Supreme Court allows appeal against conviction for perjury by absorbing attempted court fraud into forgery charge.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a conviction for attempted fraud in court and forgery. The defendant argued that the court's finding of fraud was legally incorrect, but the court found that the defendant knowingly submitted falsified documents to deceive the judge. The court ruled that the attempted fraud charge was absorbed by the completed crime of forgery, making the conviction for both offenses legally erroneous.
Legislator headnote
AI generatedArticles 386, 216, 42, 94 of the Penal Code; Article 510 of the Code of Civil Procedure: When an attempted fraud in court is factually identical to the completed crime of forgery, the attempted fraud charge is absorbed by the forgery charge, and the conviction for both cannot stand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1452 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1452/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ανδρέα Μοσχανδρέου και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Φώτιο Καϋμενάκη – Εισηγητή, Πλαστήρα Αναστασάκη, Ελένη Παναγιωτάκη και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαϊου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χ , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κούτρα, περί αναιρέσεως της 13/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ , που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σακελλαρίου. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαϊου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 2 Μαϊου 2006 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 930/2005.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η απάλειψη της πράξεως της απρόσφορης απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ απάτη διαπράττει, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων.
Ένεκα της μη αναγκαίας ταύτισης του προσώπου που απατήθηκε και εκείνου που υπέστη τη βλάβη, η απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, που αποτελεί ειδικότερη μορφή της απάτης του άρθρου 386 ΠΚ και στοιχειοθετείται όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη, όχι μόνο προβάλλει ψευδή πραγματικό ισχυρισμό, αλλά ταυτόχρονα προσκομίζει προς υποστήριξή του, εν γνώσει του ψευδή αποδεικτικά μέσα, όπως η εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, ανακριβών όμως κατά το περιεχόμενό τους, με τα οποία παραπλανά το δικαστήριο και εκδίδει δυσμενή για την περιουσία του αντιδίκου του δικαστική απόφαση.
Θεωρείται ως τετελεσμένη η απάτη αυτή όταν το δικαστήριο που παραπλανάται από τον διάδικο με την υποβολή των ψευδών αποδεικτικών μέσων εκδίδει οριστική απόφαση δυσμενή για τον αντίδικό του, εν αποπείρα δε όταν το δικαστήριο δεν πείθεται απ' αυτόν και απορρίπτει τον ψευδή ισχυρισμό του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ , όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση (παρ. 1). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42, 216 και 386 του Π.Κ. σαφώς προκύπτει ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης συρρέουν αληθώς (πραγματικά) μεταξύ τους και καμιά απ' αυτές δεν απορροφάται από την άλλη, διότι η κάθε μία από αυτές είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά, και δεν αποτελεί η μία συστατικό στοιχείο της άλλης ή επιβαρυντική περίσταση, ούτε και αναγκαίο μέσο διάπραξης αυτής.
Η απόπειρα όμως της απάτης και η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν τα για την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα ταυτίζονται προς αυτά που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα και η απόπειρα απάτης, απορροφάται από τη χρήση του πλαστού, πράγμα που δεν συμβαίνει εάν επί της απόπειρας απάτης συντρέχουν και άλλες διαφορετικές των προηγουμένων ψευδείς παραστάσεις.
Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υφίσταται, όταν ο δικαστής προσδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη, που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στις εφαρμοσθείσες διατάξεις, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής συντρέχει και όταν η παράβαση των διατάξεων αυτών γίνεται εκ πλαγίου, όπως όταν ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 13/2005 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Μεταξύ της Ζ , θυγατέρας του κατηγορουμένου, και της Φ συστήθηκε η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία « Ζ– Φ ΟΕ» για την εκμετάλλευση ελαιουργείου.
Κατά το Φθινόπωρο του 1996 οι σχέσεις των εταίρων διαταράχθηκαν και ο κατηγορούμενος, ενεργώντας για λογαριασμό της θυγατέρας του, προσέλαβε με σχέση εξαρτημένης εργασίας τον πολιτικώς ενάγοντα Ψ με σκοπό, αφενός την εν γένει επίβλεψη της κατάστασης του ελαιουργείου, αφετέρου την ενέργεια πάσης φύσεως εργασιών, όπως συντήρηση των μηχανημάτων, καταβολή σε τρίτους χρημάτων που ελάμβανε από τον κατηγορούμενο για τα έξοδα κλπ.
Τελικά, μετά από συμφωνία και των δύο εταίρων, διορίστηκε ο πολιτικώς ενάγων, στις 7-2-1997, διαχειριστής της ανωτέρω εταιρείας, αντί αμοιβής 300.000 δρχ. μηνιαίως, καθήκοντα που άσκησε και κατά την επόμενη ελαιοκομική περίοδο 1997 –1998. Μέχρι τον διορισμό του πολ. ενάγοντος ως διαχειριστή της εταιρείας, ο κατηγορούμενος είχε συμφωνήσει, για λογαριασμό της θυγατέρας του, να καταβάλλει σε αυτόν 1100 δρχ.
την ώρα για τις προσφερόμενες υπηρεσίες του. Από τις αρχές Νοεμβρίου του 1996 που ο πολιτικώς ενάγων προσλήφθηκε από τον κατηγορούμενο ασκούσε εν τοις πράγμασι διαχείριση. Προς τούτο ο κατηγορούμενος κατέβαλε σ' αυτόν τα αναγκαία χρηματικά ποσά για την αντιμετώπιση των δαπανών. Έτσι, για το σκοπό αυτό, καταβλήθηκε στον πολ.
ενάγοντα περιοδικώς και το αναφερόμενο στο διατακτικό ποσό των 3.397.000 δραχμών. Ο κατηγορούμενος όμως, για να αποφύγει την ικανοποίηση των απαιτήσεων του πολ. ενάγοντος από την αμοιβή του, για τις ανωτέρω υπηρεσίες του, υποστηρίζει ότι το άνω ποσό των 3.397.000 δρχ. κατέβαλε σ' αυτόν ως δάνειο. Προς τούτο μάλιστα ο κατηγορούμενος άσκησε και σχετική αγωγή εναντίον του πολ.
ενάγοντος, η οποία απορρίφθηκε με την 162/1999 οριστική απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Ηρακλείου και στην οποία υποστηρίζει ότι από 21-11-1996 μέχρι 26-12-1997 κατέβαλε σε δραχμές ως δάνειο τα εξής ποσά: 1) 200.000 στις 21-11-96, 2) 50.000 στις 22-11-1996,3) 200.000 στις 16-12-96, 4) 500.000 στις 18-12-96, 5) 500.000 στις 24-12-96, 6) 130.000 στις 5-1-1997, 7) 55.000 στις 8-1-97, 8) 50.000 στις 10-197, 9) 200.000 στις 14-1-97, 10) 50.000 στις 13-2-97, 11) 130.000 στις 13-2-97, 12) 200.000 στις 6-3-97, 13) 100.000 στις 7-3-97, 14) 200.000 στις 14-3-97, 15) 100.000στις 23-3-97, 16) 20.000 στις 23-5-97, 17)120.000 στις 27-5-97, 18) 120.000 στις 66-97, 19) 100.000 στις 24-6-97, 20)160.000 στις 2-7-97, 21) 50.000 στις 25-12-97, 22) 70.000 στις 20-12-97, 23)50.000 στις 26-12-97 και 24) 42.000 στις 12-12-97.
Από τις αποδείξεις που υπάρχουν στη δικογραφία και αναγνώστηκαν, τις οποίες, επικαλείται ο κατηγορούμενος και δεν αμφισβητεί ο πολ. ενάγων, βεβαιώνεται ότι στον δεύτερο καταβλήθηκε τμηματικά το ποσό των 2.330.000 δρχ. Μεταξύ των αποδείξεων υπάρχει και αυτή που αναφέρεται στις 13-2-1997 και για το ποσό των 130.000 δρχ, στην οποία όμως αναγράφεται ότι δόθηκε στον πολ.
ενάγοντα «έναντι εργασίας» και όχι ως δάνειο που υποστηρίζει ο κατηγορούμενος. Στις άλλες αποδείξεις, πλην των πέντε που αναφέρονται στο διατακτικό, είτε δεν αναφέρεται αιτία καταβολής του ποσού, είτε αναφέρεται ότι το ποσό δίνεται «έναντι λογαριασμού». Σε πέντε (5) μόνο από τις προαναφερόμενες αποδείξεις αναγράφεται ότι το ποσό δίνεται «ως δάνειο» και μάλιστα στην από 24-12-96 δρχ. 500.000 «ως δάνειο αποδοτέον εντόκως νομίμως».
Πειστική αιτιολογία των επικαλούμενων από αυτόν διαδοχικών δανειακών συμβάσεων δεν έδωσε ο κατηγορούμενος και μάλιστα χωρίς να γίνεται εξόφληση του προγενέστερου δανείου. Το υποστηριζόμενο από αυτόν ότι ο πολ. ενάγων είχε οικονομικές ανάγκες δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα διότι ο τελευταίος αμειβόταν για τις υπηρεσίες του και η σύζυγός του ήταν εργαζόμενη με δικό της μισθό.
Με βάση αυτά, σε συνδυασμό με το ότι σε μια απόδειξη αναγράφεται η φράση «έναντι εργασίας» και ότι σ' όλες τις άλλες αποδείξεις (πλην των επιδίκων) δεν γίνεται λόγος περί δανείου και σε μια μόνο απόδειξη γίνεται λόγος και για τόκους, πείθει το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος πρόσθεσε εκ των υστέρων στις αναφερόμενες στο διατακτικό αποδείξεις τη φράση «ως δάνειο» νοθεύοντας εν γνώσει το περιεχόμενο των αποδείξεων τούτων, που είχε εκδώσει ο πολ.
ενάγων, και στη συνέχεια προσκόμισε αυτές με επίκληση ενώπιον του Μονομελούς πρωτοδικείου, προς απόδειξη της ανωτέρω αγωγής δανείου και με σκοπό να πείσει τον Δικαστή να εκδώσει ευνοϊκή γι' αυτόν απόφαση, χωρίς όμως τελικά να πετύχει τούτο, αφού η αγωγή του απορρίφθηκε. Ακολούθως το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε, κατά πλειοψηφία, ένοχο τον κατηγορούμενο για πλαστογραφία με χρήση και απόπειρα απάτης στο δικαστήριο. 3.
Από τα ανωτέρω περιστατικά που δέχθηκε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προκύπτει ότι τα συγκροτούντα την απόπειρα απάτης στο δικαστήριο πραγματικά περιστατικά, ως προς την χρήση των πλαστών αποδείξεων στο Δικαστήριο, ταυτίζονται απολύτως με εκείνα που θεμελιώνουν και το αντίστοιχο έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση και έτσι η απόπειρα απάτης στο δικαστήριο αναφορικά με τις εν λόγω αποδείξεις απορροφάται από την πλαστογραφία με χρήση.
Επομένως το Εφετείο, το οποίο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα και για τις δύο αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 42 και 386 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 216 και 94 του ΠΚ, κατά το μέρος που αφορούν την απόπειρα απάτης, και πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου, του συναφούς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε΄ ΚΠΔ πρώτου λόγου του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 13/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ