Legislator Case Law & Legislation
1452/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against first-instance property division ruling due to insufficient legal basis and reasoning.

Case Number 1452/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the first-instance court's property division ruling, ordering a remand for retrial. The court found that the lower court failed to establish the necessary legal grounds for the plaintiffs' claims regarding the specific properties and their division history. Consequently, the Supreme Court declared the first-instance decision void and remanded the case to the same court for a new trial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court's decision lacks a legal basis or sufficient reasoning regarding the division of property, necessitating a remand for retrial.

Keywords

AI generated
property division insufficient reasoning legal basis remand for retrial appeal admissibility Code of Civil Procedure void decision

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 182, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1452 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1452/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου) Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. συζ. Σ. Λ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., 2. Γ. Κ. Μ., κατοίκου ..., 3. Ο. χας Ε. Π., το γένος Χ. Σ., κατοίκου ..., 4. Ε. Μ. Π., κατοίκου ..., 5. Μ. Ε. Π., κατοίκου ..., 6. Μ. συζ. Κ. Χ., το γένος Ε. Π., κατοίκου ..., 7. Χ. συζ. Ι. Μ., το γένος Ε. Π., κατοίκου ..., 8. Γ. Τ. Α., κατοίκου ..., 9. Ε. Α. Π., κατοίκου ..., 10. Ά. χας Β. Π., το γένος Ν.

Τ., κατοίκου ..., 11. Δ. συζ. Γ. Π., το γένος Β. Π., κατοίκου ... 12. του εις Σητείαν Κρήτης εδρεύοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΗΤΕΙΑΣ"', νομίμως εκπροσωπουμένου. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Λεβεντάκη, ο οποίος δήλωσε ότι: A. η 3η αναιρεσείουσα Ο. Ε. Π.., το γένος Χ.

Σ., απεβίωσε στις 25-7-2009 και κληρονομήθηκε από τον Ε. Κ. του Β., ο οποίος συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και Β. η 6η αναιρεσείουσα (Μ. συζ. Κ. Χ.) απεβίωσε στις 19-7-2009 και κληρονομήθηκε από τους α. Κ. Χ. του Κ. και 2. Ε. Χ. του Κ., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος -Εμμανουήλ Λεβεντάκης- δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 10-4-2008 αίτησης για αναίρεση των 4251/2007 και 6558/2004 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών ως προς την 6 αναιρεσίβλητη (Ε. Π. Α.) Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. Ν. Λ., 2. Χ. συζ. Γ. Λ., το γένος Σ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πρωτόπαππα, 3.

Π. Κ. ή Κ. το γένος Π. Κ.-Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μουγκοπέτρο, 4. Α. Κ., κατοίκου ..., 5. Γ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Καλλιμάνη, 6. Ε. χας Π. Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 7. Γ. Π.

Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη-Μαρία Καχριμάνη, 8. Δ. Π. Α.,ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Σκανδάλη, 9. Χ. Π. Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 10. Β. Κ. Π., κατοίκων ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δήμα, 11.

Δήμου Μεταμόρφωσης, νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Καλλιμάνη, 12. Ι. Ν. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Λουκάκου, 13. Γ. Χ. Π., 14. Ν. Χ. Π., 15. Κ. Χ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δήμα, 16 α.

Μ.-Χ. χας Α. Π., το γένος Α. Β., β. Β. θυγ. Α. Π., και γ. Α. Α. Π., κατοίκων ... Αττικής, ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς εναγομένου Α. Χ. Π., οι οποίοι 16α. 16β. και 16γ. δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και 17. Δ. θυγ. Χ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δήμα.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αιακτερίνη Γαλάνη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με τις από: α) 5900/15-5-1991 β) 5901/15-5-1991 γ) 5795/14-5-1992 αγωγές των αναιρεσειόντων, δ) με τις από 7460/1991 και 7461/1991 πρόσθετες παρεμβάσεις του "ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΗΤΕΙΑΣ" ε) με τις από 9150/1991, 9013/16-9-1991 ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των Γ. Λ. κλπ, ζ) και με τις από 11350/1991, 11518/1991, 11410/1991, 11351/1991, 11517/1991 και 11411/1991 πρόσθετες παρεμβάσεις των Ιωσήφ Ανδρέου κλπ, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/1993, 9463/1993 μη οριστικές, 9029/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, και 6558/2004 μη οριστική, 4251/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-4-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 10-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί, για τους αναφερόμενους στο σκεπτικό λόγους, η υπ'αριθμ. 4251/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, οι αναιρεσείοντες, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης τους, με την οποία ζητείται η αναίρεση των υπ' αριθμ. 4251/2007 οριστικής και 6558/2004 προδικαστικής αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, ως προς την έκτη αναιρεσίβλητη Ε.

χήρα Π. Α.. Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 και 297 του ΚΠολΔ, οι οποίες, κατά τα άρθρα 299 και 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς την παραπάνω αναιρεσίβλητη θεωρείται πως δεν ασκήθηκε. Επειδή, κατά το άρθρο 558 εδ.

α' του ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων του ή των κληροδόχων τους. Διάδικοι είναι εκείνοι οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν με αυτήν (Ολ.ΑΠ 11/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο αρχικός πρώτος ενάγων Κ. Μ., που αποβίωσε κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης δίκης και στη θέση του υπεισήλθαν οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες κληρονόμοι του, καθώς και οι Ο. χήρα Ε. Π., Μ. Ε. Π., Ε. Μ. Π., Μ. σύζ. Κ. Χ., Χ. σύζ. Ι. Μ., Ε. χήρα Α. Π., (που αποβίωσε κατά την πρωτόδικη δίκη και στη θέση της υπεισήλθε ο όγδοος αναιρεσείων Γ.

Α.), Ε. Α. Π., Ά. χήρα Β. Π., Δ. σύζ. Γ. Π. και το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΗΤΕΙΑΣ", ήδη τρίτη έως δωδέκατο αναιρεσείοντες, με τις ένδικες, με αριθμ. έκθ. Καταθέσεως 5900/1991, 5901/1991 και 5795/1992, αντίστοιχα, διεκδικητικές της κυριότητας ακινήτων αγωγές τους, τις οποίες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την πρώτη κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων Γ.

Λ. και Χ. συζ. Γ. Λ., τη δεύτερη κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης Π. συζ. Σ. Κ. ή Κ. και την τρίτη κατά των τετάρτου και πέμπτου από τους αναιρεσιβλήτους Α. και Γ. Κ., ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα τους ποσοστά εξ αδιαιρέτου, των περιγραφομένων στις αγωγές επιδίκων ακινήτων και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι, που κατέλαβαν τα εν λόγω ακίνητα, αφενός να τους τα αποδώσουν και αφετέρου να άρουν τι διαταρακτικές της κυριότητάς τους πράξεις, με την καθαίρεση και απομάκρυνση των κτισμάτων και εγκαταστάσεων που έχουν οικοδομήσει επί των ακινήτων.

Στις δίκες που ανοίχθηκαν με τις ανωτέρω αγωγές παρενέβησαν προσθέτως, με τα υπ' αριθμ. έκθ. κατάθ. 7460/91, 7461/91, 11350/91, 11351/91, 11410/91, 11411/91, 11517/91 και 11518/91 αυτοτελή δικόγραφα, υπέρ μεν των εναγόντων των δύο πρώτων αγωγών το ενάγον στην τρίτη και ήδη δωδέκατο αναιρεσείον "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΗΤΕΙΑΣ", υπέρ δε των εναγομένων, ήδη πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων, οι προσεπικληθέντες από αυτούς ως δικονομικοί εγγυητές άμεσοι δικαιοπάροχοί τους, Π.

Α., (που αποβίωσε κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης δίκης και στη θέση του υπεισήλθαν, ως κληρονόμοι του, οι έκτη έως και ενδέκατος αναιρεσίβλητοι, Ε. χήρα Π. Α., Γ. Α., Δ. Α., Χ. Α., Β. συζ. Γ. Ζ., το γένος Κ. Π. και Δήμος Μεταμόρφωσης), Ι. Ν. Α., Γ. Χ. Π., Ν. Χ. Π., Κ. Χ. Π., Δ. θυγ. Χ. Π. (ήδη δωδέκατος έως δέκατος πέμπτος και δέκατη έβδομη αναιρεσίβλητοι) και Α.

Π.. Μετά από συνεκδίκαση των παραπάνω αγωγών και προσθέτων παρεμβάσεων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9029/2000 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές οι αγωγές των αναιρεσειόντων, ως κατ' ουσίαν βάσιμες, καθώς και οι πρόσθετες παρεμβάσεις του αναιρεσείοντος Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Σητείας, ενώ απορρίφθηκαν οι πρόσθετες υπέρ των εναγομένων παρεμβάσεις.

Κατά της εν λόγω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι, οι από τους προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβάντες αναιρεσίβλητοι Γ. Α., Ι. Α., Γ. Π., Ν. Π., Κ. Π., Δ. θυγ. Χ. Π. και ο Α. Π. άσκησαν τις από 9-4-2000, 5-4-2000, 13-4-2000 και 3-4-2000 αυτοτελείς εφέσεις και εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες με την αναίρεση υπ' αριθμ. 6558/2004 (προδικαστική) και υπ' αριθμ. 4251/2007 (οριστική) αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών.

Στις 13-10-2004, δηλαδή κατά τη διάρκεια της δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αποβίωσε ο από τους αρχικά προσθέτως παρεμβαίνοντες-εκκαλούντες Α. Π.. Λόγω αποποίησης της κληρονομίας του από τη σύζυγο και τα τέκνα αυτού, Μ.-Χ. χήρα Α. Π., Β. Π. και Α. Π., ήδη υπό τον αριθμό 16 α, β, γ αναιρεσιβλήτους, η κληρονομία αυτού επήχθη στους αναιρεσιβλήτους αδελφούς του Γ.

Π., Ν. Π., Κ. Π. και Δ. θυγ. Χ. Π.. Ενόψει αυτών, το Εφετείο, αφού δέχθηκε με την προσβαλλόμενη 4251/2007 οριστική απόφασή του, ότι καθολικοί διάδοχοι (κληρονόμοι) του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Α. Π. τυγχάνουν οι παραπάνω αναφερόμενοι αδελφοί του, οι οποίοι και συνεχίζουν νομίμως γι' αυτόν τη δίκη στο Εφετείο, αποφάνθηκε ότι η υπόθεση δεν εισάγεται για συζήτηση ως προς τους φερόμενους ως κληρονόμους του ίδιου αποβιώσαντος διαδίκου, Μ.-Χ.

Α. Π., Β. Π. και Α. Π., (τέκνα του), ήδη υπό τους αριθμούς 16 α, β, γ αναιρεσίβλητους. Συνακόλουθα, εφόσον οι τελευταίοι δεν υπήρξαν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση, ούτε είχαν κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης την ιδιότητα του κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Α.

Π., η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίον των αναιρεσιβλήτων τούτων, οι οποίοι και δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο, πρέπει, κατά την αυτεπάγγελτη περί τούτου έρευνα του Αρείου Πάγου (άρθρο 577 ΚΠολΔ), να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α' 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.

Εξάλλου, από το άρθρο 576 παρ. 102 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά, αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και, σε καταφατική περίπτωση, η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτει ότι: α)η τρίτη αναιρεσείουσα, Ο. χήρα Ε. Π., αποβίωσε στις 25-7-2009, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (10-4-2008), ο δε Ε. Κ., τέκνο και μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της - αποβιώσασας - με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησε το γεγονός του θανάτου της ως άνω καθολικής δικαιοπαρόχου του και ταυτόχρονα δήλωσε, ότι συνεχίζει για εκείνη τη διακοπείσα δίκη και β)η έκτη των αναιρεσειόντων, Μ.

σύζ. Κ.Χ., αποβίωσε στις 19-7-2009, επίσης, μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι δε Κ. Χ. και Ε. Χ., τέκνα και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της - αποβιώσασας, - με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν το γεγονός του θανάτου της ως άνω καθολικής δικαιοπαρόχου του και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνη τη διακοπείσα δίκη.

Ενόψει αυτών, νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 2946/28-8-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Σ., αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τους αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, στον ένατο αναιρεσίβλητο Χ.

Π. Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως του στο ακροατήριο. Επομένως, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρών και ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος.

Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 του α.ν. 2039/1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εφαρμογή του ΚΠολΔ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισαγωγικού του Νόμου, παρέχεται στον Υπουργό των Οικονομικών, πλην άλλων, το δικαίωμα να παρεμβαίνει σε κάθε στάση της δίκης και χωρίς την κοινοποίηση σχετικού δικογράφου, στις δίκες που αφορούν διεκδίκηση της υπέρ κοινωφελούς σκοπού ταχθείσης περιουσίας και γενικώς σε όλες τις δίκες που ενδιαφέρουν οπωσδήποτε την υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή κοινωφελούς ιδρύματος, χωρίς ειδικό σκοπό, καταλειφθείσα περιουσία (Ολ.

ΑΠ 1521/1982). Στην προκειμένη περίπτωση ο Υπουργός των Οικονομικών, με τις από 16-11-2009 έγγραφες προτάσεις του, που κατατέθηκαν στις 17-11-2009, δηλαδή πριν από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, με την οποία, επικαλούμενος, για τη νομιμοποίησή του, ότι η προκειμένη δίκη έχει, μεταξύ άλλων, ως αντικείμενο περιουσία καταλειφθείσα υπέρ κοινωφελούς σκοπού και ειδικότερα το διεκδικούμενο ακίνητο που με την από 15-1-1982 ιδιόγραφη διαθήκη του Ε.

Π. καταλείφθηκε, μεταξύ άλλων, και στο δωδέκατο αναιρεσείον ν.π.δ.δ. "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΗΤΕΙΑΣ", για την εκτέλεση κοινωφελούς σκοπού, παρεμβαίνει ενώπιον του Αρείου Πάγου υπέρ του αναιρεσείοντος νοσοκομείου. Η πρόσθετη αυτή παρέμβαση είναι τυπικά παραδεκτή. Επειδή, η παράλειψη από το δικαστήριο να δεχθεί δεδικασμένο ιδρύει τον από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Το δεδικασμένο λαμβάνεται μεν, κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ, και αυτεπαγγέλτως υπόψη, όμως δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο ισχυρισμός, ότι δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας η ύπαρξη δεδικασμένου, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας. Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός για το δεδικασμένο, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται δε και ο τρόπος προτάσεως του, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τους τρίτο, μέρος πρώτο και τρίτο, και όγδοο, μέρος τρίτο, λόγους της αίτησης αναίρεσης προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης 4251/2007 οριστικής απόφασης και της συμπροσβαλλόμενης 6558/2004 προδικαστικής απόφασης τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο που τις εξέδωσε, υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ. 16 και 8 εδ.

β' αντίστοιχα του ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι, αφενός, δεν δέχθηκε δεδικασμένο απορρέον από τις υπ' αριθμ.3840/1966, 2566/1967 και 612/1969 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, και, αφετέρου, δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα από αυτούς με τις προτάσεις τους ισχυρισμό περί υπάρξεως δεδικασμένου.

Οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, διότι, πλην άλλων, δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων για την ύπαρξη δεδικασμένου, όπως αυτός προτάθηκε από τους αναιρεσείοντες στο δικαστήριο της ουσίας.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το αρθρ. 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε την νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976, 983 και 1045 ΑΚ, συνάγεται, ότι στην έκτακτη χρησικτησία δεν απαιτείται, για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γι'αυτήν στο νόμο χρόνου νομής (εικοσαετία), ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία χωρεί με παράδοση με οικεία βούληση του νομέα (976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που έχει ο μεταβιβάζων.

Σε περίπτωση δε καθολικής διαδοχής, για να επέλθει διαδοχή στην έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή για να συνυπολογίσει ο κληρονόμος στο χρόνο νομής του το χρόνο νομής του κληρονομουμένου, δεν είναι αναγκαίο, προκειμένου για ακίνητα, να αποδεχθεί ο κληρονόμος προηγουμένως την κληρονομία και να μεταγράψει την αποδοχή κατά τα άρθρα 1193 και 1198 ΑΚ, καθόσον η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή αυτής αποτελούν κατά το νόμο αναγκαία προϋπόθεση μόνο για την κτήση της κυριότητας των κληρονομιαίων, όχι δε και για την κτήση της νομής αυτών, που επέρχεται αυτοδικαίως από το θάνατο του κληρονομουμένου, μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς.

Συνεπώς, επί καθολικής διαδοχής, αν η νομή του κληρονομουμένου ήταν κτητική, προσπορίσασα σ' αυτόν κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, η ίδια νομή μεταβιβάζεται και στον κληρονόμο του, ο οποίος, στην περίπτωση αυτή, συνεχίζει την ίδια κτητική νομή του δικαιοπαρόχου του, χωρίς να απαιτείται αποδοχή της κληρονομιάς με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι και στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιοπάροχος του νομέα κατέστη κύριος, λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπο του του απαιτούμενου χρόνου χρησικτησίας, ο καθολικός ή ο ειδικός διάδοχος αυτού στη νομή μπορεί να επικαλεσθεί το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να αντιτάξει κατά τρίτων κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να έχει συμπληρώσει δική του νομή επί εικοσαετία κατά τους όρους του άρθρου 1045 ΑΚ, αλλά με προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, ενώ δεν μπορεί να επικαλεσθεί το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να αντιτάξει κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, μόνο εναντίον του τελευταίου τούτου ή κατ' εκείνου στον οποίο μεταβίβασε την κυριότητα ο δικαιοπάροχός του με σύμβαση που μεταγράφηκε, διότι τούτο έρχεται σε αντίθεση προς τους θεσμούς της χρησικτησίας και της δημοσιότητας των επί των ακινήτων μεταβιβαστικών πράξεων (Ολ.ΑΠ 159 3/1979) Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με τις ένδικες από 15-5-1991, 15-5-1991 και 14-5-1992 διεκδικητικές της κυριότητας ακινήτων αγωγές τους, που άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αρχικός πρώτος ενάγων Κ. Μ. και οι Ο. χήρα Ε.

Π., Μ. Ε. Π., Ε. Μ. Π., Μ. σύζ. Κ.Χ., Χ. σύζ. Ι. Μ., Ε. χήρα Α. Π., (που αποβίωσε κατά την πρωτόδικη δίκη και στη θέση της υπεισήλθε ο όγδοος αναιρεσείων Γ. Α.), Ε. Α. Π.ς, Ά. χήρα Β. Π., Δ. σύζ. Γ. Π. και το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΝ ΣΗΤΕΙΑΣ", ήδη τρίτη έως δωδέκατο αναιρεσείοντες, ισχυρίσθηκαν ότι είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου, κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα τους ποσοστά, των περιγραφομένων στις αγωγές ακινήτων, εμβαδού 410 τ.μ., 1.050 τ.μ.

και 497,47 τ.μ., αντίστοιχα, που βρίσκονται στα 118 και 115 Ο.Τ. του Δήμου Μεταμορφώσεως Αττικής, τα οποία κατέλαβαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι και συγκεκριμένα το πρώτο κατά μήνα Σεπτέμβριο του 1990 οι εναγόμενοι της πρώτης αγωγής, το δεύτερο κατά μήνα Δεκέμβριο του 1990 η εναγόμενη της δεύτερης αγωγής και το τρίτο κατά μήνα Μάρτιο 1991 οι εναγόμενοι της τρίτης αγωγής.

Ότι ο πρώτος ενάγων, Κ. Μ., απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων, κατά ποσοστό 67,5 0/0 εξ αδιαιρέτου, με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείς αυτά κατά το εν λόγω ιδανικό μερίδιο, ως τμήματα του αναφερομένου μείζονος αγρού, από το έτος 1968, κατά το οποίο ο δικαιοπάροχος των λοιπών εναγόντων και κύριος του μείζονος αγρού Ε.

Π.ς μεταβίβασε ατύπως σ' αυτόν τη νομή τούτου κατά το πιο πάνω ιδανικό μερίδιο, και έκτοτε επί μία συνεχή εικοσαετία μέχρι την κατάληψη των επιδίκων από τους εναγομένους. Ότι οι λοιποί ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων, κατά το υπόλοιπο ποσοστό 32,5 0/0 εξ αδιαιρέτου, αφενός με κληρονομικές διαδοχές στις κληρονομίες αληθών κυρίων και ειδικότερα α) Οι 2η έως και 6η, καθώς και το 12° ενάγον στην τρίτη αγωγή "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΗΤΕΙΑΣ", από κληρονομιά εκ διαθήκης του Ε.

Γ. Π., που αποβίωσε στις 15-12-1982, την οποία (κληρονομιά) αυτοί αποδέχθηκαν β) Οι Ά. χήρα Β. Π. και Δ. συζ. Γ. Π. από κληρονομιά του Β. Ε. Π., που αποβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη στις 10-6-1985, την οποία αυτοί αποδέχθηκαν γ) Οι Ε. χήρα Α. Π. και Ε. Α. Π. από κληρονομιά του Α. Ε. Π., που αποβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη στις 9-9-1986, την οποία αυτοί αποδέχθηκαν και δ) Οι Μ.

χήρα Τ. Α. και Γ. Τ. Α. από κληρονομιά της Ε. χήρας Α. Π., που αποβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη στις 30-10-1991, την οποία αυτοί αποδέχθηκαν, αφετέρου δε με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμήθηκαν τα επίδικα ακίνητα, κατά το πιο πάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου, ως τμήματα του μείζονος αγρού, μαζί με τους παραπάνω καθολικούς δικαιοπαρόχους τους, επί μία τουλάχιστον συνεχή εικοσαετία από το έτος 1962, κατά το οποίο ο μείζων αγρός είχε περιέλθει στην κυριότητα και νομή του αμέσου και απωτέρου δικαιοπαρόχου τους Ε.

Γ. Π. με ανταλλαγή ακινήτων, δυνάμει του υπ ' αριθμ..../7-11-1962 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Βασιλείου Βαρβερόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ακολούθως ζήτησαν οι ενάγοντες με τις αγωγές αυτές να αναγνωρισθούν κύριοι των επιδίκων ακινήτων, κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα τους ποσοστά εξ αδιαιρέτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, αφενός να τους τα αποδώσουν και αφετέρου να άρουν τις διαταρακτικές της κυριότητας τους πράξεις, με την καθαίρεση και απομάκρυνση των κτισμάτων και εγκαταστάσεων που έχουν οικοδομήσει επί των ακινήτων.

Έχοντας το πιο πάνω περιεχόμενο οι ένδικες διεκδικητικές αγωγές, στις οποίες σωρεύονταν και αρνητικές αγωγές, ήταν νόμιμες, κατά τη βάση τους τη στηριζόμενη στην κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976, 980, 983, 1710, 1713, 1825, 1826 του ίδιου Κώδικα, από τις οποίες προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, ανεξαρτήτως του εάν ο τελευταίος είχε καταστεί κύριος του ακινήτου, λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπο του του απαιτούμενου χρόνου χρησικτησίας.

Επομένως, το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του έκρινε νομικά αβάσιμες τις ένδικες αγωγές κατά το μέρος που είχαν ασκηθεί από τους λοιπούς, πλην του πρώτου, ενάγοντες και ήδη 3η έως 12ο αναιρεσείοντες, δεχόμενο ότι "οι ενάγοντες αυτοί δεν μπορούν να συνυπολογίσουν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1051 ΑΚ, στο χρόνο της δικής τους νομής το χρόνο νομής του καθολικού δικαιοπαρόχου τους Ε.

Π., αφού, κατά τα ιστορούμενα στις αγωγές, ο τελευταίος είχε ήδη καταστεί κατά το χρόνο του θανάτου του (15-12-1982) κύριος των επιδίκων ακινήτων, κατά το αναφερόμενο ποσοστό 32,5 0/0 εξ αδιαιρέτου, με έκτακτη χρησικτησία, ως συμπληρώσας εικοσαετή νομή στα επίδικα από το χρόνο σύνταξης του υπ' αριθμ..../7-11-1962 συμβολαίου ανταλλαγής, αφότου και εγκαταστάθηκε στη νομή του μείζονος ακινήτου", παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1045,1051 και 983 του ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού προσέδωσε σ'αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Γι' αυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι, οι συναφείς πρώτος, μέρος πρώτο, τέταρτος, μέρος πρώτο, πέμπτος, μέρος πρώτο και δέκατος, μέρος πρώτο, λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που αφορά τους 3η έως και 12ο αναιρεσείοντες.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει οτη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ'αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σε σχέση με τον αρχικό πρώτο ενάγοντα Κ. Μ., ο οποίος επικαλέσθηκε με τις αγωγές ότι έγινε εξ αδιαιρέτου συγκύριος των επιδίκων ακινήτων, κατά ποσοστό 67,5 0/0, με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείς αυτά κατά το ιδανικό τούτο μερίδιο, ως τμήματα του αναφερομένου μείζονος αγρού, επί μία συνεχή εικοσαετία από το έτος 1968, κατά το οποίο ο δικαιοπάροχος των λοιπών εναγόντων και κύριος του μείζονος αγρού Ε.

Π.ς μεταβίβασε ατύπως σ' αυτόν τη νομή τούτου κατά το πιο πάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : "Από τα αποδεικτικά μέσα (που αναφέρονται κατ' είδος στην απόφαση) δεν αποδεικνύονται τα θεμελιούντα τις αγωγές και αμφισβητούμενα από τους αντιδίκους του ενάγοντος πραγματικά περιστατικά, τα οποία αυτός υποχρεώθηκε να αποδείξει με την 9463/1993 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Ανεξάρτητα από το ότι δεν αποδεικνύεται ότι τα επίδικα περιλαμβάνονται στην έκταση των 4,5 στρεμμάτων, την οποία ως τμήμα ακινήτου εκτάσεως 8 στρεμμάτων, του οποίου κύριος ήταν ο πατέρας του ενάγοντος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ./1926 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, αντάλλαξε ο ενάγων με ακίνητο του Ε.

Π., δυνάμει του υπ' αριθμ..../1962 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Βασιλείου Βαρβερόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, γεγονός που αποκλείει κατηγορηματικά ο πραγματογνώμονας Μ., αντικρούοντας με επαρκείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες τα περί του αντιθέτου συμπεράσματα του πραγματογνώμονα Γ.

και των τεχνικών συμβούλων των εναγόντων, δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων Κ. Μ. νεμόταν τα επίδικα, όπως ιστορεί στην αγωγή, από το έτος 1968, οπότε ο Ε. Π.ς του παραχώρησε ατύπως το 67,5 0/0 εξ αδιαιρέτου για αδιευκρίνιστο στην αγωγή και από τις αποδείξεις λόγο. Οι μάρτυρες Γ. Μ. και Ι. Π., που εξετάσθηκαν με επιμέλεια των εναγόντων, διαφοροποιούμενοι από τις αγωγές, αναφέρονται εμμέσως, πλην σαφώς, σε εικονικότητα της ανταλλαγής, υποστηρίζοντας ότι ο ενάγων Κ.

Μ. ήταν εξαρχής συγκύριος κατά ποσοστό 67,5 0/0 του ακινήτου κατά τη βούληση των συμβαλλομένων και δεν παραθέτουν κανένα λόγο για την ως άνω μεθόδευση, μη αναμενόμενη ακόμη και στην περίπτωση οφειλής του Κ. Μ. προς τον Ε. Π. από παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, εφόσον σε τέτοια περίπτωση κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής θα αρκούσε η μεταβίβαση μικρότερου τμήματος του μείζονος ακινήτου.

Ο μάρτυρας Γ. Μ., αν και είναι γιος του ενάγοντος, κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει το ακίνητο της ανταλλαγής. Τέλος ο μάρτυρας Δ. Μ., αγοραστής ακινήτου από τον Ε. Π., καταθέτει, με πηγή γνώσης του τον τελευταίο, περί ουσιαστικής συγκυριότητας αυτού με τον ενάγοντα Κ. Μ.. Οι ίδιοι μάρτυρες αναφέρονται σε πράξεις νομής που άσκησε ο Κ.

Μ., όπως καλλιέργεια για το προ της εντάξεως των επιδίκων στο σχέδιο πόλης διάστημα και μετά ταύτα προσιδιάζουσες σε αστικά ακίνητα οι δύο πρώτοι και επίβλεψη, καθαρισμό κ.λ.π. ο τρίτος. Οι καταθέσεις τους όμως αυτές, πέραν του ότι αντικρούονται κατηγορηματικά από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων και των προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβάντων Κ.

Δ. και Π. Φ., κατοίκων της περιοχής από το έτος 1929 και 1950, αντίστοιχα, δεν επιβεβαιώνονται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο. Οι αποδεικνυόμενες ενστάσεις κατά την περίοδο ένταξης της περιοχής στο σχέδιο πόλης γίνονταν πάντοτε από τον Ε. Π., κατά του οποίου και τα σχετικά εντάλματα πληρωμών και ουδόλως μπορεί να σχηματισθεί πλήρης δικανική πεποίθηση περί της οικονομικής συμμετοχής του Κ.

Μ. με μόνες τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων. Το γεγονός, εξάλλου, των μη επισκέψεων του Κ. Μ. στα επίδικα προκύπτει και από το ότι προέβη στην άσκηση ασφαλιστικών μέτρων νομής πολύ μεγάλο διάστημα αφότου οι εναγόμενοι είχαν εγκατασταθεί στη νομή των επιδίκων και μετά την ανέγερση επ'αυτών οικοδομών κατά το φέροντα οργανισμό τους.

Εύλογα, εξάλλου, ερωτηματικά γεννά η παράλειψη οποιασδήποτε δικαστικής ενέργειας για την ανάκτηση του δικαιώματος τους και η μη επίκληση δηλώσεως του φερόμενου ως ποσοστού τους επί των επιδίκων στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., με το έντυπο Ε9.

Συνεπώς, εφόσον ο ενάγων Κ. Μ. δεν απέδειξε, παρόλο που έφερε το σχετικό βάρος, τις αγωγές του κατά τα περιστατικά που θεμελιώνουν τη βάση τους περί κτήσεως κυριότητας επί των διεκδικουμένων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, οι αγωγές είναι αβάσιμες κατ'ουσίαν και ως εκ τούτου έπρεπε να απορριφθούν". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε αβάσιμες τις αγωγές περί διεκδικήσεως των επιδίκων ακινήτων, ως προς τον αρχικό πρώτο ενάγοντα Κ.

Μ. και, ακολούθως, αφού δέχθηκε τις εφέσεις των εναγομένων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε τις αγωγές και ως προς τον εν λόγω ενάγοντα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη συνδρομής των αναγκαίων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 ΑΚ, περιστατικών, για την κτήση από τον αρχικό πρώτο ενάγοντα της κυριότητας των επιδίκων, κατά ποσοστό 67,5 0/0 εξ αδιαιρέτου, με έκτακτη χρησικτησία.

Ειδικότερα το Εφετείο α) δέχεται ότι τα επίδικα ακίνητα δεν περιλαμβάνονται στη μείζονα έκταση των 4,5 στρεμμάτων, την οποία αντάλλαξε ο αρχικός πρώτος ενάγων Κ. Μ. με ακίνητο του δικαιοπαρόχου των λοιπών εναγόντων Ε. Π., δυνάμει του υπ ' αριθμ. .../1962 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Βασιλείου Βαρβερόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, χωρίς καθόλου να προσδιορίζονται στην απόφαση η θέση και τα όρια των επιδίκων ακινήτων σε σχέση με τη θέση και τα όρια της μεγαλύτερης αυτής εδαφικής έκτασης β) δέχεται ότι δεν αποδεικνύεται ότι ο πιο πάνω ενάγων νεμόταν τα επίδικα, όπως ιστορείται στην αγωγή, από το έτος 1968, οπότε ο Ε.

Π.ς του παραχώρησε ατύπως τα 67,5 0/0 εξ αδιαιρέτου της μεγαλύτερης έκτασης, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρεται στην απόφαση, αν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από το έτος 1968 μέχρι το έτος 1990, ασκούσε τη νομή στα επίδικα ο δικαιοπάροχος των λοιπών εναγόντων-αναιρεσειόντων Ε. Π., ο οποίος, κατά τις παραδοχές της απόφασης, προέβαινε στη σύνταξη ενστάσεων σχετικών με την ένταξη της περιοχής των επιδίκων στο σχέδιο πόλης, ή οι εναγόμενοι και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι τους (ήδη αναιρεσίβλητοι) και ακόμη ποια είναι η έννομη σχέση, βάσει της οποίας επιλήφθηκαν οι τελευταίοι της νομής των επιδίκων.

Συνακόλουθα, οι συναφείς τέταρτος, μέρος δεύτερο, πέμπτος, μέρος δεύτερο, δέκατος, μέρος δεύτερο, και ενδέκατος, μέρος πρώτο, δεύτερο και τέταρτο, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους, κατ' ορθή εκτίμηση τους, προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμιμης βάσης της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αυτής ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος της που αφορά τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη, 4251/2007, απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ ).

Οι αναιρεσίβλητοι, που ηττώνται, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων και του προσθέτως παρεμβαίνοντος Υπουργού των Οικονομικών (άρθρα 176, 182, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 10-4-2008 αίτηση των Α. συζ. Σ. Λ., Γ. Μ. κλπ για αναίρεση των υπ' αριθμ. 6558/2004 προδικαστικής και 4251/2007 οριστικής, αντίστοιχα, αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 4251/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων και του προσθέτως παρεμβαίνοντος Υπουργού των Οικονομικών, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ για τους αναιρεσείοντες και σε τριακόσια(300) ευρώ για τον προσθέτως παρεμβαίνοντα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2010. Η

ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ