1453/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1453 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1453/2011
Legislator headnote
AI generated1453/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1453 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1453/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1453 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1453/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Χ. και Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γ. Διαμαντόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Θ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Ε. Κ. του Σ., 3. Α. Μ. του Α., συζ. Σ. Β., 4. Κ. Κ. του Ν., κατοίκων ..., 5α. Δ. χας Σ. Κ., το γένος Η. Τ., 5β. Ε. Κ. του Σ., κατοίκων ... ως μόνων (5α, 5β) εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος - συζύγου και πατέρα - Σ. Κ. του Ν., 6. Μ. Κ. του Ν. , συζ. Α. Π., 7. Φ. Π. του Χ., κατοίκων ..., 8. Β. Π. του Χ., συζ. Β. Μ., κατοίκου ..., 9. Σ. Π. του Χ. συζ. Β. Π. και 10. Φ. Π. του Χ., συζ. Ε. Α., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Γώγο πλην του 4ου ο οποίος (Κ. Κ.) παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7466/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1008/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-8-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 9-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την 2296/1.2.2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... προκύπτει, ότι, ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 23.12.2010, αίτησης αναίρεσης κατά της οριστικής απόφασης 1008/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 18.5.2011), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή της στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η υπόθεση παρά την απουσία του πιο πάνω αναιρεσιβλήτου.
ΙΙ. Κατά τις διατάξεις τόσο του προϊσχύσαντος ρωμαϊκού δικαίου (ν.3,4 εις. 3.27, ν.18 παρ. 3, ν. 42 Πανδ. 41.2. ν.7 παρ. 5 Πανδ. 10.3 και ν.3. κώδ. 734), όσο και του ΑΚ (1884, 787, 980, 981, 982, 994 και 1113 ΑΚ), για να αποκτήσει ο συγκληρονόμος αποκλειστική κυριότητα επί του κοινού κληρονομιαίου ακινήτου, πρέπει να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του αυτή σε όλους τους συγκληρονόμους και να περάσει έκτοτε ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας (Ολ.ΑΠ 485/1982). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν για την εφαρμογή του το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "με το υπ' αριθμ. .../29.6.1924 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λαγκαδά Ιωάννη Βακαλόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαγκαδά στον τόμο ... και με α.α. 18, περιήλθε στην κυριότητα του Σ. Κ. από τον Ε. Τ. ένα οικόπεδο, μη προερχόμενο από αγροτική αποκατάσταση, που βρίσκεται εντός του προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού της πρώην κοινότητας ... και ήδη δημοτικού διαμερίσματος ... του ομώνυμου Δήμου, εμβαδού 1.200 τεκτονικών πήχεων, που ισοδυναμούν με 768 τ.μ. περίπου, το οποίο συνορεύει γύρωθεν με χείμαρρο, παλαιά βρύση, και δρόμο. Στη συνέχεια, το επόμενο έτος (1925) ο Σ. Κ. παραχώρησε ατύπως, λόγω δωρεάς, στον πρωτότοκο γιό του Γ., ηλικίας τότε 27 ετών, 100 τ.μ. περίπου από το βορειοδυτικό τμήμα αυτού για να ανεγείρει ισόγειο κτίσμα, το οποίο θα χρησιμοποιούσε εν μέρει ως οικία και εν μέρει ως κατάστημα. Πράγματι, ο Γ. Κ. του Σ. προέβη στην ανέγερση του κτίσματος αυτού το ίδιο ως άνω έτος και από τότε διέμενε στην οικία αυτή μαζί με την οικογένεια του, που αποτελείτο από τη σύζυγο του, τον γιό του Χ., πατέρα του εφεσίβλητου, καθώς και τις θυγατέρες του Π. και Σ., το υπόλοιπο δε κτίσμα το χρησιμοποιούσε ως κατάστημα. Η θέση του ως άνω κτίσματος στο όλο οικόπεδο εμφαίνεται στο από 20.1.2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Κ., με διαστάσεις 3,09 γραμμικών μέτρων (ΕΖ) και 15,81 γραμμικών μέτρων (ΔΕ), καλύπτει έκταση του οικοπέδου 48,85 τ.μ. Στο υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου εμβαδού 51,15 τ.μ., που βρίσκεται έμπροσθεν του ως άνω κτίσματος στη βορειοδυτική πλευρά, όπως φαίνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, καθώς και από την πλευρά που συνορεύει με οικόπεδο Χ. Κ., ο Γ. Κ. του Σ. διέτρεφε οικόσιτα ζώα, καλλιεργούσε μικρό λαχανόκηπο και γενικά προέβαινε σε πράξεις δηλωτικές της ασκούμενης νομής επί του ως άνω τμήματος του οικοπέδου μέχρι το χρόνο του θανάτου του (1972), χωρίς ποτέ κατά τη διάρκεια των ετών αυτών να υπάρξει οιαδήποτε εναντίωση από τους λοιπούς συγκληρονόμους του πατέρα του Σ. Κ., οι οποίοι γνώριζαν ότι ο τελευταίος είχε παραχωρήσει το ως άνω τμήμα του οικοπέδου άτυπα, λόγω δωρεάς, στο πρωτότοκο γιό του Γ. Κ.. Επομένως ο Γ. Κ. του Σ. έγινε κύριος του προαναφερόμενου τμήματος του οικοπέδου με τα στοιχεία της έκτακτης χρησικτησίας που απαιτούνταν τόσο πριν, όσο και μετά την ισχύ του Αστικού Κώδικα, αφού κατείχε τούτο από το 1925 έως το θάνατό του (1972) με διάνοια κυρίου και καλή πίστη (το τελευταίο στοιχείο ήταν απαραίτητο μόνο μέχρι την ισχύ του Α.Κ.). Ο Γ. Κ. του Σ. με την υπ' αριθμ. .../28.11.1972 δημόσια διαθήκη της συμβολαιογράφου Λαγκαδά Ελένης Ζερμπαλά - Παπαδημητρίου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 273/24.4.1978 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατέλειπε το ανωτέρω κτίσμα στη θυγατέρα του Π., η οποία ανεξαρτήτως της διαθήκης και χωρίς καμία εναντίωση από τους κληρονόμους του πατέρα της και δη τα αδέλφια της Χ. και Σ., αν και αυτά γνώριζαν ότι η αδελφή τους κατείχε το κτίσμα μαζί με το υπόλοιπο οικόπεδο, συνολικού εμβαδού 100 τ.μ., με διάνοια κυρίου, εξακολουθούσε να ασκεί επί του ανωτέρω ακινήτου πράξεις νομής, συνιστάμενες στην καλλιέργεια του ακάλυπτου τμήματος του, ενώ περαιτέρω διέμενε στο επίδικο ανωτέρω κτίσμα μαζί με τον αδελφό της Χ. και την οικογένεια του τελευταίου, καθόσον η ίδια ήταν άγαμη. Μάλιστα η ίδια ζήτησε και έλαβε σχετική άδεια στο όνομά της προκειμένου να ανακατασκευάσει το κτίσμα αυτό μετά τις ζημίες που αυτό υπέστη κατά τους σεισμούς του έτους 1978. Τις πράξεις δε αυτές νομής επί του επίδικου ακινήτου ασκούσε η Π. Κ. μέχρι το έτος 1988, οπότε η ίδια με το υπ' αριθμ. .../16.5.1988 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Λαγκαδά Πέτρου Σιώκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαγκαδά στον τόμο ... με α.α. 28, δώρισε την ως άνω έκταση με το κτίσμα που υπάρχει σ' αυτό στον εφεσίβλητο, ο οποίος είναι ανεψιός της (γιος του αδελφού της Χ.). Από το χρόνο δε αυτό και μετά, ήτοι από το έτος 1988, οπότε και καταρτίστηκε το προαναφερόμενο δωρητήριο συμβόλαιο, μέχρι και το έτος 2006, που οι εκκαλούντες άσκησαν την με αριθμό καταθέσεως 36889/18.8.2006 αγωγή τους, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη με την 28612/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αλλά και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, πράξεις νομής επί του προαναφερόμενου ακινήτου εξακολουθούσε και ασκούσε ο εφεσίβλητος, χωρίς καμία εναντίωση, ενώ από το ίδιο έτος (1988), οπότε ο πατέρας του Χ. του μεταβίβασε με γονική παροχή το 50% εξ αδιαιρέτου του ακινήτου που συνορεύει βόρεια με το επίδικο και επί του οποίου έχει ανεγερθεί διώροφο κτίσμα, στο οποίο πλέον διαμένουν ο πατέρας του εφεσίβλητου καθώς και ο ίδιος, χρησιμοποιούσε το παραπάνω τμήμα του επιδίκου ως αυλή και το κτίσμα, που έχει ήδη καταστραφεί από πυρκαγιά, ως αποθήκη. Επομένως, ο εφεσίβλητος, με την προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας της δικαιοπαρόχου του Π. Κ., απέκτησε την κυριότητα του προαναφερόμενου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 100 τ.μ. με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως ασκών πράξεις νομής επ' αυτού για χρονικό διάστημα, προσμετρώντας και το χρόνο ασκήσεως πράξης νομής της δικαιοπαρόχου του, μεγαλύτερο της εικοσαετίας (1972-2006). Η Π. Κ. με το προαναφερόμενο υπ' αριθμ..../15.5.1988 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Λαγκαδά Πέτρου Σιώκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, φέρεται να έχει μεταβιβάσει στον εφεσίβλητο έκταση 348 τ.μ., εντός της οποίας βρίσκεται και το ως άνω κτίσμα. Όμως αυτή δεν είχε κυριότητα ούτε και νομή επί της εκτάσεως αυτής, παρά μόνο στα 100 τ.μ. στα οποία συνέχισε ο εφεσίβλητος να ασκεί πράξεις νομής, χωρίς καμία εναντίωση από τα αδέλφια του, αλλά και τους λοιπούς κληρονόμους του Σ. Κ.. Το οικοπεδικό τμήμα, εμβαδού 100 τ.μ., μετά την άτυπη παραχώρηση από τον Σ. Κ. στον πρωτότοκο γιό του Γ. (1925) έπαυσε να είναι περιουσία αυτού (Σ. Κ.), ο οποίος απεβίωσε το 1928 χωρίς να αφήσει διαθήκη. Η υπόλοιπη όμως έκταση του επιδίκου οικοπέδου (εκτός αυτής των 100 τ.μ.), αποτελεί κληρονομιαία περιουσία του αποθανόντος Σ. Κ., η οποία περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, μεταξύ των οποίων είναι και οι διάδικοι. Η Π. και ο ανεψιός της Γ. Κ. του Χ. - εφεσίβλητος, και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι αντιποιήθηκαν τη νομή των συγκληρονόμων τους στο υπόλοιπο οικόπεδο, δεν αποδείχθηκε ότι γνωστοποίησαν την αντιποίηση τους σ' αυτούς (ρητώς ή σιωπηρώς) με πράξεις που φανερώνουν την ως άνω απόφαση τους, ούτε ποτέ οι εκκαλούντες συγκληρονόμοι εκδήλωσαν τη βούληση τους να μην είναι συννομείς αυτού. Ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι έγινε κύριος μεγαλύτερης εκτάσεως, εμβαδού 348 τ.μ. με τα στοιχεία της έκτακτης χρησικτησίας, άλλως της τακτικής χρησικτησίας. Ο ισχυρισμός αυτός του εφεσίβλητου είναι αβάσιμος και κατά συνέπεια απορριπτέος για το λόγο ότι, η νομή για τους συγκληρονόμους του Σ. Κ. - εκκαλούντες δεν χάνεται προτού λάβουν γνώση της αντιποίησης αυτής. Πράγματι οι εκκαλούντες έλαβαν γνώση ότι ο εφεσίβλητος αντιποιείται τη νομή τους επί του ως άνω οικοπέδου, πέραν των 100 τ.μ., το πρώτον το έτος 2006 και αμέσως διαμαρτυρήθηκαν προσφεύγοντας στη δικαιοσύνη. Επομένως ο εφεσίβλητος, πέραν του τμήματος των 100 τ.μ., στο οποίο υφίσταται το προαναφερόμενο κτίσμα έστω και στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα, δεν έγινε κύριος άλλου τμήματος του υπολοίπου οικοπέδου με τα στοιχεία της έκτακτης χρησικτησίας, αλλά ούτε και με τα στοιχεία της τακτικής χρησικτησίας, αφού από το έτος 2006 μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής δεν παρήλθε εικοσαετία ή δεκαετία με καλή πίστη (αφού γνώριζε ότι η πέραν των 100 τ.μ. έκταση δεν ανήκει στη δικαιοπάροχό του Π. Κ.), αντίστοιχα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι η αγωγή είναι βάσιμη και κατ' ουσίαν μόνο ως προς την έκταση των 100 τ.μ. δεχόμενο ότι ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) απέκτησε την κυριότητά του με τον επικαλούμενο σ' αυτήν - αγωγή - πρωτότυπο τρόπος της έκτακτης χρησικτησίας (ΑΚ 1045, 1051), ακολούθως δε έκανε δεκτή την έφεση των εναγομένων (και ήδη αναιρεσιβλήτων) κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία είχε αναγνωρίσει τον αναιρεσείοντα κύριο έκτασης μεγαλύτερης των 100 τ.μ. και έκανε εν τέλει την αγωγή εν μέρει δεκτή για την έκταση των 100 τ.μ. Με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ και εκείνες του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου που προπαρατέθηκαν, οι οποίες ρυθμίζουν την απόκτηση αποκλειστικής κυριότητας επί κοινού κληρονομιαίου ακινήτου από συγκληρονόμο και ορίζουν ότι πρέπει να γνωστοποιείται η πρόθεσή του αυτή σε όλους τους συγκληρονόμους και να περάσει έκτοτε ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεί από όσα απαιτούν οι διατάξεις αυτές σε σχέση με την απόκτηση της κυριότητας από τον αναιρεσείοντα με έκτακτη χρησικτησία μόνο της έκτασης των 100 τ.μ., ούτε στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού, ως προς τις παραδοχές αυτές, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ και του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου που αναφέρθηκαν. Εξάλλου, με σαφήνεια το Εφετείο, δέχεται ότι συννομείς της πέραν των 100 τ.μ. έκτασης ήταν οι εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι του αποβιώσαντος Σ. Κ. και ότι αυτοί δεν απώλεσαν τη συννομή τους αυτή, αφού ποτέ δεν εκδήλωσαν τη βούλησή τους να μην είναι συννομείς της έκτασης αυτής, ενώ με τις προεκτιθέμενες παραδοχές του το Εφετείο προσδιορίζει και τον τρόπο που περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος η έκταση - μόνο - των 100 τ.μ. (έκτακτη χρησικτησία) και το χρόνο έναρξης και λήξης της χρησικτησίας, ήτοι από το έτος 1924 και έκτοτε συνεχώς μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, το 2006 με συνυπολογισμό του δικού του χρόνου χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του, και συνεπώς οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται από τον αναιρεσείοντα τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα πιο κάτω έγγραφα, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, προς απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής του, δηλαδή, α) τη με αριθμό .../28.11.1972 δημόσια - πιο πάνω - διαθήκη της συμβολαιογράφου Λαγκαδά Ελένης Ζορμπαλά, δυνάμει της οποίας ο Γ.ς Κ.ς εγκατέστησε κληρονόμου του στο επίδικο ακίνητο τη θυγατέρα του, Π. Κ., η οποία ήδη κατοικούσε σ'αυτό μαζί με τον αδελφό της Χ. Κ. και την οικογένειά του, το περιεχόμενο της οποίας, λόγω της δημοσίευσής της, περιήλθε σε γνώση των τρίτων, αλλά και των λοιπών κληρονόμων του Σ. Κ., β) τις με αριθμό ... και .../28.11.1972 ένορκες βεβαιώσεις του συμβολαιογράφου Λαγκαδά Πέτρου Σιώκη, που έχουν ληφθεί σε πολύ προγενέστερο χρόνο από την κρινόμενη αγωγή και για άλλη αιτία (σύνταξη της ανωτέρω διαθήκης), στις οποίες οι μάρτυρες βεβαιώνουν για τον τρόπο κτήσης του ακινήτου από τον δικαιοπάροχο - παππού του αναιρεσείοντος, Γ. Κ., που είναι η άτυπη διανομή μεταξύ αυτού και των δύο ετεροθαλών αδελφών, κατά την οποία αυτός πήρε το επίδικο ακίνητο με το ανεγερθέν απ' αυτόν κτίσμα (ισόγεια κατοικία και κατάστημα) απ' το έτος 1925, και οι οποίες - ένορκες αυτές βεβαιώσεις - έπρεπε να ληφθούν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, γ) το με αριθμό πρωτοκόλλου 1172/20.6.1979 πιστοποιητικό του Προέδρου της Κοινότητας ..., στο οποίο βεβαιώνεται η βασική έννομη σχέση της άτυπης διανομής μεταξύ του απώτερου δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος και των αδελφών του (αμφιθαλών και ετεροθαλών δικαιοπαρόχων των εναγομένων, δυνάμει της οποίας ο Γ.ς Κ.ς είχε αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, το οποίο χρησιδέσποζε με πράξεις νομής και κατοχής, από το έτος 1925 μέχρι και το θάνατό του, με την ανέγερση κτίσματος, περίφραξη του ακινήτου, διαβίωση εκεί με την οικογένειά του μέχρι και το θάνατό του (1972), αποθήκευση εργαλείων και εμπορευμάτων, διατροφή οικοσίτων ζώων κ.α., δ) της με αριθμό .../4.10.1980 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος Π. Κ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Λαγκαδά Πέτρου Σιώκη, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαγκαδά στον τόμο 440 και αριθμό 1, στην οποία αναφέρεται ο τρόπος κτήσης του κληρονομούμενου πατέρα της, που ήταν η άτυπη διανομή και τα όριά του ("προς δυσμάς συνορεύει με υπόλοιπο οικόπεδο κληρονόμων Σ. Κ.", και 2) το με αριθμό .../16.5.1988 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Λαγκαδά Πέτρου Σιώκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαγκαδά στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό 28, δυνάμει του οποίου η Π. Κ. μεταβίβασε το ακίνητο αυτό (οικόπεδο και κτίσμα) στον αναιρεσείοντα ανηψιό της, γιό του αδελφού της Χ.. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από την υπάρχουσα στην απόφαση ρητή μνεία της με αριθμό .../28.11.1972 δημόσιας - πιο πάνω - διαθήκης και του προεκτιθέμενου - με αριθμό .../16.51988 - συμβολαίου δωρεάς και την στην απόφαση αυτή - προσβαλλομένη - βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον έχει επιτραπεί το εμμάρτυρο μέσο αποδείξεως (άρθρο 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, εκ των οποίων, μάλιστα, των πιο πάνω με τα στοιχεία (α) και (ε), όπως προεκτέθηκε, κάνει ειδική μνεία, χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση των λοιπών εγγράφων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.8.2010 αίτηση του Γ. Κ. για αναίρεση της 1008/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των δεύτερου, τρίτης, τέταρτου, πέμπτης α, πέμπτης β, έκτης, έβδομου, όγδοης, ένατης και δέκατης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ