Legislator Case Law & Legislation
1453/2014 AI generated

1453/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1453/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1453 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1453/2014

Legislator headnote

AI generated
1453/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1453 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1453/2014 «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.»

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1453 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1453/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CYBARCO ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Θ. Α. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Θερμογιάννη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ν. Α.Ε. ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ - ΛΑΤΟΜΙΚΕΣ - ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παπασταυρόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Οκτωβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2159/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1559/2007του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1498/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου (1559/2007) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3286/2012 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την 13 Μαρτίου 2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 12 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 3286/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 44 παρ. 1 στοιχείο α' του ν. 1892/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2302/1995 και το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 2359/1995, υπό τις εκεί αναφερόμενες προϋποθέσεις, οι συμφωνίες μεταξύ πιστωτών και επιχείρησης, που περιλαμβάνεται σε μία από τις περιπτώσεις α, β, γ ή δ του άρθρου 5 του ν. 1386/1983, που ρυθμίζουν ή περιορίζουν τα χρέη αυτής, δεσμεύουν και τους μη συμβεβλημένους πιστωτές, το Δημόσιο κλπ., εφόσον οι συμβεβλημένοι πιστωτές εκπροσωπούν το 60% του συνόλου των απαιτήσεων, στο οποίο πρέπει να περιλαμβάνεται και το 40% των τυχόν εμπραγμάτως ασφαλισμένων, όπως οι απαιτήσεις αυτές εμφανίζονται στα τηρούμενα από την επιχείρηση βιβλία και στον ισολογισμό της τελευταίας εταιρικής χρήσης, που προηγήθηκε της σχετικής συμφωνίας. Η εν λόγω διάταξη καθορίζει τόσο τις προϋποθέσεις όσο και τον κύκλο των προσώπων που δεν έχουν συμβληθεί και δεσμεύονται από τη συμφωνία ρύθμισης ή περιορισμού των χρεών μιας επιχείρησης από τις υπαγόμενες στο άρθρο 5 παρ. 1 περ. α, β, γ και δ του ν. 1386/1983. Όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση του νόμου, τα δεσμευόμενα (χωρίς να έχουν συμβληθεί) πρόσωπα είναι πιστωτές που εκπροσωπούν, κατά ανώτατο όριο, το 40% των απαιτήσεων, που εμφανίζονται στα βιβλία και στον τελευταίο ισολογισμό της επιχείρησης, ενώ δεν δεσμεύονται οι πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις δεν προκύπτουν από τα βιβλία και από τον τελευταίο ισολογισμό αυτής. Κατά μείζονα λόγο, δεν δεσμεύονται από τη σχετική ρύθμιση οι πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις είτε δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας είτε υπήρχαν κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας, αλλά δεν υπήρχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης του τελευταίου ισολογισμού της επιχείρησης και, συνεπώς, δεν μπορούσαν να εμφανιστούν στα βιβλία, ούτε να συντρέξουν στην κατάρτιση του τελευταίου ισολογισμού και να συνδιαμορφώσουν από κοινού με τις λοιπές απαιτήσεις τις πλειοψηφίες, που προβλέπονται από τον νόμο για την εγκυρότητα της ρύθμισης και για τη δέσμευση των μη συμβαλλομένων πιστωτών. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 44 παρ. 1 του ν. 1892/1990, δεχόμενη ότι η αναιρεσίβλητη δεν δεσμεύεται από τη συμφωνία περιορισμού των χρεών της 1ης αναιρεσείουσας και απορρίπτοντας ως αβάσιμη τη σχετική ένσταση εξόφλησης των αναιρεσειόντων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο διέλαβε σ' αυτή τις ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές : "Ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας με την ιδιότητα του ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, εξέδωσε, υπογράφοντας υπό την εταιρική επωνυμία, τον Ιανουάριο του 1999 στην Αθήνα, σε διαταγή της ενάγουσας και παρέδωσε σ'αυτήν, την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-4-1999, ποσού 4.268.000 δραχμών ή 12.525,31 Ευρώ, συρομένη επί του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού που η πρώτη εναγόμενη τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα. Την επιταγή αυτή μεταβίβασε η ενάγουσα με οπισθογράφηση στις 5-3-1999 προς την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, η οποία την εμφάνισε, νόμιμα και εμπρόθεσμα για πληρωμή, στην πληρώτρια Τράπεζα, στις 30-4-1999, πλην όμως δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου "στο λογαριασμό της εκδότριας και το γεγονός της εμφάνισης και μη πληρωμής σημειώθηκε επί του σώματος της επιταγής από την πληρώτρια Τράπεζα. Ακολούθως, η εμφανίσασα την επιταγή κομίστρια αυτής άσκησε εξωδίκως το αναγωγικό της δικαίωμα κατά της οπισθογράφου ενάγουσας, η οποία αφού πλήρωσε το ποσόν της ανέλαβε το σώμα αυτής, γεγονός που δεν αμφισβητούν οι εναγόμενοι και κατέστη έτσι νόμιμη εξ'αναγωγής κομίστρια της επιταγής. Αποδεικνύεται, επίσης, ότι ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας με την προαναφερθείσα ιδιότητα του, εξέδωσε την ως άνω επιταγή αν και γνώριζε πως η εταιρία την οποία εκπροσωπούσε δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο πληρωμής αυτής, αρκούσης για την ύπαρξη της υπαιτιότητας του της γνώσης του και μόνο στο χρόνο αυτό. Εξάλλου, η κήρυξη της πτώχευσης της πρώτης εναγομένης εταιρίας, με την υπ' αριθμ. 923/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν αναιρεί εν προκειμένω την υπαιτιότητα των εναγομένων για τη μη πληρωμή της επιταγής που εκδόθηκε μεταχρονολογημένη, διότι η πτώχευση κηρύχθηκε στις 19-5-1999, ήτοι μετά την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να πληρωθεί και εμφανίσθηκε η επιταγή (30-4-1999) και επομένως δεν εμποδιζόταν κατά το χρόνο εμφάνισής της η πληρωμή της εξαιτίας της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ενώ όσον αφορά το δεύτερο εναγόμενο πρέπει να λεχθεί επιπρόσθετα ότι σε κάθε περίπτωση η πτώχευση της εταιρίας που εκπροσωπεί δεν επιδρά στην ευθύνη του από αδικοπραξία λόγω της έκδοσης, με την ανωτέρω ιδιότητά του, ακάλυπτης επιταγής, η οποία (ευθύνη) είναι αυτοτελής (βλ. για το τελευταίο ΑΠ 29/2006, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, οι εναγόμενοι αρνούμενοι. την ύπαρξη ζημίας της ενάγουσας ισχυρίζονται ότι έχει εξοφληθεί το ποσόν της επίμαχης επιταγής. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι με το από 20-5-2000 εξώδικο της, η πρώτη εναγομένη προσέφερε στην ενάγουσα το ποσόν των 1253,00 Ευρώ, ήτοι το 10% του κεφαλαίου της επιταγής, το οποίο υποχρεούτο να της καταβάλει προς ολοσχερή εξόφληση της σχετικής υποχρέωσης της δυνάμει της επικυρωθείσας με την υπ' αριθμ. 9815/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών συμφωνίας της (πρώτης εναγομένης) με τους πιστωτές της κατ' άρθρο 44 του Ν. 1892/1990 και ότι μετά την άρνηση της ενάγουσας να αποδεχθεί αυτή την καταβολή κατέθεσε δημόσια το παραπάνω ποσόν ... . Επίσης αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 9815/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επικυρώθηκε η από 6-10-1999 έγγραφη συμφωνία που καταρτίσθηκε, κατ' άρθρο 44 παρ. 1 του Ν. 1892/1990/ μεταξύ της πρώτης εναγομένης και των πιστωτριών της ανωνύμων τραπεζικών εταιριών ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ και ALPHA ΛΙΣΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ, που εκπροσωπούσαν το 63,68% του συνόλου των κατά την 31-12-1998 απαιτήσεων κατά της πρώτης εναγομένης και το 99,20% του συνόλου των κατά την ίδια ημερομηνία εμπραγμάτως ασφαλισμένων απαιτήσεων κατ' αυτής. Κατά τα οριζόμενα στη συμφωνία, όλες οι απαιτήσεις των λοιπών πλην των ανωτέρω συμβληθέντων πιστωτών της πρώτης εναγομένης είτε εμφανίζονται στα βιβλία της επιχείρησης και στον ισολογισμό της 31-12-1998 είτε όχι και μέχρι την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας θα εξοφλούνται σε ποσοστό 10% του κεφαλαίου αυτών και μόνον. Όμως η από την ένδικη επιταγή απαίτηση της ενάγουσας, που δεν συμβλήθηκε στην παραπάνω σύμβαση, δεν προκύπτει από τα βιβλία και τον ισολογισμό της πρώτης εναγομένης της 31-12-1998 (τελευταίας πριν από τη συμφωνία εταιρικής χρήσης) αφού τότε δεν είχε ακόμη γεννηθεί, καθόσον η επιταγή εκδόθηκε πράγματι τον Ιανουάριο του 1999 και εμφανίσθηκε για πληρωμή στις 30-4-1999 οπότε και σφραγίσθηκε ως ακάλυπτη. Επομένως, η ενάγουσα, δεν περιλαμβάνεται κατά το νόμο στα πρόσωπα που δεσμεύονται από την από 6-10-1999 συμφωνία περιορισμού των χρεών της πρώτης εναγομένης, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν και συνακόλουθα η απαίτηση της από την ένδικη επιταγή δεν αποσβέσθηκε με την εκ μέρους της τελευταίας μη προσήκουσα προσφορά και εν συνεχεία δημόσια κατάθεση μέρους του ποσού της επιταγής αυτής, το οποίο, άλλωστε, δεν αποδείχθηκε ότι έχει εισπράξει η ενάγουσα ώστε να υφίσταται ισόποσος περιορισμός της ζημίας της." Με βάση τις προαναφερόμενες και αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων για αδικοπρακτική αποζημίωση από την έκδοση της ... τραπεζικής επιταγής αξίας 12.525,31 ευρώ, που εκδόθηκε τον Ιανουάριο 1999 από τον 2ο αναιρεσείοντα ως νόμιμο εκπρόσωπο της 1ης αναιρεσείουσας και σφραγίστηκε ως ακάλυπτη στις 30-4-1999, δεν δεσμεύεται από την από 6-10-1999 συμφωνία περιορισμού των χρεών της τελευταίας, επειδή δεν περιλαμβανόταν στα βιβλία και στον τελευταίο ισολογισμό αυτής, ο οποίος συντάχτηκε στις 31-12-1998, δηλαδή σε χρόνο που η εν λόγω απαίτηση δεν είχε ακόμη γεννηθεί. Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης δεν αποσβέστηκε με τη μη προσήκουσα προσφορά και δημόσια παρακατάθεση μέρους αυτής ίσου με το 10% του κεφαλαίου της (όπως προβλέπει για τους δεσμευόμενους πιστωτές η από 6-10-1999 συμφωνία) και, αφού απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση εξόφλησης, δέχτηκε την αγωγή κατά το μέρος που είχε αχθεί ενώπιόν του, χωρίς να παραβιάσει, ευθέως ή εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 44 παρ. 1 του ν. 1892/1990, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, όλες τις ουσιαστικές παραδοχές που καθιστούσαν ανεφάρμοστη την εν λόγω διάταξη στην κρινόμενη υπόθεση. Επομένως, ο αντίθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμη βάση, εμφανίζοντας αντιφατικές αιτιολογίες που προκαλούν αβεβαιότητα ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ίδιας διάταξης (άρθρου 44 παρ. 1 ν. 1892/1990). Ειδικότερα, η, κατά τους αναιρεσείοντες, αντιφατικότητα εντοπίζεται στο ότι, ενώ η απόφαση αναφέρει στο σκεπτικό της ότι στη σχετική συμφωνία περιορισμού των χρεών της 1ης αναιρεσείουσας περιέχεται ο όρος, ότι αυτή θα δεσμεύει και τους πιστωτές που δεν έχουν συμβληθεί άσχετα αν οι απαιτήσεις τους εμφανίζονται ή όχι στα βιβλία αυτής και στον ισολογισμό της 31ης/12/1998, ταυτόχρονα δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν δεσμεύεται από τη συμφωνία αυτή, επειδή η απαίτησή της δεν προκύπτει από τα βιβλία και τον τελευταίο ισολογισμό της 1ης αναιρεσείουσας, αφού δεν είχε ακόμη γεννηθεί κατά τη σύνταξή του. Δεν πρόκειται, όμως, για αντιφατικές παραδοχές ως προς συγκεκριμένο πραγματικό ισχυρισμό με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά για δύο διαφορετικές και μη αντικρουόμενες ουσιαστικές διαπιστώσεις, από τις οποίες η μία αφορά τη ύπαρξη του σχετικού όρου της συμφωνίας και η άλλη τον χρόνο γέννησης της απαίτησης της αναιρεσίβλητης και την αδυναμία αυτής να συμπεριληφθεί στα βιβλία και στον τελευταίο ισολογισμό της 1ης αναιρεσείουσας, με βάση δε τη δεύτερη παραδοχή το Εφετείο έκρινε ορθά ότι η αναιρεσίβλητη δεν δεσμεύεται από τη σχετική συμφωνία και τους όρους που περιέχει, όπως είναι και ο επίμαχος όρος, ο οποίος αντίκειται στην προαναφερόμενη επιτακτική διάταξη του άρθρου 44 ν. 1892/1990, όπως ισχύει, και είναι άκυρος. Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η κρίση του Εφετείου, ότι η αναιρεσίβλητη δεν δεσμεύεται από την συμφωνία περιορισμού των χρεών της 1ης αναιρεσείουσας, και η συνακόλουθη απόρριψη της ένστασης εξόφλησης αυτής οφείλεται σε παραμόρφωση του εγγράφου της εν λόγω συμφωνίας, δηλαδή σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αυτής ή, αλλιώς, σε μη ανάγνωση κρίσιμης περικοπής του, με αποτέλεσμα να αποδοθεί στο έγγραφο περιεχόμενο που δεν έχει. Ως κρίσιμη δε περικοπή που δεν αναγνώστηκε φέρεται το μέρος του κειμένου που προβλέπει δέσμευση από τη συμφωνία και των πιστωτών που δεν έχουν συμβληθεί και οι απαιτήσεις τους δεν περιλαμβάνονται στα βιβλία και στον τελευταίο ισολογισμό της 1ης αναιρεσείουσας. Όπως, όμως, προκύπτει από τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ανέγνωσε και διέγνωσε ορθά το σχετικό κείμενο της από 6-10-1999 συμφωνίας περιορισμού των χρεών της 1ης αναιρεσείουσας, δεχόμενο ότι πράγματι περιέχεται σ' αυτή η επίμαχη πρόβλεψη, για δέσμευση και των πιστωτών που δεν συμβλήθηκαν και οι απαιτήσεις τους δεν εμφανίζονται στα βιβλία και στον τελευταίο ισολογισμό αυτής, για τον οποίο και για την όλη συμφωνία ορθά έκρινε ότι δεν δεσμεύει τους πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις δεν είχαν ακόμη γεννηθεί κατά τη σύνταξη του σχετικού ισολογισμού και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να εμφανιστούν στα βιβλία και να συνυπολογιστούν κατά την κατάρτιση του ισολογισμού της 31ης/12/1998. Επομένως, και αυτός ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 3286/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ