Legislator Case Law & Legislation
1452/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for deceased employees due to lack of standing under Greek Civil Code.

Case Number 1452/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible for four deceased employees who were part of a labor dispute against the National Organization for Health Services. The court held that procedural capacity ceases upon death, requiring heirs to act in their own name rather than continuing the deceased's legal representation. Consequently, the appeal was rejected in its entirety for these parties, while the remaining claims were dismissed on substantive grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 35 of the Civil Code and 73 of the Code of Civil Procedure; Procedural capacity terminates upon death, rendering acts performed in the name of a deceased person inadmissible unless brought by heirs.

Keywords

AI generated
procedural capacity death of party standing to sue heirs representation inadmissible appeal labor dispute Greek Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Article 35 of the Civil Code
Article 62 of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 129/2004 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1452 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1452/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)…., και 50)Α. - Σ. Π. του Π. -Α., άπαντες υπηρετούντες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Δάφνης. Οι 5ος, 21ος, 37ος και 41ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Κωστούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που εδρεύει στον Δήμο Αμαρουσίου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (1η Δ.Υ.Πε. Αττικής), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και 3)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου", που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη και εκπροσωπείται νόμιμα. Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Καρυτινού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις και το τρίτο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φυλακτό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 265/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2825/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-5-2023 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρ. 62 εδ. α του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 του ΑΚ).

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι και η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του ή κατά των κληρονόμων του (ΑΠ 1298/2022, 754/2021, ΑΠ 492/2019). Εξ άλλου, από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες, τόσο στην εκκλητή, όσο και στην αναιρετική δίκη (άρθρα 524 παρ.1 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διατάξεις των άρθρων 286 επ.

του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης, συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι εάν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και συνεπώς δεν είναι εκ των πραγμάτων στην περίπτωση αυτή δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης (ΑΠ 1478/2022, ΑΠ 754/2021, ΑΠ 492/2019), πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα τόσο η έφεση όσο και η αίτηση αναίρεσης, να ασκούνται από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος ή να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως για την έφεση και την αναίρεση ειδικότερα ορίζουν τα άρθρα 516 παρ.1 και 517 και 556 παρ. 1 και 558 του ΚΠολΔ αντίστοιχα.

Διαφορετικά εάν, κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου (κατάθεσης, κατ` άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), αυτό ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου που είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή του, το ένδικο μέσο, όπως η αναίρεση, που ασκήθηκε στο όνομά του θανόντος, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτο, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ.

α, 73, 159, 160 παρ. 1 και 516 παρ.1, 556 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1478/2022, ΑΠ 754/2021, ΑΠ 492/2019, ΑΠ 45/2018). Τέλος, ο θάνατος ενός απλού ομοδίκου επιφέρει βιαία διακοπή της δίκης μόνο ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 1364/2022, ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 739/2021, ΑΠ 240/2021). Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη, από 22-5-2023, αίτηση αναίρεσης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της 2825/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε, μεταξύ άλλων, και από την Ε.

Κ. του Κ., την 26η αναιρεσείουσα. Η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειόντων, με τις από 8-4-2024 προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δήλωσε ότι η ανωτέρω, 26η αναιρεσείουσα, Ε. Κ. του Κ., απεβίωσε στις 27-3-2021 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τα δύο τέκνα της, Α. Κ. του Β. και Δ. Κ. του Β., που υπεισήλθαν στη θέση της, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι της.

Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο, από 15-7-2022, απόσπασμα της με στοιχεία ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε ο Ληξίαρχος Αθηνών, η ανωτέρω αναιρεσείουσα απεβίωσε στην Αθήνα στις 24-3-2021 (δήλωση θανάτου της στις 27-3-2021), πριν την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έγινε στις 31-5-2023 με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ως προς την 26η αναιρεσείουσα, Ε. Κ., που είχε προαποβιώσει της ασκήσεώς της και ήταν κατά το χρόνο εκείνο ανύπαρκτο πρόσωπο, είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε, και πρέπει να απορριφθεί. Παρά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς την 26η αναιρεσείουσα ζήτημα καταδίκης της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, κατ' άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ, δεν γεννάται, καθόσον η εν λόγω αναιρεσείουσα είναι ανύπαρκτο πρόσωπο.

Περαιτέρω, από το προσκομιζόμενο από 6-7-2021 απόσπασμα της με στοιχεία ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου, του Ληξιάρχου Αθηνών, προκύπτει ότι στις 14-5-2021 απεβίωσε και ο 33ος ενάγων-εκκαλών Κ. Κ. του Θ., και άφησε, σύμφωνα με το υπ' αριθ. πρωτ.149376/2021 οικείο πιστοποιητικό του Δήμου Αθηναίων, μεταξύ των πλησιεστέρων συγγενών του κατά το χρόνο του θανάτου του, και τη σύζυγό του Ε.

Κ., το γένος Κ. Π., την οποία εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του με την από 28-11-2020 ιδιόγραφη διαθήκη του. Η προαναφερόμενη, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του εν λόγω αρχικού διαδίκου που υπεισήλθε στη θέση του, άσκησε με την ιδιότητά της αυτή, την ένδικη αίτηση αναίρεσης, η οποία επιδόθηκε στα αναιρεσίβλητα ΝΠΔΔ, όπως αναφέρεται κατωτέρω, γνωστοποιώντας τους νομίμως το θάνατο του ανωτέρω αρχικού αντιδίκου τους και την δική της κληρονομική ιδιότητα, η δε η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειόντων με τις ανωτέρω προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δήλωσε ότι στη θέση του ανωτέρω αποβιώσαντος ενάγοντος-εκκαλούντος υπεισήλθε και επαναλαμβάνει την βιαίως διακοπείσα δίκη, λόγω του θανάτου του, η ανωτέρω εκ διαθήκης κληρονόμος του, την οποία, υπό την ιδιότητά της αυτή εκπροσωπεί (αρθ.286 και 287 ΚΠολΔ).

Η ιδιότητα της ανωτέρω, ως εκ διαθήκης κληρονόμου του εν λόγω αρχικού διαδίκου δεν αμφισβητείται και επιπρόσθετα αποδεικνύεται και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα από τα προαναφερόμενα και από το υπ'αριθμ. πρωτ.2225/2022 πιστοποιητικό περί μη αμφισβήτησης του κληρονομικού δικαιώματος, το υπ'αριθμ.

πρωτ. 1752/2022 πιστοποιητικό περί μη αποποιήσεως κληρονομίας και το υπ'αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό καταχωρίσεως διαθήκης, του Ειρηνοδικείου Αθηνών και συνεπώς, υπό την ιδιότητά της αυτή (άρθρα 1710, 1721, 1774, 1800, 1846, 1850 εδ.β'του ΑΚ) και ως υπεισελθούσα στη δικονομική θέση του κληρονομούμενου, παραδεκτά και έγκυρα άσκησε ακολούθως την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, επαναλαμβάνοντας τη διακοπείσα δίκη, σύμφωνα με τα άρθρα 287, 290 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 110/2020).

Αν δε, ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΑΠ 566/2022, ΑΠ 1298/2022).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει κλήτευση του απολιπόμενου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1691/2022, ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 518/2021). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.

β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 1080/2023, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1601/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του ν.4509/2017 (ΦΕΚ Α'201/22-12-2017), προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ.3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίστηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Κατά δε το άρθρο 104 του ιδίου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως και κατά το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.α'του ιδίου Κώδικα, ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β'του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως συμβαίνει επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 542/2020, ΑΠ 540/2020), αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί.

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1195/2022, ΑΠ 306/2022, ΑΠ 1298/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ'αριθμ. ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Κ. Κ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι παραδεκτά ασκήσαντες, κατά τα άνω, την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και εκπροσωπούμενοι κατά τη συζήτησή της αναιρεσείοντες, η επίσπευση της συζήτησής της , έγινε με τη δική τους επιμέλεια, από κοινού, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Αλεξάνδρας Κωστούλα για επίδοση επίσημου αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση προς τα αναιρεσίβλητα ΝΠΔΔ, για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 14-11-2023, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την προκείμενη δικάσιμο.

Κατά τη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά του οικείου πινακίου οι: πέμπτος (5ος), εικοστός πρώτος (21ος ), τριακοστός έβδομος (37ος) και τεσσαρακοστή πρώτη (41η) των αναιρεσειόντων , δεν εμφανίστηκαν, ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, σχετική δήλωση, ενώ οι λοιποί αναιρεσείοντες, εκπροσωπήθηκαν από την ανωτέρω πληρεξούσια δικηγόρο τους, Αλεξάνδρα Κωστούλα, με την από 8-4-2024, εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ του ΚΠολΔ δήλωση.

Η ίδια δικηγόρος είχε εκπροσωπήσει, με όμοια δήλωση όλους τους αναιρεσείοντες κατά την αρχική δικάσιμο, στις 14-11-2024, όταν η συζήτηση της ένδικης αναίρεσης αναβλήθηκε για την προκείμενη, και μετά ταύτα, με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του τρίτου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, επιδόθηκε σε αυτή, η από 29-11-2023 βεβαίωση της Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου για την αναβολή της υπόθεσης στην προκείμενη δικάσιμο, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ'αριθμ. ...

έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ε. Τ.. Όμως, αναφορικά με τους ανωτέρω απολιπόμενους, κατά την προκείμενη συζήτηση, τέσσερις αναιρεσείοντες, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι η προαναφερόμενη δικηγόρος, η οποία έδωσε την παραγγελία για την επίδοση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης στα αναιρεσίβλητα ΝΠΔΔ και τους είχε εκπροσωπήσει με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ κατά την άνω δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για την προκείμενη, είχε πληρεξουσιότητα και από αυτούς να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και να παραστεί κατά τη συζήτησή της, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή πληρεξουσιότητας προς την εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, ή έγγραφης εξουσιοδότησης των εν λόγω διαδίκων προς αυτήν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και συνεπώς, ακύρως επισπεύστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τους ανωτέρω απολιπόμενους αναιρεσείοντες.

Ούτε, επίσης, προκύπτει, η εκ μέρους των αναιρεσίβλητων ή από τους παρισταμένους προσηκόντως αναιρεσείοντες, απλούς ομοδίκους τους νόμιμη κλήτευση των ανωτέρω απολιπομένων αναιρεσειόντων για να παραστούν κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, αλλά και κατά την προκείμενη που ορίστηκε μετ'αναβολή για τη συζήτησή της, αφού η κληθείσα στη δικάσιμο αυτή ανωτέρω δικηγόρος, δεν ήταν πληρεξουσία τους ή αντίκλητός τους προς τούτο.

Επομένως, εφόσον οι απολιπόμενοι πέμπτος (5oς), εικοστός πρώτος (21ος), τριακοστός έβδομος (37ος ) και τεσσαρακοστή πρώτη (41η) των αναιρεσειόντων δεν επέσπευσαν νόμιμα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύτηκαν νόμιμα για τη συζήτησή της και επειδή συνδέονται με τους λοιπούς αναιρεσείοντες με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτούς η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ για τους λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης.

Με την υπό κρίση, από 22-5-2023 και με αριθμ.καταθ.4611/475/31-5-2023, αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, με αριθμ. 2825/11-6-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 3-2-2020 ( αριθ.

καταθ. 10567/708/2020) έφεση των αρχικά πενήντα (50) εναγόντων ιατρών, και ήδη αναιρεσειόντων των 44 εξ αυτών, που, κατά τα ανωτέρω άσκησαν παραδεκτά την αίτηση αναίρεσης και εκπροσωπούνται νομίμως, ως και η υπεισελθούσα στη θέση του αρχικού 33ου ενάγοντος-εκκαλούντος αναιρεσείουσα, κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 265/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, η από 22-2-2009 (αριθμ.καταθ.111944/3135/2009) αγωγή τους, περί αναγνώρισης οφειλής του αρχικά εναγομένου εργοδότη τους, ΝΠΔΔ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)- στη θέση του οποίου υπεισήλθαν τα ήδη αναιρεσίβλητα ΝΠΔΔ κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις- του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας του άρθρου 43 του ν.

του 43 του ν.1193/1981 (30% επί του βασικού μισθού), και στους ίδιους, με επίκληση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (αρθ.4 Συντ σε συνδ.με αρθ. 22 παρ.1 Συντ). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (11-6-2021) έως την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (31-5-2023) δεν παρήλθε διετία (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β' του Συντάγματος, η δεύτερη των οποίων αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της θεσπιζόμενης με την πρώτη αρχής της ισότητας και εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1009/2023, ΑΠ 1080/2023, ΑΠ 463/2016, ΑΠ 357/2016), επιβάλλεται στο νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 1009/2023, ΑΠ 463/2016), και δεν μπορούν να επιχειρηθούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν, υπό τις αυτές συνθήκες, όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία.

Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των ως άνω συνταγματικών διατάξεων δημιουργούμενη ανισότητα.

Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχόλησης και απολαβών.

Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνεται επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή, χωρίς συσχετισμό προς το σύνολο των αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται. Περαιτέρω, με άρθρο 43 του νόμου 1193/1981 "Περί της εξ αφροδισίων νόσων προστασίας και συναφών θεμάτων", ορίστηκε ότι "Εις τας επισκεπτρίας αδελφάς, τας αδελφάς νοσοκόμους και τας μαίας των Κλάδων ΑΡ1, ΑΡ2 και ΑΡ3 του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών χορηγείται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 30% επί του βασικού μισθού των." Με τη διάταξη αυτή, το εν λόγω επίδομα ανθυγιεινής εργασίας χορηγήθηκε μόνον στις επισκέπτριες αδελφές, τις αδελφές νοσοκόμες και τις μαίες που υπηρετούν στο Υπουργείο (ήδη) Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ως ιδιαίτερη κατηγορία δημοσίων υπαλλήλων (ΑΠ 1009/2023, ΑΠ 463/2016, ΑΠ 1227/2013, ΣτΕ 1797/2011).

Η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης μπορεί να επεκτείνεται, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, και στους νοσοκόμους και τις αδελφές νοσοκόμες των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, οι οποίοι εργάζονται σ' αυτά ως μέλη του νοσηλευτικού τους προσωπικού. Σε αντίθεση, όμως, προς τα ανωτέρω, οι ιατροί του Ι.Κ.Α., ως εκ του είδους και της φύσης της εργασίας που παρέχουν, τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες απασχόλησης και απολαβών έναντι των νοσοκόμων του Υπουργείου Υγείας και των νοσηλευτικών ιδρυμάτων.

Επομένως, ανεξαρτήτως αν η προπαρατεθείσα διάταξη εξακολουθούσε να ισχύει και υπό το καθεστώς του ν. 2470/1997, πάντως, κατά το μέρος που αυτή δεν προέβλεψε ως δικαιούχους του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας και τους ιατρούς του Ι.Κ.Α., δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, (ΑΠ 1009/2023, ΑΠ 946/2023, ΑΠ 1080/2023, ΑΠ 1081/2023, ΑΠ 463/2016, ΑΠ 357/2016, ΑΠ 1227/2013, ΣτΕ 464/2012, ΣτΕ 1797/2011).

Εξάλλου, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, AΠ 902/2019).

Τέλος, κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος.

Επομένως, δεν ιδρύεται αν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αόριστη (ΑΠ 589/2022, ΑΠ 1542/2021, ΑΠ 219/2016).

Με τους πρώτο, δεύτερο (κατά το πρώτο σκέλος του), τρίτο (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγους της αίτησης αναίρεσης και περαιτέρω, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αυτής, οι αναιρεσείοντες ιατροί (του αρχικού εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τον αριθμό 1 και από τον αριθμό 8 εδ.β', πλημμέλειες του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι δεν παραβιάστηκε η συνταγματική αρχή της ισότητας με την μη επέκταση και στους ίδιους του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας του άρθρου 43ν.1193/1981 που χορηγείτο με αυτή στο αναφερόμενο νοσηλευτικό προσωπικό, εσφαλμένα ερμήνευσε την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, στην οποία δεν θεμελιωνόταν η αγωγή τους, την οποία μετά ταύτα έκρινε μη νόμιμη και απέρριψε κατ'ουσία την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει όμοια, ενώ εφαρμοστέα, κατ'επέκταση και στους ίδιους, προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή τους πραγματικά περιστατικά, ήταν η διάταξη του άρθρου 8 παρ.(Α) 5 του ν.3205/2003 που προβλέπει το νοσοκομειακό επίδομα και τροφής, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το Εφετείο, (πρώτος, δεύτερος α'σκέλος, τρίτος α'σκέλος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 559.1 ΚΠολΔ, εκτιμώμενοι κατά το περιεχόμενό τους) και περαιτέρω, δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη, για την έκβαση της δίκης, αγωγικό ισχυρισμό τους ότι το ανωτέρω αιτούμενο επίδομα το επίδικο διάστημα εχορηγείτο στους ιατρούς του Υπουργείου Υγείας και των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του ΙΚΑ με τους οποίους συγκρίνονταν, (και όχι με το νοσηλευτικό προσωπικό τους), επικαλούμενοι την κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας μη επέκταση εφαρμογής της διάταξης αυτής και στους ίδιους (β'σκέλος δεύτερου λόγους).

Εάν δε το Εφετείο ελάμβανε υπόψη του τον ουσιώδη αυτό ισχυρισμό τους και ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά την διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 (Α) του ν.3205/2003, στην οποία θεμελιωνόταν, με επίκληση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, η αγωγή τους, θα έκρινε αυτή νόμιμη και κατά παραδοχή της έφεσής τους, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, θα την δεχόταν κατ'ουσία.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ανωτέρω νομίμως εκπροσωπούμενοι αναιρεσείοντες-ενάγοντες και ο αρχικώς 33ος ενάγων-εκκαλών στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως κληρονόμος του η 33η αναιρεσείουσα, με την από 22-2-2009 (με αριθμ.καταθ.111944/ 3135/2009) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενοι κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", ισχυρίστηκαν ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-1-2009 υπηρέτησαν ως ιατροί, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στο εναγόμενο ΝΠΔΔ "ΙΚΑ-Ε.Τ.Α.Μ".

Ότι το τελευταίο δεν τους χορήγησε το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 30% επί του βασικού μισθού τους που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 43 του ν.1193/1981 και χορηγείται με τη διάταξη αυτή στις επισκέπτριες αδελφές, οι αδελφές νοσοκόμοι και οι μαίες που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (ήδη Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης), το οποίο επίσης λαμβάνει και το νοσηλευτικό προσωπικό που υπηρετεί σε νοσηλευτικά ιδρύματα δημοσίου δικαίου ή κοινής ωφελείας ιδιωτικού δικαίου, αλλά και οι νοσηλεύτριες και νοσηλευτές του ΙΚΑ, βάσει αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων.

Ότι το εν λόγω επίδομα του άρθρου 43 του ν.1193/1981 το οποίο χορηγείται στο προαναφερόμενο νοσηλευτικό προσωπικό δικαιούνται και οι ίδιοι, βάσει των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος), επειδή η εργασία τους ως ιατρών, με βοηθούς νοσοκόμους που λαμβάνουν το επίδομα αυτό, παρέχεται υπό τις ίδιες ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας υπό τις οποίες παρέχεται και η εργασία των τελευταίων.

Ότι το επίδικο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, του άρθρου 43 του ν.1193/1981, υπολογιζόμενο κατά τα οριζόμενα στην διάταξη αυτή που το προβλέπει, με ποσοστό 30% επί του ισχύοντος το επίδικο διάστημα βασικού τους μισθού κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, ανέρχεται για τον καθένα τους στα αναφερόμενα χρηματικά ποσά.

Με βάση τα παραπάνω, οι ανωτέρω ενάγοντες-αναφέροντας προς επίρρωση της επικαλούμενης κατ'επέκταση εφαρμογής της άνω διάταξη και στους ίδιους, ότι και με άλλες διατάξεις χορηγήθηκε επίδομα επικινδυνότητας και ανθυγιεινής εργασίας και σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων σε νοσοκομεία και συγκεκριμένα α) με την υπ' αριθ. 2026063/3104/0022/24-3-1989 ΚΥΑ των Υπουργών Προεδρίας, Οικονομικών και Εργασίας, β) με το άρθρο 1 του πδ 904/1978, γ) με το αρθ.2 παρ.4,5,6 και 10 του ν.1160/1981 και δ) με το άρθρο 40 και 41 του ν.1193/1981- ζήτησαν, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οφείλει να καταβάλει στον καθένα τους το αναφερόμενο διακριτώς χρηματικό ποσό, ως επίδομα ανθυγιεινής εργασίας της διάταξης του 43 του ν.1193/1981, που εφαρμόζεται κατ'επέκταση και στους ίδιους, νομιμοτόκως.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ.265/2018 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής οι ανωτέρω ενάγοντες άσκησαν την από 3-2-2020 έφεση, στρεφόμενοι κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων ΝΠΔΔ, που νομιμοποιούνται παθητικά ως καθολικοί διάδοχοι του αρχικού εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, λόγω επελθουσών νομοθετικών μεταβολών κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις και ειδικότερα α) το πρώτο εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Π.Υ" υπεισήλθε στη θέση του αρχικού εναγομένου (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) και συνεχίζει τη δίκη ως προς τους 2η, 3ο, 4η, 7η, 14η, 15ο, 19η, 20ο, 22η, 27ο, 30ο, 32ο, 35ο, 36η, 38η, 45ο, 48ο και 50ο ενάγοντες-εκκαλούντες και ήδη εκπροσωπούμενους νομίμως αναιρεσείοντες ιατρούς, που μεταφέρθηκαν σε αυτό, δυνάμει των άρθρων 17 παρ.2, 26 παρ.1 εδ.α', β', γ, 29 παρ.1 υποπαρ.Α και 33 παρ.9 του ν.3918/2011, β) το δεύτερο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία, "1η Δ.Υ.Πε Αττικής", υπεισήλθε στη θέση του αρχικού εναγομένου και συνεχίζει τη δίκη ως προς τους λοιπούς εκπροσωπούμενους νομίμως αναιρεσείοντες-πλην του 6ου τούτων-λόγω μεταφοράς τους σε αυτό, δυνάμει των άρθρων 16 παρ.1 και 17 παρ.3 και 29 παρ.9 του ν.4238/2014, και γ) το τρίτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, "2η Δ.Υ.Πε Πειραιώς-Αιγαίου", υπεισήλθε στη θέση του αρχικού εναγομένου και συνεχίζει τη δίκη ως προς τον 6ο αναιρεσείοντα, λόγω μεταφοράς του σε αυτό, δυνάμει των ίδιων ως άνω διατάξεων.

Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθμό 2825/2021, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, το Εφετείο, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, λόγω του ότι η διάταξη του άρθρου 43 του ν. 1193/1981 που προβλέπει το επίδικο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας για τις επισκέπτριες αδελφές, αδελφές νοσοκόμες και μαίες του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, κατά το μέρος που δεν προέβλεψε ως δικαιούχους του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας και τους ιατρούς του Ι.Κ.Α., όπως και οι ενάγοντες ιατροί που το αξιώνουν, δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή και το αίτημά της, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 43 του ν.1193/1981, στην οποία επιχειρήθηκε η νομική θεμελίωση της αγωγής με επίκληση της αντισυνταγματικής αρχής της ισότητας. Ειδικότερα, οι ανωτέρω ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την αγωγή τους επικαλούντο την κατ'επέκταση εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης και στους ίδιους για την επιδίκαση του προβλεπόμενου από αυτή επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, ποσοστού 30% επί του βασικού τους μισθού, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, με παράθεση πραγματικών περιστατικών και σύγκριση των συνθηκών της εργασίας τους, ως προς την ανθυγιεινότητά της, με αυτή των επισκεπτριών αδελφών, των αδελφών νοσοκόμων και μαιών της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας (ήδη Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης) στις οποίες χορηγήθηκε το επίδικο επίδομα με την άνω διάταξη, ως και των λοιπών νοσηλευτών και δη βοηθών τους, στους οποίους επίσης χορηγήθηκε, κατά τους ισχυρισμούς τους, με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις.

Επομένως, η εφαρμογή της διάταξης αυτής και στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ιατρούς, λόγω της επικαλούμενης αντίθεσής της με τον αποκλεισμό τους στην συνταγματική αρχή της ισότητας, με παράθεση και των λοιπών αναγκαίων περιστατικών (της σύμβασης εργασίας και του ύψους του βασικού μισθού εντός εκάστου) αποτελούσε την ιστορική βάση της αγωγής τους και στήριζε το αίτημά της, διαλαμβανομένων μάλιστα στο δικόγραφο πλεοναστικά, προς επίρρωσή του, και σχετικών επιχειρημάτων, για πρόβλεψη επιδόματος επικινδυνότητας και ανθυγιεινής εργασίας και με άλλες διατάξεις, με τις οποίες χορηγήθηκε σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων νοσοκομείων.

Ελεγχόμενη δε η διάταξη του άρθρου 43 του ν.1193/1981, υπό το πρίσμα της επικαλούμενης με την αγωγή συνταγματικής αρχής της ισότητας, δεν τυγχάνει κατ'επέκταση εφαρμογής στην ένδικη περίπτωση, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σκέψη που προηγήθηκε, η μη χορήγηση του προβλεπόμενου από αυτή επιδίκου επιδόματος και στους ιατρούς του ΙΚΑ, όπως οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, δεν αντίκειται στην ανωτέρω συνταγματική αρχή, δεδομένου ότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που είχαν διαφορετικό εργοδότη- (οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες είναι ιατροί με εργοδότη το ΙΚΑ και οι ανωτέρω προς τις οποίες χορηγήθηκε με την επικαλούμενη διάταξη είναι επισκέπτριες αδελφές, αδελφές νοσοκόμοι και μαίες-υπάλληλοι του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών-ήδη Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης- με εργοδότη το Ελληνικό Δημόσιο)-και παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ενόψει του διαφορετικού είδους της εργασίας τους, υπό διαφορετικούς όρους απασχόλησης και με διαφορετικές απολαβές.

Ούτε μπορούσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο ως άνω κατηγοριών μισθωτών ως προς μόνη τη συγκεκριμένη παροχή (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας), απομονούμενη από τα εκατέρωθεν σύνολα των αποδοχών τους. Η επικαλούμενη δε στην αγωγή χορήγηση του προβλεπόμενου από την ανωτέρω διάταξη, του άρθρου 43 του ν.1193/1981, επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας και σε νοσοκόμους άλλων φορέων, αλλά και του ΙΚΑ, με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, δεν ασκεί επιρροή στα ανωτέρω, διότι, εκτός του ότι αφορά επίσης άλλη κατηγορία εργαζομένων από αυτή των εναγόντων-αναιρεσειόντων ιατρών, η έκδοση δικαστικών αποφάσεων για τρίτους δεν δημιουργεί οποιοδήποτε δικαίωμα για τους ίδιους.

Περαιτέρω, στην ένδικη αγωγή δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά, ούτε εν σπέρματι, στο νοσοκομειακό επίδομα και τροφής που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. Α.5 του Ν. 3205/2003 και λαμβάνουν οι υπαγόμενοι στο ενιαίο αυτό μισθολόγιο, αλλά ούτε στο νοσοκομειακό επίδομα της προϊσχύουσας διάταξης, του άρθρου 8 παρ.7 του ν.2470/1997, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ "ως νοσοκομειακό επίδομα και τροφής" με το ανωτέρω άρθρο 8 παρ.

Α.5 του ν.3205/2003. Το προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη νοσοκομειακό επίδομα και τροφής, είναι ανεξάρτητο και διάφορο του επιδίκου επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας της διάταξης του άρθρου 43 του Ν. 1193/1981, το οποίο χορηγήθηκε στις επισκέπτριες αδελφές, αδελφές νοσοκόμες και μαίες του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών-ήδη Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες είναι αβάσιμα.

Οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες, το πρώτον με την αίτηση αναίρεσης, κατ'ανεπίτρεπτη, κατ'άρθρον 224 ΚΠολΔ, μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής τους επικαλούνται τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.Α. 5 του ν.3205/2003 και την κατ' επέκταση εφαρμογή της και σε αυτούς, λόγω αντίθεσής της στην αρχή της ισότητας, συγκρινόμενοι με διαφορετική, από την αγωγή τους, κατηγορία εργαζομένων, και δη με αυτή των ιατρών νοσοκομείων του ΙΚΑ-στην αγωγή τους δεν αναφέρουν που παρείχαν οι ίδιοι τις υπηρεσίες τους ως ιατροί του ΙΚΑ-και θεωρούν εσφαλμένως ως δήθεν επίδικο και αιτούμενο με την αγωγή τους επίδομα, το προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη νοσοκομειακό επίδομα και τροφής, συγκεκριμένου ποσού μηνιαίως, από 240 ευρώ έως και 310 ευρώ, κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στη διάταξη αυτή, διακρίσεις.

Επομένως, το Εφετείο, με βάση τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά και το αίτημά της, κατ'ορθή ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 43 του ν. 1193/1981 που προβλέπει το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας για τις επισκέπτριες αδελφές, αδελφές νοσοκόμες και μαίες του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ήδη Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ορθά δεν την εφάρμοσε κατ'επέκταση και στους αναιρεσείοντες ιατρούς, κρίνοντάς τη σύμφωνη με την συνταγματική αρχή της ισότητας κατά το μέρος που δεν προέβλεψε ως δικαιούχους του επιδόματος αυτού και τους ιατρούς του Ι.Κ.Α., όπως και οι αναιρεσείοντες ιατροί που το αξίωναν, και ούτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τους ίδιους, και έτσι δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, τρίτος κατά το πρώτο σκέλος του και ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Με τον δεύτερο λόγο, κατά το τρίτο σκέλος του και με τον τρίτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγους της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτοί εκτιμώνται, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή τους ως μη νόμιμη, με εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 43 του ν.1193/1981, διαλαμβάνοντας ελλιπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το κρίσιμο ζήτημα της χορήγησης του επιδίκου επιδόματος μόνο στο νοσηλευτικό προσωπικό και της για το εάν η διάταξη αυτή εξακολουθούσε να ισχύει και υπό το καθεστώς του ν.2470/1997 περί ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.

Οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι η αποδιδόμενη με αυτούς στην προβαλλομένη απόφαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, την οποία επικύρωσε μετά από απόρριψη της έφεσης κατ'ουσία, και δεν προχώρησε στην ουσιαστική της έρευνα.

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, οι 2η, 3ος, 4η, 7ος, 14η, 15ος, 19η, 20ος, 22η, 27ος, 30ος, 32ος, 35ος, 36η, 38η, 45ος, 48ος και 50ος των αναιρεσιβλήτων, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Π.Υ), και ο 6ος αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του τρίτου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου (2η Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου)", κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματος των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, τα οποία ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο (ΕΟΠΠΥ), λόγω του ότι η νομική υπηρεσία του διεξάγεται από Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (βλ.

την από 5-4-2004 δήλωση παράστασης της πληρεξουσίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου (Ε.Ο.Π.Π.Υ) Σοφίας Καρυτινού, Παρέδρου του Ν.Σ.Κ, πρέπει να επιβληθούν μειωμένα [(άρθρα 30 παράγρ. 1 και 2 ν.4038/2012 (ΦΕΚ Α' 14/2.2.2012), 19 παρ. 1 περ. β ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α' 270/24/12/1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 ν.4194/2013 (ΦΕΚ Α' 208/27.9.2013)], περίπτωση που δεν συντρέχει ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ (2η Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου), που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του.

Ζήτημα πληρωμής των δικαστικών εξόδων του δευτέρου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (1η Δ.Υ.Πε Αττικής)" από τους 1η, 8ο, 9η, 10ο, 11ο, 12ο, 13ο, 16ο, 17η, 18ο, 23ο, 24ο, 25ο, 28η, 29ο, 31ο, 33η, 34ο, 39η, 40η, 42η, 43ο, 44ο, 46η, 47η και 49ο αναιρεσείοντες, δεν τίθεται, παρά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και κατά το μέρος τούτο, ελλείψει υποβολής σχετικού αιτήματος του ανωτέρω αναιρεσίβλητου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον πέμπτο (5ο), τον εικοστό πρώτο (21ο), τον τριακοστό έβδομο (37ο ) και την τεσσαρακοστή πρώτη (41η) των αναιρεσειόντων.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες.

Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την από 22 Μαίου 2023 και με αριθ. καταθ. 4611/475/31-5-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2825/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).

Καταδικάζει τους δεύτερη(2η), τρίτο ( 3ο), τέταρτη (4η), έβδομο (7ο), δέκατη τέταρτη (14η), δέκατο πέμπτο (15ο), δέκατη ένατη (19η), εικοστό (20ο), εικοστή δεύτερη (22η), εικοστό έβδομο ( 27ο), τριακοστό (30ο), τριακοστό δεύτερο (32ο), τριακοστό πέμπτο ( 35ο), τριακοστή έκτη (36η), τριακοστή όγδοη ( 38η), τεσσαρακοστό πέμπτο ( 45ο), τεσσαρακοστό όγδοο (48ο ) και πεντηκοστό (50ο) των αναιρεσειόντων, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Καταδικάζει τον έκτο (6ο) αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του τρίτου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ