Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy ruling, rejecting claim that common sense was violated regarding insolvency intent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a final bankruptcy ruling, ordering the costs to be paid to the public fund. The appellants argued the lower court erred by treating their insolvency as fraudulent rather than negligent, claiming a violation of common sense. The court rejected this, ruling that violating common sense only warrants an appeal if the court misapplies the principle, not merely when it evaluates evidence differently.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 496, 500 of the Code of Civil Procedure; Violation of common sense requires the court to have misapplied the principle or omitted its use, not merely to have reached a different conclusion on the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1451 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1451/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Μ. του Ε. και 2) Χ. Κ. του Α., κατοίκων ..., εκ των οποίων η 2η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Ρωμαίο και ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Ρωμαίο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 2-10-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.
Της προσθέτως υπέρ της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS AEΔΑΔΠ" (πρώην "Alternative Financial Solutions Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας και πληρεξούσιας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "Sunrise I NPL Finance DAC", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Μπατιάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2018 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4654/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 553/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-3-2023 αίτησή τους, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 7-6-2024 δικόγραφό της ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, η 1η των αναιρεσιβλήτων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1] Με την υπό κρίση, από 20-03-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ.31656/50/20-03-2023), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 553/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην:
της τρίτης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", η οποία δεν παραστάθηκε στο Εφετείο. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία της στην έκκλητη δίκη, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 811/2023).
Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ` άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ΚΠολΔ και ως προς την ανωτέρω δεύτερη των αναιρεσίβλητων και εφόσον περαιτέρω έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553 παρ.
Ιβ, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 του ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). 2] Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει o νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος o οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, o Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 883/2021).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019).
3] Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες με αριθμό ...-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ο. Μ. προκύπτει, ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη από τις αναιρεσίβλητες. Ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη σημερινή δικάσιμο η παραπάνω αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως, αφού η τελευταία κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
4] Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 14-04-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 32196/10300/16-04-2018) αίτηση για την υπαγωγή τους στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010 και ζήτησαν τη ρύθμιση των οφειλών τους, σύμφωνα με το προτεινόμενο από αυτούς σχέδιο. Επί της αίτησης εκείνης εκδόθηκε η 4654/2019 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, η οποία τη δέχτηκε εν μέρει κατ'ουσίαν και κατόπιν άσκησης έφεσης από μέρους της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκε η προσβαλλομένη, με αριθμό 553/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε την αίτηση και την απέρριψε κρίνοντας ότι οι αιτούντες -αναιρεσείοντες δεν πληρούσαν τις κατά νόμο προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στις προστατευτικές διατάξεις του Ν.3869/2010 αφού κατά την άσκηση της αίτησής τους δεν είχαν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, παραστάθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και με προφορική της δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά καθώς και με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις της, άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", επικαλούμενη την ενεργητική της νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον της ως μη δικαιούχου διαδίκου σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν.4354/2015 και ως εντολοδόχου της εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης με την επωνυμία " Sunrise I NPL Finance DAC", η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ως άνω Τράπεζας, από την οποία μεταβιβάσθηκαν σε αυτήν ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η απαίτηση εκ της με αριθμό ...
σύμβασης δανείου, η οποία και περιλαμβάνεται στην ως άνω αίτηση του Ν.3869/2010 των αναιρεσειόντων, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω αλλοδαπής εταιρίας, ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς", ζήτησε τη παραδοχή της παρέμβασης και την απόρριψη της αναίρεσης.
Εξάλλου από τις προσδιορίζουσες την έννοια της κυρίας και της πρόσθετης παρεμβάσεως διατάξεις των άρθρων 79 και 80 του ΚΠολΔ, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς τη φύση και το σύνολο των διατάξεων της διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά την οποία κατά κανόνα δεν υπάρχει αντιδικία, προκύπτει ότι, αν ο παρεμβαίνων υποστηρίζει την αίτηση, η παρέμβαση είναι πρόσθετη, ενώ, αν αντιδικεί, ζητώντας είτε την απόρριψη της αιτήσεως είτε την παραδοχή δικού του αιτήματος, η παρέμβαση είναι κύρια (ΑΠ 457/2020, ΑΠ 1886/2013).
Εξάλλου στην παρ. 2 του άρθρου 752 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς προδικασία, με τις προτάσεις ή και προφορικά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 457/2020, ΑΠ 1549/2003). Ειδικότερα, στην αναιρετική διαδικασία ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1741/2012). Επομένως, η ασκηθείσα, ως άνω αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση ,είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 80, 83, 752 παρ. 2 του ΚΠολΔ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναιρέσεως εξαιτίας της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας και προς διευκόλυνση της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ που, κατ' αυτές των άρθρων 573 παρ. 1 και 741 του ίδιου κώδικα, εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση.
5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/ 2010, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 2 του υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/14-8-2015, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση την σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής, η οποία δύναται να συναχθεί, κατά τις περιστάσεις, και από την μη πληρωμή ενός και μόνο χρέους, εφόσον, λόγω της σπουδαιότητάς του, της σημασίας του ή του χαρακτήρα του, υποδηλώνει την πραγματική και μη αναστρέψιμη οικονομική κατάσταση του οφειλέτη.
Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με την βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, την διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον ΑΠ 503/2020).
6] Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν α) παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 804/2019).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολ. 14/2004, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016).
Εξάλλου, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, λόγω της εφαρμογής του ανακριτικού συστήματος, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το οποίο καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις και ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 425/2022, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015), δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 257/2020), ιδρύεται όμως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου 560 του ΚΠολΔ, όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", με την προεκτεθείσα έννοια, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Τέλος κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ μετά την τροποποίησή του με το Ν.4335/2015, οι δε αναφερόμενοι σ' αυτήν λόγοι, όπως συνάγεται από τη χρήση της λέξης "μόνο", είναι περιοριστικοί (numerus clausus, ΟλΑΠ 45.1987, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 744/2021, ΑΠ/304/2021).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση το ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Οι αιτούντες και ήδη α' και β' των εφεσιβλήτων γεννήθηκαν το έτος 1979, είναι συζυγοι και από τον μεταξύ τους γάμο έχουν αποκτήσει δύο ανήλικα τέκνα , που γεννήθηκαν στις 14-03-2010 και 25-04-2012 το καθένα αντίστοιχα.
Ο πρώτος εφεσίβλητος είναι Αρχικελευστής στο Γενικό Επιτελείο Ναυτικού και η δεύτερη εφεσίβλητη είναι αστυνομικός. Οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του πρώτου τον Μάρτιο του 2021 ανήλθαν σε 1217,96 και της δεύτερης τον Απρίλιο του 2021 σε 1295,7Ευρώ. Στις 2-2-2018 η β' εφεσίβλητη διαγνώσθηκε με ιδιοπαθή θρομβοκυτταραιμία και έως τον Μάϊο του 2021 συνέχιζε χημειοθεραπεία από το στόμα, ενώ χρήζει και τακτικής αιματολογικής παρακολούθησης.
Στις 12-07-2018 υποβλήθηκε σε εκτομή μορφώματος θωρακικού κοιλώματος , καθώς επρόκειτο για κακοήθες μελάνωμα και στις 14-8-2018 έγινε ευρεία εκτομή της περιοχής της πρωτοπαθούς εστίας. Το ετήσιο εισόδημα τους από μισθούς και αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά ανήλθε το έτος 2008 σε 17.494,7 ευρώ για τον α' εφεσίβλητο και 19.166,13 πλέον 4.585,99 ευρώ για την β' εφεσίβλητη, το έτος 2009 σε 18.998,33 ευρώ πλέον των 300 ευρώ και των 19.177 ευρώ πλέον των 5.064,65 ευρώ για τον καθένα αντίστοιχα, το έτος 2010 σε 17.023,77 και 17.864,91 ευρώ αντίστοιχα για τον καθένα, το έτος 2011 σε 16.469,13 ευρώ και 18.109,53 ευρώ αντίστοιχα για τον καθένα, το έτος 2012 16.639,57 ευρώ και 16.797,5 ευρώ πλέον 116,28 για τον καθένα αντίστοιχα, το έτος 2013 σε 14.717,91 ευρώ και 4 ευρώ και 17.113,69 πλέον 0,53 ευρώ για τον καθένα αντίστοιχα, το έτος 2014 σε 15.638,46 ευρώ και 20.098,63 ευρώ , πλέον τόκων 2,88 και 1,04 για τον καθένα αντίστοιχα, το έτος 2015 σε 15.784,98 ευρώ και 20.903,76 ευρώ για τον καθένα αντίστοιχα , το έτος 2016 σε 15.779,62 και 21.770,07 για τον καθένα αντίστοιχα, το έτος 2017 σε 16.181,10 ευρώ και 21.291,57 ευρώ για τον καθένα αντίστοιχα , το έτος 2018 σε 16.520,21 ευρώ πλέον 1.714,48 ευρώ και σε 19.762,34 ευρώ πλέον 1.766,77 ευρώ για τον καθένα αντίστοιχα, το έτος 2019 σε 17.248,80 ευρώ και 19.111,13 ευρώ πλέον των ποσών των 6,42 και 0,11 ευρώ από μερίσματα και τόκους για τον καθένα αντίστοιχα.
Συνολικά, το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα ανήλθε ανά έτος από το 2008 έως το 2019 σε 41.247,13 ευρώ, 43530,75 ευρώ, 34.888,68 ευρώ ,35.578,66 ευρώ, 33553,35 ευρώ, 31.856,15 ευρώ, 35.741,01 ευρώ, 36.688,74 ευρώ, 37.549,69 ευρώ, 39.763,8 ευρώ και 36.366,28 ευρώ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης είχαν αναλάβει έναντι των καθ' ων πιστωτών τους τις κάτωθι οφειλές:
Α] Όσον αφορά τον πρώτο εφεσίβλητο: 1] Προς την εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ": α)οφειλή εκ της με αριθμό ... σύμβασης στεγαστικού δανείου που έλαβε στις 18-6-2014 και το οποίο εμφάνιζε υπόλοιπο την 12η-02-2018 το συνολικό ποσό των 18.243,46 ευρώ β)οφειλή εκ της με αριθμό ...
σύμβασης στεγαστικού δανείου που έλαβε το έτος 2007 και εμφάνιζε υπόλοιπο την 12η-02-2018 το συνολικό ποσό των 91.272,95 ευρώ και γ) οφειλή εκ της με αριθμό ... σύμβασης στεγαστικού δανείου , που εμφάνιζε υπόλοιπο την 12η-02-2018 το συνολικό ποσό των 79.219,28 ευρώ, ήτοι η συνολική οφειλή του πρώτου των αιτούντων προς την ως άνω αναφερόμενη πιστώτριά του ανέρχεται στο ποσό των 188.735,69 ευρώ .2] Προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", οφειλή εκ του με στοιχεία ...
δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής δυναμει της από 8-3-2007 συμβάσεως, που εμφάνιζε υπόλοιπο την 21η-12-2018 το συνολικό ποσό των 16.545,5 ευρώ. Επομένως η συνολική οφειλή του πρώτου των αιτούντων προς τους ως άνω αναφερόμενους πιστωτές του ανέρχεται στο ποσό των 205.281,23 ευρώ . Β) Όσον αφορά τη δεύτερη εφεσίβλητη, προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ":
α] οφειλή εκ της με αριθμό ... σύμβασης στεγαστικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια δυνάμει της από 18-6-2014 συμβάσεως που εμφάνιζε υπόλοιπο την 12η-02-2018 το συνολικό ποσό των 18.243,46 ευρώ β]οφειλή εκ της με αριθμό ... σύμβασης στεγαστικού δανείου που έλαβε το έτος 2007 και εμφάνιζε υπόλοιπο την 12η-02-2018 το συνολικό ποσό των 91.272,95 ευρώ και γ[] οφειλή εκ της με αριθμό ...
σύμβασης στεγαστικού δανείου , που εμφάνιζε υπόλοιπο την 12η-02-2018 το συνολικό ποσό των 79.219,28 ευρώ, ήτοι η συνολική οφειλή της δεύτερης προς την ως άνω αναφερόμενη πιστώτριά της ανέρχεται στο ποσό των 188.735,69 ευρώ { βλ. τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αναλυτικές καταστάσεις /βεβαιώσεις οφειλών των αιτούντων προς τους καθ' ων πιστωτές τους , με ημερομηνίες έκδοσης την 12η-02-2018 και την 21η-02-2018 αντίστοιχα].Οι αιτούντες και ήδη α' και β' των εφεσίβλητων ισχυρίζονται ότι περιήλθαν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ως άνω οφειλών τους λόγω της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, της μείωσης των εισοδημάτων τους και της αύξησης των βιοτικών δαπανών τους , καθώς απέκτησαν δύο τέκνα, ενώ έχει επιβαρυνθεί και η υγεία της β' εξ αυτών.
Με βάση όσα προεκτέθηκαν όμως, αποδεικνύεται ότι κατά τα έτη 2008 και 2009 οι σύζυγοι είχαν τα υψηλότερα ετήσια εισοδήματα , τα οποία μειώθηκαν σταδιακά ώστε το 2013 να ανέρχονται στο μικρότερο ως σήμερα ποσό των31.856,15 ευρώ, έκτοτε όμως, αυξήθηκαν και μάλιστα, το έτος 2018 εισέπραξαν το ποσό 39.763,8 ευρώ, που ήταν το υψηλότερο ετήσιο εισόδημα από το έτος 2010.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τα έτη 2010 έως 2017 ήταν συνεπείς στην εξόφληση των δανειακών τους υποχρεώσεων και το έτος 2018 , οπότε τα εισοδήματά τους αυξήθηκαν σημαντικά, υπέβαλαν την υπό κρίση αίτηση, διακόπτοντας τις καταβολές. Οι βιοτικές του δε ανάγκες αυξήθηκαν λόγω της απόκτησης των ανήλικων τέκνων τους και της βεβαρυμένης κατάστασης της υγείας της μητέρας, πλην όμως το έτος 2014 , και ενώ είχε ήδη γεννηθεί από το έτος 2012 και το δεύτερο τέκνο τους, ο πατέρας έλαβε δάνειο ποσού 20.000 ευρώ με εγγυήτρια την μητέρα, το ποσό αποπλήρωνε μέχρι πρόσφατα , καθώς τα ετήσια εισοδήματά τους αυξάνονταν προοδευτικά.
Οι δαπάνες διαβίωσης προσδιορίσθηκαν βάσιμα από τους αιτούντες στο ποσό των 400 ευρώ για καθένα σύζυγο και στο ποσό των 600 ευρώ για την οικογένεια , ήτοι στο συνολικό ποσό των 1.400 ευρώ και συνακόλουθα, απομένει επαρκές υπόλοιπο για την εξόφληση των δανείων, λαμβανομένου υπόψιν ότι το ποσό που αντιστοιχεί στο 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης των προεκτεθέντων δανείων που έλαβαν από την εκκαλούσα και αποτελούν τον κύριο όγκο του δανεισμού τους , ανέρχεται σε 17,04 ευρώ, 31,97 ευρώ και 28,07 ευρώ αντίστοιχα , δηλαδή σε 77,09 ευρώ.
Από όλα όσα προεκτέθηκαν αποδεικνύεται ότι η οικονομική κατάσταση των α' και β' των εφεσιβλήτων τους επιτρέπει να εξοφλούν ομαλά τις δόσεις των δανείων τους και δεν αντιμετωπίζουν έλλειψη ρευστότητας κατά την έννοια του αρ.1 του Ν. 3869/2010, δηλαδή έλλειψη όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του , έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί αμέσως.
Ειδικότερα, με βάση τη σχέση ρευστότητάς τους προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους και αφού ληφθούν υπόψιν οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ιδίων και των προστατευομένων μελών της οικογένειας τους κρίνεται ότι δεν αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στις οφειλές τους , αφού η σχέση αυτή δεν είναι αρνητική , με την έννοια ότι η ρευστότητα τους δεν τους επιτρέπει να ανταποκριθούν στον όγκο των οφειλών τους και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, ώστε να υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής, η οποία δύναται μα συναχθεί, κατά τις περιστάσεις και από την μη πληρωμή ενός και μόνο χρέους, εφόσον λόγω της σπουδαιότητάς του, της σημασίας του ή του χαρακτήρα του, υποδηλώνει την πραγματική και μη αναστρέψιμη οικονομική κατάσταση του οφειλέτη.
Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν και στην υπό 4 νομική σκέψη, οι αιτούντες και ήδη α' και β' των εφεσιβλήτων δεν είχαν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως και της συζητήσεως της αιτήσεώς τους στο ακροατήριο[.....] και συνακόλουθα, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη , γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ενστάσεως που προέβαλε η α' των μετεχουσών στη δίκη πιστώτρια και ήδη εκκαλούσα.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή , καθώς και την ένσταση δόλου που προέβαλαν οι μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες και έκανε δεκτή την αίτησης κρίνοντας ότι οι αιτούντες πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του Ν.3869/2010 και ρύθμισης των οφειλών τους, επειδή πρόκειται για φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους , λόγω της μείωσης των συνολικών εισοδημάτων τους κατά τα τελευταία έτη και της αύξησης των εξόδων τους, αλλά και λόγω του προβλήματος υγείας της δεύτερης των αιτούντων και ρυθμίζει τις οφειλές τους με τον ορισμό μηδενικών μηνιαίων καταβολών για χρονικό διάστημα τριών ετών [ 36 μηνών ], αρχής γενομένης από το πρώτο μήνα μετά της δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης.
Τέλος, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία των αιτούντων, της οποίας είναι συγκύριοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου εκάστου εξ αυτών., δηλαδή το με στοιχεία Α-3 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου μίας οικοδομής κειμένης επί ενός οικοπέδου που βρίσκεται στο Ελληνικό Αττικής και επί της παρόδου της οδού ..., επιφανείας 76,50 τ.μ μετά των ημιυπαίθριων χώρων του, επί της με στοιχεία ΘΑ-6 θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου ορόφου , επιφανείας 10,12 τ.μ.έ , έτους κατασκευής το 2004 και υποχρέωσε το καθέναν από τους αιτούντες να καταβάλει μηνιαίως προς τους καθ' ων πιστωτές του για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας , του εντός του πρώτου πενθήμερου εκάστου μηνός , το ποσό των διακοσίων οκτώ ευρώ και τριάντα τριών λεπτών [208,33 ευρώ] για είκοσι έτη [ 240 μήνες], αρχής γενομένης την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα μετά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, η εξυπηρέτηση δε της οφειλής θα γίνει με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδας κατά το τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και χωρίς ανατοκισμό και η διάθεση του ανωτέρω ποσού θα γίνει προς τους καθ' ων πιστωτές του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και των άρθρων 974 επ ΚΠολΔ, λαμβανομένης υπόψη της σειράς των εμπραγμάτων εξασφαλίσεών τους επί της κύριας κατοικίας των αιτούντων.
Έτσι που έκρινε εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δη το άρθρο 1 του Ν.3869/2010 και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αποδεικτικά μέσα κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών όσον αφορά την περιέλευση ή μη των αιτούντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος και δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης....}.
7) Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν.3869/2010.
Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες με τον ως άνω λόγο αναίρεσης περιορίζονται και μόνο στην θεωρητική ανάλυση του ως άνω άρθρου , χωρίς την σαφή, ορισμένη και ευσύνοπτη έστω αναφορά συγκεκριμένης αναιρετικής πλημμέλειας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, χωρίς εξειδίκευση δηλαδή, δι' αναφοράς στο αναιρετήριο συγκεκριμένης νομικής πλημμέλειας ή νομικού σφάλματος, ούτε παραθέτουν στο αναιρετήριο εκείνες τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, που θα επιστήριζαν τον ως άνω λόγο, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 τουΝ.3869/2010 [ ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013] ΟλΑΠ 14/2010].
Υπό την εκδοχή ότι με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται και αιτίαση κατά της αναιρεσιβαλλόμενης, για την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ 6 του ΚπολΔ [ αφού στην θεωρητική ανάλυση που περιλαμβάνεται στον υπόψη λόγο αναίρεσης ,γίνεται αναφορά και στο άρθρο 560 αρ 6 ΚπολΔ ], ομοίως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού δεν διαλαμβάνονται σε αυτόν οι ελλείψεις, οι αντιφάσεις ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης , σαφώς , ορισμένως και συνοπτικώς έστω , ώστε να εξειδικεύεται το ελλάτωμά της σε σχέση με την φερόμενη εκ πλαγίου παραβίαση του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ του άρθρου 1 του Ν.3869/2010 [ΟλΑΠ 14/2010 ].
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την νομική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 παρ.5 του ΚπολΔ επικαλούμενοι ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιαστική έκβαση στη δίκη και συγκεκριμένα τις ενημερώσεις των πιστωτών σε σχέση με την μηνιαία δόση εξόφλησης των δανείων που έχουν λάβει.
Ότι συγκεκριμένα στην αρχική τους αίτηση για την υπαγωγή στις διατάξεις του Ν.3869/2010 είχαν προσδιορίσει τις μηνιαίες δόσεις για την εξόφληση των δανείων που έλαβαν στο ποσό των 1.014,20 ευρώ και όχι στο ποσό των 770,80 ευρώ , όπως εσφαλμένως κατά τους αναιρεσείοντες δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παραλείποντας να υπολογίσει την μηνιαία δόση εκ 243,40 ευρώ εξόφλησης του δανείου του πρώτου αναιρεσείοντος προς την "Τράπεζα Πειραιώς", με αποτέλεσμα με τον εσφαλμένο αυτό υπολογισμό να προσαυξάνεται εσφαλμένα το μηνιαίο εισόδημά τους , προσθέτοντας στο εναπομείναν για την κάλυψη των βασικών βιοτικών τους αναγκών το ως άνω ποσό.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού α] η ως άνω αιτίαση δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου, αφού δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και η αξιολόγηση από το Δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων β] υπό την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας ,οι αναιρεσείοντες πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ 1.
ΚπολΔ ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, σε σχέση με την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων για το ανωτέρω ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος αφού α]η προσβαλλομένη έλαβε υπόψιν της το σύνολο των εγγράφων που μετ' επικλήσεως προσκόμισαν οι διάδικοι, συμπεριλαμβανομένης συνεπώς και της βεβαίωσης οφειλών της Τράπεζας Πειραιώς, κάνοντας ειδική μνεία στο σκεπτικό των από 12-02-2018 και 21-02-2018 βεβαιώσεων οφειλών των Τραπεζών Eurobank και Πειραιώς αντίστοιχα, β] Από την παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης ότι "Απ' όλα όσα προεκτέθηκαν αποδεικνύεται ότι η οικονομική κατάσταση των α' και β' των εφεσιβλήτων τους επιτρέπει να εξοφλούν ομαλά τις δόσεις των δανείων τους" προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη ,συνυπολόγισε το ύψος της δόσης προς όλες τις Τράπεζες συνεπώς και προς την Τράπεζα Πειραιώς, στο συνολικό ποσό των δόσεων που πρέπει να καταβάλουν οι αναιρεσίβλητοι για την πληρωμή του συνόλου των δανείων τους ,τα οποία αναφέρει αναλυτικά για κάθε τράπεζα, κάνοντας ειδική μνεία στις ενήμερες δόσεις των οφειλών προς την εκκαλούσα Τράπεζα Eurobank, επειδή, όπως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη, τα δάνεια προς αυτήν αποτελούν τον κύριο όγκο του δανεισμού των αναιρεσιβλήτων γ] η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι κατά τα έτη από το 2010 έως το 2017 ήταν συνεπείς στην εξόφληση των δανείων τους και το έτος 2018 , οπότε τα εισοδήματά τους αυξήθηκαν σημαντικά, υπέβαλαν την αίτηση υπαγωγής τους στις προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.3869/2010.
Συγκεκριμένα η προσβαλλομένη απόφαση κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της, δέχθηκε ότι το σύνολο των εισοδημάτων των αναιρεσειόντων κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης την 16-04-2018 , ανέρχονταν στο ποσό των 39.763,8 ευρώ, οι προσωπικές και οικογενειακές τους δαπάνες ανέρχονταν στο ποσό των 1400 ευρώ μηνιαίως και ότι το υπόλοιπο ποσό υπερβαίνει το ποσό που απαιτείται για την πληρωμή της μηνιαίας ενήμερης δόσης του συνόλου των δανείων τους .δ] δέχθηκε ότι η οικονομική κατάσταση των αναιρεσειόντων τους επιτρέπει να εξοφλούν ομαλά τις δόσεις των δανείων τους, χωρίς να εξαιρεί καμία από τις ανωτέρω τράπεζες, και ότι δεν αντιμετωπίζουν έλλειψη ρευστότητας κατά την έννοια του άρθρου 1.
Ν.3869/2010.
ε] ότι με βάση την σχέση ρευστότητας προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, χωρίς η αναιρεσιβαλλόμενη να παραλείπει καμία, και αφού ληφθούν υπόψη οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ιδίων και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς τους έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες δεν αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στις οφειλές τους, από τις οποίες η αναιρεσιβαλλόμενη δεν εξαίρεσε καμία και έλαβε όλες υπόψιν για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα στ] δέχθηκε ότι η σχέση ρευστότητας προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των αναιρεσειόντων δεν είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά τους δεν τους επιτρέπει να ανταποκριθούν στον όγκο των οφειλών τους και στην κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών και τέλος ζ] δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως και της συζητήσεως της αιτήσεως στο ακροατήριο.
Με βάση τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη για να καταλήξει στο ανωτέρω αποδεικτικό της πόρισμα, που επιστηρίζει το διατακτικό της , ότι οι αναιρεσείοντες δεν έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών κατά το χρονικό σημείο υποβολής και συζήτησης της αίτησης υποβολής τους στις προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 1.Ν 3869/2010, έλαβε υπόψιν της και την οφειλή και την ενήμερη δόση προς την τράπεζα Πειραιώς, που ο πρώτος αναιρεσείων πρέπει μηνιαίως να καταβάλει προς αυτήν , απορριπτομένου κατά τα ανωτέρω του δεύτερου αναιρετικού λόγου, σε κάθε περίπτωση και ως αβάσιμου.
Με τον τρίτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου του αναιρετικού λόγου την εκ του άρθρου 560 αρ 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με την ειδικότερη αιτίαση ότι αυτή παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας αναφορικά με την ερμηνεία και εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του "δόλου" , η οποία ενυπάρχει ως επιμέρους νομικός κανόνας στο νομικό κανόνα του άρθρου 1 παρ 1 του Ν.3869/2010, αφού η προσβαλλομένη οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι δολίως περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών και ότι αν η προσβαλλομένη είχε εφαρμόσει ορθά τα διδάγματα της κοινής πείρας θα είχε υπαγάγει ορθά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία θεώρησε ως αποδειχθέντα στην έννοια της αμέλειας και όχι του ενδεχόμενου δόλου ως προς την περιέλευσή τους σε αδυναμία πληρωμών.
Με τέτοιο περιεχόμενο ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης [ ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 584/2019 ] , αφού από την επισκόπηση κατά τα ανωτέρω της προσβαλλομένης απόφασης , η αίτηση των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε ως αβάσιμη, επειδή δεν συνέτρεχε κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της κατάθεσης αυτής και της συζήτησής της στο ακροατήριο, η τασσόμενη εκ του νόμου προϋπόθεση της περιέλευσης των αναιρεσειόντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων, ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ουδόλως εξέτασε το ζήτημα του δόλου στην προκειμένη περίπτωση και δεν περιέχεται σε αυτήν οποιαδήποτε σχετική κρίση για το ζήτημα αυτό, αν δηλαδή οι αναιρεσείοντες δολίως περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών.
Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι η παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης [ ΑΠ 1215/2021 ], όπως εν προκειμένω διατείνονται με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής τους οι αναιρεσείοντες με την ειδικότερη αιτίαση ότι, η προσβαλλομένη οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι δολίως περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών και ότι αν η προσβαλλομένη είχε εφαρμόσει ορθά τα διδάγματα της κοινής πείρας θα είχε υπαγάγει ορθά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία θεώρησε ως αποδειχθέντα στην έννοια της αμέλειας και όχι του ενδεχόμενου δόλου ως προς την περιέλευσή τους σε αδυναμία πληρωμών.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β' εδ. δ' του ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν διαλαμβάνεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-03-2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. 31656/50/20-03-2023) αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 553/2022 τελεσίδικης απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ