Απόφαση 1453 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1453/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Χ. του Α., κατοίκου ..., δικηγόρου, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μαύρου Μαυροειδή, ο οποίος ανακάλεσε τη δήλωσή του (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.
Του προς ό η κοινοποίηση: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη … και δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν η 3777/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 778/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-6-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Υπόκειται προς κρίση η από 16-6-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 778/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία είναι παραδεκτή. Αντίγραφο αυτής επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης", που είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του εφετείου υπέρ του ενάγοντος, δικηγόρου Θεσσαλονίκης, ως μέλους αυτού (βλ. την ...-9-2017 έκθεση επίδοσης του Α. Τ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης).
2.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη δημιουργία μιας αξίωσης μέχρι την άσκησή της, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή, με επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, μιας κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ιδιαίτερες συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και όταν δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού. Απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της επί μακρόν διαμορφωθείσας κατάστασης, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Η αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην έλασσον του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 17/1995, ΟλΑΠ 62/1990). Το ζήτημα αν οι συνέπειες από την άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 321/2002). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος καθίσταται μη ανεκτή από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη.
3.
Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο το χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελαχίστης αμοιβής για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ.1, 98, 100 επ. του ν.δ. 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων" (ΑΠ 229/2006). Ειδικότερα (α) κατ' άρθρο 91 παρ.1 του ως άνω κώδικα ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, (β) κατ' άρθρο 92 παρ.1 του ίδιου κώδικα (όπως ισχύει μετά την προσθήκη του εδ. β' αυτής με το άρθρο 5 παρ.3 του ν.δ. 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του ν. 1093/1980), η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή αντιπροσώπου του και περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως εργασίες, σε καμία περίπτωση, όμως, δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ. του ως άνω κώδικα. Κάθε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ως άνω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζόμενου, αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους αυτού ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι η συμφωνία μεταξύ του εντολέως και του δικηγόρου για τη λήψη αμοιβής κατώτερης των ορίων που καθορίζονται στα άρθρα 98 επ. του κώδικα δικηγόρων, ανεξάρτητα από το χρόνο (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και την μορφή υπό την οποία συνάπτεται, όπως άφεση χρέους του άρθρου 456 ΑΚ ή άλλη συμφωνία, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (ΑΚ 174, 180). Ο δικηγόρος, παρά τη συμφωνία αυτή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του για κάθε εργασία, δικαστική ή εξώδικη, τα από το νόμο οριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, ο δε εντολέας δεν μπορεί ν' αντιτάξει κατά της αξιώσεως προς καταβολή της εν λόγω αμοιβής ότι είχε συμφωνηθεί μικρότερη αμοιβή, αφού η συμφωνία αυτή είναι άκυρη. Η αφορμή ή οι συνθήκες, όμως, υπό τις οποίες έγινε η παραίτηση του δικηγόρου από την ελάχιστη αμοιβή, το περιεχόμενο του σχετικού εγγράφου κλπ. μπορούν να ασκήσουν επιρροή για την εκτίμηση της αντιθέσεως της συμπεριφοράς του στην καλή πίστη, αφού, ανεξάρτητα από το κύρος της συμφωνίας, η αβίαστη παραίτηση του δικηγόρου από την καταβολή της ελάχιστης αμοιβής ενδέχεται να καθιστά κακόπιστη την εν συνεχεία διεκδίκησή της.
4.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
5.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία δραστηριοποιείται στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων, ιδίως στον κλάδο ζημιών από τη λειτουργία αυτοκινήτων, με περίπου 600.000 πελάτες και 2.000 συνεργάτες στην Ελλάδα. Ότι για το χειρισμό των νομικών υποθέσεων συνεργάζεται με δικηγόρους, ο αριθμός των οποίων υπολογίζεται στους 250, εκ των οποίων οι 40 στη Θεσσαλονίκη, ενώ στο νομικό τμήμα ζημιών, στη Θεσσαλονίκη, εργάζονται 15 δικηγόροι. Ότι ο ενάγων είναι δικηγόρος, εγγεγραμμένος στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης από το Φεβρουάριο 1988, ασκώντας ενεργά τη δικηγορία και διαθέτοντας δικηγορικό γραφείο με συνεργάτες δικηγόρους και πελατεία, απασχολούμενος με υποθέσεις όλων των κλάδων του δικαίου, αλλά με εξειδίκευση στις αποζημιώσεις από αυτοκινητικά ατυχήματα. Ότι ο ενάγων, το έτος 2006, συμφώνησε προφορικά με το διευθυντή του τμήματος ζημιών της εναγομένης, Α. Ρ., που ενεργούσε κατ' εντολή του διευθύνοντος συμβούλου, να συνεργαστεί μ' αυτήν και δη η εναγομένη να του αναθέτει το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό υποθέσεων αυτοκινητικών ατυχημάτων, για να εκπροσωπεί αυτήν και τους πελάτες της στα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης, αντικρούοντας αγωγές αποζημίωσης ή ασκώντας ανακοινώσεις δικών, προσεπικλήσεις και παρεμπίπτουσες αγωγές και ένδικα μέσα. Ότι ο τρόπος αμοιβής του συμφωνήθηκε όμοια με τον τρόπο αμοιβής του συνεργάτη του γραφείου του, δικηγόρου Θ. Τ., εξωτερικού συνεργάτη της εναγομένης, τον οποίο ο ενάγων γνώριζε και αποδέχθηκε ως συμφέροντα και για τον ίδιο. Ότι, ειδικότερα, θα αμειβόταν για κάθε υπόθεση με αμοιβή ισούμενη με την αξία των γραμματίων προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής που θα εξέδιδε ο δικηγορικός σύλλογος κάθε φορά που θα παρίστατο σε μια δίκη και εφόσον προβλεπόταν έκδοση γραμματίου προείσπραξης, ήτοι αμοιβή που καθοριζόταν με βάση την 117864/2297/ α0012/7-12-2007 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, αφαιρουμένων των σχετικών υπέρ τρίτων κρατήσεων (5% ΤΠΔΘ, 3% ΚΕΑΔ, 4% ΔΣΘ). Ότι η συμφωνία αυτή εγκρίθηκε από το διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης και ο ενάγων ξεκίνησε την παροχή των υπηρεσιών του στην τελευταία εργαζόμενος με ζήλο, εργατικότητα και επιστημοσύνη. Ότι ο τρόπος αμοιβής που συμφωνήθηκε απέδιδε, με γνώση των διαδίκων, αμοιβές κατώτερες των νομίμων και δη των υπολογιζόμενων με βάση τα άρθρα 100, 104, 107 και 110 του ν.δ. 3026/1954, που εφαρμόζονται στην εν λόγω υπόθεση ως εκ του χρόνου γένεσης των ένδικων απαιτήσεων και ορίζουν το ελάχιστο όριο αμοιβής για τη σύνταξη αγωγής σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, για δε τη σύνταξη προτάσεων στο ειρηνοδικείο και πρωτοδικείο σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της δίκης για το δικηγόρο του ενάγοντος και 1% για το δικηγόρο του εναγομένου, για τη σύνταξη προτάσεων στο εφετείο σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης και για τη σύνταξη ανακοίνωσης και προσεπίκλησης σε ποσοστό 1% και τέλος σε ποσοστό 2% για σύνταξη παρεμπίπτουσας αγωγής. Ότι η μικτή αμοιβή με τα γραμμάτια ανερχόταν για την παράσταση στο μονομελές πρωτοδικείο, ανάλογα με το ύψος του αντικειμένου της διαφοράς και την ιδιότητα ως ενάγοντος ή εναγομένου, κατά μέσο όρο, σε 150 έως 450 ευρώ, στο ειρηνοδικείο σε 137 ευρώ, στο εφετείο για τον παριστάμενο ως εκκαλούντα σε 450 ευρώ και ως εφεσίβλητο σε 288 ευρώ, ενώ έκδοση γραμματίων δεν προβλεπόταν στη σύνταξη και παράσταση ανακοίνωσης δίκης, προσεπίκλησης και παρεμπίπτουσας αγωγής καθώς και στη σύνταξη έφεσης. Ότι ενόψει του ότι επρόκειτο για αγωγές αποζημιώσεων από τροχαία ατυχήματα, όπου το ύψος των αποζημιώσεων είναι μεγάλο, είναι πρόδηλο ότι η υπολογισμένη με τους άνω συντελεστές νόμιμη αμοιβή είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από τα αναφερόμενα στα γραμμάτια προείσπραξης, έστω και εάν για κάποια απ' αυτά το ύψος της αξίας τους καθοριζόταν και με βάση το αίτημα της αγωγής. Ότι για τις εργασίες σε 46 υποθέσεις, για τις οποίες ο ενάγων ζητεί αμοιβή με την ένδικη αγωγή, ήτοι για εργασίες και με τρόπο υπολογισμού που δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη, ο ενάγων δικαιούται διαφορές μεταξύ νόμιμης και καταβληθείσας αμοιβής συνολικού ύψους 259.419,55 ευρώ. Ότι η ως άνω συμφωνία ως προς το ύψος της αμοιβής του ενάγοντα, ήταν άκυρη, αφού η νόμιμη αμοιβή του ανήρχετο σε πολύ μεγαλύτερα ποσά. Ότι ίδιες συμφωνίες η εναγομένη είχε καταρτίσει με την πλειονότητα των δικηγόρων που απασχολούνταν ως εξωτερικοί συνεργάτες αυτής σ' όλη την Ελλάδα. Ότι την ακυρότητα των συμφωνιών αυτών γνώριζαν αμφότερα τα διάδικα μέρη, αφού η μεν εναγομένη απασχολούσε μεγάλο αριθμό δικηγόρων και είχε οργανωμένο νομικό τμήμα, ο δε ενάγων λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας. Ότι στα πλαίσια αυτά ο ενάγων από τα μέσα του έτους 2006 άσκησε προσηκόντως τα καθήκοντά του και ως προς την αμοιβή του, πριν την έναρξη της δίκης, προπλήρωνε εξ ιδίων το γραμμάτιο προείσπραξης καταβάλλοντας τα ποσά των κρατήσεων που αντιστοιχούσαν στην αξία του γραμματίου και δη τις ασφαλιστικές εισφορές, τα συμβολικά ποσά των ενσήμων καθώς και τον παρακρατούμενο φόρο (15% στο ποσό του γραμματίου, αφαιρουμένων των ασφαλιστικών εισφορών), του οποίου η εκκαθάριση γινόταν στο τέλος κάθε έτους από την αρμόδια ΔΟΥ, με αποτέλεσμα είτε χρεωστικό είτε πιστωτικό, ανάλογα με τα ετήσια συνολικά εισοδήματά του από κάθε πηγή και στη συνέχεια εξέδιδε απόδειξη παροχής υπηρεσιών, που περιείχε την αμοιβή του με βάση τα γραμμάτια, αφαιρουμένων όμως των σχετικών υπέρ τρίτων κρατήσεων, την οποία υπέβαλε στο τμήμα της εναγομένης μαζί με ένα αντίγραφο του γραμματίου προείσπραξης, η δε τελευταία σε σύντομο διάστημα εκκαθάριζε την αμοιβή του για κάθε παράσταση, τη συνολική αξία των οποίων του κατέβαλε στη συνέχεια, ανά δίμηνο περίπου, αλλά αρκετές φορές και ανά μήνα, με κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό του στην τράπεζα Πειραιώς. Ότι από τα μέσα του έτους 2010 του κατέβαλε και τον εκ ποσοστού 23% ΦΠΑ, που ο ίδιος στη συνέχεια απέδιδε ανά τρίμηνο στο δημόσιο. Ότι με τον ίδιο τρόπο αμειβόταν η πλειονότητα των εξωτερικώς συνεργαζόμενων δικηγόρων της εναγομένης, τόσο στη Θεσσαλονίκη όσο και στις πόλεις της επαρχίας, οι διαφοροποιήσεις δε στον τρόπο αμοιβής άλλων δικηγόρων (π.χ. του Σ. Λ.), που λάμβαναν επί πλέον των γραμματίων αμοιβή και για την παρουσία τους στα γραφεία της εναγομένης προς παροχή υπηρεσιών ή έκδοση γνωματεύσεων ή σύνταξη εφέσεων, ως και ποσά για έξοδα ή για μέρος της δικαστικής δαπάνης στις υποθέσεις που νικητής ήταν η εναγομένη, ήταν αποτέλεσμα τόσο της μεγάλης και μακροχρόνιας συνεργασίας της εναγομένης με αυτούς όσο και της ανάθεσης επιπλέον καθηκόντων, περίπτωση που δεν συνέτρεχε για τον ενάγοντα. Ότι αποτελούσε κυριαρχικό δικαίωμα της εναγομένης η κατά βούληση της κατανομή των υποθέσεων στους δικηγόρους που απασχολούσε, πολύ περισσότερο, μάλιστα, που δεν είχε καταρτισθεί συμφωνία για ανάθεση συγκεκριμένου αριθμού υποθέσεων κατά μήνα. Ότι από την έναρξη της συνεργασίας του το έτος 2006 έως τη λήξη αυτής, το έτος 2012, ο ενάγων χρεώθηκε 219 φακέλους ζημιών και πραγματοποίησε 423 παραστάσεις, έλαβε δε συνολικά για όλο το διάστημα της συνεργασίας του ως μικτή αμοιβή το ποσό των 99.049,50 ευρώ. Ότι τα έτη 2010 και 2011, όταν εδραιώθηκε πλέον η συνεργασία και η σχέση εμπιστοσύνης του με την εναγομένη, η ετήσια μικτή αμοιβή του ανήλθε, αντίστοιχα, στο ποσό των 22.691,6 και 24.170,97 ευρώ και κατά μέσο όρο μηνιαία στο ποσό των 1.620,83 (22.691,6/14) και 1.726,50 ευρώ (24.170,97/14), όταν η νόμιμη μικτή αμοιβή ενός δικηγόρου παρ' εφέταις με πάγια μηνιαία αντιμισθία για το ίδιο διάστημα ανερχόταν στο ποσό των 1.485 ευρώ (βλ. ΔΕΝ 2009, 64). Ότι με τη συνεργασία αυτή ο ενάγων πετύχαινε να εσοδεύει ένα σταθερό και αρκετά ικανοποιητικό μηνιαίο εισόδημα, συμπληρωματικά προς την απασχόλησή του με υποθέσεις του γραφείου του. Ότι, επίσης, αποκτούσε από την απασχόληση του αυτή επιπλέον αναγνώριση και εξειδίκευση στον τομέα του ασφαλιστικού δικαίου και των ζημιών από αυτοκίνητα, διευρύνοντας και τον κύκλο πελατών του γραφείου του. Ότι ο ενάγων κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του είχε διατυπώσει κάποια παράπονα ως προς το ότι η εναγομένη δεν του κατέβαλε πάντα μηνιαίως τις αμοιβές του, καθώς επίσης διαμαρτυρόταν και για τη μη καταβολή των εξόδων των αναβολών, των συντάξεων ανακοινώσεων, προσεπικλήσεων και παρεμπιπτουσών αγωγών καθώς και των εφέσεων που ασκούσε κατ' εντολή της, καταβολή που θα αύξανε τις αμοιβές του, χωρίς όμως ποτέ να θέσει θέμα νόμιμης αμοιβής του κατά τον κώδικα δικηγόρων και χωρίς ποτέ να οχλήσει την εναγομένη, εξώδικα ή δικαστικά, διεκδικώντας αξιώσεις προγενέστερες του χρόνου των διαμαρτυριών του. Ότι τούτο έπραττε ενσυνείδητα στα πλαίσια των επαγγελματικών προσδοκιών του λόγω των σταθερών και αρκετά ικανοποιητικών εισοδημάτων που είχε από την ως άνω συνεργασία με την προοπτική μάλιστα βελτίωσης των σχετικών όρων και αμοιβών, όπως των συναδέλφων του που λάμβαναν επιπλέον παροχές, δεδομένου ότι εργαζόταν με ζήλο και με πολύ καλά αποτελέσματα στις υποθέσεις που χειριζόταν, αποτελούσε δε ένα σημαντικό συνεργάτη που η εναγομένη είχε κάθε λόγο να κρατήσει στο δυναμικό της. Ότι το μόνο αίτημα που έγινε δεκτό ήταν η καταβολή στον ενάγοντα αμοιβής για τη σύνταξη και τα έξοδα έφεσης. Ότι ενώ ο ενάγων αντιμετώπιζε απόλυτη άρνηση για βελτίωση των όρων της συνεργασίας του και παρότι γνώριζε εξ υπαρχής ότι η καταβαλλόμενη από την εναγομένη σ' αυτόν αμοιβή ήταν μικρότερη από την ελάχιστη νόμιμη και ενώ θα ανέμενε κανείς, βάσει αυτών αλλά και ενόψει και της ιδιότητάς του ως δικηγόρου, να αντιδράσει και να μην σιωπήσει, αυτός επέλεξε με δική του ελεύθερη βούληση και κατ' επαγγελματική επιλογή, με στόχευση την ευόδωση των επαγγελματικών προσδοκιών του, να συνεχίσει την παροχή των νομικών του υπηρεσιών για μεγάλο χρονικό διάστημα, που υπερέβαινε την πενταετία (2006-2012), αποδεχόμενος το ύψος των αμοιβών με βάση τα γραμμάτια και εκδίδοντας εξοφλητικές αποδείξεις χωρίς ποτέ να αναγράφει σ' αυτές ρητή επιφύλαξη για διεκδίκηση της νόμιμης αμοιβής του ή σε κάθε περίπτωση χωρίς να διαμαρτυρηθεί στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης έστω με μία επιστολή ή με άλλο ανάλογο τρόπο και πολύ περισσότερο χωρίς να διακόψει καθ' όλο το διάστημα των ετών αυτών τη συνεργασία του με την εναγομένη ή να δηλώσει σ' αυτήν, όπως εκπροσωπείτο νόμιμα, ότι θα συνεχίσει υπό τον όρο ότι η αμοιβή του θα γίνεται με βάση τις διατάξεις του κώδικα δικηγόρων, επιβεβαιώνοντας με τη συμπεριφορά του την πιστή εφαρμογή των συμφωνηθέντων στην αρχή της συνεργασίας για λήψη αμοιβών κατώτερων των νομίμων. Ότι η συμπεριφορά αυτή του ενάγοντος, εκδηλούμενη τόσο με θετικές πράξεις όσο και με παραλείψεις, ήταν αβίαστη και ενσυνείδητη και δεν ήταν αποτέλεσμα, όπως ισχυρίστηκε τόσο πρωτόδικα όσο και με σχετικό λόγο έφεσης, κατάστασης ανάγκης ή εκμετάλλευσης της δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης έναντι αυτού ή της ανάγκης του για εργασία. Ότι ο χειρισμός των υποθέσεων της εναγομένης (πραγματοποίησε 12 παραστάσεις το έτος 2006, 57 το έτος 2007, 70 το 2008, 106 το 2009, 87 το 2010, 83 το 2011 και 24 το 2012) δεν του απέκλειε τη δυνατότητα άσκησης και ατομικά δικηγορίας. Ότι συνακόλουθα είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός περί γενικού δόλου, που πρότεινε πρωτόδικα ο ενάγων και επαναφέρει με λόγο έφεσης, ήτοι περί συμπεριφοράς εκ μέρους της εναγομένης με κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της και εκμετάλλευση της ανάγκης του για εργασία και επιβολής των όρων αυτής, που δεν αποτελεί μεν άσκηση δικαιώματος είναι όμως αντίθετη στην καλή πίστη. Ότι ο ενάγων δεν ζήτησε τη νόμιμη αμοιβή του ούτε στις αρχές του έτους 2012, έστω και εάν ακόμη και τότε, ενόψει και της ήδη προαναφερθείσας συμπεριφοράς του, το δικαίωμα του και πάλι είχε αποδυναμωθεί, όταν η εναγομένη, στα πλαίσια αναδιάρθρωσης των αμοιβών των πληρεξουσίων δικηγόρων της, ενόψει της απελευθέρωσης του δικηγορικού επαγγέλματος και της κατάργησης του συστήματος των υποχρεωτικών ελαχίστων αμοιβών, με το άρθρο 5 του ν. 3919/ 2011, με τον οποίο επιτράπηκε ο με έγγραφη συμφωνία καθορισμός της αμοιβής του δικηγόρου και κάτω από τα νόμιμα ελάχιστα όρια, ζήτησε από τους δικηγόρους που απασχολούσε τη μείωση των αμοιβών που ελάμβαναν από τα γραμμάτια. Ότι, ειδικότερα, στα τέλη του έτους 2011 η εναγομένη ανακοίνωσε στους δικηγόρους της ότι προτίθεται να προβεί, μετά όμως από αξιολόγηση και διαπραγμάτευση, σε αναπροσαρμογή των αμοιβών τους. Ότι στην πρόσκληση αυτή ο ενάγων αντέδρασε θετικά, διότι πίστεψε ότι η εναγομένη θα αναγνώριζε το έργο του και θα προέβαινε σε αύξηση της αμοιβής του. Ότι, αντιθέτως, στις αρχές του Ιανουαρίου 2012, η εναγομένη, αν και παρά την ύπαρξη οικονομικής κρίσης και τη μείωση των κυκλοφορούντων οχημάτων τα οικονομικά αποτελέσματα των εργασιών της έβαιναν ικανοποιητικά, διένειμε στους δικηγόρους που απασχολούσε σχέδιο σύμβασης αξιώνοντας να το υπογράψουν εντός τριών ημερών, συνοδευόμενο με ατομική για τον καθένα επιστολή, με την οποία τους ζητούσε να δηλώσουν την έγγραφη συμφωνία ή τυχόν διαφωνία τους για τα ποσά των αμοιβών που έλαβαν το έτος 2011. Ότι, ενδεικτικά, στον πίνακα που ακολουθούσε το σχέδιο σύμβασης, η μικτή αμοιβή για παράσταση εναγομένου στο μονομελές πρωτοδικείο, για διαφορά αξίας ως 29.345 ευρώ, μειωνόταν από το ποσό των 150 ευρώ στο ποσό των 107 ευρώ (μείωση 29%). Ότι τη μείωση αυτή δεν αποδέχθηκαν ο μάρτυρας απόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καθώς και ο ενάγων, ο οποίος δεν υπέγραψε τη σύμβαση δηλώνοντας στο διευθυντή ζημιών ότι δεν συμφωνεί με τις νέες αμοιβές ως μη συμφέρουσες, χωρίς όμως να διακόψει τη συνεργασία του ή να την καταγγείλει η εναγομένη, η οποία εξακολούθησε να του αναθέτει υποθέσεις με αμοιβή με βάση το παλιό καθεστώς. Ότι στη συνέχεια ο ενάγων, περί τα τέλη Φεβρουαρίου, αποδέχθηκε νέα πρόταση του διευθυντή ζημιών της εναγομένης για βελτίωση των αμοιβών του πέραν του προαναφερθέντος αμοιβολογίου. Ότι, ειδικότερα, τότε του προτάθηκε να αμείβεται με βάση την αξία των παραβόλων, όπως δηλαδή και πριν, συνάμα όμως να λαμβάνει, σε όσες περιπτώσεις νικητής ήταν η εναγομένη, το μισό της δικαστικής δαπάνης που επιδικαζόταν. Ότι ο ενάγων δεν αντέδρασε και επέλεξε για ακόμη μία φορά να συνεχίσει να εργάζεται αμειβόμενος με βάση τα γραμμάτια του δικηγορικού συλλόγου, αποδεχόμενος τους νέους όρους συνεργασίας και χωρίς να θέσει και πάλι θέμα καταβολής αμοιβής (και μάλιστα αναδρομικά) κατά τον κώδικα δικηγόρων. Ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας του παρέμεινε πολλούς μήνες απλήρωτος, ότι στις διαμαρτυρίες του όχι μόνο για την ταχύτερη, αλλά και την προσήκουσα σύμφωνα με τον κώδικα δικηγόρων καταβολή των αμοιβών του, οι υπεύθυνοι της εναγομένης παρέπεμπαν στο μέλλον το ζήτημα, ότι αρνήθηκε να υπογράψει τη σύμβαση μείωσης των αμοιβών, ότι η εναγομένη κατήγγειλε την 13-1-2012 τη σύμβαση του και αυτός αποχωρώντας ζήτησε και πάλι την καταβολή των νομίμων αμοιβών του και ότι εξ αυτού του λόγου αποφάσισε να διεκδικήσει δικαστικά πλέον τη νόμιμη αμοιβή του, ότι κατά τη διάρκεια που συνέτασσε την αγωγή του και έχοντας ήδη αποχωρήσει, στις αρχές Φεβρουαρίου 2012, ο διευθυντής ζημιών τον κάλεσε τηλεφωνικά ανακοινώνοντας του ότι η εναγομένη υπαναχωρούσε από την αρχική της απόφαση για την καταγγελία και ότι επιθυμούσε τη συνεργασία τους καθώς και ότι μετά από τηλεφωνικές επικοινωνίες στα τέλη Φεβρουαρίου, προσήλθε ο ίδιος στα γραφεία της εναγομένης, όπου ο διευθυντής ζημιών του ανακοίνωσε ότι θα διατηρούσε τη συνεργασία τους χωρίς μείωση των αμοιβών, με βάση τα γραμμάτια προείσπραξης, καθώς και ότι θα του παρείχε νέες πρόσθετες αμοιβές, ότι αυτός συναίνεσε λόγω της οικονομικής στενότητας που τον διακατείχε και ξεκίνησε εκ νέου η καταγγελθείσα και διακοπείσα από 13-1-2012 συνεργασία τους από τις αρχές Μαρτίου 2012, πλην όμως, απαίτησε οι αμοιβές του να είναι σύμφωνες με τον κώδικα δικηγόρων, ότι εν τέλει η εναγομένη δεν του κατέβαλε τις αμοιβές του κώδικα δικηγόρων, αντίθετα δε, δεν του χρέωνε καινούργιες υποθέσεις, για αυτό κατήγγειλε πλέον ο ίδιος τη σύμβαση και αποχωρώντας ζήτησε για άλλη μία φορά τις οριζόμενες από τον κώδικα δικηγόρων αμοιβές, δεν αποδεικνύονται βάσιμοι και αληθινοί. Ότι, αντίθετα, η εναγομένη δεν του ανέθεσε το έτος 2012 νέες υποθέσεις (του ανέθεσε μόνο δύο υποθέσεις), επιτρέποντας του να παρίσταται μόνο στις παλιές (εκκρεμείς), διότι πρόθεσή της ήταν να χρεώσει περισσότερες υποθέσεις στους δικηγόρους που είχαν δεχθεί τη μείωση των αμοιβών τους, έχοντας βεβαία την πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν θα ασκούσε την ως άνω αξίωση του για τη νόμιμη αμοιβή, αλλά ενδεχομένως το πολύ είτε να αποχωρούσε οικειοθελώς είτε να αποδεχόταν και αυτός τις μειώσεις των αμοιβών, εξ ου δεν τήρησε και τη συμφωνία για λήψη της δικαστικής δαπάνης (σε αριθμό τεσσάρων υποθέσεων την τήρησε σε δύο) και σε σχετικές διαμαρτυρίες του ενάγοντος, τον Ιούλιο του 2012, του ζητήθηκε να μην μεταβαίνει στα γραφεία της εναγομένης στην ... (που ήταν κοντά στην κατοικία του στο ... για να αναλαμβάνει τις υποθέσεις που θα του χρέωναν, αλλά στο υποκατάστημα της στην οδό ... γεγονός που στάθηκε η αφορμή να διακόψει ο ενάγων τη συνεργασία του με την εναγομένη και να αποχωρήσει. Ότι την ένδικη αγωγή, με την οποία ζητεί το πρώτον τη νόμιμη αμοιβή με βάση το αναφερόμενο στον Κώδικα Δικηγόρων ποσοστό του 2% και 1%, ανάλογα με την αξία του αντικειμένου κάθε διαδικαστικής πράξης, άσκησε ο ενάγων την 24-12-2012, αν και η συνεργασία του ξεκίνησε από το έτος 2006, οπότε και άρχισαν να καθίστανται ληξιπρόθεσμες και απαιτητές οι αξιώσεις του από τη συνεργασία αυτή. Ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος ως τις αρχές του έτους 2012, αλλά και ως την άσκηση της αγωγής, υπό τις ως άνω ειδικές συνθήκες, δημιούργησε εύλογα, τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά, την πεποίθηση στην εναγομένη ότι δεν θα απαιτήσει την αμοιβή που ορίζει ο κώδικας δικηγόρων. Ότι η επιχειρούμενη από τον ενάγοντα ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης με την άσκηση της ένδικης αγωγής, ζητώντας για διαφορά αμοιβής, διασπώντας μάλιστα τη συνολική αξίωση του για νόμιμη αμοιβή, από τις 219 υποθέσεις που χειρίστηκε μόνο για τις 46 που διενήργησε στο ένδικο χρονικό διάστημα (από 5-2006), και δη μόνο για το ποσό των 249.186,44 ευρώ, που αντιστοιχεί (ήτοι πλην των 10.233,11 ευρώ που αφορούν τη με αριθ. 29 υπόθεση), ως διαφορά μεταξύ της νομίμου αμοιβής και της καταβληθείσας από την εναγομένη για το επίδικο χρονικό διάστημα, θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην εναγομένη, που λειτουργεί ως επιχείρηση με τους κανόνες του εμπορίου με σκοπό τη δημιουργία κερδών στους μετόχους της, σε περίπτωση που η κρινόμενη αγωγή γίνει δεκτή και υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα την επιπλέον προαναφερθείσα αμοιβή, για αναδρομικές μάλιστα αξιώσεις του μη προβλεφθείσες από την τελευταία, καθόσον θα επιφέρει σ' αυτήν σημαντική οικονομική ζημία, χωρίς αυτό να αναιρείται από την καλή οικονομική της κατάσταση και κερδοφορία. Ότι οι δυσμενείς αυτές συνέπειες σίγουρα θα είχαν αποτραπεί εάν ο ενάγων προέβαλε έγκαιρα τις αξιώσεις του, αφού η εναγομένη θα μπορούσε κατ' αρχήν να μη συμβληθεί με τον ενάγοντα και να αναθέσει το έργο του σε δικηγόρο που απασχολούσε αμειβόμενο με πάγια αντιμισθία, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ανερχόταν σε πολύ χαμηλότερο ποσό (1.485 ευρώ μηνιαία) από αυτό που ο ενάγων ζητεί με την αγωγή του, λαμβανομένης όμως υπόψη και της μείωσης της συνολικής απαιτήσεώς του στις 46 υποθέσεις από τις 219 που χειρίσθηκε με προφανή σκοπό να αμβλυνθεί η ένταση της κατάχρησης ή στους άλλους δικηγόρους που απασχολούσε στο νομικό της τμήμα. Ότι από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματός του ο τελευταίος δεν υφίσταται ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες λαμβανομένου υπόψη ότι για το διάστημα της απασχόλησής του λάμβανε τη συμφωνημένη αμοιβή, την οποία λάμβανε και αποδεχόταν η πλειονότητα των δικηγόρων της εναγομένης που απασχολούνταν με τον ίδιο τρόπο, ο δε υπολογισμός της αμοιβής του με τους άνω συντελεστές αποδίδει υπερβολικά ποσά, από τα οποία σιωπηρά παραιτήθηκε. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος ως προς την αναδρομική καταβολή επιπλέον αμοιβής για τις υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων που χειρίσθηκε, ήτοι συνολικό ποσό 249.186,44 ευρώ, υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης και προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις και ως εκ τούτου ασκείται καταχρηστικά. Αντίθετα, δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται τη νόμιμη αμοιβή, ήτοι ποσό 10.233,11 ευρώ, για υπόθεση που ανατέθηκε σ' αυτόν από την εναγομένη με αντικείμενο την άσκηση αγωγής, συζήτηση αυτής κλπ ενέργειες κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ..., προερχόμενη από αδικοπραξία των οργάνων της τελευταίας, για την οποία η εντολή δεν δόθηκε στα πλαίσια της συμφωνίας που αφορούσε τις υποθέσεις τροχαίων αυτοκινητικών ατυχημάτων και για το λόγο αυτό η σχετική αξίωση δεν ασκείται καταχρηστικώς. Κατόπιν αυτών, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος κατά το μέρος που έπληττε την απόρριψη του ανωτέρω κονδυλίου (ποσού 10.233,11 ευρώ), εξαφάνισε μόνο κατά τούτο την τότε εκκαλουμένη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή στο σύνολό της, δίκασε εκ νέου την αγωγή κατά το μέρος αυτό και τη δέχθηκε κατ' ουσία, ενώ απέρριψε κατά τα λοιπά την έφεση και με τον τρόπο αυτό επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.
6.
Με την κρίση αυτή το Εφετείο ερμήνευσε ορθά την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και την εφάρμοσε προσηκόντως με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία. Ειδικότερα, τα αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκαν και ιδιαίτερα το ότι ο αναιρεσείων δικηγόρος 1) επέλεξε ελεύθερα και κατ' επαγγελματική επιλογή, στοχεύοντας στην επιπλέον εξειδίκευση στον τομέα του ασφαλιστικού δικαίου και στη διεύρυνση της πελατείας του γραφείου του, να συνεχίσει για μεγάλο χρονικό διάστημα (2006-2012) ως εξωτερικός συνεργάτης την παροχή νομικών υπηρεσιών προς την αναιρεσίβλητη υπό το ίδιο καθεστώς, όπως αυτό είχε συμφωνηθεί κατά την έναρξη της συνεργασίας τους το έτος 2006, έναντι αμοιβής ίσης με την αξία των γραμματίων προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής, δηλ. αποδέχτηκε τις αμοιβές που ήσαν κοινές για όλους τους συνεργαζόμενους με την αναιρεσίβλητη δικηγόρους, εσοδεύοντας ένα σταθερό μηνιαίο εισόδημα, συμπληρωματικά προς αυτό από τη διατήρηση της πελατείας του δικηγορικού του γραφείου, 2) αποδέχτηκε αυτό τον τρόπο της αμοιβής, εν γνώσει της ακυρότητας της συμφωνίας και εκδίδοντας σχετικά εξοφλητικές αποδείξεις χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί ή να αναγράψει σ' αυτές κάποια επιφύλαξη για διεκδίκηση της νόμιμης αμοιβής, επιβεβαιώνοντας με τη συμπεριφορά αυτή την πιστή εφαρμογή των συμφωνηθέντων και παραιτούμενος σιωπηρά των νομίμων, 3) απαίτησε το πρώτον τη με βάση τον κώδικα δικηγόρων αμοιβή του με την άσκηση της ένδικής, από 24-12-2012 αγωγής μετά τη διακοπή της εξαετούς συνεργασίας του με την αναιρεσίβλητη και 4) δημιούργησε με τη συμπεριφορά αυτή στην αναιρεσίβλητη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα απαιτήσει την αμοιβή που ορίζει ο κώδικας δικηγόρων, (όλα τα παραπάνω) καθιστούν την προσπάθεια ανατροπής της καταστάσεως που διαμορφώθηκε υπερβολικά επαχθή για την υπόχρεο. Γι' αυτό και υπό τα περιστατικά αυτά η αξίωση του αναιρεσείοντος για την προς αυτόν καταβολή συμπληρωματικής αμοιβής συνολικού ποσού 249.186,44 ευρώ σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα δικηγόρων (πλην ποσού των 10.233,11 που αφορά στη με αριθμό…υπόθεση), λόγω παροχής δικηγορικών υπηρεσιών προς εκτέλεση εντολών στα πλαίσια δικών επί των ενδίκων υποθέσεων, ανατρέπει την κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους επιτευχθείσα οικονομική ισορροπία, που είχε γίνει αμοιβαίως αποδεκτή και διακυβεύει την οικονομική ρευστότητα της αναιρεσίβλητης, με επιπτώσεις όχι μόνο στην ίδια, αλλά και στους πελάτες της. Ως εκ τούτου ασκείται με προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται από την καλή πίστη και τον οικονομικό σκοπό του σχετικού δικαιώματος και καθίσταται απαγορευμένη. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
7.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προβολής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1999). Ως πράγματα που δεν προτάθηκαν θεωρούνται και εκείνα που δεν προτάθηκαν νόμιμα ή προτάθηκαν απαράδεκτα. Στην ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, ειδικότερα, το καθένα από τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης, αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, δηλαδή πράγμα κατά την ως άνω έννοια (ΑΠ439/2013). Στη προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των 3777/2015 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και των ενώπιον αυτού προτάσεων της εναγομένης προκύπτει ότι αυτή, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εκτός άλλων ισχυρισμών προέβαλε προφορικά την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, την οποία διατύπωσε συνοπτικά και ανέπτυξε στις προτάσεις της, επικαλούμενη εκτός άλλων και τα ακόλουθα περιστατικά: Ότι ο ενάγων, έμπειρος και κατηρτισμένος δικηγόρος, γνώστης των προβλεπόμενων από τον κώδικα δικηγόρων ελάχιστων αμοιβών καθώς και των αμοιβών που πρόσφερε η εναγομένη το Μάιο του 2006, επέλεξε εκουσίως, κατ' επαγγελματική επιλογή, να συνεργαστεί με αυτήν ως εξωτερικός συνεργάτης και συμφώνησε να αμείβεται όπως όλοι οι εξωτερικοί συνεργάτες δικηγόροι της εταιρείας με βάση το ποσό της προείσπραξης της δικηγορικής αμοιβής του δικηγορικού συλλόγου Θεσσαλονίκης. Ότι επί έξι έτη, 2006-2012, συνέχισε αβίαστα με δική του βούληση τη συνεργασία, αποδεχόμενος και συμφωνώντας με τη συγκεκριμένη τιμολογιακή πολιτική της εναγομένης. Ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα εισέπραττε τις αμοιβές του αδιαμαρτύρητα και ανεπιφύλακτα, ενέργειες που δημιούργησαν στην εναγομένη εύλογα την πεποίθηση ότι δεν θα ζητήσει στο μέλλον τις προβλεπόμενες από τον κώδικα δικηγόρων ελάχιστες αμοιβές. Τα ως άνω, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση, συνιστούν ισχυρισμό σιωπηρής παραίτησης του ενάγοντος από την άσκηση των νομίμων αμοιβών του ως περιστατικού καταχρηστικής συμπεριφοράς αυτού. Η αναφορά δε της εναγομένης στην προσθήκη επί των προτάσεών της του πρώτου βαθμού ότι "έχοντας (ο ενάγων) εμπειρία 18 ετών όταν ήρθε στην εταιρία αβίαστα παραιτήθηκε από την καταβολή κάθε επιπλέον αμοιβής του" δεν αφορά σε νέα πραγματικά περιστατικά, αλλά συνιστά επιτρεπτή νοηματική απόδοση των ανωτέρω, ήδη παραδεκτώς προταθέντων, θεμελιωτικών της ένστασης άρθρου 281 ΑΚ, η οποία παραδεκτώς μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης. Με βάση αυτά, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλομένη, με το να δεχθεί σιωπηρή παραίτηση αυτού ως περιστατικό της καταχρηστικής συμπεριφοράς του, έλαβε υπόψη της πράγματα μη προταθέντα και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη καθώς και ο συναφής με αυτή τρίτος λόγος της αίτησης.
8.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε λάθος ως προς την ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο, κατ' αυτό τον τρόπο, παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου. Αντίθετα, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσοτέρων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς όμως τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση παραμορφώσεως του περιεχομένου του απευθυνόμενου προς τον αναιρεσείοντα από 10-1-2012 εγγράφου της αναιρεσίβλητης, υπογεγραμμένο από τον Ε. Σ., διευθυντή οικονομικών αυτής, με το οποίο ζήτησε "την έγγραφη συμφωνία ή τυχόν διαφωνία του για τα ποσά αμοιβών έτους 2011 (31-12-2011), που εμφανίζονται στα βιβλία της ως εξής. Συνολικό κόστος 24.416,11, πληρωτέο 24.316,11". Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατόπιν συνεκτίμησης όλων των μνημονευόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων μεταξύ των οποίων και του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο δεν μνημονεύει ειδικώς, δέχεται ότι η ετήσια μικτή αμοιβή του αναιρεσείοντος από τη συνεργασία του με την αναιρεσίβλητη το έτος 2011 ανήλθε στο ποσό των 24.170,97 ευρώ και κατέληξε ότι απ' αυτή εσόδευε ένα σταθερό και αρκετά ικανοποιητικό κατά μήνα εισόδημα. Με βάση αυτά, εφόσον η κρίση του δικαστηρίου δεν στηρίζεται σε λάθος ανάγνωση του επίμαχου εγγράφου, αλλά σε αξιολόγηση αυτού παράλληλα με λοιπές αποδείξεις, δεν θεμελιώνεται ο επικαλούμενος αναιρετικός λόγος, που ελέγχεται αβάσιμος.
9.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-6-2017 αίτηση για αναίρεση της 778/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Οκτωβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ