1453/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1453 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated1453/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1453 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 1453 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1453/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΤΟΧΙΑΝΟΣ ανώνυμη βιοτεχνική και εμπορική εταιρία ξυλείας και οικοδομικού υλικού" με τον διακριτικό τίτλο "ΚΑΤΟΧΙΑΝΟΣ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην Αμαλιάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία-Λουΐζα Ανδριακοπούλου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 780/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Μαΐου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 25 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 874 και 112 ΕισΝΑΚ προκύπτει, ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία τουλάχιστον το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία, μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από την καταχώρισή τους την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο που προκύπτει, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων.
Συνεπώς, με τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων μία διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της συμβάσεως προϋποθέτει χρονική διάρκεια. Η σχέση αυτή έχει περιουσιακό χαρακτήρα και ως εκτούτου καταλογίζεται στο ενεργητικό ή στο παθητικό της περιουσίας των μερών το ανά πάσα στιγμή περιεχόμενο του λογαριασμού, δηλαδή η αντιπαραβολή των κονδυλίων της χρεοπιστώσεως (ΟλΑΠ 30/97). Κλείνει δε ο λογαριασμός περιοδικά, εκτός αντίθετης συμφωνίας, κάθε εξάμηνο και οριστικά με καταγγελία της σύμβασης (άρθρο 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ). Στον αλληλόχρεο λογαριασμό καταχωρίζονται, κατόπιν σχετικής συμφωνίας, και απαιτήσεις από τραπεζική επιταγή και πιστωτικούς γενικά τίτλους, με συνέπεια να αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους, ώστε να είναι αδύνατη η άσκηση των εξ αυτών απαιτήσεων, ενώ απαιτητό και δικαστικώς επιδιώξιμο είναι μόνο το κατάλοιπο, το οποίο προκύπτει από την αντιπαραβολή των πιστωτικών και χρεωστικών κονδυλίων κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού. Όταν, όμως, καταχωρηθεί η αξία των πιστωτικών τίτλων ως πληρωμή, η ενλόγω καταχώριση δεν δεσμεύει την από τους πιστωτικούς τίτλους απαίτηση, η οποία μπορεί έτσι ν' ασκηθεί ελεύθερα και ακολουθεί το δικαίωμα επί του εγγράφου, το οποίο μπορεί να μεταβιβαστεί περαιτέρω με οπισθογράφηση. Για το λόγο αυτό, σε περίπτωση που δεν θα επιτευχθεί τελικά η είσπραξη της απαίτησης από τον πιστωτικό τίτλο, η σχετική πιστωτική εγγραφή στο λογαριασμό που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, μπορεί ν'ακυρωθεί με αντίθετη εγγραφή (αντιλογισμό ή αντιπέρασμα), πράγμα το οποίο δικαιολογείται από το γεγονός ότι η αποστολή των πιστωτικών αυτών τίτλων και η σχετική υπέρ του οφειλέτη πιστωτική εγγραφή στον αλληλόχρεο λογαριασμό έγινε με τον εξυπακουόμενο όρο της είσπραξής τους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1251 ΑΚ, για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφησή του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία. Η ενεχύραση των τίτλων σε διαταγή με οπισθογράφηση και παράδοση είχε θεσπιστεί ως ειδικός τρόπος ενεχυράσεως για ορισμένες ανώνυμες εταιρίες και προς ασφάλεια ορισμένων απαιτήσεών τους, με το άρθρο 38 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει, κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ και ορίζει ότι αν αντικείμενο της ενεχυριάσεως είναι δικαιόγραφο σε διαταγή, η ενεχυρίαση γίνεται με οπισθογράφηση αυτού σε διαταγή της πιστώτριας, μη απαιτούμενης άλλης εγγράφου συμβάσεως ενεχυριάσεως. Από τις τελευταίες αυτές ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή, αρκεί η οπισθογράφηση αυτού σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση, δεν αποκλείεται δε η επιλογή του κοινού τρόπου ενεχυράσεως της απαιτήσεως, με την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 1247 και 1248 ΑΚ. Μεταξύ δε των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυράζονται με οπισθογράφηση, κατά τη διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή, καθόσον από τη μη ύπαρξη στο ν. 5960/1933 "περί επιταγής", αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 19 του ν. 5325/1932, με την οποία προβλέπεται η οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου, των συναλλαγματικών και των γραμματίων εις διαταγήν (βλ. άρθρο 77 ν. 5325/1932) δεν μπορεί να συναχθεί ότι θεσπίζεται για την επιταγή σχετική απαγόρευση. Περαιτέρω, με το άρθρο 1255 παρ. 1 εδ. α΄ ΑΚ ορίζεται ότι, αν αντικείμενο του ενεχύρου είναι τίτλος σε διαταγή, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος, ενώ με το άρθρο 44 του πιο πάνω ν.δ. της 17.7/13.8.1923 ορίζεται ότι αν αντικείμενο της ενεχυριάσεως είναι απαίτηση, η πιστώτρια δικαιούται να εισπράξει την απαίτηση ως εκδοχέας, το δε μετά την εξόφληση υπόλοιπο αποδίδει στον οφειλέτη. Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, αν ενεχυρούχος είναι ανώνυμη εταιρία, αυτή, με τη λήξη της ενεχυρασμένης απαίτησης, ακόμη και αν δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος, δικαιούται να εισπράξει ολόκληρη την απαίτηση, υποχρεούμενη μόνο, μετά την πλήρη ικανοποίησή της, να αποδώσει το τυχόν υπόλοιπο στον ενεχυραστή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Είναι δε προφανής η υπέρβαση των ορίων αυτών, όταν προκαλείται έντονη η εντύπωση αδικίας. Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη (όπως ορισμένο άρθρο ορισμένου νόμου) του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 20/2005, 18/2005, 32/96). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, εκθέτει στην ένδικη από 22-5-2001 αγωγή της, α) ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα, δυνάμει συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ τους το έτος 1994, χορήγησε σ'αυτήν πίστωση, η οποία ανήλθε, μετά και τις όμοιες αυξητικές συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ τους κατά τα έτη 1994 και 1995, στο ποσό των 115.000.000 δρχ., β) ότι για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της εναγομένης από τον αλληλόχρεο λογαριασμό, αυτή σύστησε υπέρ της τελευταίας ενέχυρο επί απαιτήσεών της από τις αναφερόμενες έξι επιταγές, εκδόσεως τρίτων και συνολικού ποσού 17.300.000 δρχ., με ημερομηνίες πληρωμής τους μέσα στο χρονικό διάστημα από 10-2-1996 έως 15-4-1996, των οποίων η ίδια ήταν νόμιμη κομίστρια από οπισθογράφησή τους, οπισθογραφώντας και παραδίδοντας τις επιταγές αυτές στην εναγομένη, και οι οποίες εισήχθησαν στο πιστωτικό σκέλος του λογαριασμού, γ) ότι η εναγομένη, αφού οι παραπάνω επιταγές δεν πληρώθηκαν κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες λήξης τους, ενέγραψε κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες (από 20-2-1995 έως 18-4-1996) τα αντίστοιχα ποσά τους με αντιλογισμό στο χρεωστικό σκέλος του λογαριασμού και στη συνέχεια στις 22-8-1996 πέτυχε την έκδοση διαταγών πληρωμής κατ' αυτής και κατά των εκδοτών των επιταγών, κατά των οποίων κατόπιν επέσπευσε εκτέλεση, δ) ότι στις 30-9-1996 η εναγομένη έκλεισε τον πιο πάνω αλληλόχρεο λογαριασμό, ο οποίος κατά την ημέρα εκείνη εμφάνισε χρεωστικό κατάλοιπο, ύψους 73.894.659 δρχ., ενώ στις 27.1.1997 πέτυχε την έκδοση εις βάρος της τής 33/1997 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, για το ανωτέρω χρεωστικό κατάλοιπο, ε) ότι η εναγομένη, ενώ στις 22-8-1996 εξασφάλισε, κατά τα προεκτιθέμενα, την είσπραξη των ως άνω επιταγών, όμως δεν αφαίρεσε, όπως όφειλε, την αξία τους από το χρεωστικό σκέλος του αλληλόχρεου λογαριασμού, με αποτέλεσμα, κατά το πιο πάνω ποσό των 17.300.000 δρχ., το κατάλοιπο να είναι πλασματικό και να έχει διογκωθεί παρανόμως και στ) ότι η ενέργεια αυτή της εναγομένης, να μη πιστώνει δηλαδή στον αλληλόχρεο λογαριασμό και το ποσό των 17.300.000 δρχ., αλλά να το απαιτεί από αυτήν, μολονότι για την είσπραξη των επιταγών έχει επιτύχει κατά των εκδοτών τους την έκδοση των αναφερόμενων διαταγών πληρωμής, συνιστά κατάχρηση του αντίστοιχου δικαιώματός της, διότι η άσκησή του υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και αποτελεί έτσι αδικοπραξία. Ζήτησε δε η ενάγουσα, - δέχτηκε το Εφετείο - για το λόγο αυτόν και επικουρικά βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (με το αιτιολογικό ότι η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη, επειδή συνυπολόγισε στο κατάλοιπο και το πλασματικό, όπως αυτή το αποκαλεί, ποσό των 17.300.000 δρχ.) να αναγνωριστεί ως άκυρη η εγγραφή στον αλληλόχρεο λογαριασμό, ως χρεωστικού, του ποσού των 17.300.000 δρχ. και η ανυπαρξία τέτοιας οφειλής, να υποχρεωθεί η εναγομένη να διαγράψει το ίδιο ποσό, με αντίστοιχη μείωση του καταλοίπου και να της επιδικαστεί το ποσό των 30.000.000 δρχ. ως χρηματική της ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, από το ότι διασύρεται, εμφανιζόμενη πως οφείλει το πιο πάνω ποσό. Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη, ούτε κατά την κύρια, ούτε κατά την επικουρική βάση της, γιατί, μεταξύ άλλων, "δεν ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι εισπράχθηκε δύο φορές η απαίτηση των 17.300.000 δραχμών, ούτε τέλος τα περιστατικά αυτά συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι πράγματι, αφού δεν περιέχεται στην ένδικη αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας, ως διαδικαστικού εγγράφου, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), και ισχυρισμός ότι προ του κλεισίματος του λογαριασμού (30-9-1996) είχαν εισπραχθεί από την αναιρεσίβλητη τράπεζα και τα ποσά των ενεχυρασθεισών έξι επιταγών, η ενέργεια της αναιρεσίβλητης να εγγράψει στο χρεωστικό σκέλος του λογαριασμού και τα ποσά τούτων, δεν προκαλεί έντονη την εντύπωση αδικίας εις βάρος της αναιρεσείουσας. Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναίρεσης, όπως εκτιμάται, κατά το πρώτο τμήμα του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος (δεν προβάλλεται παραβίαση οποιασδήποτε άλλης ουσιαστικού δικαίου διάταξης).
ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο και άρα σε ισχυρισμό που δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει του προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως (Ολ ΑΠ 14/2004). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του περιεχόμενο στην ένδικη από 22-5-2001 αγωγή της ισχυρισμό, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι αυτή στις 26-8-1996, δηλαδή προ του κλεισίματος του επίμαχου αλληλόχρεου λογαριασμό, εξασφάλισε την είσπραξη από την αναιρεσίβλητη των πιο πάνω ενεχυρασθεισών έξι επιταγών, οι οποίες και εισπράχθηκαν από αυτήν και εξοφλήθηκαν. Όμως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής και όπως ήδη έχει προεκτεθεί, ισχυρισμός για την είσπραξη και εξόφληση των επιταγών προ του κλεισίματος του λογαριασμού, δηλαδή προ της 30-9-1996, δεν περιέχεται σ'αυτήν, αλλ' αορίστως αναφέρεται ότι πληρώθηκαν από τους εκδότες των επιταγών τρεις επιταγές κατά 100%, δύο επιταγές κατά 70% και ότι μία επιταγή παραγράφτηκε, ενώ όπως προκύπτει και από το δικόγραφο της από 20-10-2003 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της ομοίως ως μη νόμιμη, ούτε με την έφεση, όπως έπρεπε (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) προβλήθηκε ισχυρισμός περί εξόφλησης των επιταγών προ του κλεισίματος του αλληλόχρεου λογαριασμού. Επομένως, ο φερόμενος ως αγνοηθείς από το Εφετείο πιο πάνω ισχυρισμός, ως αόριστος, δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και γιαυτό ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ και 12 του ΚΠολΔ, κατά τις οποίες αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, καθώς και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι οι λόγοι αυτοί ιδρύονται αν το δικαστήριο της ουσίας, διεξάγοντας αποδείξεις, εκτιμώντας αυτές και κρίνοντας την αίτηση παροχής έννομης προστασίας, περιέπεσε στις προαναφερόμενες πλημμέλειες. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη, όπως συνέβη στην υπόθεση που εξετάζεται. Επίσης δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ για λαθεμένη κατανομή του βάρους της απόδειξης, όταν δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση, με την οποία και μόνο γίνεται η κατανομή του βάρους της απόδειξης. Τέλος και ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε, δεν ιδρύεται επίσης όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 44/90). Επομένως, εφόσον στην εξεταζόμενη υπόθεση η ένδικη αγωγή κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμη, χωρίς δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας να διατάξει αποδείξεις, να εκτιμήσει αυτές και να κρίνει την αγωγή κατ' ουσίαν, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά τα τμήματά του από τους αριθμούς 11, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από τους αριθμούς 12 και 13 του άρθρου αυτού και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο τμήμα του επίσης από τον αριθμό 12 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους γίνεται επίκληση αντίστοιχων αναιρετικών πλημμελειών, είναι απαράδεκτοι.
IV. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-5-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΤΟΧΙΑΝΟΣ ΑΒΕΕ", για αναίρεση της 780/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ