Legislator Case Law & Legislation
1452/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of tort claim for bank negligence causing bill collection failure.

Case Number 1452/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Patras Court of Appeal's dismissal of a tort claim. The plaintiff, a wood company, alleged that the defendant bank's employees negligently failed to return promissory notes, causing irreparable loss to the plaintiff's account balance. The lower court had rejected the suit as vague, but the Supreme Court found the complaint sufficiently defined under civil code provisions regarding liability for torts and breach of duty. Consequently, the case was remanded for retrial with a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 330, 914, 922 of the Civil Code; A creditor in pledge has a duty to preserve the claim for the pledgor, and a breach of this duty by the debtor's organs causing loss establishes liability for tort.

Keywords

AI generated
Civil Code Pledge Contract Tort Liability Bank Negligence Remand for Trial Duty of Care Collection Failure

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 330 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 922 of the Civil Code
Article 111 of the Code of Civil Procedure
Article 118 of the Code of Civil Procedure
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 176 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 967/1973

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1452 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1452/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΤΟΧΙΑΝΟΣ ανώνυμη βιοτεχνική και εμπορική εταιρία ξυλείας και οικοδομικού υλικού" με τον διακριτικό τίτλο "ΚΑΤΟΧΙΑΝΟΣ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην Αμαλιάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία-Λουΐζα Ανδριακοπούλου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 39/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 779/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Απριλίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 25 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί και οι δύο λόγοι της αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τα άρθρα 297, 298, 330, 1224 εδ. α΄, 1235 αριθμ. 1, 1243 αριθ. 1 και 1256 ΑΚ συνάγονται τα εξής: ο ενεχυρούχος δανειστής έχει υποχρέωση να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία στον ενεχυραστή, αυτός δικαιούται αποζημίωση με βάση την ευθύνη από τη σύμβαση ενεχύρου.

Εξάλλου, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (Ολ.ΑΠ. 967/1973).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του τελευταίου αυτού άρθρου, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και του αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Όμως, στην έννοια της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος. Εφόσον δε γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής (ΑΠ 1013/2005).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1243 ΑΚ, απόσβεση του ενεχύρου επέρχεται και με τη μονομερή δήλωση του δανειστή προς τον ενεχυραστή ή τον κύριο ότι παραιτείται από το ενέχυρο, χωρίς να χρειάζεται και αποδοχή εκ μέρους τους, είναι δε η παραίτηση αυτή, η οποία αποτελεί εμπράγματη δικαιοπραξία, άτυπη και αμετάκλητη από τη στιγμή που θα περιέλθει σε εκείνον προς τον οποίον απευθύνεται (ΑΠ 1664/2003).

Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτήν η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, με την από 22.5.2001 αγωγή της, όπως το περιεχόμενό της επιτρεπτώς εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκθέτει α) ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα, δυνάμει σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ τους στην Αμαλιάδα το έτος 1994, χορήγησε σ΄ αυτήν πίστωση, η οποία ανήλθε, μετά και τις όμοιες αυξητικές συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ τους κατά τα έτη 1994 και 1995, στο ποσό των 115.000.000 δρχ., β) ότι για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της εναγομένης από τον αλληλόχρεο λογαριασμό, αυτή σύστησε υπέρ της τελευταίας ενέχυρο επί απαιτήσεών της από τις αναφερόμενες είκοσι δύο επιταγές, εκδόσεως τρίτων και συνολικού ποσού 47.071.507 δρχ., των οποίων η ίδια ήταν νόμιμη κομίστρια από οπισθογράφησή τους, οπισθογραφώντας και παραδίδοντας τις επιταγές αυτές στην εναγομένη, με τη συμφωνία να εγγραφούν αυτές στη στήλη "πίστωση" του αλληλόχρεου λογαριασμού, γ) ότι η εναγομένη δεν επιδίωξε την είσπραξη καμμίας από τις πιο πάνω επιταγές, οι οποίες όλες ήταν πληρωτέες μέσα στο χρονικό διάστημα από 28.2.1995 έως 30.3.1995, με αποτέλεσμα κανένα από τα ποσά τους να εγγραφεί, ως πίστωση αυτής (της ενάγουσας), στον παραπάνω αλληλόχρεο λογαριασμό, αλλά στις 30.9.1996 έκλεισε τον ενλόγω λογαριασμό, ο οποίος κατά την ημέρα εκείνη παρουσίασε χρεωστικό κατάλοιπο 73.894.659 δρχ.

για την πληρωμή του οποίου πέτυχε την έκδοση της 33/1997 διαταγής πληρωμής, κατά της οποίας αυτή έχει ασκήσει σχετική ανακοπή, δ) ότι όμως η εναγομένη, μολονότι με τον τρόπο αυτόν προέβη και σε μονομερή προς αυτήν δήλωση περί παραιτήσεως από το πιο πάνω ενέχυρο και έπαυσε έτσι η ισχύς τής μεταξύ τους σύμβασης ενεχύρου, εξακολούθησε να παρακρατεί στο χαρτοφυλάκιό της τις επιταγές και δεν τις επέστρεψε σ΄ αυτήν, ώστε η ίδια, με τα νόμιμα μέσα που διέθετε και με δικές της δυνάμεις να τις ενεργοποιήσει, με αποτέλεσμα να παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας από τη λήξη της καθεμιάς και να αδυνατεί πλέον ή ίδια, λόγω της απόσβεσης οποιουδήποτε δικαιώματός της από αυτές, ακόμα και αν της επιστραφούν τώρα οι επιταγές, να ασκήσει τα δικαιώματά της από αυτές και να επιδιώξει την είσπραξή τους ή την αποζημίωσή της κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και ε) ότι, λόγω του αδυνάτου της είσπραξης των ποσών των επιταγών, κατέστη αδύνατη και η αντίστοιχη μείωση του χρεωστικού υπολοίπου του πιο πάνω αλληλόχρεου λογαριασμού και έτσι από υπαιτιότητα των αρμόδιων οργάνων (υπαλλήλων) της εναγομένης, η οποία, δι΄ αυτών, διέπραξε "και το αδίκημα της υπεξαγωγής" των επιταγών με το να καταστήσει αυτήν "ανήμπορη στην είσπραξη αυτών και περαιτέρω αδύνατη την οποιαδήποτε νόμιμη διεκδίκηση των αντιστοιχουσών στις επιταγές χρηματικών ποσών", προξενήθηκε σ'αυτήν παρανόμως ζημία, ισόποση με το ανωτέρω συνολικό ποσό των επιταγών.

Με βάση το ιστορικό αυτό, η αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό των 47.071.507 δρχ., ως αποζημίωσή της για την προαναφερόμενη ζημία της, καθώς και το ποσό των 120.000.000 δρχ., ως χρηματική της ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που της προκάλεσε η αποδιδόμενη σ΄ αυτήν αδικοπραξία.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, που έχει ως βάση ευθύνη της αναιρεσίβλητης από αδικοπραξία, είναι αρκούντως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 297 και 298 ΑΚ. Ειδικότερα, σαφώς γίνεται η επίκληση στην αγωγή υπαιτιότητας των αρμόδιων οργάνων της αναιρεσίβλητης τράπεζας με τη μορφή του δόλου, αφού αναφέρεται σ΄ αυτήν ότι η εναγομένη "διαπράττουσα ούτω και το αδίκημα της υπεξαγωγής των επιταγών", δεν επέστρεψε τις επιταγές στην ενάγουσα πριν αποσβεστούν τα οποιαδήποτε δικαιώματά της από αυτές, για να τα ασκήσει η ίδια, ενώ επιπλέον αναφέρονται στην αγωγή και στοιχεία θεμελιωτικά της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα από τη μη επιστροφή των επιταγών, συνιστάμενης στην αδυναμία πλέον για την είσπραξή τους και την εντεύθεν μη μείωση του χρεωστικού υπολοίπου του ανωτέρω αλληλόχρεου λογαριασμού.

Επομένως το Εφετείο, που έκρινε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, για έλλειψη των παραπάνω στοιχείων, παρά το νόμο, ήτοι τις προαναφερόμενες διατάξεις και εκείνες των άρθρων 111, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, κήρυξε απαράδεκτο και επομένως και οι δύο λόγοι της αναίρεσης, οι οποίοι, κατ΄ ορθή εκτίμηση ολόκληρου τού περιεχομένου του αναιρετηρίου, είναι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου αυτού που επικαλείται η αναιρεσείουσα και όπως επιτρεπτώς οι λόγοι αυτοί συμπληρώνονται με την εισήγηση του εισηγητή (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ) είναι βάσιμοι.

ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 779/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ