Legislator Case Law & Legislation
1452/2012 AI generated

1452/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1452/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1452/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τόπος εργασίας των προσλαμβανομένων θα ήταν η Γραμματεία του Ειδικού Λογαριασμού. Η διάρκεια της απασχόλησης προβλεπόταν για ένα έτος, με δυνατότητα παράτασης μέχρι την ολοκλήρωση των προγραμμάτων. Μεταξύ των υποψηφίων που υπέβαλαν αίτηση για την κάλυψη των (4) από τις (10) προαναφερόμενες προκηρυχθείσες θέσεις, πτυχιούχων Π.Ε.

Keywords

AI generated
trust in government offences against the popular will standing of the municipality people's democracy right to a decision release from citizenship
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1452 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1452/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Aθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον υπουργό οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Υπουργό Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, που κατοικοεδρεύει στο Μαρούσι, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Αικατερίνη Γαλάνη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Π. Τ. του Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αντωνόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1323/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1306/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 24-11-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 18-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.4 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ενώ κατά την διάταξη του αριθμού 19 του ιδίου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος 1975, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής διάταξης εκδόθηκε ο νόμος 1406/1983, με το άρθρο 1 παρ. 2 εδ. 1 του οποίου υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, ως διοικητικές διαφορές ουσίας και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων, δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή αξίωση.

Είναι δε η σύμβαση διοικητική όταν α) ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ που ασκεί δημόσια εξουσία), β) το αντικείμενο της σύμβασης έχει σχέση με την άσκηση δημόσιας υπηρεσίας ή εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και γ) η κατάρτιση και εκτέλεση της συμβάσεως διέπονται, εν μέρει τουλάχιστον, από κανόνες διοικητικού δικαίου ή έχουν περιληφθεί σ' αυτή όροι που καθιστούν υπερέχουσα τη θέση του Δημοσίου (ή του ΝΠΔΔ) απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό και που δημιουργούν υπέρ αυτού εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς, εξοπλισμένο μάλιστα με τη δυνατότητα μονομερούς επέμβασης στη σύμβαση και επιβολής κυρώσεων.

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα παραπάνω στοιχεία είναι ιδιωτικές και οι από αυτές διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ. 3 του Συντάγματος και 1 περ. α' του ΚΠολΔ (ΑΕΔ 10, 15/1992, 21/1997, ΑΠ 380/2001, 1649/2007, Α.Π. 1671/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, ο οποίος ετροποποίησε τον Ν. 2190/1994 "Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού ..." (Α.Σ.Ε.Π.), προκύπτει, ότι η κατάρτιση των προβλεπομένων από αυτές "συμβάσεων έργου" έχει ως αφετηρία την έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού (ή, προκειμένου για οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας), με την οποία καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεστεί από υπαλλήλους του.

Για την έκδοση της αποφάσεως αυτής απαιτείται προηγούμενη βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου της οικείας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου του δημοσίου τομέα ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία. Η πρόβλεψη εκδόσεως της βεβαίωσης αυτής, που αφορά μόνο τον καθορισμό του κανονιστικού πλαισίου προκειμένου να προσκληθούν οι ενδιαφερόμενοι για να εκδηλώσουν ενδιαφέρον προς ανάληψη του έργου, δεν προσδίδει στην πράξη περί αναθέσεως του έργου σε ορισμένα πρόσωπα τον χαρακτήρα εκτελεστής διοικητικής πράξεως, εκδιδόμενης στο πλαίσιο ειδικής διοικητικής διαδικασίας, η οποία, αν υπήρχε, θα μπορούσε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να της προσδώσει χαρακτήρα εκτελεστής διοικητικής πράξεως.

Και τούτο διότι η επιλογή των ενδιαφερομένων για την ανάθεση του έργου γίνεται από το αρμόδιο όργανο και, προκειμένου περί δήμων, από τον δήμαρχο, χωρίς να προβλέπεται από το νόμο συγκεκριμένη διαδικασία επιλογής. Επομένως, η αναφυόμενη από την πράξη αναθέσεως του έργου διαφορά έχει το χαρακτήρα όχι διοικητικής διαφοράς, αλλά διαφοράς ιδιωτικού δικαίου, δικαιοδοσία για την εκδίκαση της οποίας έχουν τα πολιτικά δικαστήρια (Σ.τ.Ε 3778/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εδώ αναιρεσίβλητη ιστορούσε στην ένδικη αγωγή της επί λέξει τα εξής: Με την υπ'αριθ.πρωτ. ΚΑ/649/20-4-2001 πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος της Γραμματείας του Ειδικού Λογαριασμού της Διεύθυνσης Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης του ΥΠΕΠΘ, ζητήθηκε η υποβολή υποψηφιοτήτων για την κάλυψη με επιλογή, δέκα (10) προκηρυχθεισών θέσεων στελεχών υψηλών προσόντων διαφόρων ειδικοτήτων, με σύμβαση ανάθεσης έργου, για την υποστήριξη των προγραμμάτων που υλοποιεί ο ειδικός λογαριασμός στο πλαίσιο του ΕΠΕΑΕΚ.

Τόπος εργασίας των προσλαμβανομένων θα ήταν η Γραμματεία του Ειδικού Λογαριασμού. Η διάρκεια της απασχόλησης προβλεπόταν για ένα έτος, με δυνατότητα παράτασης μέχρι την ολοκλήρωση των προγραμμάτων. Μεταξύ των υποψηφίων που υπέβαλαν αίτηση για την κάλυψη των (4) από τις (10) προαναφερόμενες προκηρυχθείσες θέσεις, πτυχιούχων Π.Ε.

Τεχνολογικών Επιστημών, συμπεριλαμβάνομαι και εγώ, η οποία διέθετα όλα τα τυπικά προσόντα και μαζί με την αίτηση μου υπέβαλα και όλα τα σχετικά δικαιολογητικά που η ως άνω πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος απαιτούσε. Την 20/7/2001, η επιτροπή αξιολόγησης για την επιλογή των ως άνω στελεχών, που συγκροτήθηκε με την ΚΑ/927/12-6-2001 απόφαση του Γ.

Γραμματέα του ΥΠΕΠΘ, με το αριθ. 3/20-7-2001 πρακτικό της, αφού ολοκλήρωσε τις συνεντεύξεις των υποψηφίων, βαθμολόγησε αυτούς και τους κατέταξε κατά κατηγορία σε πίνακες κατά αξιολογική σειρά. Στο σχετικό πίνακα των πτυχιούχων Π.Ε. Τεχνολογικών Επιστημών (Μηχανικών), εγώ κατατάχθηκα στην πέμπτη θέση, με συνολική βαθμολογία 7.

Στην πρώτη θέση κατατάχθηκε ο κ. Κ. Σ., με συνολική βαθμολογία 10,5. Στη συνέχεια η Επιτροπή Διαχείρισης Ειδικού Λογαριασμού, με το αριθ. 10/25-9-2001 πρακτικό της, αποφάσισε την έγκριση του ως άνω αριθ. 3/20-7-2001 πρακτικού της επιτροπής αξιολόγησης και πρότεινε στο Γ. Γραμματέα του ΥΠΕΠΘ, την υπογραφή σύμβασης ανάθεσης έργου στους επιλεγέντες σύμφωνα με το πρακτικό που ενέκρινε.

Ειδικά για τις προκηρυχθείσες θέσεις των πτυχιούχων Π.Ε. Τεχνολογικών Επιστημών (Μηχανικών), πρότεινε την υπογραφή σύμβασης ανάθεσης έργου με 3 μηχανικούς αντί 4 που ήταν οι προκηρυχθείσες θέσεις και συγκεκριμένα με τους 2η, 3°, και 4η στη σειρά κατάταξης του πίνακα αξιολόγησης, δηλ. με τους Τ. Σ., Π. Σ. και Σ.

Γ. αντίστοιχα, διότι ο 1ος καταταγείς στο πίνακα κ. Κ. Σ., αρνήθηκε τη θέση. Στη συνέχεια, ο Γ. Γραμματέας του ΥΠΕΠΘ ως Πρόεδρος της επιτροπής παρακολούθησης του ΕΠΕΑΕΚ, με την αριθ. ΚΑ/1440/1-10-2001 απόφαση του, αποφάσισε την υπογραφή σύμβασης ανάθεσης έργου με τους τρεις ως άνω μηχανικούς, ενώ άφησε ακάλυπτη την 4η προκηρυχθείσα θέση.

Έτσι υπεγράφησαν την ίδια ως άνω ημερομηνία (1/10/2001) οι σχετικές συμβάσεις ανάθεσης έργου, διάρκειας ενός έτους δηλ. από 1/10/2001 έως 30/9/2003, με τους προσληφθέντες συνυποψήφιους μου μηχανικούς ... . Με δεδομένο ότι εγώ ήμουν η πρώτη επιλαχούσα (ως καταταχθείσα στην πέμπτη θέση), στον ως άνω πίνακα κατάταξης και επομένως, εφόσον ο 1ος καταταγείς στο πίvακα...

δεν αποδέχθηκε τη θέση, έπρεπε να προσληφθώ εγώ στη θέση αυτή και να μου ανατεθεί το σχετικό έργο, υπέβαλα στη Γραμματεία του Ειδικού Λογαριασμού της Διεύθυνσης Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης του ΥΠΕΠΘ, την από 6/3/2002, αίτηση - ένσταση μου, με την οποία ζητούσα την πρόσληψη μου στην τέταρτη προκηρυχθείσα θέση, επί της οποίας όμως ουδεμία απάντηση έχω λάβει μέχρι σήμερα.

Σημειωτέον επίσης ότι η Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης ΕΠΕΑΕΚ, με το αριθ. 5171/31-5-2002 έγγραφο της, ζητά από την Επιτροπή Διαχείρισης του Ειδικού Λογαριασμού του ΥΠΕΠΘ, "τη συμπληρωματική έγκριση της πρόσληψης μου, διότι η Υπηρεσία ( Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης ΕΠΕΑΕΚ) έχει ανάγκη ενός ακόμη μηχανικού για την υποστήριξη των έργων ΕΤΠΑ".

Η μη πρόσληψή μου και η μη υπογραφή της σχετικής σύμβασης ανάθεσης έργου, διότι η διοίκηση αποφάσισε να μην καλύψει τη μία εκ των 4 προκηρυχθεισών θέσεων, είναι παράνομη, διότι ακριβώς ο αριθμός των θέσεων που προκηρύχθηκαν ήταν εκ των προτέρων ορισμένος. Στην περίπτωση αυτή, είναι υποχρεωτική για τη διοίκηση, η κάλυψη όλων των προκηρυχθεισών θέσεων και δεν έγκειται στη διακριτική της ευχέρεια η κάλυψη τους ή μη.

Εξάλλου η απόφαση της Γραμματείας του Ειδικού Λογαριασμού της Διεύθυνσης Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης του ΥΠΕΠΘ, περί μη καλύψεως της μίας εκ ... των 4 προκηρυχθεισών θέσεων, αποτελεί ουσιαστικά ανάκληση, της πρόσκλησης ενδιαφέροντος με την οποία προκηρύχθηκαν οι τέσσερις ως άνω θέσεις και η οποία πρόσκληση είναι μία καθ' όλα νόμιμη διοικητική πράξη.

Οι νόμιμες διοικητικές πράξεις όμως, όπως η συγκεκριμένη, δεν ανακαλούνται και κάθε ανάκληση τους είναι παράνομη. Δυνατότητα ανάκλησης τους υπάρχει, μόνο για περιοριστικά αναφερόμενους στο νόμο λόγους, που άπτονται του Δημοσίου συμφέροντος, το οποίο όμως πρέπει να αναφέρεται ρητά και να αποδεικνύεται στο σώμα της ανακλητικής απόφασης για να είναι αυτή νόμιμα αιτιολογημένη και επομένως νόμιμα ληφθείσα.

Η εν λόγω όμως ανακλητική απόφαση, είναι παντελώς αναιτιολόγητη και δεν αναφέρει ούτε αποδεικνύει κανένα λόγο δημοσίου συμφέροντος ο οποίος θα μπορούσε πιθανόν να τη νομιμοποιήσει. Αντίθετα μάλιστα, σύμφωνα με το αριθ. 5171/31-5-2001 έγγραφο του αρμοδίου οργάνου, δηλ. της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης ΕΠΕΑΕΚ, γίνεται απόλυτα σαφές ότι το συμφέρον της υπηρεσίας επιβάλλει "τη συμπληρωματική έγκριση της πρόσληψης μου, διότι η Υπηρεσία ( Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης ΕΠΕΑΕΚ) έχει ανάγκη ενός ακόμη μηχανικού για την υποστήριξη των έργων ΕΤΠΑ".

Έτσι και για το λόγο αυτό, η ανακλητική απόφαση μη πλήρωσης μιας εκ των τεσσάρων προκηρυχθεισών θέσεων, είναι παράνομη. Επειδή σύμφωνα με τα παραπάνω, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας παράλειψης των οργάνων του ΥΠΕΠΘ και συγκεκριμένα της Γραμματείας του Ειδικού Λογαριασμού της Διεύθυνσης Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης.

να καλύψουν την 4η προκηρυχθείσα θέση μηχανικού, στην οποία θα έπρεπε να προσλάβουν εμένα, εγώ υπέστην ζημία από τη μη σύναψη της σχετικής σύμβασης ανάθεσης έργου, ζημία για την οποία, οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να με αποζημιώσουν σύμφωνα με τις διατάζεις περί αδικοπραξίας του Α.Κ. Η ζημία αυτή που υπέστην είναι ίση με τη συνολική αμοιβή, που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και με κάθε πιθανότητα θα ελάμβανα εάν προσλαμβανόμουν και υπέγραφα τη σχετική σύμβαση ανάθεσης έργου, αφού με απόλυτη βεβαιότητα θα εκτελούσα το έργο που θα μου αναθέτονταν.

Η συνολική αυτή αμοιβή για το έργο που θα προσέφερα, ανέρχεται σε δρχ. 5.600.000 ή 16.434,34 ευρώ, όση ακριβώς ήταν και η αμοιβή που έλαβαν οι συνάδελφοι μου που προσελήφθησαν, όπως αυτό ασφαλώς προκύπτει από τις σχετικές συμβάσεις που υπέγραψαν ...". Ζητούσε δε εν τέλει η ενάγουσα, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ως άνω ποσόν ως αποζημίωση, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Από το ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής, σε συνδυασμό προς τις εκτεθείσες στην αρχή διατάξεις και σκέψεις προκύπτει, ότι πρόκειται για διαφορά ιδιωτικού δικαίου ή όχι για διοικητική διαφορά και η εκδίκασή της υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, σχετικά με την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως, επί πλέον δε, διέλαβε και τα εξής: "Εξάλλου από το περιεχόμενο των συμβάσεων αυτών δεν προκύπτει ότι το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση έναντι των αντισυμβαλλομένων του, δοθέντος ότι η κατάρτιση τους είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βουλητικής ενέργειας των μερών και ως τέτοιες ρητώς διέπονται από τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου και όχι από ιδιαίτερο νομικό καθεστώς που δημιουργεί αποκλίσεις υπέρ του εκκαλούντος ελληνικού δημοσίου ενώ δεν προκύπτει ότι το τελευταίο έχει τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων ή μονομερούς επεμβάσεως προς το συμφέρον του σε αυτές, ούτε ότι οι αντισυμβαλλόμενοι του αποδέχονται συμβατικούς όρους που να αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο ...".

Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν υπερέβη την δικαιοδοσία του ως πολιτικού δικαστηρίου για την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες δύο λόγοι της αιτήσεως ( εκ του άρθρου 559 αριθμ.4 ΚΠολΔ, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου τους) είναι αβάσιμοι. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-11-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1306/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ