Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding court minutes and registration deadlines.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding land registration. The appellant argued that the lower court distorted evidence and failed to register the lawsuit within the statutory deadline. The court ruled that court minutes and notarized certificates are not admissible evidence under the Civil Procedure Code and that the registration deadline is a procedural rule, not a substantive one.
Legislator headnote
AI generatedArticles 339, 432 et seq. of the Civil Procedure Code; Article 220 of the Civil Procedure Code; Article 559 of the Civil Procedure Code; Article 562 of the Civil Procedure Code: Court minutes and notarized certificates are not admissible evidence; procedural deadlines do not constitute grounds for appeal unless they affect public order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1452 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1452/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ι. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο Βασίλειο Καρβουνιάρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Οργανισμού Κτηματογραφήσεων και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.), που εκπροσωπείται νόμιμα και έχει έδρα την Αθήνα και 2) Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπoύμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση: Προς τον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευσίνας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 4-1-2006 κύρια παρέμβαση του ήδη 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7955/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4934/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-9-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 8-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 5877/29-3-2012 και 5921Β/29-3-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (17-4-2013), επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, στους αναιρεσειβλήτους με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Βασιλείου Καρβουνιάρη, επισπεύδει την συζήτηση.
Πλην όμως οι αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκαν κατά την συζήτηση στην ανωτέρω δικάσιμο της 17-4-2013, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την οικεία της σειρά στο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη. Επειδή, τα αδέσποτα ακίνητα, ήτοι τα μη διατελούντα στην κυριότητα ουδενός, ανήκουν, κατά το άρθρο 972 του ΑΚ στο Δημόσιο. Εξάλλου κατά το άρθρο 2 παρ.1 α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 Εισαγ.Ν.ΑΚ, επί των αδεσπότων νομέας θεωρείται το Δημόσιον, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ' αυτών πράξη νομής.
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών αδέσποτο καθίσταται ακίνητο με την εγκατάλειψη της νομής αυτού από τον κύριο με την πρόθεση παραιτήσεώς του από την κυριότητα, χωρίς μεταβίβασή της σε άλλον. Το Δημόσιο, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, αποκτά πρωτότυπα κυριότητα και συγχρόνως με την κυριότητα αποκτά αυτοδίκαια και τη νομή του ακινήτου, ανεξάρτητα αν έλαβε τη φυσική εξουσία αυτού ή αν ενήργησε πάνω σ' αυτό πράξεις διακατοχής.
Επομένως, επί των αδεσπότων κτημάτων ο κάτοχος αυτών δεν μπορεί να αποκτήσει νομή, ολικά ή κατά ένα μέρος, αφού αυτή παρεμποδίζεται από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2 του α.ν. 1539/1938 κατά την οποία τα κτήματα του Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα νομής τρίτου (ΑΠ 132/2000). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, υπό την ισχύ του ΑΚ, για να επέλθει απώλεια της κυριότητας ακινήτου δια παραιτήσεως (εγκαταλείψεως), έστω και προς τον σκοπό να καταστεί τούτο κοινόχρηστο, απαιτείται μονομερής δήλωση του κυρίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο ότι παραιτείται από την κυριότητά του επί του ακινήτου και μεταγραφής της δηλώσεως αυτής, ως περιέχουσας κατάργηση κυριότητας ακινήτου, ενώ αν η εγκατάλειψη του ακινήτου, με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, συντελέσθηκε υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος β.ρ.
δικαίου, δεν απαιτείται συμβολαιογραφικός τύπος και επομένως ούτε μεταγραφή (ΑΠ 1265/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη από 15-12-2004 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι είναι κύριος του περιγραφόμενου ακινήτου και να διορθωθεί η αρχική εγγραφή ως προς αυτό στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευσίνας, και την ασκηθείσα κύρια παρέμβαση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζήτησε με την δεύτερη επικουρική βάση να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί του επιδίκου λόγω κατάληψής του ως αδεσπότου, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα πρώην αγροτεμάχιο και ήδη οικόπεδο, εμβαδού 3.873 τ.μ., χωρίς κτίσμα σε αυτό, που βρίσκεται στην ... και εντός σχεδίου πόλης στο Ο.Τ. ..., συνορεύει δε γύρωθεν και συνολικά με ιδιοκτησίες αγνώστων και με τις οδούς ..., ... και .... Το ως άνω ακίνητο μέχρι το έτος 1940 ανήκει στην κυριότητα ενός μεγαλοκτηματία ονόματι Μ., οπότε ο τελευταίος εγκατέλειψε τη νομή του με σαφή πρόθεση να παραιτηθεί από τη κυριότητά του σε αυτό, δεδομένου ότι αυτός έκτοτε μέχρι και σήμερα ουδέποτε εμφανίστηκε και ενδιαφέρθηκε με οποιονδήποτε τρόπο για το εν λόγω ακίνητο.
Επομένως, το επίδικο ακίνητο κατά το παραπάνω έτος 1940 κατέστη αδέσποτο, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου εκ μέρους του προαναφερόμενου ιδιοκτήτη και μεταγραφή, καθόσον το ακίνητο αυτό κατέστη αδέσποτο πριν από την 23-2-1946 που τέθηκε σε ισχύ ο ΑΚ, οπότε ακόμη ίσχυε το βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο, σύμφωνα με το οποίο δεν απαιτείτο συμβολαιογραφικός τύπος και επομένως ούτε και μεταγραφή για να καταστεί τούτο αδέσποτο. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, περί της μακροχρόνιας εγκατάλειψης της νομής του επιδίκου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα τούτου εκ μέρους του προαναφερόμενου αρχικού ιδιοκτήτη, σαφώς προκύπτουν από την ένορκη στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα του ίδιου του ενάγοντος Δ. Δ.-Τ., που ενισχύεται σημαντικώς από την με αριθμό .../18-4-2005 προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα ένορκη βεβαίωση της Α. Ζ. και δεν αναιρούνται από τις υπ' αριθ. ... και .../3-4-2009, προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα το πρώτον ενώπιον του Εφετείου ένορκες βεβαιώσεις, με τις οποίες υποστηρίζονται τα αντίθετα, καθόσον οι τελευταίες δεν παρέχουν επαρκή πίστη, αφού έρχονται σε αντίθεση, σχετικά με το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα, και με τις ίδιες τις καταθέσεις των ως άνω δύο μαρτύρων του ενάγοντος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι το κυρίως παρεμβαίνον και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο κατέστη κύριος και νομέας του επίδικου ακινήτου, ως αδεσπότου, από το έτος 1940, ανεξάρτητα από το ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη σε πράξεις νομής στο επίδικο, ακολούθως δε το Εφετείο, αφού δέχτηκε την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή, και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή και δέχτηκε την κύρια παρέμβαση ως προς την ως άνω δεύτερη επικουρική της βάση.
Με αυτά που δέχτηκε, και, έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο κατέστη κύριος και νομέας του επίδικου ακινήτου, ως αδεσπότου, από το έτος 1940.
Δεν υφίσταται δε αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου ότι "στο δικόγραφο της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δεν περιεχόταν σχετική αναφορά περί της ιδιότητας του ακινήτου ως αδεσπότου, παρά μόνον ότι τούτο κατά τον αναφερόμενο χρόνο ήταν απερίφρακτο και ελεύθερο" και της παραδοχής του ότι "το επίδικο ακίνητο κατά το παραπάνω έτος 1940 κατέστη αδέσποτο", καθόσον η πρώτη παραδοχή του αφορά την εκτίμηση της αγωγής ως προς το νόμω βάσιμο αυτής, ενώ η δεύτερη παραδοχή αφορά την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και της επικουρικής βάσεως της κύριας παρέμβασης, το δε αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου εκτίθεται σαφώς.
Επομένως, οι συναφείς δεύτερος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επειδή, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού από το Δικαστήριο του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.
Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με το να δεχτεί, ότι "όταν ενάγει ο ιδιώτης το Δημόσιον ισχυριζόμενος ότι έχει συμπληρωθεί υπέρ αυτού έκτακτη χρησικτησία σε δημόσιο ακίνητο πριν την 11-9-1915 και επικαλείται ότι ασκούσε πράξεις νομής προσιδιάζουσες σε καλλιεργήσιμο αγρό, ο ισχυρισμός του εναγομένου Δημοσίου ότι πρόκειται για δάσος από της συστάσεως του ελληνικού κράτους, δεν ανατρέπει αφ' εαυτού την συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον αυτή χωρεί και επί δασών, ώστε δεν αποτελεί ένσταση του χαρακτήρα του ακινήτου και των συγκεκριμένων πράξεων νομής που επιδέχεται λόγω του χαρακτήρα του αυτού και είναι συνεπώς αντικείμενο ανταποδείξεως στα πλαίσια της κυρίας αποδείξεως που βαρύνει τον ενάγοντα για την ιστορική βάση της αγωγής του".
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι η παραπάνω παραδοχή αφορά την πέμπτη επικουρική βάση της κύριας παρέμβασης του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου περί της ιδιότητας της επίδικης έκτασης ως δασικής, ενώ τελικά το Εφετείο απέρριψε την αγωγή και δέχτηκε την κύρια παρέμβαση του Δημοσίου κατά την τρίτη επικουρική βάση της, ήτοι ότι κατέστη κύριος και νομέας του επιδίκου, ως αδεσπότου, από το έτος 1940, και έτσι δεν τίθεται θέμα αναστροφής και παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, έγγραφα, που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα. Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων, κατά το μέρος που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (ΑΠ 6/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως από το αριθμό 20, όπως εκτιμάται, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του προέβη στην παραμόρφωση του περιεχομένου των υπ' αριθμ. 7955/2007 πρακτικών συνεδριάσεως του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά το μέρος που περιέχουν την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος Δ.
Δ.-Τ. και τις ένορκες βεβαιώσεις της Α. Ζ. υπ' αριθ. .../18-4-2005 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ρεγγίνας Τραυλού, και των Νικολάου Γκιόκα και Βασιλείου Τσουρλή υπ' αριθ. .../2009 και .../2009, αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον τα ως άνω πρακτικά και οι ένορκες βεβαιώσεις δεν είναι έγγραφα από εκείνα που αναφέρονται στα άρθρα 339 και 432 επ.
του ΚΠολΔ. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως για παράβαση των κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.
Είναι δε δικονομικού δικαίου η διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία αγωγές στις οποίες περιλαμβάνονται και αναγνωριστικές ..., οι οποίες αφορούν ακίνητα, εγγράφονται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση του άρθρου 220 ΚΠολΔ, επειδή ο αναιρεσείων-ενάγων και το κυρίως παρεμβαίνον και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν ενέγραψαν την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή και την κύρια παρέμβαση, αντίστοιχα, στα βιβλία διεκδικήσεων, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού η διάταξη του άρθρου 220 ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου, πέραν του ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 3 ΚΠολΔ, κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη, η δε μη καταχώρηση αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων κατ' άρθρο 220 ΚΠολΔ δεν εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 562 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1197/2008).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2011 αίτηση του Ι. Ι. του Κ. για αναίρεση της 4934/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ