1453/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1453 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1453/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 1453 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1453/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Τ. συζ. Δ. Κ., το γένος Α. Α. και 2) Δ. Κ. του Α., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βλάχο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. Ρ. του Α., 2)Α. Ρ. του Α., 3)Ά. Α. του Α., 4)Κ. Α. του Α., 5)Γ. Α. του Α., όλων κατοίκων ... 6)Β. συζ. Χ. Μ., το γένος Α. Α., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας στη …, 7)Λ. χας Μ. Α., 8)Α. Α. του Μ., 9)Β. Α. του Μ. και 10)Ε. Α. του Μ., κατοίκων ... και προσωρινά διαμενουσών στη …Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γκιουλέκα, ο οποίος ανακάλεσε την από 11-4-2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24779/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1532/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-11-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 3-4-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980-984, 994 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα επ' ονόματι και των λοιπών συγκυρίων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την απόφασή του να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό. Τέτοια όμως γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκύριοι προβαίνουν σε άτυπη διανομή του κοινού ακινήτου αφού έκτοτε καθένας απ' αυτούς με γνώση των λοιπών νέμεται αποκλειστικώς για τον εαυτό του το περιελθόν σ' αυτόν με την άτυπη διανομή μέρος του ακινήτου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 6, 7, 8, 12 και 43 ν.1337/1983 "Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις (ήδη άρθρα 37, 38, 39, 43, 45 και 48 του Π.Δ. της 14/27-7-1999 "Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας") για την επέκταση σχεδίων πόλεων, καθώς και οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, όπως και για την ένταξη σε πολεοδομικό σχέδιο και επέκταση οικισμών μεταγενεστέρων του 1923, καταρτίζεται και εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ γενικό πολεοδομικό σχέδιο, ακολούθως συντάσσεται και εγκρίνεται με Π.Δ/μα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, πολεοδομική μελέτη και τέλος καταρτίζεται πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης η οποία κυρώνεται με απόφαση του Νομάρχη και μεταγράφεται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο. Η πράξη εφαρμογής καθορίζει τα τμήματα που αφαιρώνται από κάθε ιδιοκτησία για εισφορά γης, τα τμήματα που μετατρέπονται σε χρηματική εισφορά και προσδιορίζει τα τμήματα που ρυμοτομούνται για κοινόχρηστους χώρους ή καταλαμβάνονται από κοινωφελείς χώρους και μπορεί να επιφέρει σημαντικές διαρρυθμίσεις σε κάθε ιδιοκτησία γενικά, όπως μετακινήσεις, τακτοποιήσεις, προσκυρώσεις, ανταλλαγές καθώς και αλλαγές της μορφής των ιδιοκτησιών. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ.7 περ. α', β' και γ' του ν.1337/1983 (άρθρο 48 παρ.7 περ. α', β' και γ' Κ.Β.Π.Ν.) ορίζονται τα εξής: α) Η πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης μετά την κύρωσή της με απόφαση του Νομάρχη, γίνεται οριστική και αμετάκλητη και αποτελεί ταυτοχρόνως και πράξη βεβαίωσης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη, όπως και για κάθε μεταβολή που επέρχεται στα ακίνητα ... Με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης επέρχονται όλες οι αναφερόμενες σ' αυτήν μεταβολές στις ιδιοκτησίες, εκτός από εκείνες για τις οποίες οφείλεται αποζημίωση και για τη συντέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.δ. από 17-7-/16-8-1923 και ν.δ. 797/1971 (ήδη του ν.2882/2001), β) Αμέσως μετά την κύρωση και μεταγραφή της πράξης εφαρμογής ο οικείος ΟΤΑ, το Δημόσιο ή τα ν.π.δ.δ. καθώς και κάθε ενδιαφερόμενος μπορούν να καταλάβουν τα νέα ακίνητα που διαμορφώθηκαν και με την πράξη εφαρμογής περιέρχονται σ' αυτούς με την προϋπόθεση ότι έχουν καταβληθεί οι αποζημιώσεις της προηγούμενης περίπτωσης. Για τα ακίνητα αυτά δεν ισχύουν οι διατάξεις για την χρησικτησία ... και γ) Η μεταβολή ακινήτων σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου αυτού και την πράξη εφαρμογής, συνεπάγεται την άμεση απόσβεση κάθε εμπραγμάτου δικαιώματος τρίτου που υπήρχε στα μεταβαλλόμενα ακίνητα. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές οι μεταβολές των ιδιοκτησιών χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι μεταβολές των ιδιοκτησιών που συνίστανται σε εισφορά σε γη με την αφαίρεσή τους και τη διάθεση τους για τους προβλεπομένους στο νόμο σκοπούς, οι οποίες και επέρχονται όλες με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής. Αν, λοιπόν, πρόκειται για μεταβολή της κατηγορίας αυτής, η μεταβολή των ακινήτων σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής, συνεπάγεται και την άμεση απόσβεση κάθε εμπραγμάτου δικαιώματος τρίτου που υπήρχε στα μεταβαλλόμενα ακίνητα. Στη δεύτερη κατηγορία μεταβολών ανήκουν εκείνες που αφορούν προσκυρώσεις, τακτοποιήσεις και ρυμοτομήσεις ή και δεσμεύσεις ιδιοκτησιών για την ανέγερση κοινωφελών κτιρίων, πέραν της οφειλομένης εισφοράς σε γη. Οι επεμβάσεις αυτές εφόσον συνίστανται σε αναγκαστικές αφαιρέσεις ιδιοκτησιών ή τμημάτων ιδιοκτησιών επιπλέον εκείνων που περιλαμβάνονται στην καθορισμένη έκταση εισφοράς σε γη, δεν ολοκληρώνονται με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής αλλά σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.2 του Συντάγματος, θα πρέπει να προηγηθεί η πλήρης αποζημίωση των θιγομένων ιδιοκτησιών και μόνον μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης των εν λόγω ακινήτων με την καταβολή της αποζημίωσης ή τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της παρακατάθεσής της, επέρχεται μεταβολή στην κυριότητα των ακινήτων της κατηγορίας αυτής. Στην ίδια κατηγορία μεταβολών ανήκει και η περίπτωση που με την πολεοδομική μελέτη ρυμοτομείται ακίνητο πέραν της κατά νόμο υποχρέωσης του ιδιοκτήτη του για εισφορά σε γη χωρίς αντάλλαγμα, οπότε αντί της καταβολής αποζημιώσεως, δίδεται σε αυτόν με την πράξη εφαρμογής, ως αντάλλαγμα, άλλο οικόπεδο ίσης αξίας με το ρυμοτομούμενο τμήμα του ακινήτου του αφού και στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αναγκαστική αφαίρεση ιδιοκτησίας πέραν της οφειλομένης εισφοράς σε γη. Οι ρυθμίσεις όμως αυτές, σε σχέση με τις μεταβολές που επέρχονται στην κυριότητα των ακινήτων με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, δεν αποκλείουν τη χρησικτησία στο τμήμα ιδιοκτησίας που απομένει στον ιδιοκτήτη ή τους συνδιοκτήτες της μετά τη ρυμοτόμηση ενός τμήματος αυτής και συνεπώς επί του τμήματος αυτού μπορεί να αποκτηθεί κυριότητα από το συγκύριό του ή από τρίτον με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκουμένου δικαιώματος, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή κάποιας καταλυτικής ή παρακωλυτικής ενστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο Α. Α. του Μ., κάτοικος στη ζωή ' … του νομού …και νυν ….ο οποίος απεβίωσε στις 9-11-1965 χωρίς να αφήσει διαθήκη, είχε στην κυριότητά του, μεταξύ των άλλων τα εξής ακίνητα: α]έναν αγρό, εκτάσεως 1.700 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", της κτηματικής περιοχής …με διώροφη επ' αυτού οικία, εμβαδού 112 τ.μ. περίπου, που συνορεύει βόρεια με αγρό ιδιοκτησίας Α. Μ., νότια με αγρό ιδιοκτησίας Β. Π., ανατολικά με αγρό ιδιοκτησίας Ι. Α. και Α. Ρ. και δυτικά με δρόμο, και β]έναν αγρό, εμβαδού 1.818 τ.μ. περίπου που βρίσκεται στη θέση "..." της ίδιας ως άνω κτηματικής περιοχής, και συνορεύει με ακίνητα ιδιοκτησίας κληρονόμων Τ. Α., Ι. Κ., Κ. και κληρονόμων Δ. Ν. και με κοινοτική οδό. Ο Α. Α. το έτος 1952 παρότι μερικά από τα επτά [7] τέκνα του ήταν σε μικρή ηλικία, προέβη σε άτυπη διανομή των ως άνω δύο ακινήτων [αγρών] αλλά και άλλων περιουσιακών του στοιχείων. Ειδικότερα, το αγροτεμάχιο στη θέση "...", εκτάσεως 1.700 τ.μ. το διένειμε ατύπως στα τέκνα του Τ., Μ., Γ. και Β. και το άλλο αγροτεμάχιο στη θέση "...", εκτάσεως 1.818 τ. μ. περίπου το διένειμε ατύπως στα τέκνα του Κ., Μ., Ά. και στην σύζυγό του Α. Η άτυπη αυτή διανομή αποτυπώθηκε και σε ιδιωτικό έγγραφο το έτος 1985, αφού όλοι οι ανωτέρω κληρονόμοι του Α. Α., συνυπέγραψαν δύο συμφωνητικά, στα οποία αναφέρεται ότι συμφωνούν και δεν έχουν αντίρρηση με τον τρόπο που κατατμήθηκαν και μοιράστηκαν στους ίδιους από τον Α. Α. το έτος 1952, με άτυπη διανομή, τα αγροτεμάχια στη θέση "..." … και "..." …Συγκεκριμένα στο πρώτο από το έτος 1985 συμφωνητικό που αφορά το αγροτεμάχιο στη θέση "..." αναφέρουν ότι οι κάτοχοι καθενός από τα τέσσερα τμήματα που δημιουργήθηκαν τα κατέχουν από το έτος 1952, και τα καλλιεργούν ατομικά, ενώ σύμφωνα με το τοπογραφικό που ακολουθεί το συμφωνητικό, στο υπ' αριθμ. 1 τμήμα εμβαδού 307 τ.μ. εγκαταστάθηκε η εκκαλούσα Τ. Α., στο υπ' αριθμ. 2 τμήμα, εμβαδού 307 τ.μ. εγκαταστάθηκε ο Μ. Α. [δικαιοπάροχος των 8ης, 9ης, 10ης και 11ης εφεσίβλητων], στο υπ' αριθμ. 3 εγκαταστάθηκε ο Γ. Α. [έκτος εφεσίβλητος], στο τμήμα δε αυτού βρίσκεται και η παλαιά οικία, κατασκευασμένη το έτος 1951 από τον αποβιώσαντα και στο υπ' αριθμ. 4 τμήμα εγκαταστάθηκε η Β. Α. [έβδομη εφεσίβλητη]. Στο δεύτερο από έτους 1985 συμφωνητικό που αφορά το αγροτεμάχιο στη θέση "..." αναφέρουν ότι οι κάτοχοι καθενός από τα τέσσερα τμήματα που δημιουργήθηκαν, τα κατέχουν από τότε, δηλαδή το έτος 1952, και τα καλλιεργούν ατομικά, ενώ σύμφωνα με το τοπογραφικό που ακολουθεί το συμφωνητικό, στο υπ' αριθμ. 1 τμήμα, εμβαδού 3089,525 τ.μ. εγκαταστάθηκε ο Κ. Α. [πέμπτος εφεσίβλητος], στο τμήμα δε αυτό βρίσκεται και οικία κατασκευασμένη από τον τελευταίο, στο υπ' αριθμ. 2 τμήμα, εμβαδού 389,525 τ.μ. εγκαταστάθηκε η Μ. Α. [δικαιοπάροχος των 1ου, 2ης και 3ης εφεσίβλητων], στο υπ' αριθμ. 3 τμήμα, εμβαδού 389,525 τ.μ. εγκαταστάθηκε ο Ά. Α. [τέταρτος εφεσίβλητος] και στο υπ' αριθμ. 4 τμήμα, εμβαδού 389,525 τ.μ. εγκαταστάθηκε η Α. Α. [σύζυγος του αποβιώσαντος Α. Α.]. Καθένας από τους ανωτέρω περιέφραξε το τμήμα που έλαβε από την άτυπη διανομή, χωρίς να προκύψει οποιοδήποτε πρόβλημα. Μάλιστα ο Γ. Α. επεξέτεινε το υφιστάμενο παλαιό κτίσμα που υπήρχε στο τμήμα που έλαβε από την άτυπη διανομή, ανεγείροντας μια διώροφη οικία, εμβαδού 54 τ.μ. περίπου σε κάθε όροφο, ο Κ. Α. ανήγειρε διώροφη οικία, χρησιμοποιώντας τον ισόγειο όροφο ως σιδηρουργείο και τον πρώτο όροφο ως κατοικία και εξεδόθη για το τμήμα αυτό η υπ' αριθμ. 77/1999 πολεοδομική άδεια της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης για την κατασκευή στέγης και η τρίτη εφεσίβλητη ανήγειρε εντός του τμήματος που είχε διανεμηθεί στη μητέρα της, διώροφη οικία, εμβαδού 320 τ.μ., εκδίδοντας την υπ' αριθμ. 177/1997 πολεοδομική άδεια της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης. Οι ως άνω κληρονόμοι του Α. Α. από το έτος 1952 που έγινε η άτυπη διανομή από τον τελευταίο, ενεργούσαν είτε οι ίδιοι προσωπικά είτε δια αντιπροσώπου πράξεις νομής και κατοχής, αποκλειστικά ο καθένας στο δικό του τμήμα, το οποίο είχε περιφράξει. Άλλοι εξ αυτών επισκέπτονταν συχνά τα δικά τους τμήματα που ήταν ακάλυπτα και τα καλλιεργούσαν για λογαριασμό τους, ενώ αυτοί που είχαν κτίσματα σ' αυτά που κατείχαν με διάνοια κυρίου διέμεναν σ' αυτά, την υπόλοιπη δε έκταση την καλλιεργούσαν αποκλειστικά για λογαριασμό τους. Εφόσον λοιπόν τα επτά [7] τέκνα του Α. Α. και η σύζυγός του ασκούσαν διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου στα δικά τους ξεχωριστά και αυτοτελή τμήματα μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής [2006], ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, αρχής γενομένης από το 1952, την οποία όλοι επικύρωσαν το έτος 1985 με την υπογραφή των ως άνω συμφωνητικών, αυτοί έγιναν κύριοι των τμημάτων αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ως άνω δύο αγροί με την έκδοση της υπ' αριθμ. 4/1991 πράξεως εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης Κοινότητας …, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθ. ΔΠ/ΤΤΑ/60945/8-7-1991 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαγκαδά, στον τόμο … και αριθμό … καθώς και την υπ' αριθμ. πρωτ. 29/ΤΠΕ/52475/3943/ΠΣ/22-2-1996 πράξη τροποποίησης της ως άνω πράξης εφαρμογής, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαγκαδά, στον τόμο … και αριθμό …, εντάχθηκαν στο ρυμοτομικό σχέδιο της πρώην κοινότητας …και αποδόθηκαν εξ αδιαιρέτου στους ιδιοκτήτες, οι ίδιοι αγροί, ως οικόπεδα πλέον, ως ακολούθως: Για τον πρώτο ως άνω αγρό, εκτάσεως 1.700 τ. μ. αποδόθηκαν δύο οικόπεδα, το ένα με αριθμό ... του … ΟΤ, εκτάσεως 600 τ.μ. και το άλλο με αριθμό ... του … ΟΤ εκτάσεως 620 τ.μ., ανάμεσά τους δε διέρχεται κοινοτικός δρόμος. Για τον δεύτερο αγρό, εκτάσεως 1.818 τ.μ. περίπου, αποδόθηκε στους ιδιοκτήτες το υπ' αριθμ. ... οικόπεδο του … ΟΤ, εκτάσεως 1.794,08 τ.μ. Με την ένταξη αυτών στο ρυμοτομικό σχέδιο της πρώην κοινότητας …, στους κληρονόμους Α. Α. αποδόθηκαν οι ίδιοι αγροί ως οικόπεδα πλέον, οι οποίοι κληρονόμοι συνεχίζουν να κατέχουν διαιρετά τμήματα αυτών, όπως είχαν διαμορφωθεί με την άτυπη διανομή του έτους 1952 και επικύρωσαν το έτος 1985 με την υπογραφή των ως άνω δύο συμφωνητικών. Οι κληρονόμοι του Α. Α. δεν είναι συγκύριοι των νέων ως άνω τριών οικοπέδων, αλλά αποκλειστικοί κύριοι σε τμήματα αυτών.
Συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχει συγκυριότητα στα επίδικα ακίνητα, δεν μπορεί να ζητηθεί η διανομή αυτών. Άλλωστε, από τις διατάξεις του άρθρου 12 Ν. 1337/1983, όπως αναφέρεται πιο πάνω, για την επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και την οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ.2 και 3 Ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών, οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σ' αυτήν εδαφικές μεταβολές σε συσχετισμό με τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από της μεταγραφής της αποκτούν πρωτοτύπως κυριότητα επί των αναγραφομένων ιδιοκτησιών, υπό την προϋπόθεση όμως ότι είναι οι πραγματικοί κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση διαμόρφωσής τους. Στην προκειμένη περίπτωση οι κληρονόμοι του Α. Α. δεν ήταν συγκύριοι πριν από την πράξη εφαρμογής, των αρχικών δύο αγρών, αλλά κύριοι διαιρετών τμημάτων αυτών, που απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίοι αγροί αποτέλεσαν στη συνέχεια τη βάση για τη δημιουργία των οικοπέδων. Οι κληρονόμοι του Α. Α. συνέχισαν να είναι κύριοι των νέων οικοπέδων που τους αποδόθηκαν, στο τμήμα που ο καθένας νεμόταν και κατείχε και πριν από τη διαμόρφωση των αγρών σε οικόπεδα. Επομένως η σύζυγος του αποβιώσαντος, Α. Α., η οποία, με το υπ' αριθμ. .../4-11-1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Στυλιανής Στουπάκη - Χατζή, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε προς τους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της 7/28 επί των ως άνω δύο ακινήτων - αγρών, κατά το χρόνο μεταβίβασης αυτών, δεν ήταν συγκυρία αυτών αλλά κυρία διαιρετού τμήματος και κατά συνέπεια οι εκκαλούντες με βάση τον ως άνω παράγωγο τρόπο δεν απέκτησαν δικαίωμα συγκυριότητας στα ακίνητα αυτά. Τέλος αποδείχθηκε ότι οι κληρονόμοι του Α. Α. προέβησαν στην αποδοχή κληρονομιάς ολόκληρης της κινητής και ακίνητης περιουσίας αυτού, η οποία ήταν μεγάλη, μεταξύ των οποίων είναι και οι δύο ως άνω αγροί και στη συνέχεια ζήτησαν αρμοδίως, προκειμένου να αποκτήσουν σχετικούς τίτλους κυριότητας, καθόσον μέχρι τότε δεν διέθεταν, ενώ, όπως προαποδείχθηκε, είχαν αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας σε συγκεκριμένα τμήματα με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το παραπάνω γεγονός της αποδοχής κληρονομιάς και της διόρθωσης του κτηματολογικού πίνακα της πράξεως εφαρμογής. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε βάσιμη την ένσταση των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων περί ιδίας αυτών κυριότητας στα επίδικα ακίνητα και ότι συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που είχε κρίνει ομοίως και απορρίψει την ένδικη αγωγή διανομής των αναιρεσειόντων κατά παραδοχή της πιό πάνω ένστασης των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων δεν έσφαλε. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού για το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης κυριότητας των επιδίκων ακινήτων από τους αναιρεσίβλητους με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας στην οποία στηρίζεται η γενόμενη δεκτή ένστασή των ιδίας κυριότητας, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του ΑΚ και του ν.1337/1983. Ειδικότερα, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι ο Κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων Α. Α. ο οποίος απεβίωσε στις 9-11-1965 χωρίς να αφήσει διαθήκη, προέβη το έτος 1952 σε άτυπη διανομή των ως άνω δύο ακινήτων του της κτηματικής περιοχής …στα τέκνα του Τ., Μ., Γ., Β., Κ., Μ., Α. και στη σύζυγό του Α., δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, ότι η άτυπη αυτή διανομή αποτυπώθηκε και σε δύο (2) ιδιωτικά συμφωνητικά του έτους 1985 τα οποία συνυπέγραψαν όλοι οι ανωτέρω κληρονόμοι του Α. Α. μεταξύ των οποίων και η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων στα οποία αναφέρεται ότι όλοι συμφωνούν με τον τρόπο που κατατμήθηκαν τα δύο ως άνω ακίνητα και μοιράστηκαν στους ίδιους από τον Α. Α. το έτος 1952 με άτυπη διανομή, ότι οι ως άνω κληρονόμοι του Α. Α. από το έτος 1952 που έγινε η άτυπη διανομή, ενεργούσαν είτε οι ίδιοι προσωπικά είτε δι' αντιπροσώπου πράξεις νομής, αποκλειστικά ο καθένας στο δικό του εδαφικό τμήμα από τα επίδικα ακίνητα είτε αυτοπροσώπως είτε δι' αντιπροσώπου, ότι επισκέπτονταν συχνά τα δικά τους τμήματα που ήταν ακάλυπτα και τα καλλιεργούσαν για λογαριασμό τους, ενώ αυτοί που είχαν κτίσματα σ' αυτά που κατείχαν με διάνοια κυρίου διέμεναν σ' αυτά και την υπόλοιπη ακάλυπτη έκταση καλλιεργούσαν αποκλειστικά για λογαριασμό τους, ότι εφόσον τα επτά (7) τέκνα του Α. Α. και η σύζυγός του Α. ασκούσαν διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου στα δικά τους ξεχωριστά και αυτοτελή τμήματα μέχρι το έτος 2006 (χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής) ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας αρχής γενομένης από του έτους 1952, έγιναν κύριοι των τμημάτων αυτών με έκτακτη χρησικτησία, ότι οι δύο ως άνω αγροί με την έκδοση πράξεως εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης η οποία κυρώθηκε με απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης που μεταγράφηκε νόμιμα και την πράξη τροποποίησης της ως άνω πράξεως εφαρμογής που νόμιμα μεταγράφηκε, εντάχθηκαν στο ρυμοτομικό σχέδιο της πρώην Κοινότητας …και αποδόθηκαν εξ αδιαιρέτου στους ιδιοκτήτες όλους τους κληρονόμους του Α. Α. οι ίδιοι αγροί ως οικόπεδα πλέον, οι οποίοι (κληρονόμοι) συνεχίζουν να κατέχουν διαιρετά τμήματα αυτών όπως είχαν διαμορφωθεί με την άτυπη διανομή του έτους 1952 και επικύρωσαν το έτος 1985 με την υπογραφή των ως άνω δύο συμφωνητικών, η κυριότητα των επιδίκων ακινήτων αποκτήθηκε, κατά διαιρετά τμήματα από τους αναιρεσιβλήτους και τη δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Α. Α., με έκτακτη χρησικτησία η οποία δεν αποκλειόταν σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 12 παρ.7 περ. α', β'και γ'ν.1337/1983, από τις μεταβολές που επέφεραν στα αρχικά ακίνητα η πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης και η τροποποιητική αυτής πράξη. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος που με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Η αιτίαση του τετάρτου λόγου αναιρέσεως ότι η παραδοχή του Εφετείου ότι οι κληρονόμοι του Α. Α. είχαν καταστεί με έκτακτη χρησικτησία κύριοι αυτοτελών τμημάτων των επιδίκων ακινήτων προ της ένταξης στο ρυμοτομικό σχέδιο, είναι αντιφατική με την παραδοχή του ίδιου δικαστηρίου ότι οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν στην αποδοχή της κληρονομίας ολόκληρης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Α. Α. και στη συνέχεια ζήτησαν αρμοδίως, προκειμένου να αποκτήσουν σχετικούς τίτλους κυριότητας, τη διόρθωση της αρχικής πράξης εφαρμογής, είναι αβάσιμη δεδομένου ότι η αποδοχή της κληρονομίας του Α. Α. για την απόκτηση τίτλων κυριότητας από όλους τους κληρονόμους του, που μέχρι τότε δεν διέθεταν, δεν αναιρεί το γεγονός της ασκήσεως πράξεων νομής επί διαιρετών τμημάτων στα ως άνω ακίνητα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και την συνεπεία τούτου απόκτηση κυριότητας επί των τμημάτων αυτών με έκτακτη χρησικτησία.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β'ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ενστάσεως ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. β'ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι οι αντίδικοί τους αποσιώπησαν σκοπίμως και δολίως ότι το έτος 1976 η πρώτη των αναιρεσειόντων από κοινού με τη μητέρα της Α. Α., τον αδελφό της Μ. Α. και την αδελφή της Β. Μ. άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αγωγή αναγνώρισης του εξ αδιαθέτου κληρονομικού τους δικαιώματος στην κληρονομία του Α. Α. και διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας αυτού ως και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 26/1975 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά. Ο ισχυρισμός αυτός, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ενστάσεως των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων περί ιδίας αυτών κυριότητας κτηθείσης με έκτακτη χρησικτησία και συνεπώς δεν αποτελεί ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα και ακολούθως, κατά το τρίτο σκέλος του ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα απ' αυτά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ, τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων ώφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους τόσον ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσον και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό την αλήθεια των οποίων ώφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές (ΑΠ 1152/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων α) στην με αριθμό 4/10 απόφαση της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης περί τροποποίησης της με αριθμό 4 πράξης εφαρμογής περιοχής Κοινότητας …νομού Θεσσαλονίκης, β) στην με αριθμό .../12-8-1993 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του τρίτου των αναιρεσιβλήτων Α. Α. ενώπιον του συμβολαιογράφου Λαγκαδά Ανδρέα Λουκά Γεωργίου, γ) στην με αριθμό .../8-9-1070 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της Α. Α., του Μ. Α. και της Β. Μ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννου Κοτσιλέα, δ) στη με αριθμό .../23-2-1978 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του Α. Α., του Γ. Α., του Κ. Α. και της Μ. συζ. Α. Ρ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννου Κοτσιλέα και ε) στη με αριθ. πρωτ. .../4-6-2008 βεβαίωση του Δημάρχου Ρεντίνας περί των συνιδιοκτητών και των ποσοστών εξ αδιαιρέτου εκάστου εξ αυτών επί των επιδίκων ακινήτων, τα οποία αποτελούν πλήρη και έναντι όλων απόδειξη για το ουσία αβάσιμο του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί της δήθεν τελεσθείσης το έτος 1952 άτυπης διανομής των επιδίκων ακινήτων, ενώ προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στην κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με την επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στα ιδιωτικά συμφωνητικά του έτους 1985 και έτσι έκανε δεκτή την ένσταση ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων που προέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι. Από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με την επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά την αλήθεια των οποίων ώφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει τα έγγραφα αυτά για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Δεδομένου ότι επιτρέπεται ανταπόδειξη ως προς το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, το Εφετείο αχθέν στην κρίση ότι οι κληρονόμοι του Α. Α. απέκτησαν κυριότητα επί τεμαχίων των ως άνω επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άτυπης διανομής του έτους 1952, δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αρ.12 ερευνώμενος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.β'ΚΠολΔ που ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι, όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν σε δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας και στην τροποποίηση της αρχικής πράξης εφαρμογής για να αποκτήσουν τίτλο κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση ορίζουν ότι αυτοί έπρεπε να προβούν είτε σε κύρωση ανώμαλης δικαιοπραξίας είτε σε έγερση αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία ουσιαστικών διατάξεων νόμου ή την υπαγωγή σ'αυτές των πραγματικών περιστατικών αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για τις οποίες κρίνουν ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι ηττώμενοι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2011 αίτηση των Τ. συζ. Δ. Κ. και Δ. Κ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1532/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και -
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ