό της στην συλλογή ελαιοκάρπου στα ακίνητα ιδιοκτησίας του συζύγου της και στη λαϊκή αγορά που πωλούσε προϊόντα παραγωγής του τελευταίου, συνέβαλε κατά ποσοστό 1/3, κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου που θέτει η διάταξη του άρθρου 1400 παρ.1 ΑΚ, καθώς δεν αποδείχθηκε ανυπαρξία συμβολής της που να αποκλείει την αξίωση συμμετοχής της στα αποκτήματα και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι αυτή δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων ή δεν ήθελε να συμβάλει στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, απορριπτόμενης ως ουσία αβάσιμης της σχετικής ένστασης του τελευταίου, την οποία επανέφερε με τον πρώτο λόγο της έφεσής του.... Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των 37.243 Ευρώ, το οποίο αποτελεί την δική της συνεισφορά στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι η επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 71.730 Ευρώ και η συμβολή της ενάγουσας κατά ποσοστό 1/3, στο ποσό των 23.910 Ευρώ εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις...". Με τα δεδομένα αυτά ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το πρώτο σκέλος και το πρώτο μέρος αυτού, που αφορά το ως άνω από 13-10-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό ως στοιχείο του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο κατά τα ως άνω εκτιθέμενα έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και το σχετικό λόγο έφεσης αυτού και τον απέρριψε ρητά ως αβάσιμο. Επίσης, ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το πρώτο σκέλος και το δεύτερο μέρος αυτού, που αφορά το ως άνω από 13-10-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό ως στοιχείο της άρνησης του αναιρεσείοντος ως προς την αξίωση της αναιρεσίβλητης περί συμμετοχής της στα αποκτήματα αυτού, ενόψει του ότι ο ίδιος δεν προέβαλε κάποια άλλη σχετική ένστασή του ως προς το ζήτημα αυτό, είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι τα ως άνω αναφερόμενα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την ως άνω έννοια, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά άρνηση της αγωγής και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται ο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πιο πάνω λόγος αναίρεσης (δεύτερος) κατά το πρώτο σκέλος και το ως άνω δεύτερο μέρος αυτού. Περαιτέρω, o ίδιος λόγος αναίρεσης (δεύτερος) από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το δεύτερο σκέλος του, που αφορά το ως άνω από 20-1-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό αποπληρωμής δανείου και την επικαλούμενη απ' αυτόν ένσταση περί αντίστοιχης μείωσης της περιουσίας του, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο κατά τα ως άνω εκτιθέμενα έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και το σχετικό λόγο έφεσης αυτού και τον απέρριψε ρητά ως αβάσιμο.

ΙV. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε τη σχετική αποδεικτική κρίση. Επίσης, ο ως άνω λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ως αληθινούς ουσιώδεις ισχυρισμούς, στηριζόμενο σε αποδεικτικά μέσα μη επιτρεπόμενα από το νόμο (ΑΠ 1058/2020, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 122/2019, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 576/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε το πιο πάνω από 13-10-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και ως εκ τούτου έσφαλε στο σημείο αυτό, αφού δέχθηκε εκ νέου ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται συμμετοχής στα περιουσιακά τους αποκτήματα, παρά το γεγονός ότι ήδη η συμμετοχή της αυτή είχε προσδιοριστεί στο συμφωνητικό αυτό και μάλιστα τα είχε εισπράξει. Επιπλέον, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι ήδη δημοσιεύθηκε ο Αναρτημένος Δασικός Χάρτης της Περιφέρειας Λακωνίας μετά τη με αριθμό 25802/3-2-2017 απόφαση της Δ/νσης Δασών Π.Ε. Λακωνίας και μετά την έκδοση τη προσβαλλόμενης απόφασης δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 52Δ/14-2-2018) ο μερικώς κυρωμένος χάρτης, σύμφωνα με τον οποίο κάποια από τα αγροτεμάχια, που μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν του ανήκουν κατά κυριότητα αλλά κατά χρήση και ως εκ τούτου αυτή εσφαλμένα εκτίμησε ότι του ανήκουν. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στην προκειμένη περίπτωση που ο αναιρεσείων επιχειρηματολογεί για εσφαλμένη κατ' αυτόν εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων. V. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 11α' ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω δικανική του κρίση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις υπ' αριθ. 2127/21-11-2016 και 2128/21-11-2016 ένορκες βεβαιώσεις, παρά το γεγονός ότι αυτές λήφθηκαν κατά άκυρο τρόπο, αφού η αναφερόμενη κλήση της αντιδίκου του που του επιδόθηκε είναι παντελώς αόριστη ως προς το χρόνο λήψης τους, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σύγχυση σ' αυτόν και να μην παραστεί κατά την εξέτασή τους, ώστε να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι από το περιεχόμενο και τη σχετική βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Σπάρτης λήφθηκαν με επιμέλεια αυτού (εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος), μετά την αναφερόμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου του και συνεπώς ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται, εφόσον τα ως άνω αποδεικτικά μέσα επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ίδιος ο αναιρεσείων (άρθρ. 562 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τούτο δε διότι κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις, εκτός από την περίπτωση που αυτός αφορά τη δημόσια τάξη, η οποία όμως (περίπτωση) δεν συντρέχει για τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα. VΙ. Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος (και συνεπώς παραδεκτός) ο από την άνω διάταξη λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς το αποδεικτικό βάρος (ΑΠ 892/2020, ΑΠ 1052/2019, ΑΠ 924/2018, ΑΠ 1965/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται η αντίφαση των διατάξεων να εντοπίζεται στο διατακτικό αυτής, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης. Τυχόν ελλείψεις του διατακτικού συμπληρώνονται με το αιτιολογικό, αφού η απόφαση αποτελεί ενιαίο σύνολο. Αντίθετα, ο πιο πάνω λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης (ΑΠ 130/2020, ΑΠ 1175/2019, ΑΠ 854/2019). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η αντίδικος ομολόγησε στο ως άνω από 13-10-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό ότι η συμμετοχή της στα περιουσιακά του αποκτήματα κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου του ανέρχεται στο ποσό των 22.500 ευρώ, χρήματα που έλαβε από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό τους στις 27-9-2010, ενώ επίσης δεν έλαβε υπόψη και το ως άνω από 20-1-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό αποπληρωμής δανείου. Επιπλέον, με τον έκτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων με τις ίδιες ως άνω αιτιάσεις αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (πέμπτος) από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κάποια παραβίαση των κανόνων ως προς το βάρος της απόδειξης, ενώ επίσης απαράδεκτος είναι και ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (έκτος) από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται την ύπαρξη αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης . VII. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό έγγραφο από τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 981/2018, ΑΠ 174/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων με τις ίδιες ως άνω αιτιάσεις, καθώς και αυτή που αναφέρεται στον πιο πάνω Δασικό Χάρτη της Περιφέρειας Λακωνίας, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (έβδομος) είναι απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κάποια παραμόρφωση των ως άνω εγγράφων εν σχέσει με το αληθινό περιεχόμενό τους, αλλά στην πραγματικότητα με αυτόν πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-5-2018 αίτηση του Π. Φ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 185/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τoν αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ