Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
EL ·

1453/20171453/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Summary AI generated

Απόφαση 1453 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1453/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλά...

Απόφαση 1453 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1453/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Σ. του Β., 2) Β. Σ. του Κ., 3) Χ. Σ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν ο μεν πρώτος μετά, οι δε λοιποί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παναγιώτη Γεωργόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ζ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Καρσαμπά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2/2/2010 και 22/4/2010 αγωγές και την από 28/12/2010 ανταγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 159/2014 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/1/2015 αίτησή τους και τους από 15/7/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 28/9/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων κατά της υπ' αριθμ. 159/2014 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 19-1-2015 αίτηση αναίρεσης και τους από 15-7-2015 πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ.159/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την από 8-3-2013 έφεση των αναιρεσειόντων με τους πρόσθετους αυτής λόγους κατά της υπ' αριθμ. 12/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, με την οποία, αφού συνεκδικάστηκαν αντιμωλία των διαδίκων οι από 2-2-2010 και 22-4-2010 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου και η από 28-12-2010 ανταγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος και απορρίφθηκαν οι από 2-2-2010 αγωγή ως προς την επικουρική βάση της και η από 28-12-2010 ανταγωγή, έγιναν δεκτές α) η από 2-2-2010 αγωγή σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος που υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) το ποσό των 544.256,83€ με το νόμιμο τόκο από την επόμενη παράδοσης του κάθε αναφερόμενου σε αυτήν έργου (28-2-2009) και β) η από 22-4-2010 αγωγή σε βάρος των ήδη αναιρεσειόντων, απαγγελλομένης υπέρ του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) της διάρρηξης της δικαιοπραξίας, που καταρτίστηκε με την υπ' αριθμ. .../20-8-2009 πράξη γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Λευκάδας Σ. Α., καταχωρηθείσης στο κτηματολογικό Γραφείο Καρυάς, με αριθμό καταχώρησης …/24-8-2009, ως καταδολιευτικής γενομένης προς ματαίωση ικανοποίησης της προαναφερόμενης απαίτησής του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να εξεταστούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους. (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει, ως αόριστη, την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 883/2011, ΑΠ 11 9/2014). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 480/2010, ΑΠ 443/2011). Για να ιδρύεται, πάντως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του αρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης. Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί, κατά το άρθρο 216§ 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία, σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει, ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει, όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 1069/2009). Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου> στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το αρθρ. 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, να ορισθεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της, οπότε θα προσδιορισθεί κατά τα άρθρα 371-373 ΑΚ (ΑΠ 682/2010, 883/2011). Επομένως η αγωγή, με την οποία ο εργολάβος ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, είναι ορισμένη , κατά τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και το άρθρο 216 ΚΠολΔ, όταν σ' αυτή περιγράφεται το έργο που συμφωνήθηκε, προσδιορίζεται το είδος και το ύψος της οφειλομένης αμοιβής και αναφέρεται ότι το έργο εκτελέστηκε με τον προσήκοντα τρόπο και παραδόθηκε στον εργοδότη, ο οποίος, αρνούμενος την αγωγή, μπορεί, εξάλλου, να ισχυριστεί, κατ' ένσταση, την ύπαρξη ιδιαίτερης συμφωνίας του με τον εργολάβο, που διαφοροποιεί το χρόνο ή γενικότερα τις προϋποθέσεις καταβολής της αμοιβής, δηλαδή η ύπαρξη τυχόν τέτοιας συμφωνίας δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, με την οποία ο εργολάβος ζητεί την καταβολή της αμοιβής του, αλλά θεμελιώνει ένσταση του εργοδότη καταλυτική της αγωγής αυτής (ΑΠ 682/2010, ΑΠ 883/2011, ΑΠ 119/2014). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την ένδικη από 2-2-2010 αγωγή, όπως παραδεκτά επισκοπείται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο ήδη αναιρεσίβλητος ως εργολάβος, ζήτησε να υποχρεωθεί ο πρώτος αναιρεσείων, ως εργοδότης, να του καταβάλει νομιμοτόκως το ανεξόφλητο υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής του συνολικού ποσού 544.256,83 ευρώ, που του οφείλει και αρνείται να του καταβάλει για την εκτέλεση των αναφερομένων σε αυτή έργων, που είχε αναλάβει να κατασκευάσει σε οικόπεδα ιδιοκτησίας του εργοδότη, στο πλαίσιο διαδοχικών, έγγραφων και προφορικών, μεταξύ τους συμβάσεων, όπως αναλυτικά περιγράφονται στο δικόγραφο της αγωγής, ως προς τον τόπο και χρόνο της κατάρτισης τους, τo αντικείμενο των εργασιών και τη συμφωνημένη, κατ' αποκοπή αμοιβή του αναιρεσίβλητου εργολάβου, δεδομένου ότι τα συμφωνηθέντα έργα και εκτελεσθέντα έργα παραδόθηκαν προσηκόντως, την 28-2-2009 στον εναγόμενο πρώτο αναιρεσείοντα εργοδότη, ο οποίος παρέλαβε αυτά ανεπιφύλακτα.

Συνεπώς, το ανωτέρω δικόγραφο της αγωγής πληροί τους όρους των άρθρων 361, 681, 694 του ΑΚ και 216 του ΚΠολΔ, σχετικά με τη σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την άσκηση της κατά του εναγομένου εργοδότη, την ακριβή περιγραφή των συμφωνηθέντων και εκτελεσθέντων έργων, ως και τη συμφωνηθείσα για καθένα από αυτά αμοιβή, και δεν είναι άκυρο. Ουδόλως δε ήταν αναγκαία η αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής αυτής, όπως ο εναγόμενος πρώτος αναιρεσειων εσφαλμένα υποστηρίζει, των ονομάτων των υπεργολάβων, καθώς και των εργασιών που αυτοί εκτέλεσαν, η οποία αναφορά, κατά τους ισχυρισμούς του, αποδεικνύει ότι ο αντίδικος του δεν είχε συμβληθεί με κάποιο υπεργολάβο, δεδομένου ότι όλες οι εργασίες έγιναν από τον ίδιο (εναγόμενο), που κατέχει όλες τις εξοφλητικές αποδείξεις, ενώ χωρίς να αναφέρεται, αν όχι το όνομα τους, τουλάχιστον η αξία και το είδος κάθε εργασίας που εκτέλεσαν, δεν μπορεί να αντικρούσει τους αναληθείς ισχυρισμούς του αντιδίκου του για τις δήθεν εργασίες των υπεργολάβων του, καθισταμένου του ζητήματος αυτού ακόμη επιτακτικότερου , (κατά τους ισχυρισμούς του), από τη στιγμή, που η αναιρεσιβαλλόμενη έκρινε ότι όλες οι πληρωμές των υπεργολάβων πραγματοποιήθηκαν από τον αντίδικο του και δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί η αναλήθεια των ισχυρισμών του, αν δεν διαθέσει τα απαραίτητα στοιχεία. Όμως τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα ως άνω περιστατικά αποτελούν άρνηση της αγωγής και αντικείμενο σχετικών αντίστοιχων ισχυρισμών του ίδιου ως εναγομένου. Συνακόλουθα τούτων, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του, λαμβάνοντας υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς του πρώτου αναιρεσείοντος, (οι οποίοι, έχοντας προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επαναφέρθηκαν ενώπιον του με σχετικό λόγο έφεσης και απορρίφθηκαν), δεν κήρυξε το δικόγραφο της αγωγής άκυρο λόγω αοριστίας, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, ώστε ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ, 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα; παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1365/2005, 426/2010), κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993, 574/2010). Προσφυγή, πάντως, στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των αρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφαση του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993). Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 541/2002• 80/2004• 557/2004• 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995, 832/2009, 715/2010). Πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας ευθέως ή εμμέσως κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ,ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010 ΑΠ 574/2010). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται, όμως, και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004 ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 416/1993 597/2005 838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1365/2005• 426/2010), οπότε η απόφαση του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 683/2010 1093/2011).

Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως στην "κανονιστική" μόνο διάσταση της, ως φορέα ενός νομικώς κρίσιμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνο αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 1215/2010). Επίσης, όταν η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 574/2010).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχτηκε σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση του αγωγικού κεφαλαίου, με το οποίο ζητήθηκε το υπόλοιπο της αμοιβής του αναιρεσίβλητου από την εκτέλεση και παράδοση στον πρώτο αναιρεσείοντα εναγόμενο, των περιγραφομένων στην από 2-2-2010 αγωγή του έργων, τα εξής: "Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2005 στη Λευκάδα ο πρώτος εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός δραστηριοποιούμενος στην κατασκευή ιδιωτικών και επαγγελματικών κτιρίων, τη μελέτη, την εκπόνηση σχεδίων και την έκδοση οικοδομικής άδειας, για την ανέγερση μιας διώροφης τουριστικής κατοικίας, επιφανείας 82,47 τ.μ., με υπόγειο, επιφανείας 40,60 τ.μ. και τριών ισόγειων τουριστικών κατοικιών, συνολικής επιφάνειας 145,80 τ.μ., με πισίνα, επιφανείας 68,41 τ.μ., βοηθητικό κτίριο πισίνας, επιφανείας 6,96 τ.μ. και δεξαμενή, επιφανείας 14,50 τ.μ., επί οικοπέδου ιδιοκτησίας του εργοδότη, εμβαδού 2.073,87 τ.μ., ευρισκόμενου στη θέση "…" … Λευκάδας. Για τη χρηματοδότηση του έργου ο πρώτος εναγόμενος είχε υποβάλει αίτηση και είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα άξονας 7 "ολοκληρωμένα προγράμματα ανάπτυξης αγροτικού χώρου (Ο.Π.Α.Α.Χ.)" του μέτρου "ενθάρρυνση των τουριστικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων" του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Μετά την ολοκλήρωση από τον εργολάβο του έργου της μελέτης, της εκπόνησης των σχεδίων και της έκδοσης της υπ' αριθμ. …/22-12-2005 άδειας οικοδομής, κατόπιν προφορικής συμφωνίας, που έλαβε χώρα στις 27-3-2006 στη Λευκάδα, ο πρώτος εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα την εκτέλεση του παρακάτω έργου, δηλαδή την ανέγερση μιας διώροφης τουριστικής κατοικίας (κτίριο τύπου Α), με υπόγειο, επιφανείας 40,60 τ.μ. και τριών ισόγειων τουριστικών κατοικιών (τρία κτίρια τύπου Β, συνολικής επιφάνειας 145,80 τ.μ.), με πισίνα, επιφανείας 68,41 τ.μ., βοηθητικό κτίριο πισίνας (κτίριο τύπου Γ, επιφανείας 6,96 τ.μ.) και δεξαμενή επιφανείας 14,50 τ.μ., επί του ανωτέρω οικοπέδου, με υλικά και συνεργεία του εργολάβου και υπεργολάβων, σύμφωνα με τα σχέδια που είχε συντάξει ο πρώτος και είχαν συμπεριληφθεί στην υπ' αριθμ. …/22-12-2005 οικοδομική άδεια. Η εργολαβική αμοιβή συμφωνήθηκε στο ποσό των 280.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλιστικών εισφορών Ι.Κ.Α. και του Φ.Π.Α., μόνο για το ελάχιστο κόστος, όπως αυτό καθορίζεται στο ειδικό έντυπο "ελάχιστο κόστος κατασκευής οικοδομής" (Ε.Κ.Κ.Ο.), καταβλητέα τμηματικά με την πρόοδο του έργου και εξοφλητέα το αργότερο μέχρι την παράδοση του, ενώ, κατά τη σύναψη της συμφωνίας αυτής, ο εργοδότης κατέβαλε στον εργολάβο σε μετρητά το ποσό των 10.000 ευρώ ως προκαταβολή, όπως προκύπτει από την από 31-3-2006 απόδειξη είσπραξης της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε". Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο εργολάβος ανέλαβε να εκτελέσει τις ακόλουθες εργασίες: 1) εκσκαφές -επιχώσεις: γενικές εκσκαφές γαιώδεις κτιρίου Α 200 μ3, γενικές εκσκαφές γαιώδεις 3 κτιρίων τύπου Β 660 μ3, γενικές εκσκαφές γαιώδεις κτιρίου Γ 17 μ3, επιχώσεις με προϊόντα εκσκαφής κτιρίου Α 100 μ3, επιχώσεις με προϊόντα εκσκαφής 3 κτιρίων τύπου Β 420 μ3, επιχώσεις με προϊόντα εκσκαφής κτιρίου Γ 5,00 μ3, εκσκαφές περιβάλλοντος χώρου 340,80 μ3, επιχώσεις περιβάλλοντος χώρου 97 μ3, 2) μπετά 5 κτιρίων (κτιρίου Α, 3 κτιρίων τύπου Β και κτιρίου Γ): κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα κτιρίου Α (μπετό καθαριότητας, θεμελίωση, τοιχία υπογείου: οροφή υπογείου, κολώνες ισογείου, οροφή ισογείου, κολώνες ορόφου, οροφή ορόφου, σκάλες) 117 μ3; κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα 3 κτιρίων τύπου Β (μπετό καθαριότητας, θεμελίωση, κολώνες ισογείου, οροφή ισογείου, τοιχία βεράντας 66 μ3 χ 3) 198 μ3, κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα κτιρίου Γ (μπετό καθαριότητας, θεμελίωση, κολώνες, οροφή ορόφου) 13.00 μ3 3) τοιχοποιία (κατασκευή λιθοδομών με λαξευτούς λίθους εξωτερικά και τοιχοποιία από τούβλο εσωτερικά για το κτίριο Α, τα 3 κτίρια τύπου Β, τοιχοποιία από τούβλο και επένδυση πέτρας για το κτίριο Γ): λιθοδομές με λαξευτούς λίθους κτιρίου Α (υπόγειο, ισόγειο, όροφος) 167 μ2, πλινθοδομές δρομικές κτιρίου Α (υπόγειο, ισόγειο, όροφος) 250 μ2, σενάζ μπατικά κτιρίου Α (ισόγειο, όροφος) 60,2 μμ, σενάζ δρομικά 55,10 μμ, πέτρα γωνίες κτιρίου Α 99,2 μμ, λιθοδομές με λαξευτούς λίθους 3 κτιρίων τύπου Β (91,50 μ2 χ 3) 291,50 μ2, πλινθοδομές δρομικές 3 κτιρίων τύπου Β (114,78 μ2 χ 3) 344,34 μ2, σενάζ μπατικά 3 κτιρίων τύπου Β (38,42 μμ χ 3) 115,26 μμ, σενάζ δρομικά 3 κτιρίων τύπου Β (5,9 μμ χ 3) 17,7 μμ, πέτρα γωνίες 3 κτιρίων τύπου Β (27 μμ χ 3) 81 μμ, πλινθοδομές δρομικές κτιρίου Γ 21,5 μ2, σενάζ μπατικά κτιρίου Γ 7,2 μμ, 4) σοβάδες εσωτερικά: ασβεστοκονιάματα τριπτά κτιρίου Α (υπόγειο, ισόγειο, όροφος) 526,37 μ3, ασβεστοκονιάματα τριπτά 3 κτιρίων τύπου Β (133 μ2 χ 3) 399 μ2, ασβεστοκονιάματα τριπτά κτιρίου Γ (εσωτ. σοβάδες) 75,2 μ2, 5) υδραυλικές και ηλεκτρικές εγκαταστάσεις: ύδρευση - αποχέτευση κουζίνας -λουτρού - w.c. (σωληνώσεις) κτιρίου Α 3 τμχ., ηλεκτρικές εγκαταστάσεις κατοικίας (σωληνώσεις) κτιρίου Α 80 μ2, ύδρευση αποχέτευση κουζίνας -λουτρού - w.c. (σωληνώσεις) 3 κτιρίων τύπου Β 6 τμχ., ηλεκτρικές εγκαταστάσεις κατοικίας (σωληνώσεις) 3 κτιρίων τύπου Β 144 μ2, ηλεκτρικές εγκαταστάσεις κατοικίας (σωληνώσεις) κτιρίου Γ 10 μ2. Στη συνέχεια και ενώ είχε αποπερατωθεί το σύνολο σχεδόν των εργασιών, που ο εργολάβος είχε αναλάβει να εκτελέσει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, στις 19-9-2008 στη Λευκάδα ο πρώτος εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα την εκτέλεση άλλου έργου, όπως περιγράφεται στο από 19-9-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, με υλικά και συνεργεία του εργολάβου και υπεργολάβων, σύμφωνα με τα σχέδια που είχε συντάξει ο πρώτος και είχαν συμπεριληφθεί στην υπ' αριθμ. …/22-12-2005 οικοδομική άδεια. Η εργολαβική αμοιβή συμφωνήθηκε στο ποσό των 142.000 ευρώ, συμπεριλαμβανόμενων και των ασφαλιστικών εισφορών Ι.Κ.Α. και του Φ.Π.Α. μόνο για το ελάχιστο κόστος, όπως αυτό καθορίζεται στο ειδικό έντυπο Ε.Κ.Κ.Ο., καταβλητέα τμηματικά με την πρόοδο του έργου και εξοφλητέα το αργότερο μέχρι την παράδοση του. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο εργολάβος ανέλαβε να εκτελέσει τις ακόλουθες εργασίες: 1) εργασίες πισίνας (εκσκαφή - μπετά - χρώματα): εκσκαφή 156 μ3, επίχωση 55 μ3, μπετά (μπετό καθαριότητας, πισίνα) 34 μ3, 2) σκεπές κτιρίων: κτίριο Α 59,07 μ2, 3 κτίρια τύπου Β 292,20 μ2, κατασκευή μιας πέργκολας από ξύλο σε κάθε κτίριο τύπου Β 3 τμχ., 3) βερνικοχρωματισμός ξύλινων επιφανειών: κτίριο Α 59,07 μ2, πέργκολες 30,05 μ2, 3 κτίρια τύπου Β 292 μ2, πέργκολες από ξύλο σε κάθε κτίριο τύπου Β 28,80 μ2, 4) κάγκελα περίφραξης: περίφραξη 276 μμ, κάγκελα κτιρίου Α 23,40 μμ, κάγκελα 3 κτιρίων τύπου Β 48,90 μμ, 5) πλακάκια (τοποθέτηση μόνο): κτίριο Α (όροφος, ισόγειο) 118 μ2, 3 κτίρια τύπου Β 201 μ2, κτίριο Γ 4,8 μ2, 6) μάρμαρα: κτίριο Α (όροφος, ισόγειο) 50,70 μμ, 3 κτίρια τύπου Β 69,6 μμ, κτίριο Γ 2,8 μ2, 7) πόρτες εσωτερικές mdf: κτίριο Α 9,66 μ2, 3 κτίρια τύπου Β 5,52 μ2, 8) χρωματισμοί κτιρίων: πλαστικά επί τοίχου κτιρίου Α (υπόγειο, ισόγειο, όροφος) 526,37 μ2, πλαστικά επί τοίχου 3 κτιρίων τύπου Β 438,35 μ2, πλαστικά επί τοίχου κτιρίου Γ 72,5 μ2, 9) αλουμίνια: κτίριο Α εξώθυρες αλουμινίου 4,14 μ2, πόρτες - παράθυρα 21,26 μ2, παντζούρια. 20,55 μ2, 3 κτίρια τύπου Β εξώθυρες αλουμινίου 6,9 μ2, πόρτες - παράθυρα 34,02 μ2, παντζούρια 32,40 μ2, κτίριο Γ εξώθυρες αλουμινίου 4,14 μ2, παράθυρα 1,12 μ2, 10) ολοκλήρωση υδραυλικών - ηλεκτρικών: ύδρευση - αποχέτευση κτηρίου Α κουζίνας - λουτρού - w.c. (3 συνδέσεις) 3 τμχ., ηλεκτρικές εγκαταστάσεις κατοικίας (καλωδιώσεις - ρευματολήπτες) κτιρίου Α 80 μ2, ύδρευση - αποχέτευση 3 κτιρίων τύπου Β κουζίνας - λουτρού (2 συνδέσεις) 6 τμχ., ηλεκτρικές εγκαταστάσεις κατοικίας (καλωδιώσεις -ρευματολήπτες) 3 κτιρίων τύπου Β: 144 μ2, ηλεκτρικές εγκαταστάσεις κατοικίας (καλωδιώσεις - ρευματολήπτες) κτηρίου Γ: 10 μ2, φωτισμός περιβάλλοντος χώρου, 11) διαμορφώσεις - μερεμέτια - σταμπωτά δάπεδα: τσιμεντοστρώσεις με βιομηχανικό δάπεδο περιβάλλοντος χώρου 144.50 μ3. 12) βόθρος εκσκαφή 1,50 μ. χ 1,20 μ., τοποθέτηση σκύρων και κατόπιν διάτρητων τσιμεντοσωλήνων Φ80 σε μήκος 25 μ., τοποθέτηση σκύρων και πλακόστρωση από μπετόν πάχους 15 εκ., 13) μαρμαραροεπένδυση βαθμίδων σκάλας: κτίριο Α 28,8 μμ, 3 κτίρια τύπου Β 37,5 μμ, 14) υδρορροές: κτίριο Α 54 μμ, 3 κτίρια τύπου Β 154,5 μμ. Στη συνέχεια και ενώ είχε αποπερατωθεί το σύνολο σχεδόν των πρόσθετων εργασιών, που ο εργολάβος είχε αναλάβει να εκτελέσει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατόπιν έγγραφης συμφωνίας, που έλαβε χώρα τέλη Δεκεμβρίου 2008 στη Λευκάδα, ο πρώτος εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα την εκτέλεση άλλου έργου, όπως περιγράφεται στο από μηνός Δεκεμβρίου του 2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, με υλικά και συνεργεία του εργολάβου και υπεργολάβων, σύμφωνα με τα σχέδια που είχε συντάξει ο πρώτος και είχαν συμπεριληφθεί στην υπ' αριθμ. …/22-12-2005 οικοδομική άδεια. Η εργολαβική αμοιβή συμφωνήθηκε στο ποσό των 20.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλιστικών εισφορών Ι.Κ.Α. και του Φ.Π.Α. μόνο για το ελάχιστο κόστος, όπως αυτό καθορίζεται στο ειδικό έντυπο Ε.Κ.Κ.Ο., καταβλητέα τμηματικά με την πρόοδο του έργου και εξοφλητέα το αργότερο μέχρι την παράδοση του Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο εργολάβος ανέλαβε να εκτελέσει τις ακόλουθες εργασίες: 1) πορτόνι - κολώνες πρόσοψης: κατασκευή στην πρόσοψη μιας μεγάλης καγκελόπορτας μήκους 5,50 μ., ύψους 1,80μ. και μιας μικρής καγκελόπορτας μήκους 1,0 μ., ύψους 1,80 μ., κατασκευή 3 κολώνων από πέτρα και λιθιά μήκους 9,40 μ. και μέσου ύψους 2,0 μ., 2) δύο σωλήνες βόθρου: εκσκαφή + σκύρα + σωλήνες + εργασία, 3) τσιμεντόστρωση δρόμων με βιομηχανικό δάπεδο: επιπλέον τσιμεντοστρώσεις (διαστάσεις 5 μ. χ 10 μ.) 50,00 μ2, 4) plexiglas με σιδεριά: τοποθέτηση σιδεριάς (διαστάσεις 1,20 μ. χ 4,50 μ.) 5,4 μ2, 5) κατασκευή σιδερένιας σκάλας στο κτίριο Α με μαρμαρόπετρα για σκαλοπάτια, 5) μάρμαρα πισίνας: τοποθέτηση στην πισίνα 40 μμ ίσιων και καμπύλων μαρμάρων λευκών, διαστάσεων 3 εκ. χ 20 εκ. Στη συνέχεια και ενώ είχε αποπερατωθεί το σύνολο σχεδόν των πρόσθετων εργασιών, που ο εργολάβος είχε αναλάβει να εκτελέσει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατόπιν νέας προφορικής συμφωνίας, που έλαβε χώρα αρχές Ιανουαρίου 2009 στη Λευκάδα, ο πρώτος εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα την εκτέλεση και άλλου έργου, με υλικά και συνεργεία του εργολάβου και υπεργολάβων, αντί εργολαβικής αμοιβής συμφωνηθείσας στο ποσό των 50.128 ευρώ, συμπεριλαμβανόμενων και των ασφαλιστικών εισφορών Ι.Κ.Α. και του Φ.Π.Α. μόνο για το ελάχιστο κόστος, όπως αυτό καθορίζεται στο ειδικό έντυπο Ε.Κ.Κ.Ο., καταβλητέας τμηματικά με την πρόοδο του έργου και εξοφλητέας το αργότερο μέχρι την παράδοσή του. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο εργολάβος ανέλαβε να εκτελέσει τις ακόλουθες εργασίες: 1) κατασκευή 5 τζακιών (περιλαμβάνει την εστία, τις καμινάδες, το καπέλο, την επένδυση με μάρμαρο και γυψοσανίδα, αγορά υλικών και εργασία τεχνίτη για κάθε τζάκι) 5 τεμάχια, 2) πατάρια πάνω από τουαλέτες: κατασκευή στα 3 ισόγεια κτίρια τύπου Β και πάνω από τα μπάνια ξύλινης οροφής και αποθηκευτικός χώρος 3 τεμάχια, 3) τσιμεντοστρώσεις έξω από πορτόνι (δρόμος) 44 μ2 χ 0,12 μ., 4) εργοταξιακό ρεύμα παροχή, 5) συνδέσεις: ύδρευσης κτιρίων με το δίκτυο πόλης, ηλεκτρικού ρεύματος κτιρίων με ρολόι της Δ.Ε.Η., τηλεφώνου με την είσοδο, θυροτηλεφώνου με την είσοδο, κτιρίων με το βόθρο, ηλεκτροφωτισμού (εγκατάσταση αύλειων χώρων) και ηλεκτρικής παροχής πισίνας, εγκατάσταση πυρασφάλειας, κατά μήκος των 5 κτιρίων διαμόρφωση ειδικής τάφρου, συνδεόμενης και με την πισίνα, στην οποία προβλέπεται τοποθέτηση σωλήνων ύδρευσης, ρεύματος, τηλεφώνου, θυροτηλεφώνου, φωτισμού περιβάλλοντος χώρου, καθώς και τοποθέτηση σωλήνων ρεύματος διάσπαρτα στο οικόπεδο για τον φωτισμό των αύλειων χώρων, 6) διαμόρφωση δεξαμενής νερού και στομίου (όπως σε πηγάδι): στο κτίριο Α διαμόρφωση στο υπόγειο δεξαμενής νερού, διαστάσεων 6,3 μ. χ 2,75 μ. 2,40 μ., στην οροφή της οποίας προβλέπεται διαμόρφωση στομίου, όπως σε πηγάδι ύψους 1,00 μ. Από το σύνολο των ανωτέρω εργασιών δεν εκτελέστηκαν από τον εργολάβο, κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ/ αυτού και του εργοδότη, που έλαβε χώρα μέσα Φεβρουαρίου 2009, οι εργασίες που αφορούσαν το τσιμεντοχρωμα πισίνας, αξίας 476€ και την τοποθέτηση του Plexiglas που περιλαμβάνεται στο από Δεκεμβρίου 2008 ιδιωτικό συμφωνητικό (έγινε μόνο η σιδερένια βάση), αξίας 200€. Έτσι το σύνολο της εργολαβικής αμοιβής ανήλθε στο ποσό των 491.452 ευρώ [280.000 + 142.000 + (20.000 - 676) 19.324 + 50.128], έναντι της οποίας ο πρώτος εναγόμενος κατέβαλε τμηματικά στον ενάγοντα, όπως ο ίδιος συνομολογεί με τις προτάσεις του, σε μετρητά και με επιταγές, εκδόσεως της συζύγου του Ι. Π. του Π., το συνολικό ποσό των 215.000 ευρώ (101.000 ευρώ σε μετρητά και 114.000 ευρώ με επιταγές που πληρώθηκαν). Το σύνολο του έργου στη θέση "…", όπως αυτό διαμορφώθηκε, μετά τις σχετικές τροποποιήσεις, αποπερατώθηκε τέλη Φεβρουαρίου 2009, οπότε παραδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος το παρέλαβε ανεπιφύλακτα, πλην όμως δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τη συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή, συνολικού ύψους 276.452 ευρώ (491.452 - 215.000), παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος όχλησε τον οφειλέτη με την από 31-8-2009 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση, που του επιδόθηκε στις 14-9-2009 (σχετ. η υπ αριθμ. .../14-9-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λευκάδας Ν. Π.). Σημειωτέον ότι έξι (6) μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ύψους 96.000 ευρώ. εκδόσεως της συζύγου του εναγομένου. Ι. Π., που παραδόθηκαν στον ενάγοντα σφραγίσθηκαν όλες, λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της. πρόκειται δε για τις εξής επιταγές: α) την ... τραπεζική επιταγή της "Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 25-4-2009, στο Περιστέρι Αττικής, σε διαταγή της, ποσού 20.000 ευρώ. Την εν λόγω επιταγή ο ενάγων οπισθογράφησε στον υπεργολάβο του έργου Π. Β., ο οποίος την εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς είσπραξη στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε την 4-5-2009 και, αφού σφραγίστηκε, επεστράφη στον εργολάβο, ο οποίος εξόφλησε τον ανωτέρω κομιστή της, β) την ... τραπεζική επιταγή της "Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 30-4-2009, στην Αθήνα, σε διαταγή της, ποσού 20.000 ευρώ. Την εν λόγω επιταγή ο ενάγων οπισθογράφησε στην υπεργολάβο ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", η οποία την οπισθογράφησε και τη μεταβίβασε ως αξία λόγω ενεχύρου στην Εμπορική Τράπεζα, η οποία την εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς είσπραξη στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε την 6-5-2009 και, αφού σφραγίστηκε, επεστράφη στον εργολάβο, ο οποίος εξόφλησε την εξ αναγωγής νόμιμη κομίστρια "... Ο.Ε.", γ) την ... τραπεζική επιταγή της "Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 31-5-2009, στην Αθήνα, σε διαταγή της, ποσού 10.000 ευρώ. Την εν λόγω επιταγή ο ενάγων οπισθογράφησε στην υπεργολάβο ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Κ. Λ. -Κ. Α. Ο.Ε.", η οποία την οπισθογράφησε και τη μεταβίβασε στην εταιρεία με την επωνυμία "Χ. Π. - Ι. Χ. Ε.Π.Ε.", η οποία την οπισθογράφησε και τη μεταβίβασε ως αξία λόγω ενεχύρου στην "Martin Εγνατία Τράπεζα Α.Ε.", η οποία και εμφάνισε συμψηφιστικά την επιταγή νόμιμα και εμπρόθεσμα προς είσπραξη στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε την 4-6-2009 και, αφού σφραγίστηκε, επεστράφη στον εργολάβο, ο οποίος εξόφλησε την εξ αναγωγής νόμιμη κομίστρια "Χ. Π. - Ι. Χ. Ε.Π.Ε.", δ) την ... τραπεζική επιταγή της "Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 30-6-2009, στην Αθήνα, σε διαταγή της, ποσού 10.000 ευρώ. Την εν λόγω επιταγή ο ενάγων οπισθογράφησε και την παρέδωσε στην Κ. Κ. και αυτή με τη σειρά της την οπισθογράφησε και μεταβίβασε στον Α. Π., ο οποίος την οπισθογράφησε λόγω πληρεξουσιότητας προς είσπραξη και πίστωση του λογαριασμού του στην "ALPHA BANK ΑΕ", η οποία και εμφάνισε συμψηφιστικά την επιταγή νόμιμα και εμπρόθεσμα προς είσπραξη στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε την 6-7-2009 και, αφού σφραγίστηκε, επεστράφη στον εργολάβο, ο οποίος εξόφλησε την εξ αναγωγής νόμιμη κομίστρια Κ. Κ., ε) την ... τραπεζική επιταγή της "Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 30-9-2009, στην Αθήνα, σε διαταγή της, ποσού 18.000 ευρώ και στ) την ... τραπεζική επιταγή της "Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 30-10-2009, στην Αθήνα, σε διαταγή της, ποσού 18.000 ευρώ. Η τέλεση των εργασιών που ανωτέρω αναλυτικά εκτέθηκαν συνομολογείται από τον εναγόμενο, πλην όμως αυτός ισχυρίζεται ότι αυτές δεν εκτελέστηκαν από τον ενάγοντα, αλλά από τον ίδιο με δικά του συνεργεία και δικές του δαπάνες, καθώς ο ενάγων εκτέλεσε ελάχιστες εργασίες, για τις οποίες η αμοιβή του ανήλθε τελικά στο ποσό των 51.281,17 ευρώ. Αναφορικά δε με τις προαναφερθείσες έξι (6) επιταγές, ο εναγόμενος δεν αρνείται ότι οι ανωτέρω τραπεζικές επιταγές εκδόθηκαν από τη σύζυγο του, σε διαταγή του ενάγοντος, ισχυρίζεται όμως ότι παραδόθηκαν σε ανύποπτο χρόνο σ' αυτόν ως εγγύηση, και λόγω απαίτησης του για την καταβολή της εργολαβικής αμοιβής, η οποία ανήλθε τελικά στο προαναφερθέν ποσό των 51.281,17 ευρώ και γι' αυτό έπρεπε ο τελευταίος να τις επιστρέψει στην εκδότρια. Με τον τρόπο αυτό συνομολογεί ότι οι επιταγές παραδόθηκαν στον εργολάβο για τις προαναφερόμενες εργασίες στα "…". Ο ισχυρισμός όμως ότι αυτές δόθηκαν ως εγγύηση δεν κρίνεται πειστικός, καθώς εάν οι επιταγές είχαν δοθεί ως εγγύηση και έπρεπε να επιστραφούν, δεν εξηγείται για ποιο λόγο παραμένουν στα χέρια του εργολάβου και η εκδότρια δεν ζήτησε την επιστροφή τους πριν τη σφράγιση, όταν μάλιστα ο ίδιος ο εργοδότης ισχυρίζεται με τις προτάσεις του ότι έχει καταβάλει ως αμοιβή για το επίδικο έργο το ποσό των 272.000 ευρώ (133.000 σε μετρητά και 139.000 ευρώ με επιταγές που πληρώθηκαν), μολονότι η εργολαβική αμοιβή ανήλθε, κατά τους ισχυρισμούς του μόλις στο ποσό των 51.281.17 ευρώ όπως επίσης δεν εξηγείται για ποιο λόγο η εκδότρια δεν προέβη σε ανάκληση των επιταγών πριν από τη σφράγιση τους ή σε εξώδικη διαμαρτυρία προς τον ενάγοντα μετά τη σφράγιση τους. Ο ενάγων μετά τη σφράγιση των εν λόγω επιταγών, που δόθηκαν για την προαναφερόμενη οφειλή (εργολαβική αμοιβή για το έργο στα "…"), όχλησε τον πρώτο εναγόμενο με την από 31-8-2009 εξώδικη δήλωση του, αναφέροντας τη μη πληρωμή των επιταγών, καθώς και το γεγονός της σφράγισης τους, πλην όμως και πάλι ο εναγόμενος δεν απάντησε στην εξώδικη όχληση, ούτε αρνήθηκε την οφειλή του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατόπιν άλλης έγγραφης συμφωνίας, που έλαβε χώρα στις 10-10-2008 στη Λευκάδα, ο εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα την εκτέλεση του παρακάτω έργου, δηλαδή την ανακατασκευή δύο διώροφων τουριστικών κατοικιών (κτιρίου 1, επιφανείας 97,99 τ.μ. και κτιρίου 2, επιφανείας 139,80 τ.μ.), επί δύο οικοπέδων ιδιοκτησίας του εργοδότη, εμβαδού 173,75 και 121,34 τ.μ. αντίστοιχα, ευρισκόμενων στην περιοχή "…" του Δήμου Λευκάδας, με υλικά (εκτός από πλακάκια και είδη υγιεινής) και συνεργεία του εργολάβου και υπεργολάβων, σύμφωνα με τα σχέδια που είχε συντάξει ο δεύτερος και ο πολιτικός μηχανικός Α. Μ., είχαν δε συμπεριληφθεί στις υπ' αριθμ. …/12-2-2008 και …/12-2-2008 οικοδομικές άδειες. Για τη χρηματοδότηση του έργου ο εναγόμενος είχε υποβάλει αίτηση και είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα "Δράση: Ενίσχυση της Πολυαπασχόλησης στη Γεωργική Εκμετάλλευση με την Ανάπτυξη Αγροτουριστικών Χειροτεχνικών και άλλων Δραστηριοτήτων του Μέτρου 4-5 του Π.Ε.Π. Ιονίων Νήσων 2000-2006". Η εργολαβική αμοιβή συμφωνήθηκε στο ποσό των 180.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλιστικών εισφορών Ι.Κ.Α. και του Φ.Π.Α., μόνο για το ελάχιστο κόστος, όπως αυτό καθορίζεται στο ειδικό έντυπο Ε.Κ.Κ.Ο., καταβλητέα τμηματικά με την πρόοδο του έργου και εξοφλητέα το αργότερο μέχρι την παράδοση του. Το συμφωνητικό αυτό τροποποιήθηκε με την από 7-11-2008 έγγραφη προσθήκη, που υπέγραψαν τότε οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι, σύμφωνα δε με την προσθήκη αυτή η εργολαβική αμοιβή για το ανωτέρω έργο αυξήθηκε και ορίστηκε στο ποσό των 220.000 ευρώ, ενώ ο εργολάβος ανέλαβε να εκτελέσει τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή εργασίες. Έναντι του ποσού αυτού ο εναγόμενος παρέδωσε στον ενάγοντα - εργολάβο δύο (2) μεταχρονολογημένες επιταγές, εκδόσεως της συζύγου του Ι. Π., συνολικού ύψους 100.000 ευρώ και συγκεκριμένα: α) την ... δίγραμμη τραπεζική επιταγή της "Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 25-5-2009, στην Λευκάδα, σε διαταγή του ενάγοντος, ποσού 50.000 ευρώ και β) την ... δίγραμμη τραπεζική επιταγή της "Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 25-5-2009, στη Λευκάδα, σε διαταγή του ενάγοντος, ποσού 50.000 ευρώ. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο εργολάβος ανέλαβε να εκτελέσει τις ακόλουθες εργασίες: Α) 1° κτίριο: 1) καθαιρέσεις (καθαίρεση με μηχανικά μέσα και απομάκρυνση 63 μ2 στέγης, 135 μ2 εξωτερικών τοίχων, 64,84 μ2 εσωτερικών τοίχων, 8 τεμαχίων πορτών και παραθύρων), 2) γενικές εκσκαφές βραχώδεις (λόγω μεγαλύτερου βάθους θεμελίωσης) 49 μ3, 3) ειδικές επιχώσεις 49 μ3, 4) ισοπεδώσεις - διαμορφώσεις 51 μ2, 5) εργασίες από οπλισμένο σκυρόδεμα ποιότητας C20/25 (εργασία και υλικά): μπετό καθαριότητας 49 μ3, πλάκες 17 μ3, δοκοί 14 μ3, μαρκίζα 3,92 μ3, βεράντα 7,5 μ3, σκάλα 3,00 μ3 και συνολικά μπετά 94,42 μ3, εμφανής κορνίζα στέγης 32 μμ, 6) τοιχοποιία: τοίχοι από δρομική οπτοπλινθοδομή 64,84 μ2, σενάζ δρομικής οπτοπλινθοδομής 45,95 μμ., 7) ασβεστοκονιάματα τριπτά τριών στρώσεων (τοίχοι ισογείου, τοίχοι ορόφου και ταβάνια) - σύνολο ασβεστοκονιαμάτων (73,44 μ2 χ 3) 318,26 μ2, 8) ηλεκτρολογική εγκατάσταση για 97.99 μ2 κατοικίας, 9) υδραυλική εγκατάσταση για τρία (3) μπάνια και μια (1) κουζίνα: 4 τεμάχια, 10) κατασκευή ξύλινης στέγης αυτοφερόμενης με κεραμίδια 75,60 μ2. Β) 2° κτίριο: 1) καθαιρέσεις (καθαίρεση και απομάκρυνση με τα χέρια και φορτηγό) 55,90 μ3 οροφής, 90,53 μ2 πατώματος ορόφου. 194.40 μ2 εξωτερικών τοίχων, 84,93 μ2 εσωτερικών τοίχων. 16 τεμαχίων πορτών και παραθύρων, 2) γενικές εκσκαφές ημιβραχώδεις με τα χέρια 58,16 μ3, 3) ειδικές επιχώσεις 58,16 μ3, 4) ισοπεδώσεις - διαμορφώσεις 68 μ2, 5) εργασίες από οπλισμένο σκυρόδεμα ποιότητας C20/25 (εργασία και υλικά): οροφή ορόφου 9,50 μ3, σκάλα 3,00 μ3, αυλές 11,25 μ3 και συνολικά μπετά 23,75 μ3, εμφανής κορνίζα στέγης 33,8 μμ. 6) τοιχοποιία: ισόγειο εξωτερικοί 114,90 μ2, ισόγειο εσωτερικοί 38.05 μ2. όροφος εσωτερικοί 46.20 μ2. όροφος εξωτερικοί στο όριο με γειτονικά κτίρια 17.70 μ2 και όροφος εξωτερικοί (υπόλοιποι) 67.80 μ2, ανακατασκευή τοίχων ισογείου: τοίχοι ισογείου από δρομική οπτοπλινθοδομή 6,84 μ2 και σενάζ δρομικά 4,8 μμ. Στη συνέχεια και ενώ είχε αποπερατωθεί το σύνολο σχεδόν των εργασιών που ο εργολάβος είχε αναλάβει να εκτελέσει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατόπιν νέας προφορικής συμφωνίας, που έλαβε χώρα αρχές Ιανουαρίου 2009, ο εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα την τροποποίηση κάποιων από τις ήδη ανατεθείσες σε αυτόν εργασίες και την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών, με υλικά και συνεργεία του εργολάβου και υπεργολάβων, αντί εργολαβικής αμοιβής συμφωνηθείσας στο ποσό των 100.989,34 ευρώ, συμπεριλαμβανόμενων και των ασφαλιστικών εισφορών Ι.Κ.Α. και του Φ.Π.Α. μόνο για το ελάχιστο κόστος, όπως αυτό καθορίζεται στο ειδικό έντυπο Ε.Κ.Κ.Ο., καταβλητέας τμηματικά με την πρόοδο του έργου και εξοφλητέας το αργότερο μέχρι την παράδοση του. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο εργολάβος ανέλαβε να εκτελέσει τις αναφερόμενες στην αγωγή πρόσθετες εργασίες, που συνίσταντο: α) για το 1° κτίριο στην κατασκευή εξωτερικών τοίχων από πέτρα (αντί για τούβλο που είχε αρχικά συμφωνηθεί), συνολικής συμφωνηθείσας αμοιβής 40.200 ευρώ. Από την αμοιβή αυτή συμφωνήθηκε να αφαιρεθεί η αξία της προβλεπόμενης στο από 10-10-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό κατασκευής εξωτερικών τοίχων από τούβλο, που ορίσθηκε στο ποσό των 9.000 ευρώ, οπότε η εργολαβική αμοιβή για την κατασκευή των εξωτερικών τοίχων ορίσθηκε στο ποσό των 31.200 ευρώ (40.200 - 9.000), στην οποία προστέθηκαν τα ακόλουθα ποσά: ασφαλιστικές εισφορές Ι.Κ.Α. για το 1° κτίριο (Νοέμβριος 2008) 2.340,25€ + (Ιανουάριος 2009) 939,79€ και συνολικά 3.280,04 ευρώ. β) για το 2° κτίριο στην πλήρη ανακατασκευή του ορόφου (και όχι κάποιων τοίχων, όπως είχε συμφωνηθεί αρχικά), μανδύας σε όλους τους τοίχους του ισογείου, καθώς και σε δύο τοίχους του ορόφου στο όριο με τα γειτονικά κτίρια, αντικατάσταση δαπέδων με πλάκα, καθώς και περιμετρική δοκός πάνω από τους τοίχους του ισογείου και του ορόφου, συνολικής συμφωνηθείσας αμοιβής 65.167,90 ευρώ, στην οποία προστέθηκαν τα ακόλουθα ποσά: ασφαλιστικές εισφορές Ι.Κ.Α. για 2° κτίριο: (Νοέμβριος 2008) 1.160,68€ + (Ιανουάριος 2009) 180,72€ και συνολικά 1.341,40 ευρώ. Τον Ιανουάριο του 2009 ο εργοδότης, πέραν της πιο πάνω προκαταβολής των 100.000 ευρώ, δεν είχε καταβάλει στον εργολάβο την αμοιβή του για το ανωτέρω έργο, για το λόγο δε αυτό ο δεύτερος ζήτησε από τον πρώτο την άμεση εξόφληση του για το έργο, που μέχρι τότε είχε εκτελεστεί. Μετά την άρνηση του εργολάβου να συνεχίσει το έργο χωρίς την άμεση καταβολή της οφειλόμενης μέχρι τότε αμοιβής, ο εργοδότης ζήτησε να μειωθεί το συμβατικό αντικείμενο του έργου και έτσι οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να μην εκτελεστούν οι αναλυτικά αναφερόμενες εργασίες, συνολικής αξίας 53.184,51 ευρώ. Οι εργασίες αυτές αναφορικά με το 1° κτίριο συνίσταντο σε χρωματισμούς, αλουμίνια εξωτερικά (ισογείου, ορόφου) και εσωτερικές πόρτες, η αξία των οποίων προσδιορίσθηκε βάσει τιμολόγησης επενδυτικού σχεδίου, ενώ αναφορικά με το 2° κτίριο συνίσταντο στην υδραυλική και ηλεκτρική εγκατάσταση, σκεπή ξύλινη αυτοφερόμενη με κεραμίδια, ασβεστοκονιάματα τριπτά, χρωματισμοί, αλουμίνια, πόρτες εσωτερικές (τοποθετήθηκαν οι ψευτόκασες). Η αξία των εργασιών που αφαιρέθηκαν, κατόπιν συμφωνίας, ενώ προβλέπονταν στο από 10-10-2008 συμφωνητικό και την από 7-11-2008 τροποποίηση, ορίστηκε στο ποσό των 12.358,51 ευρώ για το 1° κτίριο και στο ποσό των 40.826,18 ευρώ για το 2° κτίριο. Επομένως, μετά τις προαναφερθείσες συμπληρωματικές συμφωνίες για πρόσθετες εργασίες, τις τροποποιήσεις της αρχικής συμφωνίας, αλλά και την συμφωνία μείωσης του εργολαβικού αντικειμένου, το σύνολο της εργολαβικής αμοιβής για το έργο στην περιοχή "…" ανήλθε στο ποσό των 267.804,83 ευρώ [220.000 + 100.989,34 (31.200 + 3.280.22 + 65.167,90 + 1.341,40) - 12.358,33 -40.826,18]. Το σύνολο του έργου στην περιοχή "…", όπως αυτό διαμορφώθηκε, μετά τις σχετικές τροποποιήσεις, αποπερατώθηκε τέλη Φεβρουαρίου 2009, οπότε παραδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος το παρέλαβε ανεπιφύλακτα, πλην όμως δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τη συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή, συνολικού ύψους 267.804,83, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος όχλησε τον οφειλέτη με την από 31-8-2009 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση, που του επιδόθηκε στις 14-9-2009 (σχετ. η υπ' αριθμ. .../14-9-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λευκάδας Ν. Π.). Σημειωτέον ότι οι προαναφερθείσες δύο (2) μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ύψους 100.000 ευρώ, εκδόσεως της συζύγου του εναγομένου, Ι. Π., σφραγίσθηκαν, λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να οφείλει το σύνολο του παραπάνω ποσού. Για το λόγο αυτό ο ενάγων ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ αριθμ. 113/2009 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, με την οποία η καθ' ης η διαταγή (Ι. Π.) επιτάσσεται να καταβάλει στον πρώτο για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 100.000 ευρώ (κεφάλαιο). Η διαταγή πληρωμής επικυρώθηκε με δύναμη δεδικασμένου δια της υπ' αριθμ. 244/2010 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που απέρριψε την από 3-12-2009 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2009 ανακοπή της συζύγου του πρώτου εναγομένου, κατ' άρθρο 632 ΚΠολΔ, η απόφαση δε αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. …/21-1-2011 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Λευκάδας, καθώς επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 7-12-2010 (σχετ. η υπ' αριθμ. …/7-12-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Ν. Π.) και δεν ασκήθηκαν κατ' αυτής τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα. Με την προαναφερόμενη απόφαση κρίθηκε τελεσίδικα ότι οι τραπεζικές επιταγές δόθηκαν από τον εργοδότη ως προκαταβολή της εργολαβικής αμοιβής για το έργο στην περιοχή "…" και όχι ως εγγύηση. Ο εναγόμενος δεν αρνείται ότι οι ανωτέρω επιταγές εκδόθηκαν από τη σύζυγο του, σε διαταγή του ενάγοντος, ισχυρίζεται όμως ότι παραδόθηκαν σε ανύποπτο χρόνο σ' αυτόν ως εγγύηση και λόγω απαίτησης του για την καταβολή της εργολαβικής αμοιβής, η οποία ανήλθε τελικά στο ποσό των 20.757,55 ευρώ και γι' αυτό έπρεπε ο τελευταίος να τις επιστρέψει στην εκδότρια. Με τον τρόπο αυτό συνομολογεί ότι οι επιταγές παραδόθηκαν στον εργολάβο για τις προαναφερόμενες εργασίες στην περιοχή "…", πλην όμως ο ισχυρισμός ότι δόθηκαν ως εγγύηση δεν κρίνεται πειστικός, για τους λόγους που έχουν ήδη παραπάνω εκτεθεί. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η τέλεση των παραπάνω εργασιών, που αφορούν το έργο στην περιοχή "…", συνομολογείται από τον εναγόμενο, ο οποίος όμως ισχυρίζεται περαιτέρω ότι αυτές δεν εκτελέστηκαν από τον ενάγοντα αλλά από τον ίδιο, με δικά του συνεργεία και δικές του δαπάνες, καθώς ο εναγόμενος εκτέλεσε ελάχιστες εργασίες και για τα δύο έργα. Συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι οι μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις τροποποιήθηκαν προφορικά και εκτελέστηκε μόνο τμήμα αυτών, για τις οποίες η αμοιβή ανήλθε στο ποσόν των 20.757,55 ευρώ. Συνολικά δηλαδή, ισχυρίζεται ότι για τα έργα και στις δύο θέσεις "…" και "…" όφειλε ως αμοιβή στον ενάγοντα το ποσόν των 72.038,72 ευρώ (51.281,17 + 20.757,55). Προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού (για αμφότερα τα έργα) προσκομίζει σχετικά τιμολόγια που αφορούν την αγορά υλικών και τέλεση εργασιών στα υπό κρίση έργα τα οποία έχουν εκδοθεί επ' ονόματι του. Εν τούτοις, όπως ήδη προαναφέρθηκε, για τη χρηματοδότηση του πρώτου έργου ο εναγόμενος είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα άξονας 7 "ολοκληρωμένα προγράμματα ανάπτυξης αγροτικού χώρου (Ο.Π.Α.Α.Χ.)" του μέτρου "ενθάρρυνση των τουριστικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων" του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ενώ για τη χρηματοδότηση του δεύτερου έργου είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα "Δράση: Ενίσχυση της Πολυαπασχόλησης στη Γεωργική Εκμετάλλευση με την Ανάπτυξη Αγροτουριστικών Χειροτεχνικών και άλλων Δραστηριοτήτων του Μέτρου 4-5 του Π.Ε.Π. Ιονίων Νήσων 2000-2006". Προκειμένου δε ο εναγόμενος να προβεί στη σταδιακή εκταμίευση των επιδοτήσεων που είχαν εγκριθεί, είχε συμφωνήσει με τον ενάγοντα, αυτός να του παραδίδει σταδιακά τα τιμολόγια των υπεργολάβων και προμηθευτών των έργων εξοφλημένα, προκειμένου στη συνέχεια να τα προσκομίζει στην Περιφέρεια Ιονίων Νήσων και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης αντίστοιχα και έτσι να προβεί στη σταδιακή εκταμίευση των επιδοτήσεων που είχαν εγκριθεί, για να πληρώσει μετέπειτα τη συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή. Απαραίτητη δε τυπική προϋπόθεση για τη σταδιακή καταβολή των επιδοτήσεων ήταν τα προσκομιζόμενα τιμολόγια να εμφανίζονται εξοφλημένα και πέραν αυτού κάθε τιμολόγιο να συνοδεύεται από αντίστοιχη απόδειξη του υπεργολάβου ή προμηθευτή ή από γραμμάτιο κατάθεσης σε τραπεζικό λογαριασμό του εργολάβου, μετά δε την είσπραξη κάθε επιμέρους δόσης της επιδότησης ο εναγόμενος συμφώνησε ότι θα .-καταβάλλει στον ενάγοντα την αξία των τιμολογίων, ενώ για το υπολειπόμενο ποσό (εργολαβικό κέρδος) ο τελευταίος θα εξέδιδε δικά του τιμολόγια Για το λόγο αυτό τα προσκομισθέντα από τον εναγόμενο τιμολόγια έχουν εκδοθεί στο όνομα του, ενώ στην πραγματικότητα έχουν εξοφληθεί από τον ενάγοντα, ν γεγονός που επιβεβαιώνουν ορισμένοι από τους προμηθευτές που εξέδωσαν τα τιμολόγια αυτά στις προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις. Επίσης ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι από το σύνολο της εργολαβικής αμοιβής έχει καταβάλει στον ενάγοντα συνολικά το ποσό των 272.000 ευρώ, ήτοι 133.000 ευρώ σε μετρητά (καταθέσεις σε τραπεζικό λογαριασμό) και το ποσό των 139.000 ευρώ με επιταγές που πληρώθηκαν), όπως προκύπτει από μια ιδιόχειρη απόδειξη πληρωμής του τελευταίου και ένδεκα (11) αποδείξεις είσπραξης της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε." που με επίκληση προσκομίζει. Από το ποσό όμως αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 10.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στη με αριθμό ... επιταγή της "Eurobank", που εξέδωσε ο Ι. Σ., καθώς ο ενάγων αρνείται την παράδοση της επιταγής σ' αυτόν και την καταβολή του ποσού της, χωρίς ο εναγόμενος να αποδεικνύει το αντίθετο. Ακόμη, πέραν των προαναφερόμενων συμβάσεων έργου, μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων είχαν συναφθεί προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες δεν σχετίζονται με την ένδικη αξίωση και αφορούν την αμοιβή του ενάγοντος αφενός μεν για την έκδοση της υπ' αριθμ. …/22-12-2005 οικοδομικής αδείας, για την οποία ο εναγόμενος κατέβαλε εντός του 2005 (πριν από τη σύναψη της από 27-3-2006 σύμβασης) το ποσό των 9.000 ευρώ προς πλήρη εξόφληση της εργολαβικής αμοιβής (βλ. μια ιδιόχειρη απόδειξη πληρωμής του ενάγοντος για ποσό 1.000 ευρώ και τις από 6-6-2005, 22-12-2005, 23-12-2005 αποδείξεις είσπραξης της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." για ποσά 3.000, 3.000, 2.000 αντίστοιχα), αφετέρου δε την κατασκευή περίφραξης από λαξευμένη λιθοδομή και την εκτέλεση εργασιών διαμόρφωσης του οικοπέδου στα …, έργο το οποίο εκτελέστηκε και παραδόθηκε, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής 38.000 ευρώ, η οποία εξοφλήθηκε από τον εναγόμενο, ο οποίος, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν, έχει καταβάλει στον ενάγοντα για την ένδικη αξίωση το ποσό των (272.000 - 10.000 - 9.000 -38.000) 215.000 ευρώ και συγκεκριμένα 101.000 ευρώ σε μετρητά και 114.000 ευρώ με επιταγές που πληρώθηκαν. Επομένως, η συνολική απαίτηση του ενάγοντος έναντι του εναγομένου ανέρχεται σε 544.256,83 ευρώ (276.452 + 267.804,83), είναι δε ληξιπρόθεσμη και απαιτητή από τα τέλη Φεβρουαρίου του 2009, μετά την παράδοση των έργων και την ανεπιφύλακτη παραλαβή τους από τον εναγόμενο. Κ. Σ.. Επομένως η από 2-2-2010 αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την κυρία βάση της και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 544.256,83 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη παράδοσης κάθε έργου (28-2-2009)".

Στη συνέχεια το Εφετείο, επικυρώνοντας κατά τούτο την ενώπιον του εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 12/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, απέρριψε την κατ' αυτής από 8-3-2013 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων. Από το εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι για τη διαμόρφωση της κρίσης του περί καταρτίσεως των περιγραφόμενων σε αυτή συμβάσεων έργου μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος ως εργοδότη και του αναιρεσίβλητου ως εργολάβου, το Εφετείο δεν διαπίστωσε - ούτε εμμέσως - την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις σχετικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων, η κρίση του δεν αυτή δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των ανωτέρω δηλώσεων βουλήσεως, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και επομένως μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ωστόσο οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αίτησής τους, κατά το δεύτερο σκέλος του, όπως συμπληρώθηκε με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αποδίδουν, κατ'εκτίμηση στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρέλειψε να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων του άρθρου 200 ΑΚ, που ήταν επιβεβλημένη για να ανεύρει την αληθή βούληση των ανωτέρω δικαιοπρακτικών δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, όπως συμπληρώθηκε με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον, για τη θεμελίωσή του, δεν διαλαμβάνονται στα αντίστοιχα δικόγραφα τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση όμως, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που προαναφέρθηκαν, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε ρητώς ή εμμέσως, την ύπαρξη κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων διαδίκων και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, την οποία ωστόσο παρέλειψε να πραγματοποιήσει ή αναλόγως πραγματοποίησε, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 200 ΑΚ. Αντίθετα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ως άνω δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων είναι πλήρεις και σαφείς, χωρίς να καταλείπουν αμφιβολία για το περιεχόμενό τους, ώστε να μην υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερομένους ερμηνευτικούς κανόνες, τους οποίους συνακόλουθα το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Περαιτέρω, διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ μόνον όμως αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφευγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 1232/2009, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 1552/2013). Με τον πρώτο, κατά το σχετικό του σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως συμπληρώθηκε με τον πέμπτο, κατά το σχετικό του σκέλος, λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αυτής, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από τον αριθμό 1, εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, υποστηρίζοντας ότι, ενώ αποτελεί παγκοίνως γνωστό δίδαγμα της κοινής πείρας, πως κανείς δεν καταβάλει χρήματα στο όνομα του άλλου και αν αυτό συμβεί αφορά μεμονωμένες περιπτώσεις, στις οποίες, κατά κανόνα, ο δανειστής εξασφαλίζεται με ιδιωτικό συμφωνητικό και παρακρατώντας τη σχετική απόδειξη πληρωμής μέχρι να εξοφληθεί από τον οφειλέτη, το Εφετείο έκρινε ότι ο αντίδικος κατέβαλε όλα τα έξοδα, αλλά οι αποδείξεις εκδίδονταν στο όνομα του πρώτου αναιρεσείοντα, γεγονός πρωτόγνωρο στα εμπορικά χρονικά, εφόσον όλες οι αποδείξεις πληρωμής βρίσκονται στα χέρια του τελευταίου, αλλά η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι έχουν εξοφληθεί από τον αντίδικο, ο οποίος επιπλέον, αν και ισχυρίζεται ότι ο πρώτος αναιρεσείων του οφείλει μεγάλα χρηματικά ποσά, ανέλαβε την κατασκευή και του δεύτερου κτιρίου ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσείοντα, πάλι με την δήθεν συμφωνία να πληρώνει όλα ο αντίδικος και οι αποδείξεις, όχι μόνο να εκδίδονται στο όνομα του πρώτου αναιρεσείοντα, αλλά να παραμένουν στα χέρια του, πλην όμως τα ανωτέρω δεν συμβαίνουν ποτέ στις καθημερινές συναλλαγές, αφού δεν είναι σπάνιο ο εργολάβος να καταβάλει εξ ιδίων μερικά χρήματα, προκειμένου να προχωρήσει ταχύτερα το έργο, αλλά δεν έχει συμβεί ποτέ ο εργολάβος να καταβάλει εξ ολοκλήρου, (όπως έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη), την αξία του έργου, όταν μάλιστα, όπως ισχυρίζεται, δεν πληρωνόταν από τον πρώτο αναιρεσείοντα, παρόμοιοι δε ισχυρισμοί είναι προδήλως αβάσιμοι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αφορούν την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, αφού από αυτά (διδάγματα της κοινής πείρας), αλλά και από τα συναλλακτικά ήθη προκύπτει ότι ποτέ ο εργολάβος δεν καταβάλει εξ ιδίων ολόκληρη την αξία ενός έργου, στο οποίο υπάρχει εργοδότης και περαιτέρω με την προσκόμιση όλων ανεξαιρέτως των πρωτότυπων αποδείξεων πληρωμής, οι οποίες βρίσκονται, στα χέρια του πρώτου αναιρεσείοντα, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τους ισχυρισμούς τους, παραβίασε στοιχειώδη κανόνα, όχι μόνο των συναλλακτικών ηθών, αλλά και της κοινής λογικής, ότι την απόδειξη εξοφλήσεως κατέχει ο εξοφλήσας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι κατά την ερμηνεία, μη προσδιοριζόμενων άλλωστε, προδήλως για το λόγο αυτό, κανόνων δικαίου, ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων, οι δε αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττουν πράγματι την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία όμως εκφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου, (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. (ΑΠ 1987/2009, ΑΠ 1232/2009). Ειδικότερα, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 911/2002, 864/2003, 105/2005, 953/2005), το οποίο συνεπώς θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008). Κατά την έννοια αυτή, ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το αρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1011/1994, 1795/2012). Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, 1072-3/2005, 798/2010). Για την πληρότητα, όμως, του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο, με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκληση του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995, 567/1996). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 1376/2012).

Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των αρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002).

Για να θεμελιώνεται όμως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενο του και δεν αρκεί, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999, 832/2009, 1627/2010). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1315/1993, 194/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 55S ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ότι: "προκειμένου ο εναγόμενος (πρώτος αναιρεσείων) να προβεί στη σταδιακή εκταμίευση των επιδοτήσεων που είχαν εγκριθεί, είχε συμφωνήσει με τον ενάγοντα, αυτός να του παραδίδει σταδιακά τα τιμολόγια των υπεργολάβων και προμηθευτών των έργων εξοφλημένα, προκειμένου στη συνέχεια να τα προσκομίζει στην Περιφέρεια Ιονίων Νήσων και το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης αντίστοιχα και έτσι να προβεί στη σταδιακή εκταμίευση των επιδοτήσεων που είχαν εγκριθεί, για να πληρώσει μετέπειτα τη συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή, απαραίτητη δε τυπική προϋπόθεση για τη σταδιακή καταβολή των επιδοτήσεων ήταν τα προσκομιζόμενα τιμολόγια να εμφανίζονται εξοφλημένα και πέραν αυτού κάθε τιμολόγιο να συνοδεύεται από αντίστοιχη απόδειξη του υπεργολάβου ή προμηθευτή ή από γραμμάτιο κατάθεσης σε τραπεζικό λογαριασμό του εργολάβου, μετά δε την είσπραξη κάθε επιμέρους δόσης της επιδότησης ο εναγόμενος συμφώνησε ότι θα καταβάλλει στον ενάγοντα την αξία των τιμολογίων, ενώ για το υπολειπόμενο ποσό (εργολαβικό κέρδος) ο τελευταίος θα εξέδιδε δικά του τιμολόγια, για το λόγο αυτό τα προσκομισθέντα από τον εναγόμενο τιμολόγια έχουν εκδοθεί στο όνομα του, ενώ στην πραγματικότητα έχουν εξοφληθεί από τον ενάγοντα...", δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. πρωτ. …/24-9-2010 βεβαίωση της ... Α.Ε (της εταιρείας που ανέλαβε την υλοποίηση των προγραμμάτων), την οποία νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη της αναλήθειας του ισχυρισμού του αντιδίκου τους, ότι εκτέλεσε τα έργα με δικά του υλικά και δικό του εργατοτεχνικό προσωπικό, αλλά η έκδοση των φορολογικών στοιχείων επιβάλλονταν και εκδίδονταν στο όνομα του πρώτου αναιρεσείοντα, προκειμένου να εκταμιεύσει το ποσό, του οποίου ήταν δικαιούχος από τα ανωτέρω προγράμματα, και έχει ως εξής: "Σε απάντηση του υπ' αριθ. …/24.09.2010 αιτήματος σας, σας γνωρίζουμε ότι το έργο στην θέση … και το έργο στην θέση … έχουν ενταχθεί στο επιδοτούμενο πρόγραμμα ΟΠΑΑΧ [Ολοκληρωμένα Προγράμματα Ανάπτυξης Αγροτικού Χώρου]. Για την υλοποίηση και την πιστοποίηση του προαναφερομένου επιδοτούμενου προγράμματος και την εκταμίευση του προβλεπομένου ποσού στον δικαιούχο παρέχεται η δυνατότητα στον δικαιούχο επενδυτή - εργοδότη να υπογράψει συμβάσεις εκτελέσεως κάθε εργασίας απευθείας με εργολάβο αντίγραφα των οποίων θα πρέπει να έχουν κατατεθεί προηγουμένως στην αρμόδια Δ.Ο.Υ αφενός και αφετέρου να προσκομίσει τιμολόγια αγοράς υλικών και παροχής υπηρεσιών εκδοθέντα στο όνομα του εργοδότη με τις αντίστοιχες εξοφλητικές αποδείξεις, Επίσης μπορούν να συναφθούν συμβάσεις εκτελέσεως του έργου μεταξύ εργολάβου που ανέλαβε την εκτέλεση των εργασιών με κάθε ένα από τους υπεργολάβους που θα εκτελέσει κάθε εργασία για λογαριασμό του εργοδότη, οι οποίες προηγουμένως θα πρέπει να κατατεθούν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., να προσκομισθούν τιμολόγια αγοράς υλικών και τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και εξοφλητικές αποδείξεις αυτών στο όνομα του εργολάβου που ανέλαβε την εκτέλεση του έργου και εξόφλησε τα τιμολόγια αγοράς υλικών και παροχής υπηρεσιών ο ίδιος για λογαριασμό όμως του εργοδότη". Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση "και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι με επίκληση προσκομίζουν, συμπεριλαμβανομένων και αυτών, που οι εναγόμενοι-εγκαλούντες το πρώτον προσκομίζουν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (529 ΚΠολΔ)", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της απόφασης που προαναφέρθηκαν, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να το μνημονεύσει ειδικώς, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, και το φερόμενο ως αγνοηθέν υπ' αριθμ. πρωτ. …/24-9-2010 έγγραφο της ... ΑΕ, αλλά κατέληξε, σχετικά με την κατάρτιση και το περιεχόμενο των επίδικων διαδοχικών συμβάσεων έργου, σε αντίθετο με τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο δεν αποκλείεται από το περιεχόμενο του επικαλούμενου ως άνω εγγράφου, συνεκτιμώντας τούτο ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ. με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση του (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων ένορκες βεβαιώσεις). Επομένως, ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Συνακόλουθα τούτων και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, που περιέχεται στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αυτής, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω υπ' αριθμ. …/24-9-2010 βεβαίωσης της ... ΑΕ, καθώς "η αναιρεσιβαλλόμενη δεν ανέγνωσε καν το συγκεκριμένο έγγραφο και τούτο αποδεικνύεται περίτρανα από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται καθόλου στο κείμενο της αποφάσεως ούτε άμεσα ούτε έμμεσα" ανεξαρτήτως της αοριστίας του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας.

Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο, της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του. Εξ άλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013). Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011). Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αίτησης τους, αποδίδουν στο Εφετείο πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συνεχώς αναφέρεται σε έγγραφη σύμβαση μεταξύ του πρώτου από αυτούς και του αντιδίκου τους, χωρίς όμως να δικαιολογεί για ποιο λόγο κρίνει ότι υφίσταται έγγραφη σύμβαση, με αποτέλεσμα να μην έχει καθόλου αιτιολογία, ενόψει των υποβληθέντων με τις έγγραφες προτάσεις ισχυρισμών τους, ότι ουδεμία σύμβαση υπογράφηκε με τον αντίδικο, αλλά η όποια συμφωνία του τελευταίου με τον πρώτο από αυτούς λύθηκε χωρίς τη σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, καθόσον δεν περιέχονται στο αναιρετήριο τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση των προβαλλομένων από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεων των αναιρεσειόντων. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε, ούτε στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του τρόπου κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων έργου μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος και του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες. Επομένως ο προαναφερόμενος από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Τέλος, όλες οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους ίδιους ως άνω (πρώτο έως πέμπτο) λόγους της αίτησης και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος τους είναι απαράδεκτοι.

Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η υπό κρίση αίτηση με τους πρόσθετους λόγους αυτής, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ.1/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180, 183, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όμως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-1-2015 αίτηση των Κ. Σ., Β. Σ. και Χ. Σ. και τους από 15-7-2015 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ'αριθμ.159/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ