1452/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5833/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4898/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2009 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1452/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η υπογραφή είναι σημείωση του προσδιοριστικού του ονοματεπώνυμου του διαθέτη, γι' αυτό μπορεί να αποτελείται από την παράθεση ευανάγνωστα όλων των στοιχείων της ταυτότητάς του, έστω και αν στις συναλλαγές δεν υπογράφει με αυτόν τον τρόπο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1782 παρ. 2 Α.Κ. "η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη, αν είναι προϊόν απάτης, χωρίς την οποία ο διαθέτης δεν θα διατύπωνε τη διάταξη".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1452 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1452/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Η. Γ., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταθέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚπολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Λ. Δ., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Κοσοβίτσα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5833/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4898/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτοκρίτος Καλούδης ανέγνωσε την από 9-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1721 παρ. 1 και 2 ΑΚ, "η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται απ' αυτόν. Από τη χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι για να είναι έγκυρη η ιδιόγραφη διαθήκη πρέπει να έχει στο σύνολό της γραφεί με το χέρι του διαθέτη και να έχει χρονολογηθεί και υπογραφεί από τον ίδιο.
Από την ίδια διάταξη προκύπτει, επίσης, με σαφήνεια, ότι εκείνο που θέλησε να αποκλείσει ο νομοθέτης, είναι η χρησιμοποίηση μηχανικών μέσων γραφής, τα οποία δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της γνησιότητας της διαθήκης, διότι οι γραφικοί χαρακτήρες που αποτυπώνονται με αυτά είναι στερεότυποι και δεδομένοι, οποιοσδήποτε και αν κάνει χρήση του μέσου, και, έτσι, ατομικά χαρακτηριστικά γραφής κάθε ανθρώπου δεν διακρίνονται στο κείμενο.
Δεν αποκλείεται όμως η χρησιμοποίηση από το διαθέτη σχεδίου που περιέχει τις διατάξεις της τελευταίας βούλησής του και η αντιγραφή του. Στην περίπτωση αυτή, που τρίτος (συνήθως δικηγόρος ή συμβολαιογράφος, του οποίου τη συμβουλή ζήτησε ο διαθέτης για να συντάξει έγκυρη διαθήκη) συνέταξε σχέδιο διαθήκης και ο διαθέτης το αντέγραψε ιδιοχείρως, έθεσε χρονολογία και το υπέγραψε, η διαθήκη είναι έγκυρη, αφού αυτός μπορούσε να ελέγξει αν το σχέδιο που συντάχθηκε από τρίτο αποτυπώνει την πραγματική δική του θέληση.
Η υπογραφή είναι σημείωση του προσδιοριστικού του ονοματεπώνυμου του διαθέτη, γι' αυτό μπορεί να αποτελείται από την παράθεση ευανάγνωστα όλων των στοιχείων της ταυτότητάς του, έστω και αν στις συναλλαγές δεν υπογράφει με αυτόν τον τρόπο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1782 παρ. 2 Α.Κ. "η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη, αν είναι προϊόν απάτης, χωρίς την οποία ο διαθέτης δεν θα διατύπωνε τη διάταξη".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι στην έννοια της απάτης περιλαμβάνονται ψευδείς και υποβολιμαίες ή δελεαστικές παραστάσεις, οι οποίες έγιναν με δόλο, έχουν δε ως αποτέλεσμα να πείσουν και παρασύρουν το διαθέτη να περιλάβει στη διαθήκη του διάταξη που δεν θα περιλάμβανε, αν δεν μεσολαβούσε η κατά τα ως άνω συμπεριφορά του μετελθόντος την απάτη.
Στην προκειμένη αυτή η από την απάτη προκαλούμενη πλάνη του διαθέτη καθιστά ακυρώσιμη την τελευταία διάταξη, τόσον όταν έχει ως αποτέλεσμα τη διάσταση της βούλησης και της δήλωσης του διαθέτη, όσο και όταν εντοπίζεται στα παραγωγικά της βούλησής του αίτια. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν τον εφάρμοσε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίτπωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στις ... αποβίωσε στην Κηφισιά Αττικής (νοσοκομείο ΚΑΤ) ο Δ. Μ. του Π. που γεννήθηκε το 1915 στο χωριό ..., κάτοικος εν ζωή ... και κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς του τη συζυγό του, Α. το γένος Χ. Σ., η οποία δεν είναι διάδικος, και τις δύο διαδίκους θυγατέρες του.
Ο εν λόγω πατέρας των διαδίκων με την από ... ιδιόγραφη διαθήκη του, που είχε κατατεθεί προς φύλαξη στο συμ/φο Αθηνών Αχιλλέα Ι. Τσαρτέκη, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πράξης κατάθεσης του ως άνω συμβ/φου, δημοσιεύθηκε δε με το υπ' αριθμ. 3731/24/6/2005 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε κληρονόμους την εναγόμενη θυγατέρα του επί της ψιλής κυριότητας των περιγραφόμενων δύο ακινήτων (διαμερίσματος εμβαδού 84,20 τ.μ, στην Ηλιούπολη, και 1/3 εξ αδιαιρέτου καταστήματος στην ίδια περιοχή) καθώς, επίσης, και σε όλα τα μηχανήματα, εξαρτήματα, σκεύη και κάθε μορφής κλίβανο αρτοποιίας που βρίσκονται εντός του υπό στοιχ.
Κ1 καταστήματος, στο οποίο λειτουργεί επιχείρηση αρτοποιΐου, και τη σύζυγό του στην εφόρου ζωής επικαρπία των δύο ως άνω ακινήτων. Ακόμη στην εν λόγω διαθήκη ο διαθέτης αναφέρει, καθόσον αφορά την ενάγουσα θυγατέρα του, "εις την θυγατέρα μου Ε. συζ. Η. Γ. έδωσα πολύ περισσότερα από την κανονική μερίδα, καθώς εμφαίνεται στο υπ' αριθμόν ...
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πέρσας Μαρίας". Είναι αλήθεια ότι ο τρόπος γραφής του κειμένου της επίμαχης διαθήκης δημιουργεί τη βεβαιότητα, ότι, το άτομο που τη συνέταξε, κατέχει καλά την Ελληνική γλώσσα (γραμματική, συντακτικό) και μάλιστα αυτήν (Ελληνική γλώσσα) που αποκαλείται καθαρεύουσα, αφού δεν περιέχει συντακτικά λάθη και έχει λίγα και ασήμαντα ορθογραφικά.
Στο γεγονός αυτό θεμελιώνει η ενάγουσα την αγωγή της, υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω διαθήκη δεν έχει γραφεί από τον φερόμενο ως διαθέτη - πατέρα της, καθόσον ο τελευταίος ήταν αγράμματος. Όμως το τελευταίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο εν λόγω κληρονομούμενος - πατέρας των διαδίκων είχε τελειώσει το δημοτικό σχολείο, ήταν άτομο με ιδιαίτερη ευφυΐα και είχε ο ίδιος ενδιαφερθεί να βελτιώσει και αυξήσει τις γραμματικές του γνώσεις.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται, πως δεν υπήρχε δημοτικό σχολείο στο γενέθλιο τόπο του πατέρα της. Από το προσκομιζόμενο όμως κι επικαλούμενο από την εναγομένη, υπ'αριθμ. ..., έγγραφο του προϊσταμένου της περ. δ/νσης Π κ' Δ.Ε. Ηπείρου (Δ/νση Π.Ε.Ιωαννίνων - 2° Γρ. Π.Ε. Ιωαννίνων) προκύπτει ότι υπήρχε, αλλά για το χρονικό διάστημα από το 1921 έως το 1927, που, ενόψει του χρόνου γέννησης του πατέρα της, ο τελευταίος θα φοιτούσε στο δημοτικό σχολείο,δεν έχουν διατηρηθεί αρχεία.
Άλλωστε ο εκ των μαρτύρων Δ. Μ. του Π. κατέθεσε (βλ. 486/21-8-2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων) ότι και ο ίδιος, που γεννήθηκε το 1913 στον ίδιο τόπο, όπου και ο πατέρας των διαδίκων, φοίτησε σ' αυτό το σχολείο που είχε ένα μόνο δάσκαλο, γι' αυτό ήταν συμμαθητές μ'αυτόν (πατέρα των διαδίκων), καίτοι μεγαλύτερό του σε ηλικία κατά τρία χρόνια.
Παράλληλα υπήρξε επιτυχημένος επιχειρηματίας, αρτοποιός, και είχε αναπτύξει αξιόλογη συνδικαλιστική δράση στον επαγγελματικό του χώρο. Βέβαια η ικανότητά του στη χρήση της ελληνικής γλώσσας (γραπτού λόγου) δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ανάλογη με τις απαιτήσεις του κειμένου της επίδικης διαθήκης.
Για το γεγονός αυτό, όμως, δίδεται επαρκής, πειστική και τεκμηριωμένη εξήγηση από το παραπάνω αποδεικτικό υλικό. Ειδικότερα, ο παραπάνω κληρονομούμενος, προκειμένου, κατ' έτος 1977, να ρυθμίσει τα της τύχης της περιουσίας του μετά το θάνατό του, συμβουλεύθηκε τον εξ αγχιστείας συγγενή του και τότε συνταξιούχο συμ/φο Κων/νο Έξαρχο, στον οποίο έθεσε υπ' όψη όλα τα σχετιζόμενα με την περιουσία του έγγραφα, ο τελευταίος δε, σε συνεννόηση μ'αυτόν, συνέταξε ένα κείμενο (σχέδιο) διαθήκης, το οποίο ο διαθέτης, έχοντας πλήρη αντίληψη της φύσης και της σημασίας του, γνωρίζοντας με ακρίβεια την έννοια των σ' αυτή νομικών όρων (ψιλή κυριότητα, επικαρπία), κατόπιν επεξήγησής τους από το συγγενή του συνταξιούχο συμ/φο, το αντέγραψε με τα χέρια του, έθεσε χρονολογία και το υπέγραψε, έτσι, σύμφωνα με όσα έγιναν
δεκτά στην προηγηθείσα σκέψη συνέταξε έγκυρη ιδιόγραφη διαθήκη, προς φυσική διασφάλιση της οποίας, την κατέθεσε στον προαναφερθέντα συμ/φο Αχιλλέα Τσαρτέκη. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο γραφικός χαρακτήρας του κειμένου της επίμαχης διαθήκης είναι όμοιος με τη γραφή του διαθέτη σε αποδείξεις είσπραξης ενοικίου που είχε καταρτίσει εν ζωή, προσκομίζει δε και επικαλείται η εναγομένη.
Ούτε μπορεί να γίνει λόγος για απομίμηση της γραφής του διαθέτη από τρίτο πρόσωπο (περί αυτού άλλωστε ουδείς εκ των εξετασθέντων μαρτύρων κατέθεσε κάτι σχετικό), αφού υπάρχει ομοιότητα σε όλα τα γενικά χαρακτηριστικά, όπως ρυθμός χάραξης, ποιότητα γραφής και υπογραφής, σε συνδυασμό με την ταχύτητα και τον αυθορμητισμό, κλίση αξόνων γραμμάτων, διαστάσεις - αναλογίες γραμμάτων, μέγεθος των διαστημάτων ανάμεσα στα γράμματα και στις λέξεις, κ.λ.π.
Η υπογραφή, επίσης, του διαθέτη στην προκείμενη διαθήκη είναι όμοιου τύπου με αυτές, που έθεσε ως συναλλασσόμενος στις προαναφερθείσες αποδείξεις ενοικίου και ουδόλως μεταβάλει τα πράγματα το γεγονός ότι στην επίμαχη διαθήκη έγραψε κάτωθι της υπογραφής και το ονοματεπώνυμο του, προφανώς για να δηλώσει τη σπουδαιότητα του εγγράφου ως τοιούτο της διαθήκης του".
Με βάση τις παραδοχές αυτές - ήτοι ότι η επίμαχη διαθήκη έχει στο σύνολό της γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από το διαθέτη, πατέρα των διαδίκων, Δ. Μ. - το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι η ένδικη αγωγή, ως προς την κύρια βάση της περί αναγνώρισης της επίμαχης διαθήκης ως άκυρης γιατί δεν έχει γραφεί από τον διαθέτη πατέρα της ενάγουσας - αναιρεσείουσας είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και πρέπει ως τέτοια να απορριφθεί.
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης της ενάγουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Πειραιτέρω, καθ' όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία η αναιρεσείουσα ζήτησε να ακυρωθεί η διαθήκη, γιατί ο διαθέτης οδηγήθηκε στην κατάρτισή της όχι από δική του ελεύθερη βούληση αλλά συνεπεία απάτης εκ μέρους της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) και του συζύγου της, το Εφετείο δέχτηκε ότι: "Καθόσον αφορά την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής επισημαίνεται κατ' αρχήν ότι τα επικαλούμενα για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά ουδέν αξιόλογο και πειστικό έρεισμα ευρίσκουν στο ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό.Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης ήταν άτομο με ιδιαίτερη προσωπικότητα που είχε δική του άποψη και αντίληψη
για ό,τι τον ενδιέφερε, όπως επιβεβαιώνεται από την επιτυχημένη επαγγελματική του πορεία, αλλά και από την αξιόλογη συνδικαλιστική του δράση, ώστε είναι αδύνατον, ενώ ήταν 62 ετών και χωρίς προβλήματα υγείας να παραπλανήθηκε από ψευδείς παραστάσεις της μιας εκ των θυγατέρων του και λόγω αυτών να υπόπεσε σε δυσμένεια ή άλλη με άμεση συνέπεια να μην την εγκαταστήσει κληρονόμα του.
Από ουδέν αποδεικτικό μέσο προέκυψε ότι η εναγομένη μετήλθε κάποιου είδους απατηλή συμπεριφορά, προκειμένου να πείσει το διαθέτη πατέρα της να συντάξει την επίδικη διαθήκη. Ούτε άλλωστε, προέκυψε τέτοια καταφανής ευνοϊκή μεταχείριση της εναγομένης, σε σχέση με την αντίστοιχη μεταχείριση της ενάγουσας που επιφύλαξε σ'αυτές ο πατέρας τους με τη συνολική διάθεση των περιουσιακών του στοιχείων δια παροχών εν ζωή και μετά θάνατο.
Ενισχυτικό της άποψης ότι η επίμαχη διαθήκη δεν αποτελεί προϊόν εξαπάτησης του διαθέτη, αλλ' ότι αποτελεί την έκφραση της δικής ώριμης βούλησης, είναι και το γεγονός ότι επί πολλά έτη (28 συνολικά) από τη σύνταξή της μέχρι το θάνατό του δεν Θέλησε να την μεταβάλει, ενέργεια στην οποία μπορούσε να προβεί αν το επιθυμούσε.
Σημειωτέον, τέλος, ότι η σύζυγος του διαθέτη, για την οποία η ενάγουσα - στην προσπάθειά της να θεμελιώσει τον ισχυρισμό περί εξαπάτησης του τελευταίου, ως προς το σύννομο των διατάξεων της επίμαχης διαθήκης - θέτει ζητήματα προσβολής της νόμιμης μοίρας της με την κατάλειψη σ' αυτήν περιουσιακών στοιχείων μόνο κατ' επικαρπία, αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν με την επίδικη διαθήκη κληρονομιά και ουδέν τέτοιο ζήτημα έθεσε".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι η αγωγή είναι (και) ως προς την επικουρική πιο πάνω βάση της κατ'ουσίαν αβάσιμη και πρέπει ως τέτοια (και ως προς τη βάση της αυτή) να απορριφθεί, ακολούθως δε, απέρριψε και το σχετικό λόγο της έφεσης της ενάγουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει (και ως προς τη βάση αυτή της αγωγής) όμοια κρίση και εν τέλει και την έφεση στο σύνολό της.
Με βάση αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άθρων 1721 παρ. 1 και 2 και 1782 παρ. 2 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, γιατί στην προκείμενη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής τους. Επίσης, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της αναγνώρισης της ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης, γιατί δεν έχει στο σύνολό της γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από το διαθέτη, και της επιδιωκόμενης ακύρωσής της λόγω της επικαλούμενης απάτης του διαθέτη, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή μη εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ που αναφέρθηκαν.
Δεν υπάρχει δε καμία αντίφαση από την παραδοχή του Εφετείου ότι "ο τρόπος γραφής του κειμένου της επίμαχης διαθήκης δημιουργεί τη βεβαιότητα ότι το άτομο που τη συνέταξε κατέχει καλά την Ελληνική γλώσσα (γραμματτική, συντακτικό) και μάλιστα αυτή (Ελληνική γλώσσα) που αποκαλείται καθαρεύουσα", δεδομένου ότι δέχεται με σαφήνεια και χωρίς κανένα ενδοιασμό, ότι ο διαθέτης, έχοντας τελειώσει το δημοτικό σχολείο και όντας άτομο με ιδιαίτερη ευφυΐα, το οποίο είχε ενδιαφερθεί να βελτιώσει και αυξήσει τις γραμματικές του γνώσεις και έχοντας υπάρξει επιτυχημένος επιχειρηματίας, ο οποίος είχε αναπτύξει αξιόλογη συνδικαλιστική δράστη στον επαγγελματικό του χώρο, θέλοντας ο ίδιος να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη, "αντέγραψε με τα χέρια του" το περιεχόμενο του κειμένου του σχεδίου της διαθήκης και έθεσε χρονολογία και το υπέγραψε, γνωρίζοντας με ακρίβεια την έννοια των σ'αυτό νομικών όρων και συνέταξε, έτσι, χωρίς να εξαπατηθεί από την εναγομένη και το σύζυγό της, έγκυρη ιδιόγραφη διαθήκη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι περιλαμβανόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τις οποίες η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, γιατί δεν προσδιορίζει το χώρο στον οποίο έλαβε χώρα η αντιγραφή από το διαθέτη του περιεχομένου του κειμένου του σχεδίου της διαθήκης και εάν παρίστατο συνεχώς ο συντάξας το σχέδιο συμβολαιογράφος, ούτε αιτιολογεί πόθεν βεβαιώθηκε ότι ο συμβολαιογράφος προέβη στην επεξήγηση νομικών όρων του σχεδίου της διαθήκης (όπως ψιλή κυριότητα, επικαρπία, εγκαθιστώ, περιέλθωσι, συνιδιοκτησία, εξ αδιαιρέτου) και επίσης πόθεν επείσθη ότι έγινε ενημέρωση του κληρονομουμένου από το συμβολαιογράφο και ότι πράγματι ο κληρονομούμενος κατανόησε το περιεχόμενο του σχεδίου της διαθήκης και τέλος ότι δεν προσδιορίζει χωριστά το γραφικό χαρακτήρα του κειμένου της διαθήκης και της γραφής του διαθέτη σε αποδείξεις ενοικία που είχε καταρτίσει εν ζωή, που (το Εφετείο) δέχεται ότι είναι όμοιος, ενώ δεν εξηγεί και γιατί δέχτηκε ότι "είναι αδύνατο να παραπλανήθηκε ο διαθέτης από ψευδείς παραστάσρις της εναγομένης" αφού "ουδέν παραπλανητικό περιστατικό αναφέρει ή αποδέχεται δυνάμενο να επηρεάσει τη βούληση του διαθέτη", πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες αφού αφορούν ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς και δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984).
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 14/2005), με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 498/1978).
Απαιτείται, επίσης, να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της ουσιαστικής αβασιμότητηας της ένδικης αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα, ειδικότερα, σ'αυτόν μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή: 1) την υπ'αριθμ. ... βεβαίωση της Περιφερειακής Διεύθυνσης Π και Δ.Ε.
Ηπείρου, Διεύθυνση Π.Ε. Ιωαννίνων 2ου Γρ. Π.Ε. Ιωαννίνων, 2) την χωρίς ημερομηνία ιδιόχειρη επιστολή του Γ. Σ., 3) την από 20.9.2005 επιστολή του Γ. Σ., 4) την "από 10 Σεπτεμβρίου" Επιστολή της Ε. Α., 5) την χωρίς ημερομηνία επιστολή της Ε. Π., 6)την υπ'αριθμ.... ένορκη βεβαίωση του Α. Α., 7) την υπ' αριθμ. ... ένορκη κατάθεση της Ε.
συζύγου Α. Α., 8) την από 1.9.2006 δήλωση κατάθεσης του Χ. Μ., 9) την από 5.7.2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου Χ. Τ. και 10) την από 6.3.2007 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της γραφολόγου Ε. Β., τα οποία επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της τής συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της, περί της αδυναμίας ατομικής γραφής της επίμαχης διαθήκης από τον φερόμενο ως διαθέτη, πατέρα αυτής και της αντιδίκου της αναιρεσίβλητης.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και από τις ρητά αναφερόμενες "υπ'αριθμ. ..., ...
ένορκες βεβαιώσεις - καταθέσεις - των μαρτύρων της ενάγουσας ενώπιον των συμβολαιογράφων Αθηνών, Κων/νου Βέννη και Αγγελικής Δουβή, αντίστοιχα, που δόθηκαν - κατά την έκθεση επίδοσης 2403/22.6.2006 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Π. -κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης- της εναγομένης", καθώς και "από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Ειδικότερα, τη με αριθμό ... πιο πάνω βεβαίωση, που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι ο πατέρας της δεν φοίτησε σε δημοτικό σχολείο, το Εφετείο αναμφίβολα την έλαβε υπόψη, έστω και αν δεν γίνεται ειδική μνεία της στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι με ειδική αναφορά στη μεταγενέστερη με αριθμό 2516/12.12.2005 πιο πάνω βεβαίωση και στην κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, Δ.
Μ. - που έκρινε πειστικές - δέχτηκε, εν τέλει, ότι ο πατέρας της αναιρεσείουσας φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο που λειτούργησε στο γενέθλιο τόπο του κατά τα έτη 1921 έως 1927 και είχε, μάλιστα, συμμαθητή τον προαναφερόμενο μάρτυρα Δ. Μ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.2.2009 αίτηση της Ε. συζ. Η. Γ., για αναίρεση της 4898/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ