Legislator Case Law & Legislation
1453/2019 AI generated

1453/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1453/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1453 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1453/2019

Legislator headnote

AI generated

1453/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1453 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1453/2019

Keywords

AI generated
refusal of benefit enforcement defense refusal of legal representation refusal under eea agreement refusal of costs award refusal of compensation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1453 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1453/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χαμαϊλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ζ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/6/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 123/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/6/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινομένη αίτησή της η αναιρεσείουσα προσβάλλει την υπ' αριθμόν 123/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία, των διαδίκων και με την οποίαν απορρίφθηκε η από 11-02-2015 έφεσή της, καθώς και ο από 07-09-2016 (μοναδικός) πρόσθετος λόγος αυτής, κατά της υπ' αριθμόν 124/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία, επίσης, αντιμωλία εκδοθείσα, έγινε δεκτή, εν μέρει, η εναντίον της, από 06-06-2011, αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, και υποχρεώθηκε αυτή (αναιρεσείουσα) να του καταβάλει το αναφερόμενο στην τελευταία (πρωτόδικη) απόφαση ποσό, ως υπόλοιπο εργολαβικής του αμοιβής. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικα, να εξετασθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά τη διάταξη του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, τυγχάνει εφαρμογής, στην προκειμένη υπόθεση, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, εφόσον η ένδικη έφεση κατατέθηκε στις 19-02-2015, δηλαδή, πριν, την έναρξη εφαρμογής, την 01-01-2016, της ήδη ισχύουσας ρύθμισης: "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν ...., 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Στο πλαίσιο της εφαρμογής αυτής της διάταξης (ΚΠολΔ 527), ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων, το πρώτον, ενώπιον του Εφετείου είναι παραδεκτή, εφόσον συντρέχουν οι εξαιρέσεις, που προβλέπονται, επιπλέον, σ' αυτή, θεωρούνται οι αυτοτελείς καταλυτικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση ένστασης και όχι εκείνοι, που στηρίζουν αιτιολογημένη άρνηση της κατ' ουσία βασιμότητας της αγωγής (ΑΠ 342/2009, ΑΠ 1533/2001). Εξάλλου, κατά το άρθρο 269 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αυτό ίσχυσε μετά την αντικατάσταση της παρ. 2 αυτού με το άρθρο 27 του ν. 3994/2011, (ΦΕΚ Α' 165/25-7-2011), μέσα επίθεσης και άμυνας, μπορεί να προβληθούν παραδεκτά για πρώτη φορά μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή στο Εφετείο, .... γ) αν αποδεικνύονται από έγγραφο ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 529 ΚΠολΔ, "1. Στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων.... 2. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ` αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, συνάγεται ότι στην κατ' έφεση δίκη παραδεκτά προβάλλονται πραγματικοί ισχυρισμοί, που δεν είχαν προταθεί ή δεν είχαν προταθεί παραδεκτά στην πρωτόδικη δίκη, μεταξύ άλλων και, αν αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως. Στην περίπτωση αυτή, το εφετείο δεν μπορεί να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα έγγραφα, που προσκομίζονται προς απόδειξη των νέων ισχυρισμών, κρίνοντας ότι ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, διότι αυτά (έγγραφα) δεν εμπίπτουν στην έννοια των νέων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 529 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι οι προβλεπόμενοι, από την εν λόγω διάταξη περιορισμοί, που θεσπίσθηκαν για την αποφυγή νέων, συχνά αδικαιολόγητων αποδείξεων, εξυπακούεται ότι, ισχύουν μόνο για ζητήματα, που αποτέλεσαν αντικείμενο αποδείξεως στην πρωτοβάθμια δίκη και όχι για θέματα, που δεν ερευνήθηκαν, καθόλου, στον πρώτο βαθμό και κρίνονται για πρώτη φορά στο εφετείο, όπως είναι και οι, προβαλλόμενοι, ενώπιόν του, νέοι ισχυρισμοί, οι οποίοι, κατά λογική αλληλουχία, δεν ήταν γνωστοί στο πρωτόδικο δικαστήριο, ώστε ν' αποτελέσουν αντικείμενο αποδείξεως της πρωτοβάθμιας δίκης (βλ. ΑΠ 1335/1982). Τέλος, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προς εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων αυτών, απέρριψε λόγο έφεσης, με τον οποίο προβλήθηκαν καθυστερημένα, ενώπιον αυτού, ουσιώδη πράγματα, ως βάση νέου αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι και οι καταλυτικές της αγωγής ενστάσεις, που στηρίζονται σε έγγραφη απόδειξη, που επικαλέσθηκε ο εκκαλών, για πρώτη φορά, στη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο (ΑΠ 1735/2008).

ΙΙΙ. Με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο ότι με το να απορρίψει ως απαράδεκτους τον έκτο λόγο της ένδικης έφεσής της και το συναφή (μοναδικό) πρόσθετο λόγο αυτής, με τους οποίους προέβαλε, για πρώτη φορά, ενώπιον αυτού, την ένσταση μερικής εξόφλησης, εκ μέρους της, των κατ' αυτής, ενδίκων, απαιτήσεων του ήδη αναιρεσίβλητου και δη κατά το, συνολικό, ποσό των 11.500 ευρώ, προς έγγραφη απόδειξη, της οποίας (ένστασης), αυτή είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει τις εξοφλητικές αποδείξεις: ..../22-2-2003, ποσού 1.500 ευρώ, ....5/6-5-2004, ποσού 3.000 ευρώ, ....4/9-7-2004, ποσού 2.000 ευρώ και από 6-10-2004, ποσού 5.000 ευρώ, υπογεγραμμένες από τον ήδη αναιρεσίβλητο, ενάγοντα, με τη σκέψη ότι ο νέος αυτός πραγματικός ισχυρισμός της δεν αποδεικνυόταν εγγράφως, γιατί οι επίμαχες εξοφλητικές αποδείξεις, ως νέα αποδεικτικά μέσα, ήταν απαράδεκτες και δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη, αφού προσκομίσθηκαν, το πρώτον, ενώπιόν του, τουλάχιστον, από βαριά αμέλεια αυτής (αναιρεσείουσας), παραβίασε τις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3, 529 και 269 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ και, συνακόλουθα, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, κατά το μέρος της, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η εναγόμενη επικαλείται, για πρώτη φορά, ενώπιον του Εφετείου πως προέβη σε περαιτέρω καταβολές προς τον ενάγοντα, με τις οποίες, μάλιστα, του κατέβαλε ποσά που υπερβαίνουν την συμφωνηθείσα αμοιβή του για το έργο που εκτέλεσε, και ειδικότερα πως την 6/10/2004 κατέβαλε σ' αυτόν το ποσό των 5.000 ευρώ, την 22/2/2003 το ποσό των 1.500 ευρώ, την 6/5/2004 το ποσό των 3.000 ευρώ και την 9/7/2004 το ποσό των 2.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 11.500 ευρώ, βάσει δε των ανωτέρω καταβολών προτείνει επικουρικά, με τον έκτο λόγο της υπό στοιχείο α' έφεσης της και με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο έφεσης, ένσταση μερικής εξόφλησης, κατά το ανωτέρω ποσό, της επίδικης απαίτησης του ενάγοντος. Προς απόδειξη δε του ανωτέρω ισχυρισμού της προσκόμισε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου τις υπ' αριθμ. .../22-2-2003, ποσού 1.500 ευρώ, ....5/6-5-2004, ποσού 3.000 ευρώ, ....4/9-7-2004, ποσού 2.000 ευρώ και από 6-10-2004, ποσού 5.000 ευρώ, εξοφλητικές αποδείξεις, οι οποίες όμως, δεν λαμβάνονται υπόψη, διότι απαραδέκτως προσάγονται το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, τουλάχιστον από βαριά αμέλεια της εναγόμενης. Ειδικότερα η εναγόμενη, παρότι η ένδικη αγωγή της επιδόθηκε στον Σεπτέμβριο του 2011 και η συζήτηση αυτής στον πρώτο βαθμό έλαβε χώρα την 15/5/2013, προσκόμισε για πρώτη φορά την από 6-10-2004 εξοφλητική απόδειξη, ποσού 5.000 ευρώ, μόλις την 4/3/2015, κατά την συζήτηση της από 12-2-2015 (αρ. εκθ. κατ. ΑΣΦ. Μ. 53/19-2-2015) αίτησης της για αναστολή εκτέλεσης απόφασης προσωρινά εκτελεστής λόγω άσκησης της ένδικης έφεσης, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, ενώ τις λοιπές καταβολές επικαλέστηκε το πρώτον με τον πρόσθετο λόγο της έφεσής της, το δικόγραφο του οποίου κατάθεσε την 14/9/2016 και προσκόμισε αυτές στην παρούσα συζήτηση, παρότι όλες οι ανωτέρω αποδείξεις περιλαμβάνονται στα μπλοκ αποδείξεων, αντίγραφα των οποίων επίσης προσκόμισε, τα οποία είχε όλο αυτό το διάστημα στην κατοχή της και θα μπορούσε να είχε επικαλεστεί και προσκομίσει από την πρώτη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου. Ενδεικτικό του βαθμού αμέλειας της εναγόμενης είναι το γεγονός ότι δεν επικαλείται κάποιο λόγο, για τον οποίο δεν προέβαλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό περί εξόφλησης και δεν προσκόμισε στο πρωτόδικο δικαστήριο τις ανωτέρω αναφερόμενες εξοφλητικές αποδείξεις.

Συνεπώς, εφόσον δεν αποδεικνύεται εγγράφως ο ισχυρισμός περί μερικής εξόφλησης, απαραδέκτως προβάλλεται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη από την εναγόμενη, διότι πρόκειται για ισχυρισμό, τα θεμελιωτικά περιστατικά του οποίου ήταν γεγενημένα κατά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ (αρ. 527 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, ο έκτος λόγος έφεσης και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος έφεσης, με τους οποίους προτείνεται αυτός ο ισχυρισμός πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι...". Με το να διαλάβει, όμως, το Εφετείο στο σκεπτικό, για να καταλήξει στο, απορριπτικό του έκτου λόγου και του μοναδικού πρόσθετου λόγου της ένδικης έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του, ότι οι επίμαχες εξοφλητικές αποδείξεις δεν λαμβάνονται υπόψη, διότι απαραδέκτως προσάγονται το πρώτον ενώπιόν του, τουλάχιστον από βαριά αμέλεια της ήδη αναιρεσείουσας, εναγόμενης και, προς ενίσχυση του βαθμού της αμέλειάς της ότι αυτή "...δεν επικαλείται κάποιο λόγο, για τον οποίο δεν προέβαλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό περί εξόφλησης και δεν προσκόμισε στο πρωτόδικο δικαστήριο τις ανωτέρω αναφερόμενες εξοφλητικές αποδείξεις.

Συνεπώς, εφόσον δεν αποδεικνύεται εγγράφως ο ισχυρισμός περί μερικής εξόφλησης, απαραδέκτως προβάλλεται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη από την εναγόμενη, διότι πρόκειται για ισχυρισμό, τα θεμελιωτικά περιστατικά του οποίου ήταν γεγενημένα κατά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ (αρ. 527 ΚΠολΔ)...", παρότι η αναιρεσείουσα, με τα ένδικα εφετήρια δικόγραφα (αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις της στο Εφετείο), ρητά και ειδικά υποστήριζε ότι αυτός ο, νέος αυτοτελής, ισχυρισμός της αποδεικνυόταν εγγράφως και συγκεκριμένα από τις προαναφερθείσες εξοφλητικές αποδείξεις, τις οποίες, συνάμα, είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, ενώπιόν του (Εφετείου), υπέπεσε στην προβαλλομένη, με τους προαναφερθέντες (πρώτο και δεύτερο) αναιρετικούς λόγους, πλημμέλεια, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, οι ως άνω λόγοι πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι και, συνακόλουθα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο, όμως, κατά το μέρος της, που αφορά την απόρριψη του ως άνω (έκτου) λόγου και του συναφούς (μοναδικού) προσθέτου λόγου της ένδικης έφεσης της αναιρεσείουσας. Κατόπιν αυτών, παρέλκει, πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα του τρίτου (και τελευταίου) αναιρετικού λόγου, από τον αριθμό 11 γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τις ίδιες, ως άνω αναφερόμενες, εξοφλητικές αποδείξεις. Τούτο δε διότι, η αναιρετική εμβέλεια των πρώτου και δευτέρου αναιρετικών λόγων, που έγιναν δεκτοί, καλύπτει και τον ως άνω τρίτο (και τελευταίο) λόγο, η (τυχόν) παραδοχή της βασιμότητας, του οποίου, οδηγεί στο ίδιο, με αυτούς, αποτέλεσμα, δηλαδή στην αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το ίδιο, ως άνω, μέρος της. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος αυτής, στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή, πλην εκείνου, που δίκασε (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται, προαποδεικτικά, εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση, με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του, ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Η επαναφορά ζητείται και όταν η εκτέλεση έγινε με βάση την πρωτόδικη απόφαση, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του Εφετείου (ολ. ΑΠ 22/2006, AΠ 900/2004, ΑΠ 832/1994). Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων, από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο, χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, με το νόμιμο τόκο, από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος. Όμως, ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την άνω αίτησή του τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, της εντολής για τη διενέργεια αυτής και της ενεργηθείσας κατάσχεσης, διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνο των ποσών, που η παροχή τους διατάχθηκε από την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και όχι, άρα, και των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσής της, τα οποία βαρύνουν τον καθ' ου η εκτέλεση όχι βάσει της απόφασης αυτής, αλλά βάσει του νόμου, ήτοι του άρθρου 932 ΚΠολΔ (ΑΠ 20/2011, ΑΠ 8/2008, ΑΠ 1215/2007, ΑΠ 1662/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, ως την παραμονή της παρούσας συζητήσεως της υποθέσεως, ισχυρίζεται ότι, μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης, ο ήδη αναιρεσίβλητος της κοινοποίησε αντίγραφο εξ απογράφου της, επικυρωθείσας με αυτή, 124/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την από 13/6/2018 επιταγή προς πληρωμή: α) ποσού 9.250 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, β) ποσού 540 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, γ) ποσού 587 ευρώ για έκδοση και λήψη απογράφου, δ) ποσού 130,20 ευρώ για αμοιβή και έξοδα τριών επιδόσεων της επιταγής προς πληρωμή, ε) ποσού 587 ευρώ για την σύνταξη της με ημερομηνία 13/6/2018 επιταγής προς πληρωμή και στ) ποσού 7.055,84 ευρώ για τόκους επί του επιδικασθέντος κεφαλαίου από 24/9/2011 μέχρι 3/6/2018, και συνολικά ποσού 18.150,04 ευρώ. Ισχυριζομένη, περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, ότι, προκειμένου ν' αποφύγει την σε βάρος αρξαμένη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, συμφώνησε με τον ήδη αναιρεσίβλητο, να του καταβάλει και του κατέβαλε, με τον τρόπο, που αναφέρει στις προτάσεις της, το ποσό της απαίτησής του, όπως αυτή αναλυόταν στην ως άνω επιταγή προς πληρωμή, σε τέσσερεις άτοκες διμηνιαίες δόσεις, ποσού 4.500 ευρώ στις 30/6/2018, ποσού 4.500 ευρώ στις 30/8/2018, ποσού 4.500 ευρώ στις 30/10/2018, ζητεί να υποχρεωθεί ο αντίδικός της να της αποδώσει, συνολικά, το ποσό των 21.150 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται το ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο του κατέβαλε σε εκτέλεση του προσωρινά εκτελεστού μέρους της πρωτόδικης απόφασης. Η αίτηση, αυτή, προεχόντως, είναι απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της και, επομένως, απορριπτέα. Τούτο δε διότι, ενώ με την παρούσα απόφαση αναιρείται η αναιρεσιβαλλομένη, μόνο, κατά ένα μέρος, δεν μνημονεύονται (χωριστά) στην αίτηση τα ποσά, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα, σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους αυτής (προσβαλλομένης), στον ήδη αναιρεσίβλητο. Πέραν του ότι, αναφορικά με τα ποσά των 587 ευρώ, για έκδοση και λήψη απογράφου, των 130,20 ευρώ, για αμοιβή και έξοδα τριών επιδόσεων της επιταγής προς πληρωμή και, των 587 ευρώ, για την σύνταξη της με ημερομηνία 13/6/2018 επιταγής προς πληρωμή, τα οποία αφορούν την επιταγή προς εκτέλεση, η υπόψη αίτηση, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, είναι μη νόμιμη. Σημειουμένου εδώ ότι, η επιστροφή των ποσών, τα οποία κατέβαλε η αναιρεσείουσα σε εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, που ενσωματώθηκε στην προσβαλλομένη, μπορεί να ζητηθεί, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, στο δικαστήριο της παραπομπής, μετά την εκκαθάριση των πράγματι οφειλομένων, από αυτή στον αναιρεσίβλητο (ΑΠ 604/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1694/2009). Στη συνέχεια, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδάφ. δ' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του ν. 4335/2015, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτής, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθ. 106, 176, 183, 189 παρ.1 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, εν μέρει, την 123/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει, αντιστοίχως, την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο, ως άνω, Εφετείο, με άλλη σύνθεση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της ανωτέρω αποφάσεως κατάσταση. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ