Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment for failing to cite factual grounds for legal errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a labor court decision that rejected her wrongful dismissal claim. The appellant argued the lower court erred in calculating severance pay and improperly considered facts not presented during the trial. The court ruled the appeal inadmissible because the grounds cited did not reference the specific factual circumstances required to prove legal errors under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Civil Procedure Code: An appeal is inadmissible if the grounds do not refer to the factual circumstances constituting the alleged legal errors, making it impossible to determine if the statutory grounds for appeal are met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1452 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1452/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Τ. του Γ., συζ. Κ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καραβίδα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία ... και τον διακριτικό τίτλο ..., που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 220/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18.11.2022 (αριθ καταθ ΚΛ228/16.12.2022) κλήση της αναιρεσείουσας, επαναφέρεται, μετά από ματαίωση, η κρινόμενη από 20.6.2020 και με αριθ καταθ 24/1.7.2020 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 220/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 22.3.2016 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 27/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 18.12.2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα λαμβανομένης υπόψη και της αναστολής από 13/3/2020 έως 31/5/2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η ενάγουσα, με την από 18.12.2012 αγωγή της, ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ..., στις 26.7.2000, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως ψήστρια. Ότι στη συνέχεια καταρτίστηκε νεότερη συμφωνία μεταξύ της ίδιας και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, με βάση την οποία θα συνέχιζε να προσφέρει τις ανωτέρω υπηρεσίες της στον ίδιο χώρο και με τις ίδιες ακριβώς συνθήκες εργασίας και με την ίδια ιδιότητα.
Ότι, εργαζόταν από Δευτέρα έως και Κυριακή εναλλάξ από 9.00' έως τις 17.00' είτε από 17.00' έως τις 01.00', εβδομάδα ανά εβδομάδα. Ότι η εναγομένη το Δεκέμβριο 2011 και Ιούλιο 2012 προέβη αδικαιολογήτως σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής της σύβασης, καθόσον μείωσε το μισθό της και κατ' αυτόν τον τρόπο προσβλήθηκε και μειώθηκε η προσωπικότητά της.
Ότι από την πρόσληψή της πρόσφερε τις παραπάνω υπηρεσίες της στην αρχική εργοδότρια εταιρεία και στη συνέχεια στην εναγομένη συνεχώς και προσηκόντως μέχρι τις 25.9.2012, οπότε η τελευταία την απέλυσε, καταγγέλλοντας τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, καθόσον έγινε για λόγους εκδίκησης και εχθρότητας, δεδομένου ότι η ίδια διαμαρτυρήθηκε στον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης για την ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής της σύμβασης, ενώ δεν της καταβλήθηκε ολόκληρη και η αποζημίωση απόλυσης.
Ότι η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της εργασιακής τους σχέσης δίχως να συντρέχουν γενικότεροι λόγοι οικονομικοτεχνικής φύσης, που ανάγονται σε λειτουργία της επιχείρησής της, αλλά με σκοπό να διατηρήσει άλλη εργαζόμενη στην επιχείρηση με λιγότερα προσόντα. Ζητούσε δε α) να αναγνωριστεί ότι η κατά τα ανωτέρω μονομερής βλαπτική μεταβολή της επίδικης σύμβαση εργασίας είναι μειωτική για την προσωπικότητά της ως εργαζόμενη, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 25.9.2012 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της για τους ανωτέρω λόγους, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, με την απειλή κατ' αυτής χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε παράβαση της εκδοθησόμενης απόφασης, δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 3.186,50 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 25.9.2012 έως 18.12.2012, ήτοι για 3 μήνες με βάση τις τακτικές αποδοχές, ύφους 1.122,01 ευρώ μηνιαίως, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της απόλυσης της, διότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα η εναγομένη κατέστη υπερήμερη, αρνούμενη να αποδεχθεί τις πραγματικώς και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, με το νόμιμο τόκο, όπως εξειδικεύεται ειδικότερα στην αγωγή, άλλως τη διαφορά της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, ποσού 794,30 ευρώ νομιμοτόκως από την απόλυσή της και ε) να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθική βλάβης που υπέστη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 27/2014 οριστική απόφαση, απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή. Ακολούθως, η ενάγουσα άσκησε την από 22.3.2016 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 220/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο και οι λόγοι αναίρεσης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τις αποδιδόμενες στο δικαστήριο της ουσίας νομικές πλημμέλειες, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ιδίου κώδικα λόγους αναίρεσης θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, και δεν αρκεί η επίκληση μόνο της διατάξεως που προβλέπει το σχετικό λόγο αναίρεσης.
Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες συντελέσθηκε παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως (ΑΠ 856/2020). Εξάλλου από τις διατάξεις του 562 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η παραπάνω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ' αυτό, ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασης ή επαναφοράς του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν δε το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει επί πλέον να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση. (ΑΠ 290/2022, ΑΠ 241/2022, ΑΠ 669/2007).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση η ενάγουσα- αναιρεσείουσα με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθ. 1, 8, 14, 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με τις αιτιάσεις ότι α) έσφαλε με το να μη δεχτεί την ακυρότητα της καταγγελίας αν και δέχτηκε ότι η αποζημίωση δεν ήταν πλήρης, β) έσφαλε με το να δεχτεί ότι μετά την άσκηση της αγωγής, η κατάθεση του υπόλοιπου της αποζημίωσης δεν καθιστά άκυρη την καταγγελία, γ) έσφαλε με το να δεχτεί ότι είναι δικαιολογημένη η μη καταβολή της πλήρους αποζημίωσης και δεν οφείλεται σε κακοβουλία, απορρίπτοντας έτσι τον λόγο της ακυρότητας της καταγγελίας, λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν κήρυξε απαράδεκτο, δ) έσφαλε με το να προβεί χωρίς αιτιολογίες στο ζήτημα περί εύλογης αμφιβολίας της αναιρεσίβλητης ως προς το ακριβές ποσό της αποζημίωσης απόλυσης και εξαιτίας αυτού του σφάλματος απέρριψε το αίτημα της ακυρότητας της καταγγελίας, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις του εργατικού δικαίου, επιπλέον έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, δεν κήρυξε απαράδεκτο και στερείται νόμιμης βάσης, ε) έσφαλε με το να δεχτεί ότι η μη καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης οφείλεται σε εύλογη αμφιβολία της εναγομένης αναφορικά με το ακριβές ποσό αν και ισχυριζόταν ότι στην πραγματικότητα η ελλιπής αποζημίωση απόλυσης οφείλονταν σε υπολογισμό της με βάση ημερήσιο μισθό 33,83 ευρώ αντί του ορθού 44,88 ευρώ και όχι σε λανθασμένη μεταγενέστερη ημερομηνία πρόσληψης ισχυρισμός που καταλύει τον αντίθετο περί πλάνης ισχυρισμό της εναγομένης, προβαίνοντας έτσι σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συνάμα δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και δεν κήρυξε απαράδεκτο και επιπλέον στερείται νόμιμης βάσης, στ) με το να αγνοήσει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της, ότι, δηλαδή, είχε η εναγομένη πλήρη γνώση, ότι σκοπίμως δεν υπολόγισε ορθά την αποζημίωση, πως αποκλείεται πλάνη ή αμφιβολία από μόνη της ουδόλως ευκαταφρόνητης διαφοράς, ότι δεν αρκεί η μεταγενέστερη καταβολή, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, δεν κήρυξε απαράδεκτο και στερείται νόμιμης βάσης και ζ) με το να συμψηφίσει τη δικαστική δαπάνη με την αιτιολογία ότι η ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, καθόσον δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τις αποδιδόμενες στο δικαστήριο της ουσίας νομικές πλημμέλειες, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης θεμελιώνουν οι προβαλλόμενες αιτιάσεις και δεν αρκεί η επίκληση μόνο της διάταξης που προβλέπει το σχετικό λόγο αναίρεσης, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές με τις οποίες έγιναν οι επικαλούμενες παραβιάσεις.
Ειδικότερα, όσον αφορά το λόγο αναίρεσης, ότι παρά το νόμο η προσβαλλομένη συμψήφισε τη δικαστική δαπάνη, λεκτέον ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να τον προβάλλει, δεδομένου ότι αυτή αν δεν συμψηφιζόταν θα επιδικαζόταν σε βάρος της, επειδή ηττήθηκε στην κατ'έφεση δίκη, ως εκκαλούσα που απορρίφθηκε η έφεσή της.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.6.2020 και με αριθ καταθ 24/2020 αίτηση της Ι. Τ. για αναίρεση της 220/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ